fbpx

«Θηλυκοί κατάσκοποι, ζόμπι, ληστείες και η επιστροφή της εξαφανισμένης κυρίας», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Το σίγουρο είναι ότι οι κινηματογραφικές επανεκδόσεις σε αποκατεστημένες, ψηφιακά κόπιες, που προβάλλονται και φέτος στους θερινούς κινηματογράφους, τρέχουν βέλος, σχίζοντας θαρραλέα το νωθρό και βαρετό σινε-τοπίο των σύγχρονων παραγωγών.

Δεν θέλει φλυαρία το πράγμα. Βλέπεις τον ασπρόμαυρο «Κύριο Βερντού» με τον Τσάπλιν ή την έγχρωμη «Πισίνα» με τον Ντελόν, επί παραδείγματι, και είσαι από την κορυφή έως τα νύχια ενδεδυμένος στην νοσταλγία. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, όπως άλλωστε μου εκμυστηρεύτηκαν, περνούν απίθανα: «Η αίσθηση της καλής ταινίας είναι το ζήτημα, βρε παιδί μου, αλλά και ο χώρος μια απίθανη, χρονοκάψουλα. Ταξίδι σπουδαίο», είπαν και το χαμόγελο γόνδολα στο πρόσωπο. Οι δε νεώτεροι κινηματογραφόφιλοι, που δεν έχουν το αστάρι του παρελθόντος αλειμμένο δοξαστικά στο κύτταρο τους, (ας με συγχωρέσουν, αλλά έτσι είναι), περνούν τζετ σε αυτές τις προβολές, πρώτον γιατί απολαμβάνουν ταινίες απαράμιλλης κινηματογραφικής τέχνης σε πανέμορφα θερινά σινεμά (όλοι πια οι χώροι είναι εξαιρετικά καλαίσθητοι και φροντισμένοι και τα κυλικεία τους φουλ επανδρωμένα) και δεύτερον βιώνουν κινηματογραφικές στιγμές που τις έχουν ακούσει αφηγηματικά από γιαγιάδες, παππούδες και γονείς. Λίγο είναι αυτό;

Το έχουμε γράψει παλαιότερα και το επαναλαμβάνω: Ελάχιστες είναι οι ταινίες της σύγχρονης σοδειάς, ειδικά οι καλοκαιρινές, που αξίζουν, κι αυτές είναι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού. Κάθε χρόνο η ποιότητα σε σεναριακή αξία χαμηλώνει αισθητά τον πήχη, ενώ, πραγματικά, οι τεχνολογικοί άθλοι αυξάνονται ραγδαία στις παραγωγές. Άσε δε αυτό το τρομερό της μίμησης που το σινεμά αντιγράφει την μικρή οθόνη και είναι σαν να βλέπεις τηλεοπτικές σαπουνόπερες στην μεγάλη οθόνη με σενάρια που από το πρώτο δεκάλεπτο συστήνεσαι εγκάρδια με την μπαλαφάρα που θα δεις και ξέρεις τι θα συμβεί στην συνέχεια. 

Δεν θέλει πολύ κουβέντα το θέμα. Το παλιό είναι αλλιώς, διαθέτει χάδι στις αισθήσεις, δημιουργεί ατμόσφαιρα, έχει ζουμί το σενάριο και η ασπρόμαυρη εικόνα στο καλοκαιρινό άσπρο πανί προσδίδει ιδιαίτερη γοητεία, όπως και το έγχρωμο εκείνης της εποχής. Θέρος χωρίς κινηματογραφική νοσταλγία γίνεται; Όχι βέβαια!

«Η Κόκκινη Τζόαν»

(Green Book)

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τρέβορ Ναν
  • Με τους: Τζούντι Ντεντς, Σόφι Κούκσον, Τομ Χιούτζες, Στίβεν Κάμπελ Μουρ
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Weird Wave

Η ηλικιωμένη χήρα Τζόαν Στάνλεϊ (Τζούντι Ντεντς – πολύ καλή), που διαμένει στο ήσυχο αγγλικό προάστιο και περιποιείται τα λουλούδια της, διαβάζει στην πρωινή εφημερίδα για τον θάνατο ενός υψηλού αξιωματούχου της αγγλικής κυβέρνησης και την σκοτεινή σχέση του με το πρώην καθεστώς της σοβιετικής ένωσης. Ξαφνικά στο ήρεμο σπιτικό της εισβάλει ένοπλη η ομάδα εθνικής ασφάλειας, όπου την συλλαμβάνουν με την κατηγορία της κατασκοπείας, καθώς την εποχή του δεύτερου μεγάλου πολέμου και ενώ συμμετείχε ως επιστήμων στην ομάδα δημιουργίας της ατομικής βόμβας παρέδωσε το «κλειδί» της κατασκευής της στους Σοβιετικούς.

Η ηλικιωμένη, που κρατούσε μυστικό την ιδιότητα της κατασκόπου όλα αυτά τα χρόνια, καλείται να αποκαλύψει στις ανακριτικές αρχές την εξαιρετικά περιπετειώδη ζωή της και να απολογηθεί για τον έρωτά της με τον κατάσκοπο των Σοβιετικών, Λίο (Τομ Χιούτζες – καλός), αλλά και με τον επικεφαλής της έρευνας από την πλευρά των Άγγλων, τον επιστήμονα Μαξ Ντέιβις (Στίβεν Κάμπελ Μουρ – καλός).

Η αφήγηση μιας ολόκληρης ζωής, πολυτάραχης, γεμάτη εντάσεις και προδοσίες, που ξεκινάει με την έναρξη του μεγάλου πολέμου το 1938 και την νεαρή φοιτήτρια εφαρμοσμένης Φυσικής του πανεπιστημίου Κέιμπριτζ, Τζόαν (Σόφι Κούκσον – καλή).

Το σενάριο της ταινίας είναι βασισμένο στην αληθινή ιστορία της Αγγλίδας κατασκόπου Μελίτα Νόργουντ (25 Μαρτίου 1912 – 2 Ιουνίου 2005), η οποία από την Κα Γκε Μπε χαρακτηρίστηκε ως η σημαντικότερη θηλυκή κατάσκοπος με το κωδικό όνομα «Χόλα».

Ο σκηνοθέτης Τρέβορ Ναν (σερ παρακαλώ), καθότι τέως καλλιτεχνικός διευθυντής της «Royal Shakespeare Company», του Βασιλικού Εθνικού Θεάτρου και τώρα του «Royal Theatre, Haymarket» (το τρίτο παλαιότερο λονδρέζικο θέατρο που χρονολογείται από το 1720), βραβευμένος για τις μουσικές, θεατρικές του παραστάσεις, αλλά και για τα τηλεοπτικά θεατρικά ντοκιμαντέρ, καταπιάνεται εντελώς χαλαρά με το θέμα της κατασκόπου στην ταινία, προβάλλοντας έναν κάποιον ιδεαλισμό της εποχής και τον έρωτα πρωτίστως ως κίνητρα που οδήγησαν την κινηματογραφική Τζόαν Στάνλεϊ να συνεργαστεί με τους Σοβιετικούς. Βέβαια, στην πραγματικότητα η ηρωίδα ήταν «βαμμένη» κομμουνίστρια και μαζί με τον σύζυγό της μαχόντουσαν για το Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα (ILP) από το 1936 για να προσχωρήσουν στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Μεγάλης Βρετανίας (CPGB).

Σε αυτή την επιδερμική αναφορά για τις δραστηριότητες της  Μελίτα Νόργουντ, ο Ναν παραλείπει σοβαρότατα βιογραφικά στοιχεία, δημιουργώντας ένα ρομαντικό, ερωτικό προπολεμικό και μεσοπολεμικό flashback, στα όρια του μελό, ειδικά με τον δικηγόρο γιός της που δεν πιστεύει στα αυτιά του, πως η μητέρα του ήταν πράκτορας των Σοβιετικών. Με τον αγγλικό ακαδημαϊσμό να ηγείται αυτοκρατορικά στην κινηματογράφηση (μοιάζει με καλοστημένη τηλεταινία), ξεχωρίζουν οι ερμηνείες της καταπληκτικής Τζούντι Ντεντς (η «Μ» στον Τζέιμς Μποντ), αλλά και αυτή της Σόφι Κούκσον (η Ρόξι στα δυο «Kingsman: Η Μυστική Υπηρεσία»), που τέλος πάντων διασώζουν κάπως την κατάσταση.

«Anna»

 

 

  • Είδος: Κατασκοπικό, δράση, περιπέτεια
  • Παραγωγή: Γαλλία, Η.Π.Α (2019)
  • Σκηνοθεσία : Λικ Μπενσόν
  • Με τους: Σάσα Λους, Ελεν Μίρεν, Λουκ Εβανς, Γκίλιαν Μέρφι
  • Διάρκεια: 119’
  • Διανομή: Odeon

Η ορφανή και πανέμορφη Άννα Πολιάτοβα  (Σάσα Λους- καλή) με τις σπουδαίες σκακιστικές επιδόσεις, ζει μια άθλια ζωή ως σύντροφος Ρώσου μικροκακοποιού. Την εποχή του ψυχρού πολέμου στρατολογείται από έναν πράκτορα την KGB, τον Άλεξ Τσένκοφ (Λουκ Έβανς – καλός), που πιστεύει ότι έχει το μυαλό και τις απαραίτητες δεξιότητες που μπορούν να φανούν χρήσιμες στην κυβέρνηση.

Η εκπαιδεύτρια και μέντορας της Άννα, η σκληροπυρηνική και τελειομανής Όλγκα (Έλεν Μίρεν – πάντα άψογη) δεν πιστεύει ότι η Άννα μπορεί να τα βγάλει πέρα στην πρώτη της αποστολή. Και ενώ πετυχαίνει την δύσκολη αποστολή της, η εκπαιδεύτρια της Όλγκα την προωθεί στην ενεργό δράση με κάλυψη τον χώρο του μόντελινγκ με έδρα το Παρίσι, όπου διαπρέπει και συγχρόνως αναλαμβάνει να βγάλει από την μέση τα ανεπιθύμητα στοιχεία της ΕΣΣΔ. Εκεί γνωρίζει τον πράκτορα της CIA Λένι Μίλερ (Γκίλιαν Μέφι – ρόλος πρωινού γεύματος για τον σπουδαίο Ιρλανδό ηθοποιό των «Peaky Blinders») και αρχίζουν οι διπλοί και οι τριπλοί ρόλοι στο αιματηρό παιχνίδι των κατασκόπων.  

Ο Γάλλος σκηνοθέτης των μπλοκμπάστρες Λικ Μπενσόν, αμέσως μετά από το ευφάνταστο «Ο Βαλέριαν και η Πόλη με τους Χίλιους Πλανήτες», φανερά γοητευμένος, προφανώς, από το «Atomic Blonde» και τον «Κόκκινο Σπουργίτη», σύγχρονες παραγωγές με θηλυκούς πράκτορες να εξολοθρεύουν στόχους σε ψυχροπολεμική ατμόσφαιρα, δίνει την δική του εκδοχή αντίστοιχα με την «Anna», σκούζοντας σαν μικρό παιδί: «θέλω και ΄γω, θέλω και ΄γω βόλτα με αυτό το ποδήλατο».

Γνωστό το μοτίβο, ωραίο το πρόσωπο της Σάσα Λους, όπως δηλαδή προστάζει η σύγχρονη συνταγή θηλυκού εξολοθρευτή-κατασκόπου, χλιδή, ολίγον γκλάμουρ και σκηνοθετική αισθητική είναι τα κυρίαρχα συστατικά της ταινίας.

Η δράση, που είναι το ζητούμενο  στο είδος των ταινιών, πιάνει διακριτικά το κόκκινο στο στροφόμετρο με όλα τα αεράτα και δυναμικά αεροπλανικά (μάστορας ο Μπενσόν σε αυτό, που το πρόσφερε γενναιόδωρα με την «Lucy»), ενώ τα διάφορα σεναριακά μυστικά που ξεδιπλώνονται (ε, να έχει και κάποια αγωνία το θέμα), διανθισμένα από το δυνατό κάστινγκ, πέφτουν με κρότο στον σιδερένιο κουβά του κλισέ για να σφουγγαριστεί στη συνέχεια η εύπεπτη επιφάνεια της ταινίας.

Σκηνοθετικά το έχει ο Λικ, αλλά έπρεπε, διάολε να είχε παραμείνει στην αναντικατάστατη «Νικίτα» του. Άλλωστε είναι ο «βαρόνος» του είδους.     

«Οι Νεκροί Δεν Πεθαίνουν»

(The Dead Don't Die)

 

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζιμ Τζάρμους
  • Με τους: Μπιλ Μάρεϊ, Άνταμ Ντράβιερ, Κλόε Σεβινί, Τίλντα Σουίντον, Ντάνι Γκλόβερ, Στιβ Μπουσέμι, Τομ Γουέιτς
  • Διάρκεια: 103’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Στην ήσυχη, σχεδόν αόρατη πόλη Σέντερβιλ, κάπου στην κεντρική, βόρεια Αμερική, φαίνονται τα πάντα ήσυχα και ασφαλή στην ρουτινιάρικη καθημερινότητα της. Όμως κάτι δεν πάει καθόλου καλά. Η σελήνη τις τελευταίες μέρες φέγγει πιο έντονα και μοιάζει να έχει κατέβει ανεξήγητα χαμηλά.

Οι ώρες της ημέρας μπερδεύονται, το φως του ήλιου χάνεται, ενώ τα ζώα συμπεριφέρονται παράξενα. Οι δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις είναι ανησυχητικές και οι επιστήμονες απορούν. Κανείς όμως δεν μπορεί να προβλέψει την κατάρα που θα έρθει να σκεπάσει σύντομα αυτήν τη μικρή πόλη.

Σε λίγο οι νεκροί δεν θα πεθαίνουν. Θα γίνονται αιμοδιψή ζόμπι και θα σηκώνονται απ’ τους τάφους για να κάνουν άγριες επιθέσεις στους ζωντανούς. Οι κάτοικοι της επαρχιακής πόλης πρέπει να παλέψουν για την επιβίωσή τους απέναντι στη βαρβαρότητα των ζωντανών νεκρών. Το Σέντερβιλ είναι μια μικρή πόλη, με το diner της, την εκκλησία της και το αστυνομικό της τμήμα. Μια πόλη όπου όλοι γνωρίζονταν με όλους.

Με την ζεστή αγκαλιά των υπέροχων: Μπιλ Μάρεϊ, Άνταμ Ντράβιερ, Κλόε Σεβινί, Τίλντα Σουίντον, Ντάνι Γκλόβερ, Στιβ Μπουσέμι, Τομ Γουέιτς και Ίγκι Ποπ, ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης, ο αγαπητός των κινηματογραφόφιλων,  Τζιμ Τζάρμους, έπειτα από το βαμπιρικό «Μόνο Οι Εραστές Μένουν Ζωντανοί», αποφασίσει με την γνωστή cool διάθεση και την αέρινη κινηματογράφηση του να καταπιαστεί με τα απέθαντα ζόμπι.

Όλα καλά, όλα χαλαρά, ήρεμα και αστεία ενίοτε στο περιβάλλον του Τζάρμους, που η βία και ο τρόμος του παραδοσιακού, κινηματογραφικού είδους των ζόμπι, αντιμετωπίζονται με το γνωστό στιλάκι του σκηνοθέτη, μόνο που οι νευρώνες αυτής της ταινίας του είναι αποξηραμένοι και άοσμοι. Καλύτερα, θα έλεγα, πως είναι χαμένοι κάπου στην μετάφραση σαν μια πλακίτσα μεταξύ φίλων που αποφάσισαν όλοι μαζί, μια αγκαλιά όπως αναφέραμε, να φτιάξουν ταινιούλα και να περάσουν όμορφα ανακατεύοντας κοκτεϊλοειδώς διάφορα στοιχεία, όπως σάτιρα, βία, ποπ κολτούρα και μπόλικες αντιγραφές απουσία έμπνευσης.

Με τις καταφανείς επιρροές του και το πλήθος των αναφορών από τα κλασικά: «Το Ζωντανό Πτώμα» (White Zombie – 1932) του Βίκτορ Χαλπερίν, τον Ζακ Τουρνέρ (Περπάτησα με ένα Ζόμπι- 1943), τον Τζορτζ Ρομέρο (Η Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών – 1968), ακόμα και από το τηλεοπτικό «Walking Dead», ο Τζιμ Τζάρμους, πραγματικά, δεν ξέρει τι θέλει και που σκοπεύει τελικά.

Η ταινία δεν βγάζει τίποτα απολύτως, απ΄ όπου κι αν την κοιτάξεις και μάλιστα καλοπροαίρετα. Ούτε ατμόσφαιρα έχει, ούτε κάπου διαφοροποιείται, ούτε απλώνει το χεράκι της, όπως μας έχει συνηθίσει ο Τζάρμους, να μας χαϊδέψει και να μας κλείσει το ματάκι έξυπνα. Από τον «γεια σου» σερίφη και τον βοηθό του έως την εξωγήινη Ζέλντα απλώσαμε με δυο μανταλάκια ίσως την πιο βαρετή ταινία του. Εκτός πάλι, εάν ήθελε ο Αμερικανός, ανεξάρτητος, καθ΄ όλα αξιαγάπητος auteur, να σκηνοθετήσει πύρκαυλος μια ταινία με ζόμπι σε old fashion απόδοση και ό,τι βγει. Μαζί του και επαυξάνω, αλλά να την κρατήσει σπίτι του για να την βλέπει με το παρεάκι.

Προσωπικά, παραμένω ακόμα στην όμορφη γεύση του τελευταίου «Paterson» (2016). Δυσκολάκι το μονοπάτι του mainstream, αγαπητέ Τζίμι. Τώρα στα μεγαλώματα σε βασανίζει το δίλλημα: ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς;    

«Η Ληστεία της Στοκχόλμης»

(Stockholm)

 

 

  • Είδος: Κωμωδία, δράση
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ρόμπερτ Μπουντρό
  • Με τους: Ίθαν Χοκ, Νούμι Ραπάς, Μάρκ Στρονγκ
  • Διάρκεια: 92΄
  • Διανομή: Seven Films

Στοκχόλμη, 1973. O Λαρς (Ίθαν Χοκ – καλός), ένας Αμερικανός πρώην κατάδικος, εισβάλλει στη μεγαλύτερη τράπεζα της Σουηδικής πρωτεύουσας με σκοπό, όχι μόνο να αδειάσει το χρηματοκιβώτιο, αλλά και να απαιτήσει από τις αρχές να ελευθερώσουν τον φυλακισμένο φίλο του Γκούναρ Σόρενσον (Μαρκ Στρονγκ – καλός).

Γοητεύοντας σταδιακά τους όμηρους υπαλλήλους της τράπεζας με την χαρισματική, ευαίσθητη, αλλά και λίγο ανισόρροπη προσωπικότητά του, θα τους κάνει, όχι μόνο να τον υπερασπιστούν, αλλά να θελήσουν να τον βοηθήσουν να ξεφύγει απ’ τον στενό κλοιό της αστυνομίας και να δραπετεύσει με εκατομμύρια.

Μία από τις υπαλλήλους μάλιστα, η Μπιάνκα (Νούμι Ράπας, καλή) θα αρχίσει να τρέφει αισθήματα απέναντί του.

Ο όρος «σύνδρομο της Στοκχόλμης» προήλθε μετά την ληστεία που έγινε σε υποκατάστημα της τράπεζας Kreditbanken στο Νόρμαλμστοργκ, στην Στοκχόλμη της Σουηδίας, τον Αύγουστο του 1973. Δύο ένοπλοι άνδρες, ο Γιαν-Έρικ Όλσσον και ο Κλαρκ Όλοφσον εισέβαλαν σε αυτήν και απήγαγαν 4 υπαλλήλους της τράπεζας, τους Ελίζαμπετ Όλντγκρεν, Κρίστιν Ένμαρκ, Μπιργκίτα Λούντμπλαντ και τον Σβεν Σάφστρομ, για 6 μέρες σε θησαυροφυλάκιο της τράπεζας Sveriges Kreditbank. Ήταν η πρώτη ποινική εκδήλωση στη Σουηδία που καλύφθηκε ζωντανά στην τηλεόραση. Μετά τη σύλληψη των δραστών, οι όμηροι προσπάθησαν να συλλέξουν χρήματα, για να ενισχύσουν οικονομικά τον δικαστικό αγώνα των απαγωγέων τους και αρνήθηκαν μάλιστα να καταθέσουν εναντίον τους, επαναλαμβάνοντας ότι ήταν περισσότερο φοβισμένοι από την αστυνομία παρά από τους ληστές κατά την διάρκεια της εξαήμερης ομηρίας τους. Είχαν σαφέστατα συμπαθήσει τους απαγωγείς τους, κάτι το οποίο έδωσε ακαδημαϊκό ενδιαφέρον στο ζήτημα.

 Αυτό είναι και το περιεχόμενο της ταινίας του βραβευμένου Καναδού σκηνοθέτη Ρόμπερτ Μπουντρό, που τον γνωρίσαμε το 2015 στο βιογραφικό «Η Επιστροφή ενός Θρύλου», πάλι με τον Ίθαν Χοκ στον ρόλο του θρυλικού, τρομπετίστα της τζαζ Τσετ Μπέκερ.

Το σενάριο της ταινίας (γραμμένο από τον σκηνοθέτη) βασίστηκε σε άρθρο του δημοσιογράφου Ντάνιελ Λανγκ, δημοσιευμένο στην εφημερίδα New Yorker το 1974, με τον τίτλο «The Bank Drama». Το άρθρο εξιστορούσε πώς το 1973 οι όμηροι σε μια ληστεία τράπεζας στην Στοκχόλμη, δέθηκαν με τους απαγωγείς τους και στράφηκαν εναντίον των αρχών. και αυτό βλέπουμε. Την σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε ληστές και ομήρους, δίχως να υπάρχει αναμεταξύ τους βία και τρόμος. 

Το στήσιμο του Μπουντρό διακρίνεται από μια έντονη θεατρικότητα, καθώς όλη η πλοκή εκτυλίσσεται στους χώρους μιας τράπεζας, όπου εμφανίζονται από τα δεξιά ή τα αριστερά αστυνομικοί, μέλη των οικογενειών των ομήρων σαν να ξεπηδούν από πόρτες και διαδρόμους του σκηνικού στο θεατρικό πάλκο οι εξωγενείς πρωταγωνιστές που επηρεάζουν την υπόθεση. Αυτό έχει ένα γούστο γιατί σκέφτεσαι πως στην ήσυχη Σουηδία του 1973 κυριαρχεί η αθωότητα και τέλος πάντων η αστυνομία, μερικώς, διαθέτει μια ανθρωπιά.

Με τον Μπομπ Ντίλαν των seventies να άδει από ραδιοφώνου, ο πληθωρικός Ίαν Χοκ βγαίνει μπροστά σηκώνοντας όλη την ταινία επάνω του. Η απίθανη Νούμι Ραπάς («Το Κορίτσι με το Τατουάζ» στην αυθεντική σουηδική, κινηματογραφική έκδοση) είναι διαφορετική, απ΄ ότι την έχουμε συνηθίσει, υποδυόμενη την μικροαστή τραπεζοϋπάλληλο, όμηρο που γοητεύεται από τον χειμαρρώδη ληστή. Καλοβαλμένη ταινία χωρίς να υπογράφει υπερβάσεις στο είδος των heist movies, με χιούμορ και το στοιχείο της αφέλειας θετικά δουλεμένο.

«Η Κυρία Εξαφανίζεται»

(The Lady Vanishes)

 

  • Είδος: Θρίλερ μυστηρίου (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Αγγλία (1938) – επανέκδοση με ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια
  • Σκηνοθεσία: Αλφρεντ Χίτσκοκ
  • Με τους: Μάργκαρετ Λόκγουντ, Μάικλ Ρεντγκρέιβ, Πολ Λούκας, Ντάμε Μέι Γουίτι, Σεσίλ Πάρκερ, Λίντεν Τράβερς, Νότον Γουέιν
  • Διάρκεια: 93’
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Διακρίσεις: Βραβείο σκηνοθεσίας του Κύκλου Κριτικών Κινηματογράφου της Νέας Υόρκης (NYFCC Award)
  • Η ταινία προβάλλεται: Σινέ «Βοξ» (Εξάρχεια) – Σινέ «Όαση» (Παγκράτι) και Σινέ «Ζέφυρος» (Πετράλωνα)

Επιστρέφοντας από τις διακοπές της, η Ίρις (Μάργκαρετ Λόκγουντ – πολύ καλή), μια νεαρή Αγγλίδα που ετοιμάζεται να παντρευτεί κάποιον που δεν αγαπά, γνωρίζει στο τρένο μια γηραιά κυρία, που, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, εξαφανίζεται. Η κοπέλα ψάχνει να τη βρει.

Οι συνταξιδιώτες όμως αρνούνται ότι την έχουν ποτέ συναντήσει και ένας ψυχίατρος προσπαθεί να την πείσει ότι έχει παραισθήσεις. Στην πραγματικότητα, το τρένο είναι σφηκοφωλιά παράλογα ηρωικών και ψύχραιμων πρακτόρων και η γηραιά «εξαφανισμένη» κυρία ονόματι Μις Φρόι – και αυτή μυστικός πράκτορας – είναι δεμένη και φιμωμένη.

Η Ιρις κοντεύει να πιστέψει ότι τρελάθηκε. Κι όλοι οι υπόλοιποι, κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους ώστε να το πιστέψει. Ευτυχώς, όμως, τις έρευνές της συνδράμει ο νεαρός μουσικολόγος ερευνητής Γκίλμπερτν Ρένταμαν (Μάικλ Ρεντγκρέιβ – πολύ καλός).

Όταν το τρένο παγιδεύεται κοντά στα σύνορα και δέχεται ένοπλη επίθεση, η μις Φρόι (Ντάμε Μέι Γουίτι – καλή) κάτω από τους επιδέσμους μιας ψευδο-άρρωστης κατορθώνει να αποδράσει. Ξανασυναντιούνται όλοι μαζί στην Σκότλαντ Γιαρντ, όπου η μις Φρόι αφήνει το μήνυμα – για το οποίο διακινδύνευσε τη ζωή της, κλεισμένο στις εισαγωγικές φράσεις μιας μουσικής μελωδίας.

Η τελευταία ταινία της αγγλικής περιόδου του μέτρ του μυστηρίου Άλφρεντ Χίτσκοκ, η οποία τράβηξε την προσοχή του Χόλιγουντ με αποτέλεσμα ο Χίτσκοκ να εγκαταλείψει τα  Gainsborough Studios του Ίσλινγκτον και να μετακομίσει δια παντός στην Μέκκα της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Ο μεγαλο-παραγωγός Ντέιβιντ Ο’ Σέλζινγκ, μάλιστα, είχε πει, ότι «ο Χίτσκοκ είχε πράγματι μέλλον στο κινηματογράφο του Χόλιγουντ».

Το Βρετανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου κατέταξε την ταινία ως την 35η καλύτερη αγγλική ταινία του 20ού αιώνα, ενώ το 2017 μια δημοσκόπηση αποτελούμενη από 150 ηθοποιούς, σκηνοθέτες, συγγραφείς, παραγωγούς και κριτικούς για το περιοδικό «Time Out» έδειξε, πως «Η Κυρία Εξαφανίζεται» κατέλαβε την 31η θέση, ως η καλύτερη ταινία από δημιουργίας του αγγλικού σινεμά.

Το σενάριο των Σίντεϊ Τζίλιατ και Φρανκ Λόντερ είναι βασισμένο στο αστυνομικό μυθιστόρημα «The Wheel Spins» (1936) της Αγγλίδας συγγραφέως Έθελ Γουάιτ (Έθελ Λίνα Γουάιτ: 2 Απριλίου 1876 – 13 Αυγούστου 1944), το οποίο έπειτα από την μεγάλη κινηματογραφική επιτυχία σε σκηνοθεσία του Χίτσκοκ, το θέμα γνώρισε πάμπολλες μεταφορές στην τηλεόραση και κινηματογραφικές διασκευές.

Υπέροχη χιτσκοκική ατμόσφαιρα, μυθοπλασία με δομή αστυνομικού μυστηρίου η ταινία ξετυλίγεται στο εσωτερικό του θρυλικού Οριάν Εξπρές και παίρνει σάρκα και οστά από ένα εξαίρετο καστ ηθοποιών με χαρισματικό χιούμορ, σασπένς και κοφτούς διαλόγους.

Η ταινία ανάβει το αστέρι της καταπληκτικής Μάργκαρετ Λόκγουντ στον ρόλο της Ίρις, που αρχικά ο σκηνοθέτης θεωρούσε την Λίλι Πάλμερ ως την επικρατέστερη πρωταγωνίστρια. Και όπως πάντα συμβαίνει στις ταινίες του, ο Χίτσκοκ «δαχτυλίζει» ευγενικά το βιβλίο της  Έθελ Γουάιτ, δίνοντας περισσότερη ένταση στην πλοκή, αλλά και σαφείς πολιτικές αναφορές στην κατάσταση προ του δεύτερου μεγάλου πολέμου. Μην την χάσετε!