fbpx

banner αεροδρομίου

«Ιστορίες πολλών οκτανίων σε σιρκουί ερμηνειών», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 12

Είναι απλό το τι αναζητά ο μέσος θεατής από το κινηματογραφικό θέαμα. Καλές ιστορίες περίτεχνα δοσμένες να αγκαλιάζουν το καρδιακό πλέγμα μας, να ζεσταίνουν το συναίσθημα και να ερεθίζουν τους εγκεφαλικούς νευρώνες για να έχουμε να θυμόμαστε και να κρατούμε ανθεκτικά σημεία επαφής όταν αναφερόμαστε στην Τέχνη των τεχνών. Τα υπόλοιπα είναι τρίχες κατσαρές. Τα κουκιά, όπως λένε, στο συγκεκριμένο θέμα είναι σε απόλυτο αριθμό μετρημένα και κανέναν παζάρι δεν σηκώνει. Φυσικά και δεν πρόκειται για απαίτηση, αλλά για το αυτονόητο της ψυχαγωγίας.

Οι βαριές βιομηχανίες της 7ης Τέχνης ανά την υφήλιο, επί σειρά δεκαετιών, καταστάλαξαν με βαθιά γνώση στην φιλοσοφία της δύναμης ως προς την χρήση της κινούμενης εικόνας στον λαό και υπηρέτησαν ευλαβικά το αυτονόητο της Τέχνης του σινεμά. Όλοι γνωρίζουμε, πως ο κινηματογράφος είναι σημαντικό «όπλο» προπαγάνδας και η κοινωνιολογία της 7ης Τέχνης έχει αναπτύξει σε δεκάδες χιλιάδες πονήματα, δοκίμια και αναλύσεις το πόσο εύκολα η συνεχόμενη ροή κινηματογραφικών θεμάτων μπορεί να κατευθύνει και να μετασχηματίσει την πνευματική σκέψη του ανθρώπου, ώστε το πόπολο να δημιουργήσει πρότυπα, στην συνέχεια να αντιγράψει συμπεριφορές και στο τέλος να τα μιμηθεί έως πειθήνια να τα ασπασθεί. Σε αυτό, βέβαια, έχει συμβάλει τα μάλα και το αρραγές, παράλληλο κύκλωμα προώθησης από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, την μόδα, που όλα τους λειτουργούν συμμαχικά, πάνω από έναν αιώνα, στην ψυχολογία του θεατή και στην διαμόρφωση ενός κατευθυνόμενου κοινωνικού στάτους. Η πολιτική και η 7η Τέχνη στην εκατονταετία των καθαρμών, δυστυχώς, συμπορεύονται και οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες, απλά για να επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Η αλήθεια είναι, ότι η κινηματογραφική υποκουλτούρα, και πιο συγκεκριμένα αυτή της ανιστόρητης, βαθιάς Εσπερίας, αντικατέστησε στα γρήγορα την πραγματική παιδεία και την γνώση, ενώ τώρα, τον 21ο αιώνα που διανύουμε, στην κορυφή της χωματερής του εγκεφαλικού πολτού, ειδικά της νεώτερης γενιάς, δεσπόζει η ατσαλάκωτη, ολοκαίνουργια σημαία του ονομαζόμενου «πολιτικά ορθού» ή όπως γνωρίζουμε, εμείς οι «μορφωμένοι» τον ορισμό του «politically correct». Τρομερό μπαϊράκι είναι τούτο. Όλα πλέον έχουν διαμορφωθεί με κολάσιμους ορισμούς αποπροσανατολίζοντας, πρώτον την αλήθεια που εκπορεύεται από το δικαίωμα της ελευθερίας και δεύτερον εάν έχεις τεκμηριωμένη θέση αντίρρησης πρέπει να το βουλώνεις για να μην τοποθετηθείς άκριτα στα αναχρονιστικά γκέτο με τα απόβλητα.

Η ανθρώπινη κοινωνικότητα πέρασε από σπουδαίους μόδιστρους και μοδίστρες για να κατασταλάξουν στο σημερινό πατρόν της στολής όχι μόνο του ιδίου χρώματος, αλλά και του ίδιου νούμερου για όλους. Δηλαδή, εάν το γκρίζο, ουάν σάιζ, ρούχο του πολιτικά ορθού πέσει στον εύσωμο άνθρωπο σαν βαφτιστικό, πρέπει να αδυνατίσει ταχύτατα για την υγεία του και για να του ταιριάζει ταμάμ το γκρίζο μπλουζάκι αλλιώς θα είναι ο ξεφτίλας «ταμπελάτος», ο στιγματισμένος και ο περίγελος της παρέας. Ή το αντίθετο για έναν πολύ αδύνατο άνθρωπο, που θα είναι σαν σακί επάνω του, πρέπει να διαμορφώσει την εικόνα του αναλόγως με το «ρούχο». Αγαπητοί μου, αρχόντισσες και άρχοντες, όσοι από εσάς είστε εκτός κάδρου, συντονιστείτε άμεσα.

Στην αυγή της νέας χιλιετίας και των μυριάδων αλλαγών παγκοσμίως, πάντα προς το χείριστο σε οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και πολιτιστικό επίπεδο, το σινεμά, εξ΄ αρχής, έλαβε ξεκάθαρη θέση στο θέμα σχεδιασμού του πατρόν και στο πως θα ραφτεί το γκρίζο, ουάν σάιζ, «ρούχο». Ο κινηματογράφος των ευρωπαϊκών χωρών επιτυχώς έστησε τις διεθνιστικές του εξέδρες, απελευθερώνοντας τα μοντέλα του στο catwalk για να παρουσιάσει την κολεξιόν της μιας κοψιάς και του ενός χρώματος σε θεματικές όπως: «σεξουαλική ιδιαιτερότητα», «φυλετισμός», «εργασία», «πλούτος», «μνήμη», «γνώση», «γεωπολιτική».

Δέκα χρόνια, ίσως και παραπάνω, βομβαρδιζόμαστε άπληστα από άπειρες ταινίες art house και μη, με σενάρια που ως θέμα τους διαχειρίζονται την σεξουαλική ιδιαιτερότητα, τους πάσης φύσεως ταλαίπωρους ασιατικής και αραβικής καταγωγής ανθρώπους που βρίσκονται στην γηραιά ήπειρο, την φτώχια, την ανεργία, τα ναρκωτικά, την παραβατικότητα, την παραχάραξη ιστορικών γεγονότων, την διεκδίκηση εδαφών. Κινηματογραφικές, δραματικές ιστορίες, εμβαπτισμένες στη θλίψη και την εξαθλίωση, πανομοιότυπες με τις ιστορίες της καθημερινότητας μας, που τις βιώνουμε άλλοι από κοντά, άλλοι από μακριά, τις ξαναβλέπουμε στην πολύτιμη, δίωρη ψυχαγωγική μας ανάπαυλα. Μόνο έτσι όμως εμπεδώνεται ο σεβασμός απέναντι στο νέο πολιτισμικό λάβαρο και γίνεται αποδεκτό το γκρίζο, ανθρώπινο, ουάν σάιζ, ρούχο.

Η φιλοσοφία του σινεμά πλέον είναι η πολιτική της ζωής. Ανάλογα συμπεριφέρεται και η μικρή οθόνη. Λίγα είναι τα αξιόλογα κινηματογραφικά ταξίδια του θεατή στις σκοτεινές αίθουσες. Κουρασμένος, μπουχτισμένος, βασανισμένος ως βυζαντινός οσιομάρτυρας να βλέπει την επιμονή προβολής του νέου κοινωνικού στάτους σαν διδασκαλία επιβολής, στρέφει τα νώτα του στις εν λόγω κινηματογραφικές προτάσεις, σιχτιρίζοντας την ώρα και τις στιγμές που διέθεσε αλλά και τα χρήματα που ξόδεψε.

Δεν είναι τυχαία, λοιπόν, η όποια εισπρακτική επιτυχία του «Τζόκερ», όπου κι αν προβλήθηκε η ταινία. Ο κλόουν ήρωας, αν και ψυχασθενής, αντιστάθηκε στο «κύμα», κατατρόπωσε τα μπαϊράκια, αποξήλωσε τις ταμπέλες και ισοπέδωσε το σύστημα του πολιτικά ορθού. Ο εφιάλτης μετασχηματίστηκε σε ονειρεμένο κινηματογραφικό θέαμα και το στοίχημα κερδήθηκε στα ταμεία. Οι θεατές γοητεύτηκαν, μέθυσαν με την τρέλα του Άρθουρ, αναφωνώντας λυτρωτικά: «επιτέλους, μια καλή ταινία!» Τα κινηματογραφικά ένστικτα του μέσου ανθρώπου που αναζητά την ψυχαγωγία δικαιώθηκαν εορταστικά. Παγίδα ή όχι και το πως λειτουργεί στην ψυχική χάρτα του κάθε θεατή το σενάριο είναι ένα ζήτημα, εντελώς, προσωπικό για τον κάθε έναν.

Θαύμασα, πέρα ως πέρα, τον 42χρονο, χημικό μηχανικό Σάκη με μεταπτυχιακό στο Μάντσεστερ, που εργάζεται στον φούρνο από τα μέσα της δεκαετούς κρίσης, παρασκευάζοντας φρατζόλες ψωμιού και τσουρέκια – παρά ταύτα είναι νοστιμότατα – όταν προχθές βρέθηκε σε αντίλογο με δύο πελάτες του μαγαζιού. Νέοι, επίσης, μορφωμένοι άνθρωποι, ένα από αυτά τα φερόμενα ως «politically correct», ζευγάρια της κρισιανής Ελλάδος, επίσης σαραντάρηδων ηλικιακά, δικηγόρων, που ανακάλυψαν την Αμερική φέτος και άκριτα κοτσάρουν «ταμπέλες» στους ανθρώπους. Πέτυχα μόνο το φινάλε τού εύστροφου Σάκη, που ευγενικά, ήρεμα και χαμογελώντας, έκλεισε τον μεταξύ τους διάλογο, λέγοντας στην κυρία και τον κύριο: «…έχετε δίκιο. Χαρακτηρίστε με, ομοφοβικό, φυλετιστή, ελληναρά, φασίστα, απολίτιστο, εθνικόφρονα, ξεπερασμένο, παρωχημένο, αγράμματο, αμόρφωτο, ότι ακόμα θέλετε και αμέσως πετάξτε με μακριά σας, στην άκρη, για να απελευθερωθώ. Σύντομα όμως, σας παρακαλώ!»

Αξιολόγηση Ταινιών

 

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

 

«Κόντρα σε Όλα»

(Le Mans ’66)

 

 

  • Είδος: Βιογραφία, δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τζέιμς Μάνγκολντ
  • Με τους: Ματ Ντέιμον, Κρίστιαν Μπέιλ, Κατριόνα Μπάλφ, Τρέισι Λετς, Τζος Λούκας, Ρέμο Τζινόρε, Ρέι ΜακΚίννον
  • Διάρκεια: 152’
  • Διανομή: Odeon

H πραγματική ιστορία του οραματιστή Αμερικανού πρωταθλητή του Λεμάν και μετέπειτα σχεδιαστή αυτοκινήτων Κάρολ Σέλμπι (Ματ Ντέιμον – πολύ καλός) και του ατρόμητου Άγγλου μηχανικού και επαγγελματία οδηγού Κεν Μάιλς (Κρίστιαν Μπέιλ – επίσης καταπληκτικός), οι οποίοι έδωσαν μάχη ενάντια στις επιχειρηματικές παρεμβάσεις, τους νόμους της φυσικής, στον χρόνο και με τους προσωπικούς τους δαίμονες για να κατασκευάσουν ένα επαναστατικό, αγωνιστικό αυτοκίνητο για την Φορντ και να αναμετρηθούν με τα αήττητα αγωνιστικά του Έντσο Φεράρι (Ρέμο Τζινόρε – καλός) στον περίφημο αγώνα αντοχής των 24 ωρών του Λε Μαν στη Γαλλία το 1966.

Άριστη παραγωγή, υπέροχα στημένο το βιογραφικό των δυο ιστορικών φυσιογνωμιών από τον χώρο του αυτοκινήτου, του Σέλμπι και του Μάιλς, ζωντανές, καθηλωτικές οι ερμηνείες των Ντέιμον και Μπέιλ, ενώ η ατμόσφαιρα των σίξτις είναι μοναδικά δοσμένη σε διάκοσμο, ρούχα, αυτοκίνητα και νοοτροπία. Εν ολίγοις, η ταινία είναι ένα αξιοθαύμαστο, κινηματογραφικό θέαμα, που στα 152 λεπτά της προβολής της περνάς υπέροχα.

Η καταπληκτική μουσική της ταινίας, δια χειρός  των Μάρκο Μπελτράμι και Μπακ Σάντερς είναι ένα γόνιμο, νοσταλγικό ταξίδι στις κινηματογραφικές μουσικές συνθέσεις περασμένων δεκαετιών, που δένει αρμονικά και κερδοφόρα στο βλέμμα του θεατή με την καλλιτεχνική φωτογραφία του βραβευμένου, Έλληνα Φαίδωνα Παπαμιχαήλ («Walk the Line», «Nebraska»).

Από τα μεγάλα ατού του φιλμ είναι οι δυο πρωταγωνιστές της, που ο καθένας τους ξεχωριστά και με το δικό του στιλ, πραγματικά, δίνουν τα «γκάζια» τους. Ο χαρακτήρας του σκληρού, δίκαιου και εξαιρετικά συμπαθή Αμερικάνου Κάρολ Σέλμπι, βρίσκει την ευήλια νησίδα του στην ερμηνευτική του Ματ Ντέιμον και ο σκληροτράχηλος Άγγλος δίχως όρια, ο γεμάτος πάθος για καινοτομία και σταθερή αγάπη για το αυτοκίνητο και τους αγώνες, Κεν Μάιλς αποθεώνεται, κυριολεκτικώς από τον χειμαρώδη Κρίστιαν Μπέιλ. Και οι δυο ηθοποιοί βραβευμένοι με Όσκαρ, ο μεν Ματ Ντέιμον μαζί με τον Μπεν Άφλεκ για το σενάριο της ταινίας  του «Ξεχωριστού Γουίλ Χάντινγκ» (1997) και ο δε Κρίστιαν Μπέιλ για τον Δεύτερο Ανδρικό Ρόλο στην ταινία «Fighter» (2010), και αμφότεροι με πολλές κινηματογραφικές επιτυχίες, παραδίδουν γενναιόδωρα στην υποκριτική τέχνη του σινεμά τον καλύτερο εαυτό τους. Χάρμα οφθαλμών και αισθήσεων και οι δυο ηθοποιοί.

Ο 56χρονος Νεοϋορκέζος παραγωγός και σκηνοθέτης Τζέιμς Μάνγκολντ, τεσταρισμένος με τον βαθμό άριστα δέκα στην κινηματογραφική βιογραφία του τραγουδιστή της κάντρι Τζόνι Κας, «Walk the Line» με τον Χοακίν Φίνιξ, ρομαντικός και ευαίσθητος στο «Kate & Leopold» με την Μεγκ Ράιαν και τον Χιού Τζάκμαν, αξιόλογος στην δράση εντός του γουλβερινικού, κύκνειου άσματος «Λόγκαν», είναι ο κινηματογραφιστής που έδωσε ερμηνευτικό εκτόπισμα στον Σιλβέστερ Σταλόνε πλάι στον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, τον Χάρβεϊ Καιτέλ και τον Ρέι Λιότα με το αστυνομικό θρίλερ «Cop Land» του 1997.

Στην βιογραφική ταινία του «Κόντρα σε Όλα», ο Μάνγκολντ πετυχαίνει το ζητούμενο, που είναι, πρωτίστως το καλό θέαμα στην άψογη και ακριβή παραγωγή με πλούσιο κάστ και πλάνα που κόβουν την ανάσα από τους αγώνες αυτοκινήτων (νευρικό και συγχρόνως ευρύχωρο μοντάζ των Άντριου Μπάκλαντ, Ντερκ Γουέστερβελντ και Μάικλ ΜακΚάσκερ), αλλά και την δυνατότητα να ενταχθεί ο θεατής στην ψυχολογία και το σκεπτικό των δυο υπαρκτών προσώπων μέσα από τις ερμηνείες του Ντέιμον και του Μπείλ.

Ταινία πολλών οκτανίων όχι μόνο για άνδρες, αλλά και για γυναίκες, καθώς η σοφή ρήση: «πίσω από κάθε σπουδαίο άνδρα, υπάρχει μια σπουδαία γυναίκα», επιβεβαιώνεται με τον ρόλο της πολύ καλής Ιρλανδής ηθοποιού Κατριόνα Μπάλφ, που υποδύεται την δυναμική Μόλι, την σύζυγο του Άγγλου Κεν Μάιλς. Την ταινία θα την δούμε στα Όσκαρ σε αρκετές κατηγορίες. Μην την χάσετε!

«Χωρίς Οικογένεια»  

(Remi Sans Famille)

 

 

  • Είδος: Δράμα ιστορικής περιόδου για όλη την οικογένεια (μεταγλωττισμένο και στα ελληνικά)
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Αντουάν Μπλοσιέ
  • Με τους: Ντανιέλ Οτέιγ, Μαλόμ Πακίν, Βιρζινί Λεντουαγιέν, Ζακ Περέν, Λουντιβίν Σανιέ
  • Διάρκεια: 105΄
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Ο μικρός Ρεμί (Μαλόμ Πακίν – πολύ καλός ο πιτσιρικάς), ένα ορφανό αγόρι, μεγαλώνει με τη θετή του μητέρα, την ευγενική Κυρία Μπαρπεράν, μέχρι που ο θετός πατέρα του επιστρέφει σακάτης και τον πουλάει σε έναν μυστηριώδη, περιπλανώμενο θιασάρχη, τον  Βιταλίς (Ντανιέλ Οτέιγ – εξαιρετικός). Κοντά του, ο Ρεμί σκληραγωγείται στη δύσκολη ζωή του περιπλανώμενου θιάσου, όπου τραγουδάει για να κερδίσει το ψωμί του. Με παρέα τον πιστό του σκύλο Καπί και τη μικρή μαϊμού Ζολί-Κερ, ο Ρεμί θα περιηγηθεί στη Γαλλία και μέσα από γνωριμίες, φιλίες, αλλά και μοναξιά, θα καταλήξει να μάθει το μυστικό της καταγωγής του.

Η ταινία κανονικά ήταν να βγει τα περσινά Χριστούγεννα, αλλά η ομπρέλα της Μέρι Πόπινς την κράτησε στο ράφι της αναμονής για ένα χρόνο. Βασισμένη στο ομώνυμο κλασικό, βραβευμένο, αριστούργημα του 1878 της γαλλικής λογοτεχνίας του Εκτόρ Μαλό, η δραματική ιστορία του μικρού Ρεμί έχει γυριστεί στο παρελθόν τέσσερις φορές για τον κινηματογράφο, αρχής γενομένης από την βωβή του Ζορζ Μονκά το 1913 και άλλες τόσες σε τηλεταινίες και μια κινουμένων σχεδίων. Προσωπικά δεν ήρθα ποτέ σε επαφή με κάποια από τις κινηματογραφικές μεταφορές του μυθιστορήματος του Μαλό, το οποίο διάβασα στην ηλικία των 11 ετών. Πρώτη φορά για μένα είναι αυτή η ταινία του Αντουάν Μπλοσιέ και ενθυμούμενος το βιβλίο, πραγματικά έμεινα ικανοποιημένος από την καλή δουλειά του στο πεδίο της παραγωγής, παρότι έχει παρέμβει σε κάποια σημεία διαφορετικά από το βιβλίο για την οικονομία χρόνου.

Ο Μπλοσιέ κρατάει την παραμυθένια διάσταση και ως νέος κινηματογραφιστής, είναι η τρίτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του, γεμίζει με σύγχρονες ανάσες την ιστορία, αποφεύγοντας την κλασικούρα, κινηματογραφώντας με μικρά δάνεια από επιβεβαιωμένους παραμυθάδες της 7ης Τέχνης, όπως ο Τιμ Μπάρτον επί παραδείγματι, αλλά αυτό δεν χαλάει καθόλου την γενική εικόνα. Με σταθερή την πορεία πάνω στο υπέροχο βιβλίο του Μαλό, ο Μπλοσιέ μεταφέρει ο ίδιος σεναριακά την πλοκή στην μεγάλη οθόνη με αρκετή ελευθερία ως προς την ανάπτυξη της, βάζει και τις δικές του πινελιές, τόσο στην δραματουργία, όσο και στην περιπέτεια του πιτσιρικά, αλλά και την σχέση του με τον πλανόδιο μουσικό Βιταλίς.

Ο μικρός Μαλόμ Πακίν, εκτός από πανέμορφος παίζει μια χαρά και η παρουσία του έμπειρου Ντανιέλ Οτέιγ στον ρόλο του Βιταλί ποτίζει αισθαντικά και αγαπησιάρικα το μεγαλείο της οδύσσειας ως προς την ενηλικίωση του Ρεμί. Για όσους έχουν διαβάσει το βιβλίο δεν θα απογοητευτούν και όσοι δεν το γνωρίζουν είναι μια καλή κινηματογραφική πρόταση για να συστηθούν μαζί του.

Γονείς, απολαύστε την ταινία μαζί με τα τέκνα σας ει δυνατόν όχι μεταγλωττισμένη, καθώς η ιστορία του μικρού Ρεμί είναι για ηλικίες άνω των 9 ετών, που μπορούν κάλλιστα να διαβάσουν τους υπότιτλους. Είναι μια ευάερη όαση στην συνεχόμενη animation μπαλαφάρα του σινεμά για μικρούς αλλά και για μεγάλους κινηματογραφόφιλους.

 «Ένας Καλός Ψεύτης»

(The Good Liar)

 

 

  • Είδος: Δραματικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Μπιλ Κόντον
  • Με τους: Έλεν Μίρεν, Ιαν Μακ Κέλεν, Ράσελ Τόβεϊ, Τζιμ Κάρτερ
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Tanweer

Ο Ρόι Κόρτνεϊ (Ίαν ΜακΚέλεν- όπως πάντα υπέροχος), ένας επαγγελματίας απατεώνας, έχει βάλει στο μάτι τον επόμενο στόχο του: τη χήρα Μπέτι ΜακΛις (Έλεν Μίρεν – πάντα υπέροχη) με τεράστια περιουσία στη διάθεση της και ο Ρόι σκοπεύει να πάρει ό,τι της ανήκει. Από την πρώτη τους συνάντηση, ο Ρόι αρχίζει να βομβαρδίζει την Μπέτι με τα δοκιμασμένα κόλπα του και η Μπέτι, που μοιάζει γοητευμένη, παρασύρεται. Αλλά αυτή τη φορά, αυτό που ξεκίνησε σαν μια ακόμα κομπίνα κλιμακώνεται σε ένα κυνηγητό γάτας-ποντικιού όπου παίζονται όλα για όλα. Αποκαλύψεις ενός δόλου πιο σκοτεινού οδηγούν το ζευγάρι σε ένα ναρκοπέδιο κινδύνου, ίντριγκας και προδοσίας.

Είναι μια κινηματογραφική έκπληξη να βλέπεις δυο θρύλους του θεάτρου και του κινηματογράφου, τα μάλα αγαπημένους στο κινηματογραφόφιλο κοινό, να παίζουν ό ένας πλάι στον άλλον. Η βραβευμένη με Όσκαρ Έλεν Μίρεν «Η Βασίλισσα» και ο δύο φορές υποψήφιος για Όσκαρ Ίαν ΜακΚέλεν «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών: Η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού» και «Gods and Monsters», γεμίζουν το άσπρο πανί σε μια ταινία που την παρακολουθείς αέρα, ακόμα κι αν στο τελευταίο 15λέπτο τα θέματα ξεκαθαρίζουν.

Η ιστορία ξεκινάει ρομαντικά με την προσέγγιση και το φλερτ των δυο ηλικιωμένων, συνεχίζεται παιχνιδιάρικα με τις απίστευτες κομπίνες του απατεώνα Ρόι και εξελίσσεται σε θρίλερ, καθώς εμβόλιμα φυτεύεται και μια ιστορία του μακρινού παρελθόντος της Μπέτι, που αναζητά εξιλέωση. Όλη η υποκριτική διαχείριση των τριών επιπέδων της ταινίας διεκπεραιώνεται απίθανα από τις παρουσίες του υπέροχου και της υπέροχης Μακέλεν και Μίρεν.

Ο Αμερικανός σεναριογράφος και σκηνοθέτης Μπιλ Κόντον, βραβευμένος με το Όσκαρ Μεταφοράς Σεναρίου της ταινίας «Gods and Monsters», πάλι με τον Ιάν ΜαΚέλεν στον πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά και σκηνοθέτης των δυο πρώτων κεφαλαίων της saga του βαμπιρικού «Twilight» και του «Κυρίου Χολμς», γνωρίζει τα τερτίπια του ΜαΚέλεν και απλά υποδέχεται στο φακό του την «καταιγίδα» που ονομάζεται Έλεν Μίρεν. Αμερικάνικη παραγωγή, καλή σκηνοθεσία με πρωταγωνιστές δυο βεριτάμπλ Άγγλους ηθοποιούς και θριλερικό στήσιμο σε φόρμα «Ποντικοπαγίδας».

Το σενάριο είναι γραμμένο από τον Τζέφρι Χάτσερ (Mr. Holmes) και βασίζεται στο μπεστ σέλερ του Νίκολας Σερλ. Καλό σινεμά για να περάσεις ευχάριστα ένα δίωρο, θαυμάζοντας δυο ηθοποιάρες, που για πρώτη φορά παίζουν μαζί.  

 «Last Christmas» 

 

 

  • Είδος: Ρομαντική κομεντί
  • Παραγωγή: Αγγλία, Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Πολ Φέιγκ
  • Με τους: Εμίλια Κλαρκ, Χένρι Γκόλντινγκ, Έμα Τόμπσον, Μισέλ Γέο
  • Διάρκεια: 103’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Η Κέιτ (Εμίλια Κλάρκ – πολύ καλή), κόρη της μετανάστριας Πέτρα (Έμα Τόμπσον – απίθανη και πάλι) και με προβλήματα υγείας, βρίσκεται στο Λονδίνο δυσαρεστημένη, παρέα με μια στοίβα κακών αποφάσεων που έχει πάρει στη ζωή της, ακούγοντας το χτύπημα των κουδουνιών στα παπούτσια της – μια άλλη ενοχλητική συνέπεια από τη δουλειά της ως «ξωτικό» σε ένα χριστουγεννιάτικο κατάστημα με ιδιοκτήτρια την Σάντα (Μισέλ Γέο – καλή). H Κέιτ έχει καλή φωνή. Τόσο καλή που θα μπορούσε να είναι pop star, αλλά την έχει παραμελήσει. Ο Τομ (Χένρι Γκόλντινγκ – καλόυτσικος) φαίνεται πολύ καλός για να είναι αληθινός, όταν μπαίνει στη ζωή της και αρχίζει να βλέπει και να καταλαβαίνει πολλούς από τους εσωτερικούς της φραγμούς. Καθώς το Λονδίνο μεταμορφώνεται στην πιο υπέροχη εποχή του χρόνου, τίποτα δεν φαίνεται να λειτουργεί για τους δυο τους.

Η ιστορία της ταινίας, από την αρχή έως το τέλος της, κοσμείται μελωδικά με την δύναμη των τραγουδιών του αείμνηστου Τζορτζ Μάικλ, σαν να είναι ένα tribute στον καλλιτέχνη. Τα τραγούδια του, βέβαια αποτελούν έναν ακόμα στοιχείο στο σενάριο, λαδώνοντας τα γρανάζια της ρομαντικής περιπέτειας.

Μελοδραματική, ρομαντική ιστορία γραμμένη από την Έμα Τόμπσον και τον σύζυγό της, τον ηθοποιό Γκρεγκ Γουάιζ, ενώ ως σενάριο για την μεγάλη οθόνη το ανέλαβε πάλι η Τόμπσον μαζί με την Μπραϊόνι Κίμινγκς. Το πνεύμα της ταινίας διαθέτει ως αιθέρια πνοή την χολιγουτιανή, κλασική, χριστουγεννιάτικη ταινία του Φρανκ Κάπρα «Μια Υπέροχη Ζωή» (It’s a Wonderful Life – 1946) με τον Τζέιμς Στιούαρντ, οπότε δίχως να κάνουμε σπόιλερ καταλαβαίνετε, πάνω κάτω, τι συμβαίνει.

Η Εμίλια Κλαρκ το έχει αποδείξει πως είναι ηθοποιός καλών προδιαγραφών και, αβλεπί, κρεμάει το φόρεμα της δρακομάνας Καλίσι από το «Game of Thrones», που της χάρισε την διεθνή αναγνώριση, στην ντουλάπα του γόνιμου, τηλεοπτικού παρελθόντος της. Διαθέτει πολύ καλή φωνή, η ερμηνευτική της πείθει και γράφει καλά στον φακό. Δίπλα της η οσκαροβραβευμένη και έμπειρη Έμα Τόμπσον (τα μέγιστα αγαπημένη ηθοποιός σε εμένα), να «γαζώνει» στον ρόλο της μητέρα της, που δεν κιοτεύει να θέσει ξανά τον εαυτό της στην ευτράπελη διάσταση μιας μετανάστριας από την Γιουγκοσλαβία, που τρέμει τους διωγμούς από τους φυλετιστές Άγγλους.

Ο δε συμπρωταγωνιστής της Εμίλια Κλαρκ, ο συμπαθής, Μαλαισιανός Χένρι Γκόλντινγκ, πρώην μοντέλο με την άψογη οξφορδιανή προφορά να ραγίζουν τα οστά του αλησμόνητου, σερ Λόρενς Ολίβιε, που τον είδαμε σε ταινία πάλι του Πολ Φέιγκ, «Μια Μικρή Χάρη» του 2018, ικανοποιητικά ανταποκρίνεται στον ρόλο του και, φυσικά, τον «τρέχουν» με χίλια στην κούρσα των νέων και πολλά υποσχόμενων ηθοποιών.    

Το πρόβλημα της ταινίας, που στερείται γεύσης, ως χριστουγεννιάτικο, ρομαντικό έδεσμα με δραματική γέμιση, αφορά αποκλειστικά την οπτική του σκηνοθέτη Πολ Φέιγκ. Ο Φέιγκ αποτυπώνει στο σκηνικό του την μαγευτική ατμόσφαιρα των γιορτών (στολίδια, φώτα, δένδρα), ακούγονται τα γνωστά και αγαπημένα τραγούδια του Τζόρτζ Μάικλ, που δένουν την πλοκή σαν οδηγοί ξενάγησης στο παραμύθι, δεν διαθέτει όμως τον ρυθμό και το απαιτούμενο νεύρο με αποτέλεσμα το τελευταίο δεκάλεπτο της ταινίας να είναι ο «κράχτης» των προηγούμενων ενενήντα λεπτών. Δηλαδή μια μονοτονία και ξαφνικά όλη η ιστορία εκρήγνυται στο φινάλε, όπου ξυπνάς και βγάζεις χαρτομάντιλο για να σκουπίσεις πρώτα τα βρεγμένα χείλη και έπειτα τα δακρυσμένα μάτια.         

Ευχάριστη έκπληξη, όπου και αυτή στο τέλος σερβίρεται, είναι ότι εκτός των γνωστών τραγουδιών του Τζόρτζ Μάικλ και των «Wham», που ακούγονται καθ΄ όλη την διάρκεια της ταινίας, στο φινάλε και στους τίτλους απολαμβάνουμε το ακυκλοφόρητο τραγούδι «This Is How (We Want You to Get High)», τρία χρόνια μετά τον χαμό του θρυλικού τραγουδιστή.

 «Οι Άθλιοι»

(Les Miserables)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Γαλλία (2019)
  • Σκηνοθεσία: Λατζ Λι
  • Με τους: Νταμιέν Μπονάρ, Αλέξις Μανέντι, Ντζιμπρίλ Ζονγκά
  • Διάρκεια: 103’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο της Επιτροπής Φεστιβάλ Καννών – Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ Αθηνών «Νύχτες Πρεμιέρας» – Βραβείο Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου στο Φεστιβάλ Αθηνών «Νύχτες Πρεμιέρας»

Στη Μονφερμέιγ, στα προάστια του Παρισιού, εκεί που ο Βικτόρ Ουγκό έστησε το σκηνικό για τους «Άθλιους» και σήμερα είναι μουσουλμανικό γκέτο, δρα μια ομάδα της αστυνομίας κατά του εγκλήματος.

Σε μια κατά τ’ άλλα συνηθισμένη περίπολο, το drone ενός μαύρου πιστσιρικά καταγράφει ένα βίαιο σκηνικό ενός από τους τρεις αστυνομικούς, που θα μπορούσε να εκθέσει την ομάδα και τις μεθόδους τους. Η αστυνομική περίπολος μπαίνει σε έναν αγώνα δρόμου για να ανακτήσει το οπτικό υλικό και να το εξαφανίσει για να μην ενοχοποιηθούν.

Ταινία εμπνευσμένη από την εξέγερση στο Παρίσι το 2005, είναι η πρώτη μεγάλου μήκους δουλειά του 40χρονου, μικρομηκά και ντοκιμαντερίστα Λατζ Λι με καταγωγή από το Μαλί, που γεννήθηκε και ζει στο Μονφερμέιγ και για μια πενταετία κινηματογραφούσε κάθε είδους γεγονότα, αλλά και την δράση των αστυνομικών στην νευραλγική περιοχή. Ο κεντρικός άξονας της ταινίας είναι η αγεφύρωτη σχέση του νόμου με τις 30 περίπου, διαφορετικές, μουσουλμανικές φυλές και σημείο έναρξης των ταραχών ένα πραγματικό γεγονός, το οποίο συνέβη στις 14 Οκτωβρίου 2008 στην περιοχή  Σεν Σεντ Ντενί του Μονφερμέιγ και αφορούσε την δολοφονία ενός έφηβου μουσουλμάνου από την αστυνομία. Το συμβάν όμως ο Λατζ Λι το διαμορφώνει ήπια, ως έναν απλό τραυματισμό, που επίσης γίνεται η αιτία ενός μικρού, αιματηρού πολέμου. Η συγκεκριμένη ταινία για να μην μπερδευτείτε,  δεν έχει καμία σχέση με τους «Άθλιους», του Βικτόρ Ουγκό, παρά μόνο η περιοχή, που στο μυθιστόρημα του εξαιρετικού ρομαντιστή συγγραφέα διαδραματίζεται μια από τις περιπέτειες του Γιάνι Αγιάνι. 

Μαροκινοί, Σενεγαλέζοι, Κονγκολέζοι, Αλγερινοί, Μαλινέζοι, όταν «ανεξαρτητοποιήθηκαν» από τον γαλλικό ζυγό, όρμησαν στην Δύση, τι το καλύτερο για αυτούς και δη εκεί που γνωρίζουν την γλώσσα να μπορούν να επικοινωνούν και να έχουν την δυνατότητα να λάβουν την γαλλική υπηκοότητα. Οι αποικιοκράτες Γάλλοι, Άγγλοι, Ισπανοί, Βέλγοι ουδέποτε έτρεφαν συμπάθεια στους γηγενείς κατοίκους, σκλάβους των αποικιών τους, κάτι το οποίο διαιωνίζεται μέχρι σήμερα, ακόμα πιο έντονα, αφού τους έχουν και μέσα στα ποδάρια τους, μεγαλώνοντας η δεύτερη γενιά, όπως είναι και ο Γαλλό-Μαλινέζος σκηνοθέτης της ταινίας Λατζ Λι.

Το σενάριο, όπως διατυπώνει ο σκηνοθέτης, βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, τα οποία παρεμπιπτόντως τα έχουμε δει στην μεγάλη οθόνη τα τελευταία χρόνια, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εκατοντάδες φορές και από τις δυο όχθες του Ατλαντικού Ωκεανού. Εδώ έχουμε δημοσιογραφικό ρεπορτάζ σε εφαρμογή ντοκιμαντέρ διαμαρτυρίας να καταλήγει μυθοπλασία γραμμένη στο γόνυ. Κινούμενη κάμερα, άφθονη βία, γρήγοροι ρυθμοί, ποδοσφαιρικοί πανηγυρισμοί, καλοί και κακοί μουσουλμάνοι, καλοί και κακοί αστυνομικοί, τσαμπουκάδες, φτώχια, παραβατικότητα, συγκρούσεις με τον νόμο, νεύρα τεντωμένα, ένα λιοντάρι άσχετο που ξέφυγε ή κλάπηκε από ένα τσίρκο, μουσουλμανική μαφία, σοφοί και ειρηνικοί ιμάμηδες, νεολαία ετοιμοπόλεμη για να εκδικηθεί και τέλος η, out of the blue, ειδεχθής πράξη που θα ανάψει την θρυαλλίδα στο αλαλούμ της ταινίας.

Ο Λατζ Λι προσπαθεί να μοιράσει τις ευθύνες και να φέρει ως κύριο υπαίτιο το σύστημα αλλά η πρόταση του δεν πείθει και ο φακός του είναι αρκετά θολός ως προς την εστίαση και την καθαρότητα της καταγραφής. Οι φευγαλέες σεκάνς με τις οικογένειες και τις προσωπικές στιγμές των αστυνομικών είναι αστείες στην ταινία, αφού ο χρόνος που τους προσφέρει είναι κόκκος άμμου στην εξέλιξη της ιστορίας. Μοδάτη, καλλιτεχνική προσέγγιση θέματος με κατατρεγμένες, μουσουλμανικές μειονότητες, μετανάστες έχοντας ως φρούριο την αντικειμενικότητα στο όποιο σενάριο, που δεν υπάρχει σενάριο, ακόμα και στο φοβικά αποστασιοποιημένο φινάλε της, που είναι εντελώς στον αέρα. Αλλάχ ουάχμπαρ!