fbpx

«Κινηματογραφικό επταήμερο Aforias», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Χρόνια διαβάζω και συνάμα παρατηρώ τις διεθνείς και εγχώριες κριτικές κινηματογραφικών ταινιών, ένεκα επαγγέλματος, διακρίνοντας το εξής ιδιαίτερο φαινόμενο από τους διάφορους, νέους συναδέλφους συντάκτες. Όταν ο κριτικός, απλά, δεν γουστάρει μια ταινία ή δεν είναι θεματολογικά το πεδίο που τον ενδιαφέρει, απελευθερώνεται σε κείμενα μεγαλύτερου μεγέθους, απ΄ ότι θα έγραφε για ένα κινηματογραφικό προϊόν που του δημιούργησε αίσθηση. Τα δε αρνητικά σχόλια ξεπερνούν την σφαίρα της κριτικής και με παρρησία το κείμενο βουτάει στον εγκλωβιστικό ζελέ των υποδείξεων, ξεπερνώντας, μάλιστα, τον ίδιο τον σκηνοθέτη και την ταινία του.

Βέβαια, η συγγραφή μιας κριτικής πάνω στην Τέχνη του σινεμά είναι ένα προσωπικό, για τον κάθε ένα συντάκτη, παζλ κατάρτισης, γνώσεων, εμπειρίας και φυσικά μια συναισθηματική, εσωτερική διαδρομή εκφραζόμενη με λέξεις και προτάσεις απέναντι στο θαύμα της κινούμενης εικόνας. Φυσικό είναι, λοιπόν, να υπάρχουν συμπάθειες και αντιπάθειες από τον όποιον γράφοντα προς το σινε-προϊόν, τόσο σε δημιουργούς, όσο και σε ερμηνευτές της μεγάλης οθόνης. Άλλωστε η γόνιμη βάση της κριτικής, εκεί δηλαδή που αναπτύσσεται η μικρή, αναίμακτη αρένα της συναναστροφής του γραφιά με τους αναγνώστες του, είναι η επί της ουσίας αντιπαράθεση θέσεων και απόψεων στο θέμα και τις τεχνικές φιλμαρίσματος, πρωτίστως όμως στη θεματολογία και στις ερμηνείες.

Η γενικότερη γραμμή κατεύθυνσης, όπως και εσείς έχετε αντιληφθεί, στα κινηματογραφικά πράγματα των τελευταίων ετών, είναι η αναθεώρηση των ανθρώπινων αξιών, κάτι που υφέρπει επιτυχώς σε σενάρια της μεγάλης και της μικρής οθόνης, είτε αυτά ανήκουν στην σφαίρα του λεγόμενου καλλιτεχνικού σινεμά, είτε σε φαντασμαγορικές υπερπαραγωγές. Το κριτήριο του θεατή διαμορφώνεται ολοένα προς το χείριστο με όχημα την ψυχαγωγία. Η καθημερινή πολτοποίηση των εικόνων σε όποια συσκευή και μέσο φέρει οθόνη και ηχεία εξορκίζει καθολικά την ηρεμία και την δυνατότητα εμβάθυνσης του όποιου οπτικού προϊόντος. Άπαντα κρίνονται επιδερμικά και ελάχιστες είναι οι ταινίες που ξεφεύγουν από τον κανόνα της γενικότερης στρατηγικής, απλά για να χρησιμοποιηθούν ως άλλοθι, ότι να, υπάρχουν κι αυτές.

Το «κράξιμο» μιας ταινίας, από τους νεώτερους συναδέλφους του χώρου, δεν καθιστά τον κριτικό γνώστη της 7ης Τέχνης, αλλά αντιπρόσωπο της προσωπικής εμπάθειας που διατρέφει στο είδος του κινηματογράφου που καταπιάνεται. Το σινεμά ανέκαθεν ήταν και είναι πολιτική με την ευρύτερη έννοια του όρου. Όρισε κοινωνικές σταθερές, αναθεώρησε αλύγιστες και άκαμπτες δοξασίες, δημιούργησε θύρες εσωτερικής εκτόνωσης, άνοιξε παράθυρα πέρα του συντηρητικού, πέτρινου τείχους των αντιλήψεων, δημιουργώντας νέες φόρμες συμπεριφοράς, μόδα και στυλ σε δισεκατομμύρια θεατές του πλανήτη.

Οι δεκαετίες του 20ου αιώνα αναμετρήθηκαν ρωμαλέα και κατά μέτωπον, άλλοτε κινηματογραφικά, άλλοτε μουσικά ή και σε συνδυασμό των δυο,  με την «δυσκοίλια» κοινωνική νοοτροπία, χρησιμοποιώντας μύριους δούρειους ίππους, ώστε οι φίνες εικόνες, η μεθυστική ατμόσφαιρα, ο ρεαλισμός ή το παραμύθι να εισβάλλουν νικηφόρα ως νέες «γραμμές κατεύθυνσης» στην τελματωμένη συνείδηση του βιομηχανικού, σιδερένιου ανθρώπου, χαρακτηρισμένου και ως «οπισθοδρομικού», «ημιμαθούς» όντος.

Η τεράστια, κατάμαυρη, άγραφη πλάκα (tabula rasa), επιβλητική, σταθερή, τοτεμικά βαλμένη στην μέση του πουθενά θεοποιείται από τα άγρια, τριχωτά δίποδα. Συγκεντρώνονται γύρω της αρχικά με δέος και στην συνέχεια τα ένστικτα βασιλεύουν. Ο σοφός Στάνλεϊ ήταν αγκαλιά με θεούς και δαίμονες όταν φιλμάριζε εξόριστος από την πατρίδα του το 1968 την ταινία «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος», του Άρθουρ Κλαρκ. Οι κριτικοί κινηματογράφου, παγκοσμίως, απόλαυσαν στην πρεμιέρα 161 λεπτά φιλοσοφικού έπους (149 λεπτά ο κανονικός χρόνος της ταινίας) και στην συνέχεια αναμετρήθηκαν με την ημιμάθεια και την ρηχότητα των γνώσεων τους στην προσωπική τους tabula rasa. Ασάφειες, εικασίες, μπουρδολογία και πνευματική στειρότητα πλημμύρισαν, τότε, τα έντυπα.

Τα τέσσερα και τα πέντε αστέρια που δώρισαν, αβλεπεί, στην ταινία του Κιούμπρικ ουδέποτε, μέχρι σήμερα ακόμα, αναλύθηκαν εμπεριστατωμένα στα κείμενα τους. Από ένστικτο και μόνο από ένστικτο κατανοούσαν, ότι έγιναν μάρτυρες κάτι πολύ σπουδαίου που, κινηματογραφικά τουλάχιστον, δεν είχε ξανασυμβεί…. Και ούτε πρόκειται!

«Euforia»

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Ιταλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Βαλέρια Γκολίνο
  • Με τους: Ρικάρντο Σκαμάρτσιο, Βαλέριο Μασταντρέα, Ιζαμπέλα Φεράρι
  • Διάρκεια: 115΄
  • Διανομή: StraDa Films

Στην όμορφη Ιταλία του σήμερα ο Ματέο (Ρικάρντο Σκαμάρτσιο) είναι ο σύγχρονος επιχειρηματίας, που διακρίνεται από τόλμη, δυναμισμό, ευφυΐα, έχει οικονομική άνεση, στο ντιζαϊνάτο σπίτι του μοιράζεται το κρεβάτι του με άνδρες, πού και πού με γυναίκες, παίρνει τις κόκες του, είναι ακραία κοινωνικός και γενικώς καταβροχθίζει βουλιμικά είτε με το κουτάλι, είτε με το πιρούνι τις όποιες προκλήσεις της ζωής. Είναι ενθουσιώδης με άποψη, θέλει να έχει τον έλεγχο, ενώ όλα τα δυσάρεστα γκελάρουν με τον ήχο του εφήμερου και απομακρύνονται από πάνω του.

Ο αδελφός του, Ετόρε (Βαλέριο Μασταντρέα) είναι το ακριβώς αντίθετο. Απόμακρος, συνετός, είναι καθηγητής σε σχολείο, βιώνει ήρεμα την ρουτίνα της καθημερινότητας που τον εξυπηρετεί στη μικρή, επαρχιακή πόλη όπου οι γεννήθηκαν οι δυο τους. Είναι ο άνδρας που συνειδητά επιλέγει να ζει σχεδόν ασκητικά, αθόρυβα στις άκρες και όχι στο κέντρο των πραγμάτων και ενίοτε να σαρκάζει για να κρύψει τις ανασφάλειες του.

Αυτοί οι δύο εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες, αυτά τα δυο, εκ δια μέτρου αντίθετα αδέλφια, έπειτα από αρκετά χρόνια θα έρθουν πάλι κοντά σε μια κρίσιμη στιγμή, όταν ο Ετόρε θα αρρωστήσει σοβαρά, για να ανακαλύψουν, μετά από αρκετά χρόνια απομάκρυνσης, ξανά, ο ένας τον άλλον. Παρά ταύτα, ο φουριόζος Ματέο θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να αποκρύψει την αλήθεια της ασθένειας από τον αδελφό του.  

Η αγαπητή στο κινηματογραφόφιλο κοινό της χώρας μας, η όμορφη, Ελληνοϊταλίδα ηθοποιός Βαλέρια Γκολίνο στέκεται για δεύτερη φορά πίσω από την κάμερα σε ταινία μεγάλου μήκους (Μέλι – 2013) και σκηνοθετεί ξανά κοινωνικό δράμα στο οποίο είναι και συν-σεναριογράφος. Η ιστορία της ταινίας είναι εμπνευσμένη από γεγονότα και καταστάσεις του φιλικού περιβάλλοντος της, που συνέβησαν στην ίδια την σκηνοθέτιδα, όπως μας πληροφορεί.

Το στόρι διατρέχεται από ευάερες οπές και ημιτελείς πινελιές των εσωτερικών διαδικασιών σε αρκετά σημεία, ενώ ο ρυθμός του, όσο ξέγνοιαστος θέλει να δείξει (εξαίσια η φωτογραφία του Γκέργκελι Πόχαρνοκ, που βγάζει το μποέμικο παλαιών, ιταλικών ταινιών) από την πλευρά του χειμαρρώδους Ματέο κόντρα στο δράμα του άρρωστου αδελφού Ετόρε που εκτυλίσσεται, δεν πετυχαίνει την σύζευξη των αισθημάτων για να με κερδίσει.

Η απλοϊκότητα που εκφράζεται με συγκρατημένο μεγαλείο θέλει μαστοριά και το παραμύθι καλό αφηγητή ή μια έμπειρη γιαγιά κοντά στο τζάκι. Επίσης, δεν συμπαθώ ταινίες που ξεκινούν με πρώτο πλάνο το απόλυτο σκοτάδι όταν αυτό, μάλιστα, κρατάει πολύ με μουσικό χαλί το «Et si tu n’ existais pas» του αξέχαστου Τζο Ντασέν. Η καλή ημέρα από το πρωί φαίνεται, έλεγαν οι παλαιοί.

Απλά συμπαθητική η δεύτερη σκηνοθετική δουλειά της Βαλέρια Γκολίνο, παρότι είναι μια ιστορία αδελφών που προσπαθούν να αναζωπυρώσουν την χαμένη τους σχέση, σκηνοθετημένη από γυναίκα που είδε αλλά δεν δόνησε το σωστό νεύρο του ανδρικού ψυχισμού. Το επιβεβαιώνω με παρρησία ως ο τρίτος γιός οικογενειακής αγοροπαρέας.        

«Η Πιο Μεγάλη Απάτη»

(JT Leroy)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Ηνωμένο Βασίλειο, Καναδάς, ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τζάστιν Κέλι
  • Με τους: Κρίστεν Στιούαρτ, Λόρα Ντερν, Κέλβιν Χάρισον Τζούνιορ, Κόρτνεϊ Λοβ, Νταϊάν Κρούγκερ, Τζιμ Στάρτζες
  • Διάρκεια: 108’
  • Διανομή: Tanweer

Ταινία βασισμένη στα απομνημονεύματα της Σαβάνα Κνουπ (Girl Boy Girl: How I Became JT Leroy), η ιστορία στρέφει το βλέμμα στα παρασκήνια και αφηγείται τα πραγματικά περιστατικά πίσω από ένα από τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά σκάνδαλα της σύγχρονης ιστορίας.

Η Λόρα Άλμπερτ (Λόρα Ντερν) γράφει υποδυόμενη το avatar της, έναν νεαρό ομοφυλόφιλο άντρα που ζει στο περιθώριο με το όνομα JT LeRoy. Όταν το λογοτεχνικό της ντεμπούτο γίνει μπεστ σέλερ και ο JT LeRoy καταλήξει ο αγαπημένος του λογοτεχνικού κόσμου, σκέφτεται μία αλλόκοτη λύση για να διατηρήσει την ανωνυμία της, δίνοντας ζωή στο ψευδώνυμο της.

Πρόκειται για την ανδρόγυνη αδελφή του φίλου της, τη Σαβάνα Κνουπ (Κρίστεν Στιούαρτ), που συνδέεται με τη φεμινιστική και περιθωριακή πλευρά της Λόρα. Οι δυο τους ζουν πια διπλές ζωές, μπαίνουν δυναμικά στη λογοτεχνική και κινηματογραφική ελίτ και ανακαλύπτουν τον πραγματικό τους εαυτό, ενώ υποδύονται.

Η σκηνοθέτις Τζάστιν Κέλι αναφέρει στο σημείωμα της: «Διάβασα το μυθιστόρημα του JT LeRoy, με τίτλο «Sarah», όταν κυκλοφόρησε το 2000. Μου άρεσε η γραφή του και ο χαρακτήρας μου τράβηξε το ενδιαφέρον, ένα ανδρογύναικο παιδί θαύμα, με αέρα μυστηρίου και ίντριγκας τύπου Άντι Γουόρχολ.

Ζούσα στο Σαν Φρανσίσκο όταν όλοι μιλούσαν για αυτό το φαινόμενο, οπότε όταν το 2006 μαθεύτηκε ότι ο JT είναι ένας επινοημένος χαρακτήρας που πήρε σάρκα και οστά από δύο γυναίκες, σοκαρίστηκα, μπερδεύτηκα και καθηλώθηκα… Πώς το κατάφεραν; Και γιατί;

Μου αρέσουν οι ιστορίες για ανθρώπους των οποίων η επιθυμία να ανατρέψουν την ταυτότητα τους εκδηλώνεται με τρόπους που δεν μπορούμε να φανταστούμε. Το έργο μου ασχολείται με τα άκρα στο οποία φτάνουν οι χαρακτήρες για να γίνουν κάποιοι άλλοι, οπότε όταν διάβασα τα απομνημονεύματα της Σαβάνα Κνουπ με τον τίτλο Girl Boy Girl: How I Became JT LeRoy, με συνεπήρε η ιστορία του πώς βρίσκει κανείς τον εαυτό του μιμούμενος κάποιον άλλον.

Στην πραγματικότητα, ενώ έγραφα το σενάριο σκεφτόμουν την Πίνκι (Σίσι Σπέισεκ) στις 3 Γυναίκες του Ρόμπερτ Άλτμαν, έναν χαρακτήρα ανίκανο να ωριμάσει μέχρι να βιώσει την εμπειρία του να είναι κάποια άλλη.

Το σώμα του JT, η Σαβάνα Κνουπ (Κρίστεν Στιούαρτ) και η συγγραφέας των βιβλίων του, η Λόρα Άλμπερτ (Λόρα Ντερν), θεωρήθηκαν αμέσως «δύο γυναίκες που ήθελαν φήμη και χρήματα», ενώ η ιστορία τους ήταν πιο περίπλοκη και αλλόκοτη. Προσπαθώ να αφηγούμαι ιστορίες για αμφιλεγόμενους χαρακτήρες χωρίς να ασκώ κριτική και πιστεύω ότι ακόμα και αυτοί που ένιωσαν προδομένοι θα βγουν από την αίθουσα κατανοώντας πώς μία στιγμή κατέληξε σε χρόνια διπλής ζωής.

Παρόλο που έχουν συμπληρωθεί 18 χρόνια από την έκδοση του βιβλίου και 12 χρόνια από τότε που οι θαυμαστές έμαθαν ότι «αυτός είναι αυτή», όπως έγραψαν οι New York Times, η ιστορία είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Μιλάει για τη δύναμη της πίστης, τη ρευστότητα του εαυτού και την επιθυμία να ανήκουμε κάπου.

«Το Μυστήριο του Κύριου Πικ»

(Le Mystère Henri Pick)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Γαλλία, Ρωσία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Ρεμί Μπεζανσόν
  • Με τους: Φαμπρίς Λουκινί, Καμίλ Κοτέν, Αλίς Αϊσάζ, Χάνα Σιγκούλα
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Σε μία περίεργη βιβλιοθήκη στην καρδιά της Βρετάνης, την «Βιβλιοθήκη των Απορριφθέντων Βιβλίων», μία νεαρή εκδότρια ανακαλύπτει ένα εκπληκτικό χειρόγραφο που αποφασίζει αμέσως να εκδώσει.

Το μυθιστόρημα γίνεται μπεστ-σέλερ, αλλά ο συγγραφέας του, ο Ανρί Πικ, ένας ιδιοκτήτης πιτσαρίας, που πέθανε πριν από δύο χρόνια, δεν θα μπορούσε να είχε γράψει τίποτε άλλο πέρα από τη λίστα με τα ψώνια, σύμφωνα με τη χήρα του.

Ένας κριτικός λογοτεχνίας, πεπεισμένος ότι πρόκειται για απάτη, αποφασίζει να ερευνήσει την υπόθεση, με την απρόσμενη βοήθεια της κόρης του αινιγματικού Ανρί Πικ.

O Γάλλος σκηνοθέτης Ρεμί Μπεζανσόν (Το Μεγάλο Ταξίδι της Ζαράφα) μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το ομότιτλο μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα Νταβίντ Φενκινός. 

Επιστρατεύοντας δυο αγαπημένους ηθοποιούς του γαλλικού κινηματογράφου (Φαμπρίς Λουκινί, Καμίγ Κοτέν) μας ταξιδεύει όχι μόνο στους κύκλους της γαλλικής λογοτεχνίας, αλλά και στην απαράμιλλης ομορφιάς γαλλική επαρχία.

Η ταινία πρωτοπαρουσιάστηκε στο ελληνικό κοινό στο πλαίσιο του 20ού Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, παρουσία του σκηνοθέτη και του συγγραφέα του βιβλίου.

«Όλο Γελούσε»

 

  • Είδος: Ντοκιμαντέρ
  • Παραγωγή: Ελλάς (2018)
  • Σκηνοθεσία: Θόδωρος Μαραγκός
  • Διάρκεια: 60’
  • Διανομή: Trianon Filmcenter
  • Το ντοκιμαντέρ «Όλο Γελούσε» προβάλλεται μαζί με το μικρού μήκους animation: «Το Όραμα του Θοδωράκη», επίσης του Θόδωρου Μαραγκού.

Το ντοκιμαντέρ «Όλο γελούσε» καταγράφει το πέρασμα ενός καλλιτέχνη μέσα από πολύ δύσκολες συνθήκες της ζωή του κι από όλες τις κωμικοτραγικές καταστάσεις της εποχής του. Έξι χρόνια στα συσσίτια, 6 χρόνια στη βιοπάλη, 6 χρόνια στις βαριές δουλειές, 6 χρόνια στις πιο βαριές δουλειές και τα υπόλοιπα 50 χρόνια έκανε τον κόσμο και να γελάει, αλλά και να αισθάνεται περήφανος γι’ αυτόν, γιατί ποτέ δεν μάσησε τα λόγια του.

Ο πρόωρα χαμένος ηθοποιός Κώστας Τσάκωνας ήταν ένας εκ των πρωταγωνιστών της ταινίας «Μάθε παιδί μου γράμματα» που γύρισε το 1981 ο σκηνοθέτης Θόδωρος Μαραγκός. Η σχέση των δύο ανδρών είχε αρχίσει πολλά χρόνια πριν – με τον Τσάκωνα να παίζει στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Μαραγκού, το «Λάβετε Θέσεις», μια ταινία του 1973 που απέσπασε μια σειρά βραβείων και διακρίσεων στο 14ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (Καλύτερης Καλλιτεχνικής Ταινίας, Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη, Φωτογραφίας αλλά και Τιμητική Διάκριση). Ο Τσάκωνας, όμως, συνέχισε δίπλα στον Μαραγκό και στις δύο ταινίες που γύρισε ο σκηνοθέτης στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 με πρωταγωνιστή τον Θανάση Βέγγο («Από πού πάνε για τη χαβούζα», 1978 & «Θανάση σφίξε κι άλλο το ζωνάρι», 1980).

Ο Κώστας Τσάκωνας έφυγε από τη ζωή το 2015. Τρία χρόνια αργότερα, τον Οκτώβρη του 2018, ο Θόδωρος Μαραγκός ολοκληρώνει την ταινία-αφιέρωμα στον παλιό καλό συνεργάτη του με τον τίτλο «Όλο γελούσε».

Το «Όλο γελούσε» συμμετείχε το Νοέμβριο του 2018 στο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Χαλκίδας όπου απέσπασε το πρώτο βραβείο γέλιου του κοινού και το δεύτερο βραβείο της κριτικής επιτροπής.