fbpx

banner αεροδρομίου

«Ιστορίες γυναικών σε χρόνους παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Κινηματογραφικό ενσταντανέ: Ελλάς 2019.

Τον συνάντησα ξανά το πρωί, κατεβαίνοντας την Πανεπιστημίου, να κάθεται στην ίδια θέση, όπως κάθε ημέρα άλλωστε, με μια χαρτόκουτα στα πισινά να τον προφυλάσσει από τις κρύες πλάκες του πεζοδρομίου, μπροστά από την βιβλιοθήκη. Δίπλα του, συντροφιά ένα όμορφο, μαλλιαρό τετράποδο με κομψό παλτουδάκι στην ράχη και δερμάτινο, κόκκινο λουρί, ήσυχο, σχεδόν ακίνητο. Είχε ξανά απλωμένο το χέρι του με το πλαστικό κύπελλο και την χειρόγραφη ταμπέλα μπροστά του: «Είμαι Άστεγος, Βοήθεια».

Παλίκαρος, γύρω στα 35 με 40 χρόνων, ψηλός, ρωμαλέος, με ταλαιπωρημένα ενδύματα φτωχού ανθρώπου και βλέμμα ολοζώντανο ικανό να πιάσει αδιαπραγμάτευτα την πέτρα και να την μετατρέψει σε ασβέστη. Κι όμως, είναι επαίτης, διάολε, ένας ακόμα επαίτης!

Με το αμαρτωλό, διάφανο κύπελλο ανά χείρας, ελάχιστα ψιλά ριγμένα μέσα του, να τα βλέπει ο κόσμος, αμίλητος, έντεχνα βλοσυρό ύφος, απλωμένο το δέμας του στην χαρτόκουτα ανιχνεύει τις ευαισθησίες των περαστικών και με δόλωμα, πρωτίστως, για τον γυναικείο πληθυσμό, το χαριτωμένο σκυλάκι σιμά του. Τεχνάσματα των οκνηρών. Δεν άντεξα, πλησίασα ευγενικά κοντά του και ρώτησα γεμάτος απορία:

«Είσαι άρρωστος, άνθρωπέ μου;», αφελής προσέγγιση, διότι εάν ήταν άρρωστος δεν θα στηνόταν πέντε ώρες οκλαδόν στο ηρωικό αγιάζι των ημερών.

«Όχι, άστεγος είμαι και δεν έχω χρήματα», απάντησε συμπληρωματικά. Απλά τον κοίταξα γεμάτος θλίψη και τον άφησα να συνεχίζει το «μεροκάματο του οκνηρού».

Τελείωσαν οι δημοσιογραφικές προβολές και τέσσερις ώρες μετά ήταν ακόμα εκεί, έξω από την στέγη της σοφίας, στο κρύο, κάτω από τον μουντό ουρανό μαζί με το σκυλί του. Συνέχιζε να επαιτεί.

Έτρεξα για να προλάβω την κανονισμένη συνάντηση με «κρατικό λειτουργό» στην εφορία, ώστε να τακτοποιήσω τι άλλο… οφειλές. Δεν εργαζόμαστε πια. Δουλεύουμε νυχθημερόν μόνο και μόνο για να επιβιώνουμε ως πειθήνια εγγεγραμμένα μέλη ενός παγκόσμιου κλαμπ που γεννά λογαριασμούς, φόρους, εκκρεμότητες, δόσεις, νέες, οικονομικές υποχρεώσεις και φυσικά την ανάγκη του καταλύματος και της τροφής. Ω δαίμονες!

Τελείωσα αίσια με τα φορολογικά, τω Θεώ δόξα, και συνέχισα στο πρόγραμμα μου, που περιελάμβανε συνέντευξη σε καφέ του κέντρου. Ο συνεντευξιαζόμενος με έστησε περί την μισή ώρα. Οι καλλιτέχνες πάντα διαθέτουν την απώλεια του χρόνου και το γνωρίζω, οπότε δεν στεναχωριέμαι, δεν τους κακολογώ. Άλλωστε είχα αρχίσει να γράφω τα θέματα μου για το InTownPost στον υπολογιστή αφημένος στην θαλπωρή του χώρου με έναν καφέ συντροφιά, ώσπου ένας ψηλός, 30χρονος διέκοψε το γράψιμο με την ευγενική φωνή του: «Συγγνώμη κύριε, μπορώ να σας απασχολήσω για λίγο;»

Τον κοίταξα ευθύς στα μάτια και το βλέμμα του είχε την ίδια ζωντάνια με αυτή του επαίτη. Κρατούσε έναν σακίδιο στο χέρι και διέθετε χαμόγελο τεντωμένο τόξο. «Παρακαλώ!» απάντησα, που συνήθως αποφεύγω τέτοιου είδους συνομιλίες καθότι γνωρίζω που καταλήγουν.

Έβγαλε την αστυνομική του ταυτότητα, την άφησε με αυτοπεποίθηση στο τραπέζι και είπε: «Είμαι αυτός που γράφει. Δουλεύω ως νόμιμος πωλητής στην εταιρεία και εάν αγοράσετε από εμένα θα έχετε και απόδειξη. Δεν πουλάω «μαύρα». Είμαι η βιτρίνα και το μαγαζί του δρόμου».

Γέλασα με την καρδιά μου από την τοποθέτηση και το πλασάρισμα που έκανε: «βιτρίνα» και «μαγαζί» του δρόμου; Μα είναι καταπληκτικό, ευφάνταστο, σκέφτηκα. Τον κοίταξα καλά από πάνω μέχρι κάτω. Παλίκαρος, νέος, δυνατός, αποφασισμένος, κουρασμένος, αλλά όχι παραδομένος, όχι πονηρός και καθόλου τεμπελης.

«Όλη την ημέρα είμαι στους δρόμους και πουλάω βαμβακερές, ανδρικές κάλτσες», ανάφερε, μάλιστα, και την ελληνική εταιρεία, γνωστή στο εν λόγω προϊόν. Παρουσίασε την πραμάτεια του προσεκτικά και αγόρασα κάποια ζευγάρια. Με έπεισε. Πραγματικά, έβγαλε απόδειξη με σφραγίδα της εταιρείας, κατέγραψε στο στέλεχος το αντίτιμο και το παρέδωσε στα χέρια μου, δίχως να φλυαρεί και να μυξοκλαίει. Περήφανος, επαγγελματίας, εργαζόμενος γυρολόγος για να επιβιώσει στο σκοτεινό βασίλειο της κρίσης. Τον ρώτησα, αδιάκριτα αυτή την φορά, εάν είναι ευχαριστημένος με την δουλειά του.

«Κούραση μεγάλη», απάντησε λακωνικά και μια φανερωμένη χαρμολύπη κέντησε την επιφάνεια του πρόσωπο του σαν να ευχαριστεί που υπάρχει κι αυτό για να ζήσει και ταυτόχρονα σαν να ήθελε να κρύψει εικόνες του παρελθόντος του, ότι κάποτε τα πράγματα ήταν καλύτερα στη ζωή του.

Μπορεί να ήταν ψέμα αυτή η performance με σκοπό να πουλήσει και η απόδειξη πιθανώς, να είναι πλαστή. Το σίγουρο όμως ήταν, ότι δεν κοπροσκύλιαζε ο παλίκαρος, δεν επαιτούσε, δε κρατούσε αυτός ο εύρωστος, νέος άνθρωπος το αμαρτωλό, διάφανο, πλαστικό ποτήρι με την σπαραξικάρδια, χειρόγραφη επιγραφή και δεν έσερνε μαζί του συναισθηματικά δολώματα εν είδει χαριτωμένων σκύλων.

Πλάνο φινάλε: Οι κάλτσες πλύθηκαν, φόρεσα ένα ζευγάρι και όντως είναι ζεστές, όπως ακριβώς το διαφήμιζε ντόμπρα και με παρρησία το προϊόν του.

Στόρι σε μια Ελλάδα ψυχρή, αδιάφορη, άλλοτε καυτή σαν πάγος.   

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Ελλάδα, Γαλλία, Σερβία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Νίκου Labôt
  • Με τους: Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, Δημήτρης Ήμελλος, Μαρία Φιλίνη, Κωνσταντίνος Γώγουλος, Ελένη Καραγιώργη, Δανάη Πριμάλη, Ορφέας Αγγελόπουλος, Δήμητρα Βλαγκοπούλου, Γεωργία Τσαγκαράκη, Ειρήνη Ασημακοπούλου, Αρετή Σεϊνταρίδου
  • Διάρκεια: 89’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας (Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου) 59ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – 1ο Βραβείο Fipresci Καλύτερης Πρώτης Ταινίας Μεγάλου Μήκους – Βραβείο Υoung Fipresci, Φεστιβάλ Βαρσοβίας

Η παρθενική εμφάνιση σε ταινία μεγάλου μήκους του βραβευμένου,  ντοκιμαντερίστα και μικρομηκά Νίκου Χαραλαμπόμπουλου («Ο Σκύλος») ή  Νίκου Labôt κατά το νεώτερο, φέρνει σε πρώτο πλάνο την Ελληνίδα γυναίκα, σύζυγο, μάνα της οικονομικής ύφεσης, που ανακαλύπτει την υπόσταση της μέσα από την πρώτη της δουλειά ως καθαρίστρια εμπορικού κέντρου.

Ο διάκοσμος του σεναρίου οικείος στον θεατή, σημερινός, πονετικός, άμεσος και συνάμα βίαιος, έχει να κάνει με το σπίτι, τα τέκνα, τον άνεργο σύζυγο που αναλώνεται σε δουλειές του ποδαριού, την ανέχεια, το άδειο ψυγείο, τις στερήσεις και τελικά την αναγκαστική φυγή της συζύγου από την οικιακή φροντίδα προς τους ολισθηρούς δρόμους της σύγχρονης εργασίας ή καλύτερα της δουλείας και της στυγνής εκμετάλλευσης.

Καλοβαλμένη ταινία ελληνικής, γαλλικής και σέρβικης παραγωγής, σε γραφή σεναρίου από τον ίδιο τον σκηνοθέτη και την Κατερίνας Κλειτσιώτη εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα, όπως αναφέρει ο δημιουργός της, με την ελληνική, σινε-καλλιτεχνική «περηφάνια» αποτυπωμένη πλήρως στα πλάνα της, να χάνει σε κάποια σημεία στην δομή του στόρι την ανάσα της – άλλωστε είναι η πρώτη μεγάλου μήκους για τον Νίκο Labôt -, την  ωραία φωτογραφία του Διονύση Ευθυμιόπουλου πλαισιωμένη στο ευπρεπές μοντάζ της Γαλλίδας Ντούνια Σισόφ. Το μεγάλο ατού της, βέβαια, είναι η ερμηνεία της ηθοποιού   Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου που όλη η ταινία είναι κρεμασμένη στις γερές πλάτες της.

Με ακόμα δυο σημαντικά επίπεδα ανάγνωσης που προσπαθεί να σμιλεύσει ο Labôt πάνω στην ίδια την οντότητα της φοβισμένης, γυναίκας νοικοκυράς του σήμερα, που ορμάει, ένεκα ανάγκης, στον εργασιακό στίβο και στην επίπλαστη αυτονομία και χειραφέτηση της στην ζούγκλα της εκμετάλλευσης, της βίας αλλά και της απαξίωσης από το πρώτο, αρσενικό του σπιτιού της.   

Είναι η ιστορία της σαραντάχρονης, σχεδόν αναλφάβητης νοικοκυράς Παναγιώτας (Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου  – πολύ καλή) μητέρα δυο τέκνων, που θα χρειαστεί να αναζητήσει για πρώτη φορά δουλειά, όταν ο άντρας της Κώστας (Δημήτρης Ήμελλος – καλός) θα χάσει τη δική του.

Μη έχοντας πολλά προσόντα, θα προσληφθεί για λογαριασμό μιας ιδιωτικής εταιρείας καθαρισμού σ’ ένα νέο πολυκατάστημα. Εκεί, παρά τις συνθήκες εκμετάλλευσης και εργασιακής απαξίωσης, θα βιώσει μια πρωτόγνωρη αίσθηση οικονομικής και συναισθηματικής ανεξαρτησίας που θα την βοηθήσει να σταθεί για πρώτη φορά στα πόδια της.

 

  • Είδος: Δράμα ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Γαλλία, Ουγγαρία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Λάζλο Νέμες
  • Με τους: Τζούλι Τζάκαμπ, Σούζαν Γουέστ, Βλαντ Ιβάνοφ, Ουρς Ρεχν
  • Διάρκεια: 148’
  • Διανομή: Filmtrade
  • Διακρίσεις: Βραβείο Κριτικών Fipresci 75ου Φεστιβάλ Βενετίας

Από το ζενίθ στο ναδίρ. Μόνο με αυτές τις δύο λέξεις κατορθώνω να προσεγγίσω την πρώτη και την δεύτερη κινηματογραφική δουλειά του βραβευμένου Ούγγρου σκηνοθέτη, με το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας, Λάζλο Νέμες.

Πραγματικά, αδημονούσα να παρακολουθήσω την επόμενη ταινία του μετά τον αφοπλιστικό, τον μοναδικό για τα κινηματογραφικά δεδομένα «Γιο του Σαούλ» του 2015. Τι ταινία, τι δύναμη, τι ερεβώδης ποίηση, τι ελευθερία κίνησης στην κάμερα, τι σινεμά φιλμαρισμένο στα 35 mm, τι διείσδυση στην ανθρώπινη κόλαση και συνάμα στην εύοσμη λύτρωση. Έπος! Και τώρα στην «Δύση Ήλιου», την απόλυτα εξαρθρωμένη ταινία, όπως ακριβώς και η απόδοση του τίτλου της στα ελληνικά.

Φλύαρος, φοβισμένος, μονότονος, περισσότερο χαμένος και καθόλου συγκεντρωμένος ο Νέμες, για 148 λεπτά της ώρας παίζει με τα φωτογραφικά κάδρα, γυρισμένη και αυτή σε 35 mm, παίζει με τα σκηνικά του, παίζει με την ίδια, ασταμάτητη κίνηση της κάμερας, όπως και στον «Γιό του Σαούλ», παίζει αλληγορικά με το επιτηδευμένα πειραγμένο, έντονο φως του πρωινού ήλιου και το σκοτάδι της νύχτας, παίζει με τα πορτρέτα της  Τζούλι Τζάκαμπ, για να μας επικοινωνήσει, αν δεν κάνω λάθος, κάτι για την ματαίωση, κάτι για την απώλεια, κάτι που κάποτε ήταν η χώρα του και τώρα δεν είναι. Απλά και ξάστερα, περί όνου σκιάς η αφήγηση του.

Ο Νέμες ξεκάθαρα αγαπάει το σινεμά και την εικόνα της τέχνης που υπηρετεί. Στην ταινία αποδεικνύει περίτρανα αυτή την λατρεία, αλλά με τόσο κάλλος και καλλιτεχνία αμελεί την βασική ουσία που είναι το σενάριο και στο κουβάρι των τόσων πληροφοριών – οι περισσότερες από αυτές άχρηστες – και την πληθώρα των στοιχείων που συσσωρεύονται, το μόνο που καταφέρνει είναι να αποσυντονίσει το ενδιαφέρον και να κουράσει τον θεατή. Ελπίζω να μην είναι ο σκηνοθέτης πυροτέχνημα και να μην παρακολουθήσαμε την προσωπική, καλλιτεχνική του δύση.    

Βουδαπέστη 1913, στην καρδιά της Ευρώπης, ιστορικά τοποθετημένη πριν την έναρξη του Α’  μεγάλου πολέμου, στην τελευταία φάση της κραταιής Αυστρο-ουγγρικής αυτοκρατορίας. Η νεαρή Ίριζ Λάιτερ (Τζούλι Τζάκαμπ  – καλή) φτάνει στην Βουδαπέστη ελπίζοντας να εργαστεί ως καπελού στο θρυλικό κατάστημα- πιλοποιείο που κάποτε ανήκε στους γονείς της.

Παρόλα αυτά ο νέος ιδιοκτήτης  Όσκαρ Μπρίλλ (Βλαντ Ιβάνοφ  – καλός)  δεν δέχεται να την προσλάβει. Τη στιγμή της άφιξής της στο κατάστημα, γίνονται προετοιμασίες για την υποδοχή σημαντικών καλεσμένων της ουγγρικής αριστοκρατίας ένας άνδρας προσεγγίζει την Ίριζ αναζητώντας κάποιον Κάλμαν Λάιτερ, για τον οποίο – και παρόλο που φέρει το ίδιο επώνυμο με εκείνην- η Ίριζ δεν έχει ακούσει ποτέ τίποτε.

Αρνούμενη να φύγει από την πόλη, η Ίριζ  αρχίζει να αναζητά τον Κάλμαν Λάιτερ, τον μοναδικό συνδετικό κρίκο με το χαμένο παρελθόν της.  Αυτή η αναζήτηση την οδηγεί μακριά από τα λαμπερά φώτα του καταστήματος Λάιτερ, στους σκοτεινούς δρόμους μιας Βουδαπέστης που αρχίζει να αντανακλά την αναστάτωση ενός πολιτισμού που ετοιμάζεται να βυθιστεί στο χάος.

 

  • Είδος: Ερωτικό επιστημονικής φαντασίας
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ντρέικ Ντορέμους
  • Με τους: Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, Λέα Σεντού, Τέο Τζέιμς, Ρασίντα Τζόουνς, Κριστίνα Αγκιλέρα
  • Διάρκεια: 104’
  • Διανομή: Odeon

Όλα όσα διαδραματίζονται στην τελευταία φουτουριστική ταινία του Καλιφορνέζου Ντρέικ Ντορέμους (Like Crazy) είναι άπαντα δανεισμένα από κάπου άλλου. Το «Blade Runner» διασταυρώνεται με την «Τεχνητή Νοημοσύνη» και «Ο Άνθρωπος των Δύο Αιώνων» αγκαλιάζεται σφιχτά με το «Από Μηχανής».

Στο βιο-δημιουργικό hi tech περιβάλλον μιας πολυεθνικής, που κατασκευάζονται διάφορα συνθετικά, εξελιγμένα ανθρωποειδή με ιδιαίτερες ικανότητες να διασώσουν το ανθρώπινο συναίσθημα και την συντροφικότητα, παράλληλα πλασάρονται χάπια ερωτικής ευφορίας και σούπερ ηλεκτρονικοί υπολογιστές που πιστοποιούν το κατά πόσο ταιριάζεις ή όχι με τον σύντροφό σου. Δυστοπικό, κοντινό μέλλον που προσπαθεί να χαρτογραφήσει φοβικά την μοναχικότητα, την απώλεια του ρομαντισμού και την ανικανότητα να αγαπήσεις αληθινά.

Τυλιγμένο τσαπατσούλικα σε αρτίστικη σκηνοθετική αφήγηση, το στόρι παραμένει άνευρο και ψυχρό. Ο Γιούαν Μακ Γκρέγκορ ως ο επιστήμονας μηχανικός και δημιουργός των ανθρωποειδών που «αισθάνονται» – ενώ ο ίδιος στην προσωπική του ζωή συναισθηματικά είναι ανεπίδεκτος μαθήσεως – δεν καταφέρνει να δώσει τον απαιτούμενο παλμό και να λειτουργήσει σωστά η πλοκή.

Ενδιαφέρουσα, όμως, είναι η συμμετοχή του ελληνικής καταγωγής Τέο Τζέιμς στον ρόλο του αρσενικού ανθρωποειδούς Ας. Η ομορφούλα Λέα Σεντού («Η Ζωή της Αντέλ») εδώ ως η πληθωρική Ζόι, προσωπικά δεν με έχει πείσει ακόμα για ηθοποιός προδιαγραφών.    

Ο Κόουλ  (Γιούαν ΜακΓκρέγκορ) είναι ο μηχανικός τεχνητής νοημοσύνης που προσφέρει τεχνολογικά εργαλεία για ρομαντικές σχέσεις. Η πρώτη ανακάλυψη της εταιρείας του ήταν ένας αλγόριθμος που καθορίζει την πιθανότητα μιας επιτυχημένης σχέσης, ενώ το πρόσφατό έργο του είναι οι τεχνητοί άνθρωποι που έχουν σχεδιαστεί για να γίνουν το τέλειο ταίρι.

Ο Κόουλ στην τελειοποίηση τού πρώτου συνθετικού άνδρα, του Ας (Τέο Τζέιμς) ξεκινάει μια σχέση με την συνάδελφο του Ζόι (Λέα Σεϊντού). Η σχέση τους όμως εμπλέκεται με τα επιστημονικά προϊόντα και το μέλλον της εταιρείας.

Προβάλλονται επίσης:

Το siquel τρόμου «Γενέθλια Θανάτου 2» του Κρίστοφερ Λάντον (Tulip Entertainment)

Το animation «Ο Μαγικός Κήπος» των Αρνό Μπουρόν, Αντον Κρινγκς (Tanweer)