fbpx

banner αεροδρομίου

Θανάσης Διαμαντόπουλος, μια κουβέντα με την Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«Η φυσική τάση του μέσου ανθρώπου, ενδεχομένως ωθούμενου από το ένστικτο αυτοσυντήρησης, είναι να κλείνει αυτιά και μάτια –ίσως και να απωθεί– σε οτιδήποτε δραματικό, τραγικό, φρικώδες σφραγίζει το περιβάλλον και τον κόσμο του»   

Ο Θανάσης Διαμαντόπουλος σπούδασε αρχικά νομικά και πολιτικές επιστήμες στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και αργότερα φιλοσοφία, ψυχολογία και παιδαγωγικά στη Φιλοσοφική Σχολή του ίδιου πανεπιστημίου. Με διαδοχικές υποτροφίες της γαλλικής κυβέρνησης και του Ιδρύματος Στασινόπουλου πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Σορβόννη, με τον καθηγητή Maurice Duverger και είναι διδάκτορας πολιτικής επιστήμης του 1ου Πανεπιστημίου του Παρισιού. Πραγματοποίησε μεταδιδακτορικές έρευνες και στην Οξφόρδη. Καθηγητής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου, έχει επίσης διδάξει ως επισκέπτης καθηγητής στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών της Λίλης.

Διετέλεσε πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης. Είναι συγγραφέας πολλών επιστημονικών και δύο λογοτεχνικών βιβλίων, ενώ από τις Εκδόσεις «Πατάκη» κυκλοφορεί και το έργο του «Εκλογικά συστήματα: Θεωρία και πρακτικές εφαρμογές», «Ανάδειξη κοινοβουλίων και προέδρων δημοκρατίας», το οποίο έχει εκδοθεί σε μετάφραση και από τις Πανεπιστημιακές εκδόσεις Βρυξελλών.

Έχει συνεργασθεί επί χρόνια, ως πολιτικός σχολιαστής-αναλυτής, με την «Καθημερινή», τον «Οικονομικό Ταχυδρόμο», τον «Τύπο της Κυριακής» και το ραδιοσταθμό «Αθήνα-9.84».

Με το βιβλίο σας αυτό, δελεαστικότατο από την πρώτη σελίδα, θέλατε ίσως να προσφέρετε στο μη μυημένο κοινό, δηλαδή εμάς, μια ιστοριογνωσία της γλυκιάς μας πατρίδας των τελευταίων 70 χρόνων; Ίσως γιατί η λογοτεχνία είναι ο πιο πρόσφορος τρόπος για να μάθει κανείς ιστορία;

Πράγματι η λογοτεχνία μπορεί να λειτουργεί ως ένας ευχάριστος και άκοπος τρόπος, προκειμένου να μαθαίνουν οι αναγνώστες, πρωτίστως οι νεότεροι, την ιστορία του τόπου τους. Και η ειδική λειτουργία της λογοτεχνίας είναι να αναδεικνύει τη δραματικότητα και την τραγικότητα των επιπτώσεων των γεγονότων, τα οποία οι ιστορικοί μελετούν αποστασιοποιημένα και ουδέτερα, άλλωστε και εγώ έτσι τα προσεγγίζω στο πολύτομο –αποτελούμενο από μικρά τομίδια έργο μου «10 και μία δεκαετίες πολιτικών διαιρέσεων»–, επί συγκεκριμένων κανονικών ανθρώπων. Αν όμως αυτό κάνω και εγώ στον «Δικαστή», ο πραγματικός σκοπός του έργου είναι άλλος και θα σας τον αναφέρω, απαντώντας σε επόμενη ερώτησή σας.

Μέσα από τον «Δικαστή» σας περνάνε-περνάτε ιστορικά γεγονότα ασύλληπτης θηριωδίας που καίνε και συνεχίζουν να διχάζουν. Αντέχει ο μέσος αναγνώστης όμως τόση αλήθεια;

Η φυσική τάση του μέσου ανθρώπου, ενδεχομένως ωθούμενου από το ένστικτο αυτοσυντήρησης, είναι να κλείνει αυτιά και μάτια –ίσως και να απωθεί– σε οτιδήποτε δραματικό, τραγικό, φρικώδες σφραγίζει το περιβάλλον και τον κόσμο του. Δουλειά της λογοτεχνίας είναι να αποκαλύπτει τη φρικώδη αλήθεια και ο καθένας προσλαμβάνει, αφομοιώνει, αποδέχεται όση αντέχει.

«Η δικαιοσύνη είναι κάτι πολύ μεγάλο για να την απονέμουν δικαστές» γράφετε κάπου. Πόσο σωστό αλλά και πάλι;

Ουσιαστικά η απάντηση υπάρχει αλλού. «Ανθρώπινη κρίση και πρωτίστως ανθρώπινη εξουσία είναι ελάχιστα συμβατές με την ουσιαστική δικαιοσύνη, την κατά τον ήρωά μου «δικαιότητα»».

Και αλλού πάλι λέτε: «Ο κάθε αναγνώστης έχει την ευχέρεια να αποκρυπτογραφήσει τον συγγραφέα κατά βούληση». Δεν είναι λιγάκι «τρομακτικό» όμως αυτό για τον γράφοντα;

Εκτίθεμαι, άρα διακινδυνεύω. Διαφορετικές ερμηνείες ή ακόμα και παρερμηνείες.

Διαβάζοντας τον «Δικαστή» από την πρώτη στιγμή αναρωτήθηκα πώς επιλέξατε -εσείς ειδικά, ένας  άνθρωπος που αποπνέετε τουλάχιστον αύρα θετική- για κεντρικό ήρωα έναν αντιπαθή μισάνθρωπο, έναν αρεοπαγίτη που κουβαλάει μεν τύψεις, αλλά παρά τον ταραγμένο βίο δεν έχει μαλακώσει έστω λιγάκι;

Ο πραγματικός, ο πρώτιστος σκοπός του έργου δεν είναι η λογοτεχνική/μυθοποιημένη καταγραφή του ιστορικού δράματος της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ούτε καν η ανάδειξη της τάσης για κατάχρηση που ασκεί κάθε εξουσία. Αλλά η «απόδειξη» πως η πάλη ανάμεσα στο καλό και το κακό δεν αντιπαραθέτει διαφορετικούς ανθρώπους. Είναι μια πάλη που αενάως διεξάγεται μέσα στον ίδιο άνθρωπο, εφόσον τουλάχιστον διαθέτει υποτυπώδη συνείδηση. Δεν νομίζω πως ο Δικαστής μου είναι ένας άνθρωπος που δεν έχει μαλακώσει έστω λιγάκι. Στο τέλος πιστεύω πως το αντίθετο αναδεικνύεται.

Το μυθιστόρημα «Ο Δικαστής» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις: Μεταίχμιο

Πόσο κοντά στους άλλους δύο ήρωές σας τους νεαρούς, τον Γρηγόρη και τη Μίνα, αισθάνεστε; Βοηθάει ίσως και  η συνύπαρξη με τους φοιτητές σας στη μείωση της απόστασης;

Απλά είχα την ευκαιρία τα τελευταία χρόνια να συναναστρέφομαι πολλούς ανθρώπους, κυρίως νέους, που υπέφεραν ιδιαίτερα από την κρίση. Και αυτό προσπάθησα να αποδώσω. Παράλληλα όμως με το ότι η σύγχρονη ή, έστω, αν θεωρήσουμε πως την ξεπεράσαμε, η πρόσφατη κρίση είναι ή υπήρξε μια «κρίση πολυτελείας» σε σχέση με αυτά που έζησε η γενιά του Δικαστή, οι προηγούμενες γενιές γενικότερα.

Κλείνοντας, σκέπτεται η Μίνα: «Αν πυρπολείται το κορμί από το άγγιγμα του Γρηγόρη, το ίδιο συμβαίνει και με την ψυχή με το κοίταγμα του Ξενοφώντα έστω και πλατωνικό». Δηλαδή, μπορεί κανείς να νιώθει τη μεγαλύτερη δυνατή πληρότητα στη σεξουαλική του ζωή και να έχει φαντασιώσεις για έναν άλλο άνδρα; Σκέπτομαι πάλι κι εγώ.

Η συμβίωση, η συνύπαρξη, ο γάμος, ακόμα και όταν βασίζονται σε ισχυρό συναισθηματικό υπόβαθρο, δεν πιστεύω πως αναστέλλουν, πολλώ μάλλον πως ακυρώνουν την ικανότητα του ανθρώπου για συναισθηματικές δονήσεις και φορτίσεις.

Και κάτι ακόμα κ. Διαμαντόπουλε: Με κατασυγκίνησε το ηλεκτρονικό σας μήνυμα στον Πέτρο Τατσόπουλο την ώρα της μεγάλης  δοκιμασίας του. Τον αποκαλέσατε:  συναγωνιστή, συνοδοιπόρο, συναθλητή στο άθλημα της αυτοκριτικής και αναθεώρησης των πράξεων και του ίδιου μας του εαυτού.

Αγαπητή κυρία Πανώριου, την ειλικρινή ευγνωμοσύνη μου για τα καλά σας λόγια. Και σε σχέση με το έργο και σε σχέση με τη προσωπικότητά μου. Να είστε καλά. Και πάλι ευχαριστώ.

Και εγώ θερμά