fbpx

banner αεροδρομίου

«Κατρίν Ντενέβ, Κάθι Μπέιτς, Γουιλ Σμιθ, Ζιλιέτ Μπινός και Ρόμπερτ Ντάουνινγκ Τζ. σε πρώτο πλάνο», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 21

Οι ψευδαισθήσεις των μικρών εξουσιών μορφοποιήθηκαν περίτεχνα στα μέτρα και τα σταθμά της ανηθικότητας για να παραδοθούν στο ανθρώπινο ον ώστε να λειτουργήσει όχι, φυσικά, δημιουργώντας καλύτερες συνθήκες και προϋποθέσεις στον σύγχρονο βίο, αλλά για να αυτοκαταστραφεί ολοσχερώς. Μια διαδικασία που μοιάζει ακριβώς με την μυστική ανάθεση έργου επιχειρησιακού χαρακτήρα, όπως συμβαίνει στις ταινίες των «Επικίνδυνων Αποστολών». Εκφωνείται η εντολή στο ηχογραφημένο μήνυμα από την αθέατη μυστική υπηρεσία, με όλες τις απαραίτητες προδιαγραφές στην παραμικρή τους λεπτομέρεια και αφού ακουστεί στο τέλος της ηχογράφησης η σημαντική προειδοποίηση: «ότι σε περίπτωση αποτυχίας η κυβέρνηση δεν φέρει ουδεμία ευθύνη», τότε το μήνυμα αυτοκαταστρέφεται σε τρία δευτερόλεπτα για να μην υπάρχουν στοιχεία. Εμείς είμαστε το μήνυμα που αυτοκαταστρέφεται αλλά και η ίδια η αποστολή.

Το κορυφαίο προτέρημα του ανθρώπου «βλάκα», είναι ότι ουδέποτε θα συνειδητοποιήσει, ότι είναι βλάκας. Ήτοι: θα συνεχίσει να είναι βλάκας άνευ ίασης έως της αποχώρησης του από τα γήινα. Ο στοχαστής και δημοσιογράφος Ευάγγελος Λεμπέσης, ένα πραγματικά αυθεντικό, ανήσυχο πνεύμα της εποχής του, που είναι σε ελάχιστους γνωστός, έγραψε το 1941, μια δύσκολη περίοδος για την ανθρωπότητα, το περίφημο και ασυναγώνιστο δοκίμιο-βιβλίο με τον τίτλο: «Η Τεράστια Κοινωνική Σημασία των Βλακών στο Σύγχρονο Κοινωνικό Βίο», αφιερωμένο, μάλιστα, από τον συγγραφέα: «εις τους δυναστευομένους από τους βλάκες, δηλαδή στους ευφυείς!». Το δοκίμιο προλογίζει ο Κώστας Βάρναλης και όπως αφηγείται ο ποιητής: «βρήκα τον μπελά μου από γνωστούς και «φίλους», όταν ήρθαν και μου ζήτησαν τον λόγο για το σημείωμα μου. Σαν να έφταιγα εγώ. Ενώ ο φταίχτης είναι άλλος: εκείνος που μελέτησε τους βλάκες και όχι εγώ που σχολίασα την μελέτη του».

Για να καταλάβετε τι ακριβώς συμβαίνει στην διαχρονική αξία του βλάκα αξίζει να ασχοληθείτε με το δυνατό βιβλίο του Ευάγγελου Λεμπέση, το οποίο γράφτηκε στα χρόνια της κατοχής του δεύτερου μεγάλου πολέμου. Όπως προαναφέραμε, ακόμα και οι «βλάκες» που θα το διαβάσουν θα συμφωνήσουν μαζί του, γιατί απλά δεν θα καταλάβουν πως ο συγγραφέας αναφέρεται σε αυτούς αλλά σε κάποιους άλλους, καθότι το εγωιτικό, στεγανοποιημένο σύμπαν του βλάκα δεν επιτρέπει την «αποκάλυψη» του και σθεναρά προστατεύει την αήττητη ιδιότητα του.

Το βιβλίο είναι γραμμένο στην απλή καθαρεύουσα της εποχής όταν ο πατέρας μου, που δεν βρίσκεται σήμερα στον κόσμο των ανθρώπων, στα εικοστά γενέθλια της ζωής μου το πρόσφερε ως δώρο σε μένα με την εξής αφιέρωση: «Εάν τους κατανοήσεις καλά, προσπάθησε να μην τους πολεμήσεις, είναι απέθαντοι! Το «έχεις απόλυτο δίκιο!» είναι το δραστικό, αντίδοτο στην εξουσία τους».

Το βιβλίο, δυστυχώς, κάπου το δάνεισα και ως συνήθως συμβαίνει δεν επέστρεψε ποτέ στα χέρια μου. Ξαφνικά, πριν δυο χρόνια η φίλη και συνάδελφος Τίνα, επίσης, ως δώρο σε κάποιες γιορτές, το πρόσφερε με την καρδιά της στον γράφοντα. Οι εκδόσεις «Περίπλους» του εξαιρετικού Διονύση Βίτσου επανέκδωσε το δοκίμιο – «ευαγγέλιο», περιλαμβάνοντας το αυθεντικό, καθαρευουσιάνικο κείμενο του Λεμπέση, μαζί με το σημείωμα του ποιητή Κώστα Βάρναλη και το τι έγραψε ο Τύπος της εποχής εκείνης. Όλα τα παραπάνω στην έκδοση είναι προσαρμοσμένα και στην νεοελληνική, καθομιλουμένη γλώσσα.

Ο λόγος, όμως που ασχολήθηκα σε αυτές τις σειρές με την «ευγενική» κάστα των βλακών και αναφέρθηκα στο βιβλίο του Λεμπέση, που, πραγματικά, μοιάζει με σενάριο κινηματογραφικής ταινίας, είναι απλός και έχει να κάνει με μια αναίμακτη σύγκρουση πεποιθήσεων εντός του περιβάλλοντος της ψευδαίσθησης των μικρών εξουσιών που κατέχουμε ως άνθρωποι, δηλαδή, στα μέσα της κοινωνικής διαδικτύωσης. Ξέρετε, αυτά τα εργαλεία του απομονωτισμού, της αυτοπροβολής, της φιλαυτίας και της σφοδρής κριτικής, άνευ αιδούς και ηθικής, που «δώρισαν» σε εμάς απλόχερα για να εκτονωνόμαστε. Εκεί λοιπόν, στα ματωμένα πεδία των μαχών, που οι εμμονές και οι πεποιθήσεις αλέθονται εγωιστικά στους μύλους της ανελευθερίας προέκυψε μεταξύ «φίλων» μια αντιπαράθεση, που κάλλιστα θα μπορούσε να λήξει σε χρόνο dt, όπως λένε, με συνοπτικές, ανθρώπινες διαδικασίες. Αντιθέτως, όπως αναφέρει και ο μαχητικός Λεμπέσης στο βιβλίο του: «η ανηθικότης είναι βασικόν προνόμιο των βλακών», υπέστη το μαρτύριο της σφοδρής επίθεσης εγωισμού, μετά χριστιανικών, βεβαίως βεβαίως παρεμβάσεων, περί της ελεύθερης έκφρασης, της κριτικής και άλλων τινών.

Αν και είναι ίδιες στο σύνολο τους τέτοιου είδους εμπειρίες, σημειώνεται και αυτή ως εξαιρετική, στην οποία, πιστέψτε με δεν αμύνθηκα διόλου, οπότε η διαδικτυακή «φιλία» με τους εν λόγω εμπλεκόμενους παραμένει αλώβητη και ακλόνητη. Εάν ο Ευάγγελος Λεμπέσης ζούσε σήμερα και περιδιάβαινε τα ηλεκτρονικά σύμπαντα της ανθρώπινης αυτοπροβολής για ένα τρίμηνο, είμαι σίγουρος πως στο βιβλίο του δεν θα άλλαζε ούτε ένα σημείο στίξης.

Αχ πατέρα, αυτό το σοφό σου και αλεξίσφαιρο: «έχεις απόλυτο δίκιο!», πόσες φορές με έχει διασώσει.

Αξιολόγηση Ταινιών

 

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

 

«Η Μπαλάντα του Ρίτσαρντ Τζούελ»  

«Richard Jewell»         

 

 

  • Είδος: Βιογραφικό δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Κλιντ Ίστγουντ
  • Με τους:, Πολ Γουόλτερ Χάουζερ, Κάθι Μπέιτς, Σαμ Ρόκγουελ, Τζον Χαμ, Ολίβια Γουάιλντ
  • Διάρκεια: 131΄
  • Διανομή: Tanweer

Ο σεκιουριτάς Ρίτσαρντ Τζούελ (Πολ Γουόλτερ Χάουζερ – πολύ καλός) εργάζεται για λογαριασμό της AT&T και διαμένει μαζί με την μητέρα του Μπόμπι (Κάθι Μπέιτς – καταπληκτική). Στην βραδινή βάρδια στο Ολυμπιακό πάρκο Centennial, κατά την διάρκεια των Ολυμπιακών αγώνων της Ατλάντα το 1996, ανακαλύπτει μια βόμβα και αμέσως κινητοποιεί τις αρχές, απομακρύνοντας τους ανθρώπους από τον χώρο. Ο χρόνος όμως είναι ελάχιστος για να απενεργοποιηθεί ο εκρηκτικός μηχανισμός και η βόμβα εκρήγνυται. Σκοτώνεται μια γυναίκα, τραυματίζονται περίπου εκατό, αλλά σώζονται χιλιάδες άνθρωποι που εκείνη την στιγμή παρακολουθούσαν μια συναυλία.

Ο Τζούελ χαιρετίστηκε ως ο εθνικός ήρωας, αλλά στην συνέχεια, ψάχνοντας το FBI το «πρόσωπο ενδιαφέροντος» (person of interest) της επίθεσης οι έρευνες επικεντρώνονται στο παρελθόν του Αμερικανού σεκιουριτά. Τα Μ.Μ.Ε., στήνουν αδέκαστα στον τοίχο τον Τζούελ, διαλύουν την προσωπική και επαγγελματική του ζωή, δίχως όμως να απαγγελθούν κατηγορίες εις βάρος του. Μαζί με τον δικηγόρο του, τον Γουότσον Μπράιντ (Σαμ Ρόκγουελ- υπέροχος), προσπαθεί να αποδείξει την αθωότητα του. Τελικά, ο πραγματικός ένοχος βομβιστής βρέθηκε, αλλά η ζωή τού Τζούελ έχει διαλυθεί εντελώς.

Στην σκηνοθεσία βρίσκεται ο ακλόνητος Κλιντ Ίστγουντ, που τον Μάιο του 2020 αισίως θα κλείσει τα 90 χρόνια ζωής. Βλέπεις την φρεσκάδα της παραγωγής και αναρωτιέσαι: εάν είναι δυνατόν ένας «υπερήλικας» να κινηματογραφεί με αυτό τον τρόπο, αναπτύσσοντας το θέμα στην σωστή του βάση.

Ο Κλιντ, που δεν μας έχει συνηθίσει στις σκηνοθετικές φιοριτούρες, αλλά λειτουργεί επί της ουσίας, είτε πρόκειται για μια ηρωική, αμερικάνικη φιγούρα, είτε για ταινίες δράσης, χρησιμοποιεί την εντελώς επίπεδη καταγραφή των γεγονότων, δίνοντας έμφαση και δυναμική στους χαρακτήρες που πρωταγωνιστούν στην εκάστοτε επιλογή του. Και εδώ είναι η πραγματική ιστορία του Ρίτσαρντ Τζούελ, ενός καλόκαρδου ανθρώπου του καθήκοντος, που πιστεύει με όλα τα σπλάχνα του στην ιδέα που ονομάζεται: «Αμερική» και το πως οι δημοσιογράφοι τον καταστρέφουν ολοσχερώς. Τα media και οι απρόσεχτες έρευνες των Αρχών είναι στο αντικειμενικό στόχαστρο του Ίστγουντ, δικαιώνοντας κινηματογραφικά, για ακόμα μια φορά, το «θύμα» ήρωα, που δυστυχώς έγινε βορά στα σαγόνια των αρπακτικών χάρη της θεαματικότητας.  

Ο Κλιντ προσφέρει απλόχερα στον ηθοποιό Πολ Γουόλτερ Χάουζερ, τον οποίο έχουμε δει σε μικρούς ρόλους αρκετών ταινιών, την δυνατότητα να ηγηθεί της ταινίας και ο Χάουζερ τα πάει περίφημα. Υπ΄ όψιν μοιάζει διαολεμένα με τον πραγματικό Ρίτσαρντ Τζούελ. Ο σκηνοθέτης στηρίζει ακλόνητα τον χαρακτήρα του ήρωα, τοποθετώντας δυο ακόμα έμπειρους οσκαροβραβευμένους ηθοποιούς σε ρόλους κλειδιά: τον Σαμ Ρόκγουελ (Οι Τρεις Πινακίδες Έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι), ο οποίος Σαμ είναι απόλαυση στον ρόλο του sui generis δικηγόρου του Τζούελ, αλλά και την Κάθι Μπέιτς (Misery), στον ρόλο της μητέρας του σεκιουριτά, η οποία, μάλιστα, για την ερμηνεία της, δικαίως «τσίμπησε» την υποψηφιότητα για το Όσκαρ στην κατηγορία του Β΄ Γυναικείου ρόλου.

Το καλογραμμένο σενάριο του Μπίλι Ρέι («Αγώνες Πείνας», «Η Κατάσταση των Πραγμάτων») βασίζεται στο άρθρο της Μαρί Μπρένερ για το Vanity Fair με τον τίτλο: «American Nightmare—The Ballad of Richard Jewell». Στο δε σφιχτό μοντάζ του Τζόελ Κοξ (Ασυγχώρητοι) κυλάει μοναδικά η μουσική του εξαιρετικού Κουβανού τζαζίστα και μετρ της τρομπέτας, Αρτούρο Σαντοβάλ.

Επίσημα πια ο τετράκις βραβευμένος με Όσκαρ Κλιντ Ίστγουντ είναι ο βιογράφος των αφανών μεγάλων ή μικρών ηρώων της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας εν καιρώ πολέμου ή ειρήνης, αδικημένων ή μη, όλων αυτών που δεν διαθέτουν ανδριάντες και μνημεία, αλλά τον κινηματογραφικό φακό του γεροντόβραχου Ίστγουντ.

«Η Αλήθεια»

(La Vérité)   

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Γαλλία, Ιαπωνία (2019)
  • Σκηνοθεσία : Χιροκάζου Κόρεεντα
  • Με τους: Κατρίν Ντενέβ, Ζιλιέτ Μπινός, Ιθαν Χοκ
  • Διάρκεια: 106’
  • Διανομή: Seven Films

Η Φαμπιάν Ντανσβίλ (Κατρίν Ντενέβ – μοναδική) είναι μια σταρ του γαλλικού σινεμά, που βρίσκεται στην δύση της καριέρας της. Περιβάλλεται από ανθρώπους που την αγαπούν και τη θαυμάζουν. Όταν εκδίδει τα απομνημονεύματα της, η κόρη της και σεναριογράφος, η Λουμίρ (Ζιλιέτ Μπινός – καλή) έρχεται στο Παρίσι από τη Νέα Υόρκη με τον ηθοποιό άνδρα της Χανκ (Ίθαν Χοκ) και το παιδί τους.

Η επανένωση μητέρας και κόρης θα φέρει στο φως αλήθειες, που θα αναγκάσει τις δυο γυναίκες να κλείσουν παλιούς λογαριασμούς και να εκδηλώσουν τα συναισθήματα που τις κατακλύζουν.

Ο παραγωγικότατος και βραβευμένος Ιάπωνας Χιροκάζου Κόρεεντα, ακριβώς μετά τον Χρυσό Φοίνικα του 2018 για τους εκπληκτικούς «Κλέφτες Καταστημάτων», εγκαταλείπει την χώρα του Ανατέλλοντος Ήλιου και ταξιδεύει στην πολυπράγμονα Φραγκία, δίχως να γνωρίζει γρι γαλλικά, για να στήσει απέναντι από τον φακό του δυο μεγάλα γυναικεία ονόματα: έναν μύθο του γαλλικού σινεμά που ακούει στο όνομα Κατρίν Ντενέβ και μια νεώτερη κυρία, την αγαπητή Ζυλιέτ Μπινός.

Η ταινία δεν είναι remake της ομότιτλης γαλλικής «La Vérité» (1960) του Ανρί-Ζορζ Κλουζό με Μπριζίτ Μπαρντό. Ο Ασιάτης κινηματογραφιστής σε δικό του σενάριο, αφηγείται την ολοκαινούργια, κοινωνική του ιστορία τοποθετώντας ξανά την σημασία της οικογένειας στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του. Αυτή την φορά τον πρωταγωνιστικό ρόλο κρατάει η αιώνια «κόντρα» των θηλυκών: της μητέρας και της κόρης τονισμένη με άρωμα χαρμολύπης, αλλά και θεατρικής ατμόσφαιρας.

Σε αυτή την ταινία του Κόρεεντα ο πήχης είναι αρκετά χαμηλότερος από το προηγούμενο αριστούργημα του, καθώς απουσιάζει αισθητά η παραμυθένια αίσθηση και το παιχνίδι των συναισθηματικών εκπλήξεων. Στρωτό φιλμ με μια απολαυστική Κατρίν Ντενέβ στον ρόλο της μεγάλης σταρ (που είναι άλλωστε) σαν να παίζει τον εαυτό της και μια Μπινός που απλά ακολουθεί το χειμαρρώδες ποτάμι της Ντενέβ.

Ο Ιάπωνας σκηνοθέτης βολεύει υπέροχα την μεγάλη, Γαλλίδα ηθοποιό στα πλάνα του, προσφέροντας καλοφτιαγμένες γεύσεις της nouvelle vague εποχής, όπως την Ντενέβ να περπατάει φορώντας το λεοπάρντ παλτό στο δρόμο με την δενδροστοιχία ή τις κλασσικές, απόμακρες στιγμές της με το βλέμμα της ριγμένο στο κενό και το κάποτε όμορφο, κέρινο πρόσωπο της περικυκλωμένο στο φως. Άλλωστε η Ντενέβ, πια, δεν παίζει σινεμά, είναι η ίδια σινεμά. Και μάλλον αυτό επιθυμούσε διακαώς ο 58χρονος Χιροκάζου Κόρεεντα: να φτιάξει μια ταινία, τιμώντας την πατρίδα του σινεμά που αγάπησε με μια σταρ εκείνου του σινεμά. Καλή παραγωγή να ρέει ευχάριστα η πλοκή, που όμορφα ζυγισμένα συνδυάζει τις κωμικές στιγμές με την ήπια, κινηματογραφική δραματουργία. Ο δε Ίθαν Χοκ είναι μια φιγούρα σε μορφή γαρνιτούρας, που απλά κινείται αέρινα στο set.

«Ντούλιτλ»

(Angel Has Fallen)                                

 

 

  • Είδος: Περιπέτεια ιστορικής περιόδου (η ταινία προβάλλεται και στα ελληνικά)
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2020)
  • Σκηνοθεσία: Στίβεν Γκέιγκαν
  • Με τους: Ρόμπερτ Ντάουνι Τζιούνορ, Αντόνιο Μπαντέρας, Χάρι Κολέτ, Μάικλ Σιν, Τζιμ Μπρόουντμεντ και οι φωνές των: Έμα Τόμπσον, Ρέμι Μάλεκ, Ρέιφ Φάινς, Οκτάβια Σπένσερ, Τζον Σένα, Τομ Χόλαντ, Σιλένα Γκομέζ, Μαριόν Κοτιγιάρ
  • Διάρκεια: 106’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Επτά χρόνια μετά την απώλεια της συζύγου του, ο εκκεντρικός Δόκτωρ Ντούλιτλ (Ντάουνι Τζούνιορ), ξακουστός γιατρός και κτηνίατρος της Βασίλισσας Βικτώρια, που συνεννοείται άψογα με τα ζώα, έχει απομονωθεί στην κατοικία του έχοντας μοναδική συντροφιά τα εξωτικά του ζώα. Όταν όμως η νεαρή βασίλισσα (Τζέσι Μπάκλεϊ) αρρωσταίνει σοβαρά, ο αυτοεξόριστος Ντούλιτλ αναγκάζεται να αναχωρήσει για μια επικών διαστάσεων περιπέτεια ώστε να αναζητήσει το αντίδοτο σε ένα μυθικό νησί. Θα πρέπει να επανακτήσει λοιπόν τις ικανότητες και το κουράγιο του, καθώς θα αναζητήσει παλιούς αντιπάλους του και θα ανακαλύψει θαυμαστά πλάσματα.

Την αναζήτηση του Ντούλιτλ θα συνοδεύει ένας νεαρός, αυτόκλητος μαθητευόμενος (Χάρι Κολέτ) και μια τρελή κομπανία ζώων, η οποία περιλαμβάνει έναν ανήσυχο γορίλα (Ράμι Μάλεκ), μια ενθουσιώδη αλλά ανόητη πάπια (Οκτάβια Σπένσερ), μια κυνική στρουθοκάμηλο, μια αισιόδοξη πολική αρκούδα και έναν ισχυρογνώμονα, πολυνησιακό παπαγάλο (Έμα Τόμπσον), ο οποίος μάλιστα εκτελεί χρέη εμπιστευτικού συμβούλου.

Η πρώτη ταινία του Ρόμπερτ Ντάουνι Τζιούνορ μετά την Iron Man εποχή και ο διάσημος ηθοποιός, δίχως την σιδερόφρακτη στολή του ιπτάμενου Εκδικητή συμμετέχει στο αγαπημένο παραμύθι της παγκόσμιας λογοτεχνίας του Χιού Τζον Λόφτινγκ (14 Ιανουαρίου 1886 – 26 Σεπτεμβρίου 1947) για μικρούς και μεγάλους αναγνώστες και κινηματογραφόφιλους. Είναι η τρίτη φορά που ο Δρ Ντουλίτλ περνά στην μεγάλη οθόνη. Η πρώτη είναι το 1967 σε σκηνοθεσία του Ρίτσαρντ Φλάισερ με τον Ρεξ Χάρισον, η δεύτερη το 1998 σε σκηνοθεσία της Μπέτι Τόμας με τον Έντι Μέρφι, όπου ο εκκεντρικός γιατρός τοποθετείται στην σύγχρονη εποχή και η τελευταία είναι αυτή η εκδοχή του πολύ καλού σεναριογράφου και σκηνοθέτη Στίβεν Γκέιγκαν («Gold», «Syriana»).

Πλούσια παραγωγή, άριστα δομημένη με ένα full cast σε συμμετοχές και εξαίσια κατασκευή των εφέ με τις CGI φιγούρες των ζώων δίπλα σε live action ερμηνείες. Ο Ρόμπερτ Ντάουνι Τζιούνορ κρατάει καλά τον ρόλο του Ντουλίτλ και οι πάσης ηλικίας θεατές θα απολαύσουν θέαμα, περιπέτεια και δράση σε ένα όμορφο και διαχρονικό παραμύθι.

Αξίζει να γράψουμε, πως τα φανταστικά ταξίδια του Δρ. Ντουλίτλ πρωτογράφτηκαν από τον Χιού Τζον Λόφτινγκ στα χαρακώματα του πρώτου μεγάλου πολέμου ως γράμματα προς τα τέκνα του Άγγλου συγγραφέα. Ο Λόφτινγκ δεν ήθελε να γράψει για την βιαιότητα του πολέμου και σκαρφίστηκε τον παράξενο γιατρό που διαθέτει την ικανότητα να συνομιλεί με τα ζώα. Οι ιστορίες από τα γράμματα προς τα τέκνα του, μετά την λήξη του πολέμου, έγιναν τα θεμέλια για να δημιουργηθούν οι γνωστές περιπέτειες του Ντουλίτλ. 

«Bad Boys for Life»

 

 

  • Είδος: Δράση, αστυνομική περιπέτεια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2020)
  • Σκηνοθεσία: των Αντίλ Ελ Αρμπί και Μπιλάλ Φαλάχ
  • Με τους: Γουίλ Σμιθ, Μάρτιν Λόρενς, Βανέσα Χάτζενς
  • Διάρκεια: 123’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Ο ντετέκτιβ Μάρκους (Μάρτιν Λόρενς) αρχίζει να αποσύρεται από την ενεργό δράση και να αφιερώνει περισσότερο χρόνο στην οικογένεια του, ενώ απόκτησε και εγγόνι. Αντιθέτως, ο ντεντέκτιβ Μάικ (Γουίλ Σμιθ) θέλει να παραμείνει στο Σώμα και να κυνηγάει τους κακούς. Οι δυο φίλοι και συνάδελφοι ετοιμάζονται να αποχωριστούν, όταν η Ίζαμπελ, η χήρα ενός Μεξικανού ναρκέμπρορα, γνωστή και ως «μάγισσα» μαζί με τον γιό της αρχίζουν να εξολοθρεύουν όλους όσους ευθύνονται για τον θάνατο του βαρόνου της κόκας. Ένας από αυτούς είναι και ο Μάικ.

Η θανάσιμη απειλή στη ζωή του Μάικ προβληματίζει τον Μάρκους που πρέπει να βοηθήσει τον φίλο του, αφού άλλωστε είναι κι αυτός οικογένεια. 

Είναι το τρίτο «τεύχος» της επιτυχημένης κινηματογραφικής σειράς δράσης που πριν 25 χρόνια το πρώτο επεισόδιο τίναξε την μπάνκα στον αέρα και καθιέρωσε τον Γουίλ Σμιθ σε αστέρα πρώτης γραμμής, αλλά και σε αφροαμερικάνο action man. Έπειτα από 8 χρόνια ήρθε το δεύτερο μέρος, που δεν άγγιξε όσο περίμεναν την ένταση του πρώτου και 17 χρόνια μετά εμφανίζεται το τρίτο μέρος χωρίς τον Μάικλ Μπέι στο σκηνοθετικό τιμόνι, αλλά τους Βέλγους, μάλλον με αραβική καταγωγή, ντουέτο των τριαντάρηδων: Αντίλ Ελ Αρμπί και Μπιλάλ Φαλάχ, που είχαν ως όνειρο – απωθημένο να φτιάξουν μια ταινία με τους παιδικούς τους ήρωες «Bad Boys».

Οι νεαροί σκηνοθέτες ανταπεξέρχονται μια χαρά στο εγχείρημα και είναι απόλυτα σύγχρονοι και μοντέρνοι, αξιώνοντας μια ταινία δράσης στην τρίτη κατά σειρά συνέχεια της, που έχει αφήσει το δικό της, ξεχωριστό αποτύπωμα στο κινηματογραφικό είδος. Με άλλα λόγια ο Μάικλ Μπέι νοιώθει υπερήφανος που οι διάδοχοι του στάθηκαν στο ύψος των απαιτήσεων. Τόσο καλά και σίγουρα ένοιωσε με τους Αντίλ Ελ Αρμπί και Μπιλάλ Φαλάχ, που κάνει και μια cameo εμφάνιση στην ταινία.

Σμιθ και Λόρενς είναι άψογοι και το στόρι ζωντανεύει ξανά σε ένα action movie άκρως χορταστικό, που δεν βαριέσαι, ούτε χασμουριέσαι.

«Το Λουλούδι της Ευτυχίας»

(Little Joe)

 

 

  • Είδος: Επιστημονικής φαντασίας
  • Παραγωγή: Αγγλία, Αυστρία, Γερμανία (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζέσικα Χάουσνερ
  • Με τους: Έμιλι Μπίτσαμ, Μπεν Γουίσον, Κέρι Φοξ
  • Διάρκεια: 105’
  • Διανομή: One from the Heart
  • Διακρίσεις: Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας (Έμιλι Μπίτσαμ) στο Φεστιβάλ Κανών 2019

Η Άλις (Έμιλι Μπίτσαμ) είναι μια χωρισμένη μητέρα και αφοσιωμένη επιστήμονας, που εξειδικεύεται στην ανάπτυξη νέων ειδών φυτών για λογαριασμό μιας εταιρείας. Έχει σχεδιάσει ένα ειδικό είδος βαθυκόκκινου λουλουδιού, ξεχωριστό όχι μόνο για την ομορφιά του αλλά για τις θεραπευτικές του ιδιότητες. Αν διατηρηθεί σε ιδανική θερμοκρασία, να λαμβάνει ως τροφή τα κατάλληλα συστατικά και οι άνθρωποι του μιλούν συχνά, το φυτό θα κάνει τον ιδιοκτήτη του ευτυχισμένο.

Σε αντίθεση με την πολιτική της εταιρείας, η Άλις παίρνει ένα λουλούδι στο σπίτι της σαν δώρο για τον έφηβο γιο της Τζο. Οι δυο τους βαφτίζουν το λουλούδι «Μικρός Τζο», αλλά όσο μεγαλώνει, τόσο αυξάνεται η υποψία της Άλις, ότι η δημιουργία της δεν είναι τόσο αθώα όσο νόμιζε.

Μετά από το «Προσκύνημα στη Λούρδη» και την «Τρελή Αγάπη», η Αυστριακή σκηνοθέτις Τζέσικα Χάουσνερ εξερευνά τα είδη της επιστημονικής φαντασίας και του ψυχολογικού θρίλερ. Πέφτοντας στα βαθιά νερά της βιο-γεννετικής και των διαφόρων πειραμάτων που γίνονται άλλοτε κρυφά, άλλοτε φανερά, η Χάουσνερ φτιάχνει τον δικό της «Φρανκενστάιν» και του δίνει την μορφή ενός αθώου, όμορφου άνθους, που δεν διαθέτει την δυνατότητα της αναπαραγωγής και μετασχηματίζει την ανθρώπινη συμπεριφορά.

Έξυπνη η ιδέα της μόνο που κινηματογραφικά δεν «τραβάει» καθόλου. Η αρτίστικη, ψυχρή ατμόσφαιρα που προτείνει η σκηνοθέτις μέσω της καλαίσθητης φωτογραφίας, για να δημιουργήσει κλίμα θρίλερ είναι εντελώς εκτός ρυθμού, καθώς ούτε μισό δευτερόλεπτο δεν απειλήθηκα από την πλοκή, αλλά ούτε ίχνος αγωνίας δημιουργήθηκε κατά την διάρκεια της προβολής. Όλα είναι τόσο στεγνά, άνευρα και μονοδιάστατα που πραγματικά με κούρασε. Η Τζέσικα Χάουσνερ έπεσε στα βαθιά και πνίγηκε.