fbpx

banner αεροδρομίου

 

«Κυρίως οι «κύριοι» στον φακό και οι καραμέλες να σκάνε στο στόμα», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 23

Πολιτισμός. Πολιτισμός επί της Γης. Νοημοσύνη, ολούθε γύρω μας. Η δε συνείδηση, καρπερό κι ολόφωτο λιβάδι. Πνευματικά εργαλεία παραγωγής πολιτισμού, λένε. Πάνω από το βαρύ ρόπτρο και ακριβώς δίπλα τού θορυβώδους κώδωνος της αψιδωτής, στενής και κατάμαυρης πύλης η γραμμένη λέξις είναι: «Ανθρωπίλα».

Έντονος ο ήχος και η κλήση ανταποκρίνεται. Θυρανοίξια και το νεόδμητο Ιερό εισέρχεται στα μυστήρια των μυστηρίων. «Άνθρωπος» στην φιλοσοφική και στην οντολογική διάσταση της έννοιας ερμηνεύεται ως ο «Έλλην» και το επίτευγμα της πνευματικής εσωστρέφειας, που στην συνέχεια αποκαλύφθηκε ως υλιστική εξωστρέφεια ονομάστηκε «Ανθρωπότης», ως η ύψιστη ιδέα. Οικουμενικός Ελληνισμός είναι η Παιδεία που ίδρυσε τον κόσμο. Υπαρκτός Ελληνισμός είναι τα απομεινάρια των πραγματικών Ελλήνων, που επιβίωσαν από τις κατακτήσεις δέκα αιώνων.

Αξιολόγηση Ταινιών

 

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

 

«Ο Φάρος»  

«The Lighthouse»

 

 

  • Είδος: Ψυχολογικό θρίλερ (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ρόμπερτ Έγκερς
  • Με τους:, Ρόμπερτ Πάτινσον, Γουίλεμ Νταφόε
  • Διάρκεια: 110΄
  • Διανομή: Tulip Entertainment
  • Διακρίσεις: Βραβείο Fipresci Φεστιβάλ Κανών 2019

Σε ένα νησί της Νέας Αγγλίας των Ηνωμένων Πολιτειών, γύρω στο 1890, δυο φύλακες ενός απομονωμένου φάρου, ο νέος Τόμας Χάουαρντ (Ρόμπερτ Πάτινσον – πολύ καλός) και ο ηλικιωμένος Τόμας Γουέικ (Γουίλεμ Νταφόε – άριστος!) αναλαμβάνουν υπηρεσία και έχουν χρέος να παραμείνουν στο πόστο τους, για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, ανάβοντας και συντηρώντας τον φάρο.

Εκεί, οι δυο άνδρες θα έρθουν κοντά, θα συγκρουστούν και τελικά θα βυθιστούν στα ανείπωτα μυστήρια του παράξενου νησιού. Το πέρασμα του χρόνου θα φέρει στην επιφάνεια το πνιγηρό αίσθημα της απομόνωσης, θα ανασύρει σκοτεινές φαντασιώσεις και, τελικά, θα στρέψει τους δυο άνδρες στην παράνοια.

Είναι η δεύτερη κατά σειρά ταινία μεγάλου μήκους του 36χρονου, Αμερικανού σκηνοθέτη Ρόμπερτ Έγκερς, ο οποίος, προ πενταετίας, συστήθηκε στο κινηματογραφόφιλο κοινό με την άκρως ενδιαφέρουσα «Μάγισσα» (The  VVitch), των δυο «VV» στον τίτλο αντί για το «W», δημιουργώντας τις καλύτερες των εντυπώσεων, αφήνοντας, μάλιστα, μια σημαντική υποσχετική για την επόμενη, δεύτερη προσπάθεια του.

Από την φύτρα των «ανεξάρτητων» κινηματογραφιστών, άξιο τέκνο του φεστιβαλικού Σάντανς ο Έγκερς και με το βραβείο Σκηνοθεσίας ανά χείρας, πέρασε τελικά στην δεύτερη δουλειά του, φιλμάροντας και αυτή την φορά, τον ανθρώπινο τρόμο. Εάν το «VVitch» του 2015 σε πρώτο πλάνο κρατούσε την θηλυκή δυναμική εντός της μεταφυσικής σφαίρας, «Ο Φάρος» γίνεται ο απόλυτος, ολόφωτος, εσωτερικός οδηγός στην αρσενική παράνοια και ό,τι παρελκόμενα συμπεριλαμβάνει η εν λόγω διάσταση.

Τα τοπία της Νέας Αγγλίας των βορειοανατολικών πολιτειών των Η.Π.Α., όπου είναι και η γενέτειρα του σκηνοθέτη (στο Νιού Χάμσαϊρ γεννήθηκε), παραμένουν στο κάδρο γοητείας του Έγκερς, όπως γενικότερα οι ιστορίες και οι μύθοι αυτού του τόπου, που, πραγματικά, ξεχειλίζουν από ενδιαφέρον. Από την ιστορία των πρώτων Αμερικανών εποίκων, των γνωστών: Puritan Separatist Pilgrims στο «VVitch» του 1630 και το κυνήγι των μαγισσών, ο Έγκερς, επιλέγει το ίδιο γεωγραφικό σημείο, αλλά παίρνει πλοίο και με ρότα ένα έρημο φαρονήσι του Ατλαντικού κοντά στα τέλη του 19ου αιώνα, μεταφέρει δυο άνδρες για να αναλάβουν την φροντίδα του φάρου.

Με σύμμαχο την ασπρόμαυρη φωτογραφία (υποψηφιότητα για Όσκαρ), το τετράγωνο, κινηματογραφικό κάδρο 1.19:1, το έντεχνο contre lumières στα σημαντικά πλάνα με το φως άλλοτε στην μέση και άλλοτε στην κορυφή του κάδρου, την μεταφυσική αγρίλα του έρημου βράχου με τον φάρο, ο Ρόμπερτ Έγκερς, τουλάχιστον, από καλλιτεχνικής άποψης σκίζει. Η δε πρόσκληση που δίνει στον θεατή για να βουτήξει στα άγρια και αφρώδη πεδία των συναισθημάτων και των ανυπεράσπιστων ανδρικών φαντασιώσεων σε κατάσταση απομόνωσης, ως πρόσκληση είναι έντιμη και καθ΄ όλα ατμοσφαιρική.

Το σενάριο, που είναι πόνημα του σκηνοθέτη και του αδελφού του Μαξ Έγκερς, είναι καλοφτιαγμένο. Κρατάει τις σταθερές που χρειάζονται για να μην απλωθεί στην χαοτική τρέλα το στόρι, συναρμολογώντας προσεκτικά, με μια μυητική διαδικασία θα έλεγα καλύτερα, τόσο την ελληνική μυθιστορία (η ιστορία του Πρωτέα είναι κυρίαρχη), όσο και την λογοτεχνία του φανταστικού, πάνω σε έναν τραχύ καμβά ανθρώπινου ρεαλισμού με κυρίαρχο στοιχείο τον απομονωτισμό και την αγριάδα της φύσης. Το κινηματογραφικό ταξίδι του Έγκερς είναι πρωτίστως εσωτερικό, μια κατατοπιστική ξενάγηση στα σκότη της αρσενικής ιδιοσυγκρασίας, δίχως όμως πολύπλοκα θυρανοίξια σε διαστάσεις και επίπεδα που τυχόν θα πρόδιδαν τον ίδιον και την ταινία του.

Αρχετυπικά και συμβολικά η εξουσία, ο έρωτας, ο πόλεμος του παλαιού και του νέου (δάσκαλος και μαθητής), η επιθυμία για την κατάκτηση της ζωής που είναι το «φως» της ψυχικής αιωνιότητας αλλά και του υλικού θανάτου και τέλος η αποκάλυψη της ανθρώπινης ταυτότητας, είναι τα βατά σημεία που έξυπνα διαχειρίζεται ο Έγκερς, παίζοντας γοητευτικά με απόκοσμα πλάσματα και θανατηφόρες, ανθρώπινες επιθυμίες. Η ταινία είναι αμιγώς ανδρική υπόθεση όχι πως δεν πρέπει να την παρακολουθήσουν και οι κυρίες. Ο Άγγλος ηθοποιός Ρόμπερτ Πάτινσον προοδεύει αισθητά και ο γερόλυκος Γουίλεμ Νταφόε είναι καθηλωτικός. Μην την χάσετε!

«The Gentlemen»

 

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Γκάι Ρίτσι
  • Με τους: Μάθιου ΜακΚόναχι, Τσάρλι Χάνμαν, Χένρι Γκόλντινγκ, Μισέλ Ντόκερι, Τζέρεμι Στρονγκ, Έντι Μάρσαν, Κόλιν Φάρελ, Χιού Γκραντ
  • Διάρκεια: 120’
  • Διανομή: Odeon

Ο Αμερικάνος έμπορος ναρκωτικών, ονόματι Μίκι Πίρσον (Μάθιου ΜακΚόναχι – πολύ καλός!), έχει χτίσει την άκρως επικερδή αυτοκρατορία του στο Λονδίνο και πλέον θέλει να παραδώσει τα ηνία για να επιστρέψει στην πατρίδα του και να ασχοληθεί με την οικογένεια του.

Το γεγονός αυτό πυροδοτεί μια σειρά από συνομωσίες, σχέδια και απόπειρες από όλους εκείνους που επιβουλεύονταν την θέση του και που τώρα έχουν την ευκαιρία να αρπάξουν την περιουσία του.

Αλήθεια είναι, ότι γουστάρουμε τον Γκάι Ρίτσι όχι γιατί σκηνοθετεί περίφημα τα crime stories με το αγγλικό χιούμορ και την χοντροκοπιά του Bow-bell Cockneys, αλλά γιατί το στιλ του είναι πια ανεξίτηλη σφραγίδα στο συγκεκριμένο είδος σινεμά. Ξέρεις τι θα δεις, είναι εγγύηση, είσαι «φτιαγμένος» ότι πρόκειται για English-gang story αλά Γκάι Ρίτσι, δηλαδή, μια παράπλευρη πτήση στις ταινίες: «Δύο Καπνισμένες Κάνες», «Η Αρπαχτή», «Rock n’ Rolla», κάθε φορά όμως με διαφορετικό ρυθμό και στιλ, έτσι για να δημιουργεί κινηματογραφική ιστορία και για να καλυφθούν με άνεση και «αέρα» τα λεπτά της προβολής. Αυτός είναι ο Ρίτσι, ο απόλυτος χαρτογράφος του αγγλικού υπόκοσμου, που όλοι μας γοητευτήκαμε για την εξυπνάδα και τις γκάφες του. Δεν είναι τέλειος ούτε αγγελικά πλασμένος. Ένας κόσμος γεμάτος ανταγωνισμό, διαφθορά, θάνατο και αρκετό γέλιο, εγκεφαλικό γέλιο.

Δικό του στιλ, κατάδικό του, πρωτογενές και διαφοροποιημένο από αυτό του Κουέντιν Ταραντίνο, ο Άγγλος σκηνοθέτης στους «Gentlemen» φτιάχνει ένα χυμώδες κολάζ χαρακτήρων γεμάτο κόντρες και αντιθέσεις, ξεκινώντας από τον μορφωμένο, Αμερικανό αριστοκράτη Μάθιου ΜακΚόναχεϊ, που παίζει ενίοτε με αγγλικής ραπτικής τουίντ κοστούμια και τραγιάσκα στιλ «Peaky Blinders» θυμίζοντας δεκαετία του ’30. Ή τον Χιού Γκραντ σε ρόλο ασυνήθιστο, αυτού του λιγδερού, σκανδαλοθήρα, ιδιωτικού ντεντέκτιβ, ρόλος σκέτο «λουκούμι» ή τον Τσάρλι Χάναμ σε άριστα οργανωμένο παράνομο ως το πιστό, δεξί χέρι του ΜακΚόνεχι, αλλά και τον Κόλιν Φάρελ να νοιώθει απόλυτη σιγουριά καθώς βρίσκεται σε «οικείο» υποκριτικό περιβάλλον στον ρόλο του πυγμάχου Κόουτς, στρατολογώντας νέους από τις γειτονιές. Όλοι τους ταιριαστοί, υπέροχοι.

Το σενάριο γραμμένο από τον ίδιο τον Γκάι Ρίτσι κυλάει με τον γνωστό τρόπο της αφήγησης του σκηνοθέτη, χρησιμοποιώντας την μονταζιέρα πιο ήρεμα αυτή την φορά, δίνοντας αρκετό αέρα στην πλοκή. Το στοιχείο της αντιπαράθεσης ανάμεσα στην χαμένη αποικία της «Νέας Γης» από την αυτοκρατορία είναι χαριτωμένο και έντονο, καθότι ο Αμερικάνος Μίκι Πίρσον (Μάθιου ΜακΚόναχι), κατακτά τον υπόκοσμο της Αγγλίας.

Καλός ο «Σέρλοκ Χολμς», επικο-φαντασμαγορικός ο «Βασιλιάς Αρθούρος», στιλάτοι οι «Άνθρωποι της U.N.C.L.E.», όλα χρυσά και άγια, αλλά ο Ρίτσι στην 11η μεγάλου μήκους ταινία του επιστρέφει εγκάρδια και με κέφι στα γνώριμα, υγρά, crimes alleys του κινηματογραφικού, αγγλικού υποκόσμου, εκεί που «γεννήθηκε» και ανήκει και, φυσικά, τον αγαπήσαμε… Feel nice, bloody, Guy!

«Cosmic Candy»

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Ελλάδα (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ρηνιώ Δραγασάκη
  • Με τους: Μαρία Κίτσου, Μάγια Πιπερά, Κίμωνας Κουρής, Δημήτρης Λάλος, Δημήτρης Δρόσος, Φώτης Θωμαϊδης, Εύη Δοβέλου, Elena Mirtchofska, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος
  • Διάρκεια: 95’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Βραβεία: Πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη και WIFT GR στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Η μοναχική και ιδιόρρυθμη ταμίας του σούπερμάρκετ με το όνομα Άννα (Μαρία Κίτσου – καλή), αναλαμβάνει αθέλητα υπό την προστασία της την δεκάχρονη Πέρσα (Μάγια Πιπερά – καλή) του διπλανού διαμερίσματος, κατόπιν της μυστηριώδους εξαφάνισης του μπαμπά της.

Κολλημένη πάνω από μια δεκαετία στο πολύχρωμο, συνθετικό περιβάλλον του σουπερμάρκετ, η Άννα δυσκολεύεται να επικοινωνήσει με την υπερκινητική και ενθουσιώδη Πέρσα, πόσο μάλλον να την βοηθήσει να βρει τον δικό της πατέρα.

Κάπως έτσι περίμενα το ντεμπούτο της Ρηνιώς Δραγασάκη σε μεγάλου μήκους ταινία, αφού το 2011 με συνεπήρε γλυκά με την βραβευμένη, μικρού μήκους της: «Ο μπαμπάς μου, ο Λένιν και ο Φρέντυ». Ακολούθησε η επόμενη, επίσης, μικρού μήκους «Προάυλιο» για να φτάσουμε στις καραμέλες που σκάνε μέσα στο στόμα με το «Cosmic Candy». Μια ενήλικη παιδικότητα με πολύ χρώμα, φαντασία και πολλές ευθύνες. Η ταινία της Ρηνιώς Δραγασάκη προβλήθηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα της στο απαιτητικό, αμερικάνικο φεστιβάλ «Fantastic Fest» του Όστιν, τον Σεπτέμβριο του 2019.

Η ταινία εδράζεται ανάλαφρα στα εσωτερικά σου κουτάκια και σε κάνει να νοιώθεις καλά. Πιθανώς να φρόντισε για αυτό η εσωστρεφής  Άννα, που ερμηνεύει η Μαρία Κίτσου (η Λενιώ στις «Άγριες Μέλισσες») στην πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση, όταν επίμονα δεν θέλει να αλλάξει τίποτα στην ζωή της ή ακόμα η αεικίνητη παιδικότητα της μικρής Πέρσας που δεν έχει μητέρα και εξερευνά το γυναικείο σύμπαν μιας άλλης γυναίκας με τσεκουράτες, αθώες παρατηρήσεις.

Μπορεί και οι δυο τους να συνέβαλλαν στο ότι πέρασα ωραία βλέποντας το «Cosmic Candy», όταν η Πέρσα και η Άννα αποφασίζουν να συνυπάρξουν για λίγο μαζί, προσπαθώντας να μοιράσουν το διάστημα της διαφοράς των ηλικιών τους, κατά τα ειωθότα, γιατί επί της ουσίας και οι δυο είναι «συνομήλικες», σαν αδελφές, σαν φίλες, σαν μάνα με κόρη. Το καίριο σημείο της συνάντησης τους είναι το σύνορο ανάμεσα στην πραγματικότητα και την φαντασία, ειδικά, όταν το ένα εισβάλλει μέσα στο άλλο.

Η Ρηνιώ Δραγασάκη έφτιαξε ένα εύπλαστο, σεναριακό μείγμα φαντασίας και ρεαλισμού, με προοπτική την ενηλικίωση ή την ωρίμανση του ανθρώπου και το διαχειρίστηκε σκηνοθετικά με προσοχή σε δομή και χρόνο, ώστε να δουλευτεί εύκολα νοητικά από τον θεατή. Η ταινία, πράγματι, λειτουργεί σαν τις καραμέλες «Cosmic Candy», αυτές που σκάνε στο στόμα, αφήνοντας το άρωμα και την γεύση τους να γεμίσουν με θόρυβο και χαρά τις αισθήσεις και έπειτα να χυθούν ζαχαρένια στην διάθεση μας.

  «Το Απίθανο Ταξίδι ενός Φακίρη»

(The Extraordinary Journey of the Fakir)

 

 

  • Είδος: Περιπέτεια, δράση κωμωδία
  • Παραγωγή: Γαλλία, Ινδία, Βέλγιο, Σιγκαπούρη, Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Κεν Σκοτ
  • Με τους: Ντανούς, Μπερενίς Μπεζό, Έριν Μοριάρτι, Μπαρκάντ Αμπντι, Ζερά Ζινιό, Μπεν Μίλερ
  • Διάρκεια: 92’
  • Διανομή: Odeon

Ο Άτζα, ένας έξυπνος νεαρός φακίρης από τη Βομβάη, ξεκινάει ένα απίθανο ταξίδι, όταν πεθαίνει η μητέρα του, με στόχο να βρει τον πατέρα που δεν γνώρισε ποτέ του. Ανακαλύπτει τον έρωτα σε ένα κατάστημα ΙΚΕΑ στο Παρίσι, έρχεται αντιμέτωπος με το θάνατο και τους Σομαλούς μετανάστες στην Αγγλία, αποκτά τη φήμη δεινού χορευτή στη Ρώμη και ζει την περιπέτεια μέσα σε ένα αερόστατο που διασχίζει τη Μεσόγειο Θάλασσα.

Στο τέλος, συνειδητοποιεί πως βρήκε τους αληθινούς θησαυρούς της ζωής – και ποιος θέλει να γίνει στην πραγματικότητα.

Παραγωγή του 2018, που από ράφι σε ράφι στην εταιρεία διανομής, έπειτα από δυο χρόνια είδε, τελικά, το φως του άσπρου πανιού της ελληνικής, αίθουσας προβολής. Βασισμένο στο μπεστ σέλερ μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα Ρομάν Πουερτολά με τον τίτλο: «L’ extraordinaire voyage du fakir qui était resté coincé dans une armoire Ikéa», ο ίδιος ο συγγραφέας προσάρμοσε το βιβλίο του σε κινηματογραφικό σενάριο και το παρέδωσε στον Καναδό σεναριογράφο, ηθοποιό και σκηνοθέτη Κεν Σκοτ («Daddy Cool: Ο Μπαμπάς του Παιδιού μου», «Delivery Man», «Μισοτελειωμένες Δουλειές». Ο Σκοτ, πάντως, δεν είναι από τους σκηνοθέτες που θα στηθείς στην ουρά του ταμείου με βροχή και κρύο για το εισιτήριο σε ταινία του.   

Έτσι, λοιπόν, ο Γάλλος Πουερτολά (αστυνομικός και συνοριοφύλακας στη Γαλλία, εξειδικευμένος στην εξέταση απάτης εγγράφων σε δίκτυα παράνομης μετανάστευσης στη Γαλλία) και ο Γαλλο-Καναδός Σκοτ, συστήνουν στο κινηματογραφόφιλο κοινό τον Ινδό Άτζα, που δίνει street shows ως φακίρης στην Βομβάη και τελικά να βρίσκεται παράνομα στην Ευρώπη αναζητώντας τον πατέρα του για να ανακαλύψει τον έρωτα, αλλά και τον τάραχο που βιώνουν οι διάφοροι λαθρομετανάστες.

Σαν παραμύθι με κοινωνικές προεκτάσεις η ταινία του Σκοτ έχει κάπως εξωτικό χρώμα, αλλά καμιά γεύση, διαθέτει περιπετειώδη ρυθμό αλλά δίχως νεύρο, έχει θέαμα, αλλά όχι φαντασμαγορία, ενώ κάποια μπολιγουντιανά κόλπα από Καναδό σκηνοθέτη «ειπωμένα» είναι απλά για να γελάς.