fbpx

«Κομεντί, Δράση, Έρωτας και μια ζωή…Μπέργκμαν!», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Πασίγνωστο είναι, ότι από του Άη Δημήτρη και μετά στρώνουν τα χαλιά στα σπίτια και στην γιορτή του Κωνσταντίνου και της Ελένης αρχίζουν τα μαζέματα. Όπερ σημαίνει, πως ο φθινοπωρινός Οκτώβριος σημαδεύει την έναρξη των χειμωνιάτικων διαδικασιών, της εσωτερικότητας, των απολογισμών και της αυτογνωσίας, ενώ ο μυρωδάτος Μάιος σηκώνει την βαριά αυλαία για τον ανθρώπινο αμολισώνα, την εξωτερίκευση, την ελευθερία, την ξεγνοιασιά.

Ένα δεύτερο, δυνατό σημάδι ότι όλα αρχίζουν να αλλάζουν καιρικά και οι μάχες με τις ξαφνικές μπόρες, την βραδινή ψύχρα, την ψιλή κουβερτούλα που την θέλεις ακόμα στα πόδια όταν βλέπεις τηλεόραση στον καναπέ και το ανατριχιαστικό, μουντό πρωινό οδεύουν καθοριστικά προς την ήττα τους, είναι και οι εντατικές ετοιμασίες στις θερινές, κινηματογραφικές αίθουσες πριν ανοίξουν.

Εμείς, εδώ, στην γειτονιά μας έχουμε δυο θερινούς κινηματογράφους. Ο είς εξ΄ αυτών, η πανέμορφη «Ρία» μας, υφίσταται από το 1963, νήπιο ακόμα ο γράφων, ενώ ο έτερος το «Σινέ Βάρκιζα» άνοιξε τον επίσης ευάερο και εύοσμο χώρο του στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν ήμουν πρώιμο εφηβάκι.

Κάθε βράδυ, σχεδόν, πηγαίναμε θερινό σινεμά, είτε ως παιδιά με τους γονείς μας, πορτοκαλάδα άνευ ανθρακικού και άοσμο καλαμπόκι στο διάλλειμα, είτε ως έφηβοι με την πολυμελή παρέα μας, άφραγκοι, γαλαρία, ενθουσιασμός, χαρά, είτε ως νέοι με το αμόρε μας, συζητήσεις, απόψεις, συμφωνίες, διαφωνίες και τέλος ως γονείς με τα τέκνα μας.

Άπειρες κινούμενες εικόνες άνοιξαν τις θύρες τους στην καλοκαιρινή σκέψη μου τόσα χρόνια, συντροφιά με τα γιασεμιά, τα αγριολούλουδα, τις πολύχρωμες φρέζιες, τις πυκνές, ψηλές πρασινάδες, την θαλασσινή αύρα να μοσχοβολά ο τόπος, να αφήνεσαι ενίοτε στις ακόρεστες ορέξεις των εντόμων. Το θερινό σινεμά ήταν από τις βασικές μας βραδινές εξόδους, ένα βήμα από τα σπίτια μας, δυο ανάσες δρόμος για τους μεγάλους κόσμους της 7ης Τέχνης. Τρεις είναι και οι ταινίες όλες αυτές τις δεκαετίες που όρθωσαν τρανό βασίλειο στην μνήμη μου, ουδέποτε θα ξεριζωθούν και έχουν να κάνουν με το θερινό σινεμά.

Η πρώτη είναι, μαζί με τον πατέρα και τον μεγαλύτερο σε ηλικία αδελφό μου, πιτσιρικάς στα δώδεκα ήμουν, όταν είδα την ταινία του Ρόμπερτ Όλντριτς «και οι Δώδεκα Ήταν Καθάρματα», μαρμαρωμένος, ασάλευτος, κυριολεκτικώς βιδωμένος στην πάνινη καρέκλα και το στόμα μου ορθάνοιχτο από δέος για μήνες. Η πρώτη μου «ακατάλληλη» ταινία.

Η δεύτερη ήταν το 1976, μικροέφηβοι μαζί με τον αγαπημένο, παιδικό μου φίλο Χρίστο (σήμερα καθηγητής ευρωπαϊκής ιστορίας και φιλοσοφίας στο Στάμφορτ του Κονέκτικατ), ολομόναχοι, αφού κανείς από την παρέα μας δεν πήρε το ρίσκο, παρακολουθήσαμε τον «Εξορκιστή» του Γουίλιαμ Φρίντκιν. Η επιστροφή από το σινεμά στα σπίτια μας βραδιάτικα έγινε με τα ποδήλατα ορθοπεταλιά, φουλάρα, βωβά με την καρδιά μας στο στόμα να συναγωνίζεται σε ένταση και ρυθμό, ξέφρενο, αφρικανικό ταμ ταμ, ενώ οι εφιάλτες κράτησαν μέχρι το επόμενο καλοκαίρι που το ξαναείδαμε και με την σειρά μας τον «εξορκίσαμε».

Η τρίτη είναι το καλοκαίρι του 1994 όταν είδαμε οικογενειακώς τα «Μαθήματα Πιάνου» της Τζέιν Κάμπιον με την τετράχρονη θυγατέρα μου να κοιμάται από το πρώτο δεκάλεπτο στην αγκαλιά μου. Κάποια στιγμή προς το τέλος και ενώ οι μουσικές του Μάικλ Νάιμαν κεντούσαν μελωδικά την έναστρη, θερινή νύχτα, η μικρή άνοιξε τα μάτια της και μεταξύ ύπνου και ξύπνιου είπε: «Ωραία μουσική, μπαμπά. Να έρθουμε και αύριο να το δούμε».     

«Η Παράσταση Αρχίζει» σύντομα και φέτος στις όμορφες, σινε-οάσεις της χώρας μας. Αστέρια στην μεγάλη οθόνη, καλοκαιρινά αστέρια στον ζεστό, νυχτερινό ουρανό και ο συναγωνισμός τρανός . Καλή αρχή να έχουμε!        

«Μια Απίθανη Σχέση»

(Long Shot)

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζόναθαν Λεβάιν
  • Με τους: Σαρλίζ Θερόν, Σεθ Ρόγκεν, Τζουν Ντάιαν Ραφαέλ
  • Διάρκεια: 125΄
  • Διανομή: Odeon

Ο Φρεντ Φλάρσκι (Σεθ Ρόγκεν – αήττητος) είναι ο ιδεαλιστής ρεπόρτερ που δεν κατάφερε να λάβει την αναγνώριση που ήλπιζε. Εργάζεται σε διαδικτυακή εφημερίδα, ορμάει στα δύσκολα ρεπορτάζ και ξεκακαρφώνει, νέο-ναζιστές, ρατσιστές, πλουτοκράτες και όλο το νοσηρό, κοινωνικό-πολιτικό σύστημα. Ανένταχτος, με ηθικές σταθερές, ψιλοκαφρούλης, ατσούμπαλος, αλλά αιχμηρός, τολμηρός, αυτοσαρκαστικός και αληθινός.

Η Σάρλοτ Φιλντ (Σαρλίζ Θερόν – καταπληκτική) είναι η σύγχρονη γυναικεία φιγούρα της πολιτικής. Υπουργός Εξωτερικών της Αμερικής ούσα, ιδεαλίστρια, γεμάτη φως, ενέργεια, ομορφιά, δύναμη, πλάι σε έναν «βληματερό» πρόεδρο ηθοποιό, που ενώ είναι ο πρώτος άνδρας των Η.Π.Α. συνεχίζει να παίζει τον εαυτό του σε τηλεοπτικό σίριαλ, προτείνει στην Σάρλοτ να γίνει η επόμενη αρχηγίνα των Αμερικανών, γιατί ο ίδιος θέλει να αφήσει την πολιτική και να ασχοληθεί ολοκληρωτικά με την «δύσκολη» μετάβασή του από ηθοποιός της τηλεόρασης σε αστέρα του κινηματογράφου.

Η Σάρλοτ όμως είναι ο παιδικός-εφηβικός έρωτας του Φρεντ, όταν εκείνη ήταν 3 – 4χρόνια μεγαλύτερη του και ως μαθήτρια του λυκείου, οικολόγος και ακτιβίστρια έκανε μπέιμπι σίτινγκ, προκαλώντας μάλιστα και στύση στον προέφηβο. Ο Φρεντ, τελικά, παραιτείται από την εφημερίδα, όταν ενημερώνεται πως αγοράστηκε από έναν αδίστακτο μεγιστάνα του Τύπου και ως άνεργος ψάχνει για δουλειά. Τυχαία συναντιέται σε ένα επεισοδιακό γκαλά με την Σάρλοτ, ο παιδικός, ανεκπλήρωτος έρωτας πυρακτώνεται και η όμορφη πολιτικός γοητεύεται από το χιούμορ του, την ορμή και τα τσεκουράτα γραπτά του, οπότε τον προσλαμβάνει για να γράφει τους λόγους της, καθώς ετοιμάζεται για την κούρσα προς τον προεδρικό θώκο του Λευκού Οίκου.

Ο Φρεντ αποδέχεται την πρόταση και το ετερόκλητο ζευγάρι αρχίζει να βοηθά ο ένας τον άλλον, όταν ένας έρωτας γεννιέται στον δύσκολο κόσμο της πολιτικής και σε αυτόν της καθημερινότητας των απλών ανθρώπων.    

Ό,τι πιο καινούργιο και φρέσκο στην συνταγή της αμερικάνικής κομεντί, στο γνωστό κινηματογραφικό είδος: «αγόρι αγαπάει κορίτσι» και αντιστρόφως με χιούμορ, καλό συγχρονισμό, γερή χημεία και δυο in to the point πρωταγωνιστές να μην σε αφήνουν να κουραστείς. Ο μεν Σεθ Ρόγκεν, αισθητά αδυνατισμένος (όπως και ο φίλος του Τζόνας Χιλ) ως άψογος χειριστής του είδους, πιο μαζεμένος από ότι τον έχουμε συνηθίσει, διεκπεραιώνει σούπερ τον ρόλο με τις ακρότητες των καταστάσεων, έντεχνα φορμαρισμένες όμως, πιο καλμαρισμένη την καφρίλα, ώστε να προσελκύσει η ταινία ηλικιακά μεγαλύτερο κοινό.

Το νόστιμο γλύκισμα της όλης υπόθεσης δεν είναι ο 37χρονος, πολυτάλαντος Καναδός κωμικός, παραγωγός, σκηνοθέτης και σεναριογράφος Σεθ Ρόγκεν, που όλοι γνωρίζουμε τους κινηματογραφικούς του «άθλους» («Superbad», «Το Τέλος του Κόσμου», «Φούντα Εξπρές», «50/50»), αλλά η κουκλάρα Σαρλίζ Θερόν που στα 44 χρόνια της με ένα Όσκαρ στα χέρια βούτηξε αβλεπί στο «καφριλέ», κωμικό σύμπαν της συντροφιάς του Ρόγκεν για να προσδώσει καύσιμο πολλών οκτανίων και να απογειώσει το όλο θέμα. Είναι απίθανη και κάποια στιγμή, αβίαστα μάλιστα, νομίζεις πως βλέπεις μια 25χρονη να εναρμονίζεται «αέρα» στο κλίμα. Τεράστια δοκιμή, ζόρικο τεστ για την ηθοποιό, ρίσκο μεγάλο για την Σαρλίζ που της βγήκε, τελικά, σε φλος ρουαγιάλ και μπράβο της. Ο προσανατολισμός της σε ολοένα και περισσότερο νεανικό κοινό («Μαχητές των δρόμων 8», «Atomic Blonde»), ετοιμάζει και την συνέχεια του  Atomic Blonde, δείχνει ηθοποιό που δοκιμάζεται συνεχώς.

Ο 42χρονος Νεοϋρκέζος σεναριογράφος και σκηνοθέτης Τζόναθαν Λεβάιν διασχίζοντας το σινεμά τρόμου (Όλοι Ποθούν την Μάντι Λέιν – 2006), καταγράφοντας με ενδιαφέρον την νεανική, ανεξάρτητη, δραμεντί (Χυμαδιό – 2008), βρίσκει τελικά τον εαυτό του στο «50/50» για να καταλήξει στην καλά σκηνοθετημένη «Μια Απίθανη Σχέση», ως μια νέα μορφή κομεντί ίσων αποστάσεων από το γνωστό παλαιό είδος με πλήθος αναφορών στην ποπ κουλτούρα και τραγουδιών eighties (Blondie, Cameo, Cure, Bruce Springsteen, Roxette, Boyz II Men) στα σύγχρονα πράγματα, όπως την αγαθότητα να αναπαύεται μποέμικα στην ελαφριά χυδαιότητα, την περιθωριακή γουρουνιά, τον χαβαλέ και το άμεσο, τηλεοπτικό ενδιαφέρον του Game of Thrones ως must αναφορά για να δέσει η συνταγή.    

«Μπέργκμαν: Ενας Αιώνας»

(Searching for Ingmar Bergman)

 

  • Είδος: Ντοκιμαντέρ
  • Παραγωγή: Γερμανία, Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μαργκαρέτε φον Τρότα
  • Διάρκεια: 99’
  • Διανομή: Weird Wave

Στο ντοκιμαντέρ «Μπέργκμαν: Ένας Αιώνας» η σκηνοθέτις Μαργκαρέτε φον Τρότα, που οι κριτικοί θεωρούν ότι στα έργα της υπάρχει μια πνευματική θεματολογική συγγένεια με τον μεγάλο σκηνοθέτη, ρίχνει μια ερευνητική ματιά στη ζωή και το έργο του σπουδαίου εικονοπλάστη που αναμείγνυε πάντα περίτεχνα τις ταινίες του με στοιχεία της προσωπικής του ζωής.

Με τη βοήθεια των στενότερων συνεργατών του, καθώς και κινηματογραφιστών, η Μαργκαρέτε φον Τρότα προσπαθεί να αποτυπώσει τα βασικά μοτίβα και θέματα που διαπερνούν το έργο του Ίγκμαρ Μπέργκμαν (14 Ιουλίου 1918 – 30 Ιουλίου 2007) και τον τρόπο με τον οποίο έχει επηρεάσει το έργο σύγχρονων δημιουργών.

Ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ, κατά ένα μέρος του συνολικού θέματος, που ο κινηματογραφόφιλος και λάτρης του Σουηδού σκηνοθέτη θα παρακολουθήσει την γραμμή δημιουργίας του Μπέργκμαν αναλυτικά ως προς το φιλμικό του περιβάλλον μέχρι το αγαπημένο του νησί Φορέ που άφησε την τελευταία του πνοή, βλέποντας και ακούγοντας διάφορους μεγάλους σκηνοθέτες και ηθοποιούς του ευρωπαϊκού χώρου, όπως: η Λιβ Ούλμαν, ο Κάρλος Σάουρα, ο Μπίλι Ογκόστ, ο Φρανσουά Οζόν, η Μία Χάνσεν-Λόβε, ο Βιμ Βέντερς, ο Ρούμπεν Όστλουντ να τοποθετούνται υμνολογικά, θριαμβευτικά στο όνομα του μεγάλου δημιουργού της 7ης Τέχνης. Βέβαια, αισθητή είναι η απουσία του μεγάλου Μαξ Φον Σίντοου από την εν λόγω συντροφιά, για κάποιους λόγους που η  αγαπητή Μαργκαρέτε φον Τρότα δεν εξηγεί στο πόνημα της.

Κατά τα άλλα όλα καλά για τον μεγάλο σκηνοθέτη της 7ης Τέχνης, που οι μοναδικοί οι οποίοι, κάπως, τον «ξεμπροστιάζουν» ως άνθρωπο είναι οι δυο γιοί του (εννέα συνολικά τα τέκνα του Μπέργκμαν), που τον ακυρώνουν κυριολεκτικώς και ευγενικώς ως πατέρα, γιατί ήταν, λένε, αφιερωμένος στην δουλειά του και ότι ποτέ δεν απέβαλε το παιδί από μέσα του.

Επίσης, κάτι που δεν μου αρέσει στο ντοκιμαντέρ της  Γερμανίδας Μαργκαρέτε φον Τρότα είναι, ότι η σκηνοθέτις δεν χάνει την ευκαιρία να ευλογεί κάθε λίγο και λιγάκι τον εαυτό της, τοποθετώντας, μάλιστα, πλάνα από δικές της ταινίες, γιατί ο Μπέργκμαν, όπως μας πληροφορεί, επέλεξε την ταινία της «Μαριάν και Τζουλιάν» στις ένδεκα καλύτερες του.

Επίσης, ενώ η Γερμανίδα Τρότα μας συστήνεται μια χαρά εξ΄ αρχής για το ποια είναι και το τι κάνει, καθ΄ όλη την διάρκεια του ντοκιμαντέρ της δεν αναφέρει πουθενά τα ονόματα των προσκεκλημένων της την στιγμή των συνεντεύξεων, όπως άλλωστε συνηθίζεται, κάτι που ο νέος κινηματογραφόφιλος παρακολουθώντας την «έρευνα» θα πρέπει να κάψει τρίχα ή να ρίξει την τράπουλα για το ποιος, διάολε, είναι αυτός που μιλάει μαζί της.

Πλήρης η αγιοποίησης του Ίγκμαρ Μπέρκμαν, σε ζωή και εργασία, από μια, συγκινητικά αθεράπευτη θαυμάστρια του, όπως αναφέρει η ίδια, που η «Έβδομη Σφραγίδα» (1957) της άλλαξε την ζωή, όταν ήταν φοιτήτρια στο Παρίσι.        

«Μια Αγάπη Ανέφικτη»

(Un Amour Impossible)

 

  • Είδος: Κοινωνικό, ερωτικό
  • Παραγωγή: Γαλλία, Βέλγιο (2018)
  • Σκηνοθεσία: Κατρίν Κορσινί
  • Με τους: Βιρζινί Εφιρά, Νιλς Σνάιντερ, Κοραλί Ρασιέρ
  • Διάρκεια: 135’
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films

Τέλη δεκαετίας 1950. Η Ρασέλ, μια απλή υπάλληλος γραφείου, συναντάει τον Φιλίπ, έναν λαμπρό νέο αριστοκρατικής οικογένειας. Από τον σύντομο, αλλά παθιασμένο τους έρωτα γεννιέται η Σαντάλ. 

Με τον Φιλίπ να αρνείται τον γάμο λόγω διαφοράς κοινωνικής τάξης, η Ρασέλ αναγκάζεται να μεγαλώσει μόνη την κόρη της. Αρχίζει τότε ο μεγάλος αγώνας μιας ερωτευμένης όσο και περήφανης μάνας για την επίσημη αναγνώριση της κόρης της.

Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Κριστίν Ανγκότ, είναι η 10η ταινία της Κατρίν Κορσινί. Η ίδια η σκηνοθέτις αναφέρει: «Γοητεύτηκα από την ηρωίδα, ταυτόχρονα σεμνή αλλά και ισχυρή, αλλά και από το μυστήριο της τύφλωσής της μπροστά σε έναν στρεβλό άνδρα. Aπό την αρχή ήθελα να γυρίσω αυτή την ιστορία από το τέλος μέχρι το … τέλος.

Κατά τη διάρκεια της συγγραφής, τέθηκε το θέμα της περικοπής της ιστορίας, αλλά δεν ήθελα να το κάνω. Ήθελα να αντιμετωπίσω όλες τις δυσκολίες, όπως το  πέρασμα του χρόνου. Η ζωή της Ρασέλ είναι ένας ολόκληρος κόσμος από μόνη της. Ξετυλίγει πολλές κοινωνικές και πολιτικές πλευρές των εποχών που διασχίζει. Γι ‘αυτό, το να γυρίσω αυτή την ταινία ήταν μια πρόκληση που βρήκα τρομερά συναρπαστική. Και επιπλέον, η παιδική μου ηλικία, σε ορισμένες πτυχές, μοιάζει πολύ με αυτήν της Κριστίν Ανγκότ, που έγραψε το βιβλίο.

Μεγάλωσα κι εγώ δίπλα σε γυναίκες στις αρχές της δεκαετίας του ’60, σε ένα συγκρατημένο περιβάλλον. Σε μια εποχή που η κοινωνία δεν αποδεχόταν εύκολα τις γυναίκες που δεν παντρεύονταν. Θυμάμαι γυναίκες, που προσδοκούσαν την μεγάλη αγάπη, γυναίκες που πέρασαν τη ζωή τους περιμένοντας έναν άνδρα που τις κακομεταχειριζόταν. Θυμάμαι γυναίκες διαλυμένες από κακές σχέσεις. Η μητέρα μου, παρ’ όλο που ήταν χήρα, αισθανόταν άβολα μεγαλώνοντας μόνη ένα παιδί. Λόγω του περιβάλλοντος και της εκπαίδευσής τους, αυτές οι γυναίκες ένιωθαν ότι δεν τους επιτρέπεται να ζήσουν ελεύθερα και η γενιά μου ξεκίνησε μέσα από αυτό.»

«John Wick: Κεφάλαιο 3»

(John Wick: Chapter 3 – Parabellum)

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τσαντ Σταχέλσκι
  • Με τους: Κιάνου Ριβς, Έϊζια Κέιτ Ντίλον, Τζερόμ Φλιν, Μαρκ Ντακάσκος, Χέιλι Μπέρι, Ιαν ΜακΣέιν, Αντζέλικα Χιούστον, Λόρενς Φίσμπερν
  • Διάρκεια: 130’
  • Διανομή: Spentzos Film

Όπως ακριβώς ένα κυνηγημένο, γδαρμένο σκυλί, έτσι και ο Τζον Γουίκ (Κιάνου Ριβς – ίδιος και απαράλλακτος με τον γνωστό Κιάνου Ριβς) μαζί με τον πιστό του σκύλο προσπαθεί να γλυτώσει από όλους τους φονιάδες του υποκόσμου γιατί είναι επικηρυγμένος από το διεθνές συνδικάτο του εγκλήματος με συμβόλαιο θανάτου ύψους 14 εκατομμυρίων δολαρίων.

Ο λόγος είναι γιατί σκότωσε στην Ιταλία ένα μεγαλοστέλεχος της σκιώδους οργάνωσης «Αγία Τράπεζα» (John Wick 2) και όλοι έχουν βαλθεί να εισπράξουν την αμοιβή. Σε πρώτη φάση τον διασώζει η Ρωσίδα Νταϊρέκτορ (Αντζέλικα Χιούστον – πάντα πληθωρική και αγαπημένη η Αντζέλικα), στέλνοντας τον στην Καζαμπλάνκα του Μαρόκου για να τον αναλάβει η δολοφόνος Σοφία (Χέιλι Μπέρι – τι κρίμα, που χάνεται αυτή η ηθοποιός) και να τον φέρει σε μια συμφωνία με τον εκπρόσωπο του συνδικάτου, τον Μπεράτα (Τζερόμ Φλιν – έπειτα από το Game of Thrones ως Μπρον, θα βλέπουμε συχνά τον Τζερόμ σε ρόλους «μούτρου» και «μαφιόζου»).

Άκαρπες όλες οι συναντήσεις και το συνδικάτο εξαπολύει στίφη εκτελεστών για να εξολοθρεύσουν την απειλή που ονομάζεται Τζον Γουίκ.

Όπλα παλάσκες, στιλέτα, ματσέτες, πολυβόλα, σπαθιά και η κλωτσοπατινάδα, οι φόνοι και τα μαχαιρώματα σε αυτή την τρίτη κατά σειρά συνέχεια του παλικαριού που ακούει στο όνομα Τζόν Γουίκ, αγγίζουν τα όρια της υπερβολής.

Στα 130 λεπτά ταινίας δίχως σενάριο, ζήτημα είναι οι διάλογοι να συμπληρώνουν συνολικά το δεκάλεπτο, το δε υπόλοιπο είναι ένα βίντεο γκέιμ, άριστα χορογραφημένο γεμάτο πιστολίδι, κυνηγητά, πολεμικές τέχνες (ο πρωταθλητής του Κουνγκ Φου Μαρκ Ντακάσκος δίνει ρεσιτάλ) και τον Ριβς να αφανίζει αντιπάλους σε αριθμό όσο ο πληθυσμός του Βόλου.

Μια ωραία αρχική ιδέα, που μεταμορφώθηκε σε κουραστικό franchise με άψογα εφέ και περίτεχνους φόνους. Βαρέθηκα μέχρι θανάτου…