fbpx

banner αεροδρομίου

Η συγγραφέας Σοφία Αδαμίδου συνομιλεί με τη δημοσιογράφο Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

 

 

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«…Από την άλλη έμαθα, πως η πάλη με το αδιαπέραστο «Εγώ» κάποιων ανθρώπων είναι μια πάλη άνευ αξίας»

Η συγγραφέας  Σοφία Αδαμίδου γεννήθηκε στη Χαραυγή Κοζάνης. Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής Αθήνας, πτυχιούχος του Τμήματος Διοίκησης και Οικονομίας των ΤΕΙ Αθήνας και του Κολεγίου Δημοσιογραφικών Σπουδών. Έχει άδεια δικηγόρου, αλλά δεν ασκεί το επάγγελμα.

Εργάζεται, από το 1990, ως δημοσιογράφος του καλλιτεχνικού τμήματος του «Ριζοσπάστη». Ως δημοσιογράφος εργάστηκε, επίσης, στην ΕΤ1, στη ΝΕΤ και τον ΑΝΤ1. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές «Υπάρχει μια χώρα που σου μοιάζει» και «Στην αγορά του χρόνου ανειδίκευτη», καθώς και τη βιογραφία της Σωτηρίας Μπέλλου με τίτλο «Πότε ντόρτια, πότε εξάρες» από τις εκδόσεις Πατάκη.

Το ταξίδι της στη συγγραφή θεατρικών έργων ξεκίνησε πριν από 10 χρόνια με το έργο «Σωτηρία με λένε», βασισμένο στη ζωή της Σωτηρίας Μπέλλου, που ανέβηκε για δύο σαιζόν (2007-2008 και 2008-2009) στο θέατρο «Στοά», με τη Λήδα Πρωτοψάλτη, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου. Στην πορεία συνέχισε να μας εκπλήσσει με τα έργα της, που αποτελούν κατάθεση ψυχής, κάτι που αντιλαμβάνεται το θεατρόφιλο κοινό, τα τοποθετεί στις πρώτες θέσεις και  κάνουν πιένες,  όπως λέγεται στη θεατρική γλώσσα.

Είχα την τύχη να γνωρίσω τη Σοφία Αδαμίδου από το ρεπορτάζ. Πολύ διαβασμένη, καλοπροαίρετη με τους συναδέλφους της, έτοιμη, πάντα, να βοηθήσει αν υπήρχε πρόβλημα. Ένα κορίτσι αδιάκοπα χαμογελαστό με δυο θάλασσες στα μάτια της. Και παραμένει η ίδια, απλή καταδεχτική, όπως όλοι οι σπουδαίοι άνθρωποι.

Ο πληθυντικός στη συνέντευξη που ακολουθεί δεν είναι τυπικός, αλλά απορρέει από την εκτίμηση που τρέφω στο συγγραφικό της έργο.

Τι συναισθήματα σας διακατείχαν κα. Αδαμίδου όταν ξεκινήσατε την θεατρική διασκευή του έργου του Μενέλαου Λουντέμη «Οδός Αβύσσου ,αριθμός 0»;

Τα συναισθήματα αρχικά είναι τα ίδια με κάθε ξεκίνημα. Χαρά για το καινούργιο, αγωνία για το άγνωστο, ελπίδα για το αποτέλεσμα. Όταν όμως πρόκειται να μεταφέρεις ένα τόσο γνωστό και αγαπημένο μυθιστόρημα ενός τόσο σπουδαίου συγγραφέα, στο θέατρο, όλα τα συναισθήματα διπλασιάζονται σε ένταση. Ο μυθιστορηματικός λόγος για να μπορέσει να δραματοποιηθεί και να μεταφερθεί στη σκηνή, κι έτσι να επικοινωνήσει με ένα πλατύτερο κοινό, έχει τεράστιες δυσκολίες. Πώς μεταφέρεται στο θέατρο μια πυκνή και σύνθετη μυθιστορηματική αφήγηση, έτσι ώστε ούτε να ζημιώνεται το θεατρικό αποτέλεσμα, ούτε να συνθλίβεται και να χάνεται ο μυθιστορηματικός χαρακτήρας; Με λίγα λόγια δέος, για να μην προδώσεις ούτε τον συγγραφέα, ούτε την προσδοκία αυτών που γνωρίζουν το έργο.

Επί σκηνής λοιπόν χάρη σε εσάς για πρώτη φορά όσα έζησε ο Μενέλαος Λουντέμης στο κολαστήριο  της Μακρονήσου, «όπου κυριαρχούσε η ωμή βία, ο τρόμος και η απελπισία, αλλά και η λεβεντιά και η αξιοπρέπεια των εξορισθέντων» και  με επιτυχία αμείωτη συνεχίζεται για δεύτερη σαιζόν η παράσταση. Γιατί θεωρείτε;

Χάρη σε όλους τους συντελεστές θα συμπλήρωνα. Μπορεί να έστρωσα το δρόμο, αλλά ο στόχος επιτεύχθηκε χάρη στην αγάπη και την αφοσίωση όλων, στον κοινό στόχο. Η Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτη (στη σκηνοθεσία) η πρώτη με την οποία μοιράστηκα την επιθυμία να ανεβάσουμε το έργο, ο Χριστόδουλος Στυλιανού και ο Χάρης Μαυρουδής που εκτός από τις ολοκληρωμένες ερμηνείες τους συνέβαλλαν τα μέγιστα αναλαμβάνοντας την παραγωγή επειδή πίστεψαν πολύ στη δουλειά αυτή, ο Στέλιος Γεράνης, ο Δημήτρης Μαύρος, ο Νότης Παρασκευόπουλος, άξιοι ερμηνευτές ενός δύσκολου έργου, ο Νέιβιντ Νεγρίν στα σκηνικά, η Μαρία Παπαδοπούλου στα κοστούμια, ο Νότης Μαυρουδής στη μουσική (για την οποία βραβεύτηκε), αλλά και Στέφανι Τσάκωνα, ο Αλέξανδρος Αλεξάνδρου, η Καλλιόπη Καραμάνη, ο Γιώργος Κορδέλλας, ο Δημήτρης Ζόγκας και πολλοί άλλοι μοιραζόμαστε την επιτυχία αυτής της παράστασης. Παρότι είναι ένα έργο σκληρό, για μια ιστορική περίοδο όχι και τόσο μακρινή μας, άρα πονάει ακόμη, γιατί οι πληγές δεν έχουν κλείσει, ο κόσμος το αγκαλιάζει, γιατί πιστεύω ότι έχει ανάγκη να θυμηθεί, να συγκινηθεί, να μάθει, να θυμώσει με το άδικο αλλά και να ελπίσει στο αύριο. Όλα αυτά τα συναισθήματα ενεργοποιούν και ενδυναμώνουν την πίστη και τη θέληση, όταν όλα γύρω μας καταρρέουν και μας απελπίζουν.

O Λουντέμης έγραφε μανιωδώς και υποστήριζε πως δεν τον ενδιαφέρει η Τέχνη αλλά η καταγραφή της πραγματικότητας και η κατάδειξη της κοινωνικής ανισότητας. Κι έτσι ήταν. Γι΄ αυτό λέτε να μη λείπουν σήμερα 41 χρόνια από το θάνατό του τα έργα του από τις προθήκες των βιβλιοπωλείων;

Ασφαλώς. Γιατί ο Λουντέμης είναι από τους συγγραφείς για τους οποίους η τέχνη δεν είναι αυτοσκοπός. Η αξία της τέχνης έγκειται στο κατά πόσον συμβάλλει στην υλοποίηση ενός οράματος για μια μελλούμενη κοινωνία χωρίς βία και εκμετάλλευση. Είναι από τους συγγραφείς που θεωρεί ότι υποχρεούται να φέρει σε πέρας μια κοινωνική αποστολή, υπηρετώντας συγκεκριμένους κοινωνικούς στόχους.  Επομένως το έργο του θα βρίσκεται πάντα όχι μόνο στις προθήκες των βιβλιοπωλείων  αλλά και κυρίως στις καρδιές των ανθρώπων.

Μπορούμε να πούμε κα. Αδαμίδου, ότι ο Μενέλαος Λουντέμης απέδειξε, ότι ο άνθρωπος μπορεί όταν θέλει και προσπαθεί να αλλάξει την μοίρα που του επιφύλασσαν κάποιοι. Να πετύχει το ακατόρθωτο με μόνο του όπλο την θέληση;

Ασφαλώς η θέληση, μαζί με την πίστη σε ιδανικά, την αγάπη για τον άνθρωπο, την κατάφαση στη ζωή, το αίσθημα του δίκαιου αγώνα, αποτελούν τα μοναδικά ίσως όπλα που επιβεβαιώνουν αυτό που γράφει στο «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα»: «Ζωντανός θα πει περήφανος»! Και περήφανος θα πει να μην σταυρώνεις τα χέρια αλλά ούτε το μυαλό.

Μιλήστε  μας για την προσωπική σας περιπέτεια της γραφής.

Η δική μου περιπέτεια έχει ως αφετηρία την αγάπη μου για το θέατρο και ξεκινάει τυπικά από το έργο «Σωτηρία με λένε» πριν από δέκα χρόνια όταν με ώθησε σ’ αυτό ο Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος που μου πρότεινε να μεταφέρω στη σκηνή, τη βιογραφία της Σωτηρίας Μπέλλου που είχα γράψει το 1998. Αλλά είχαν προηγηθεί αρκετά θεατρικά έργα που έμεναν στο συρτάρι, δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί άνθρωποι σαν κι εμένα χρειάζονται μια ώθηση για να αποκαλυφθούν. Όπως το έργο «Ο πόνος είναι άντρας»  για την ζωή και το έργο του Χαλεπά, που μετά από χρόνια τόλμησα να το στείλω στον θεατρικό διαγωνισμό του ΥΠΠΟ, όπου και βραβεύτηκε (2010).

Η μεγάλη ανταπόκριση του κόσμου μου έδωσε δύναμη να συνεχίσω. Και όλα μου τα έργα που έχουν δει το φως της σκηνής μέχρι στιγμής αγκαλιάστηκαν πραγματικά. Χαίρομαι που η δική μου ανάγκη να μιλήσω μέσα από τα έργα μου, συναντήθηκε με την ανάγκη του κόσμου. Αυτό το «ευχαριστώ» που μου λένε οι θεατές όταν τους συναντώ στις παραστάσεις σημαίνει για μένα πολλά. Δεν θέλω να τους διαψεύσω. Θέλω να συνεχίσω να μοιράζομαι ανάγκες και συναισθήματα. Μέσα σ’ αυτά τα δέκα χρόνια εφτά έργα μου έχουν δει το φως της σκηνής, με διπλές θεατρικές και τριπλές θεατρικές σαιζόν και φέτος με παρουσίαση τεσσάρων έργων μου. «Οδός Αβύσσου» (Ολβιο), «Άρης» (cartel), «Σωτηρία με λένε» (Νέου Κόσμου), «Λαντία» (Αλκμήνη) και έχω κάνει και την ελεύθερη απόδοση του έργου «Ανθρωποι και ποντίκια» που σκηνοθετεί ο Βασίλης Μπισμπίκης στο Cartel και θα παίζεται σε εναλλασσόμενο πρόγραμμα με τον «Αρη». Όμως, όπως κάθε περιπέτεια δεν είναι στρωμένη με ροδοπέταλα, έτσι και η δική μου περιπέτεια είχε και τις απώλειές της. Σε φίλους. Αλλά και αυτό ακόμη το βλέπω ως κέρδος, γιατί πέρα από τη γνώση που τη χρειαζόμαστε, έρχεσαι αντιμέτωπος με την αλήθεια, ότι δηλαδή, ποτέ δεν ήταν φίλοι. Καλύτερα η αλήθεια, όσο σκληρή κι αν είναι, παρά το ψέμα. Από την άλλη έμαθα πως η πάλη με το αδιαπέραστο Εγώ κάποιων ανθρώπων είναι μια πάλη άνευ αξίας. Έχω άλλους αγώνες μπροστά μου, που αξίζουν της προσοχής και της διοχέτευσης των δυνάμεων μου.

Ο βραβευμένος Τάσος Σωτηράκης ως Άρης Βουλουχιώτης
Οδός Αβύσσου, Αριθμός 0» . Οι πρωταγωνιστές και οι συντελεστές της παράστασης

«…πιστεύω ότι όλο και περισσότεροι συνοδοιπορούν με την ουσία και απορρίπτουν το εύπεπτο που δεν έχει τίποτε να τους προσφέρει»

Ο «Αρης» που βασίζεται στη ζωή και τους αγώνες του Άρη Βελουχιώτη, κρατά αμείωτο επίσης το ενδιαφέρον των θεατών για δεύτερη χρονιά.

Ναι. Μετά και από μια μικρή περιοδεία το καλοκαίρι όπου αγκαλιάστηκε από χιλιάδες θεατές. Και η αλήθεια είναι, ότι έχουμε προτάσεις για να πάμε και σε άλλες πόλεις, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό. Σύντομα θα μπορούμε να το ανακοινώσουμε. Μετά από αρκετές περιπέτειες θεατρικές τα δύο τελευταία χρόνια ευτύχησα σε υπέροχες συνεργασίες. Τόσο με τους συνεργάτες της «Αβύσσου» όσο και με του «Αρη» κατάλαβα πως πρέπει να είναι οι συνθήκες δουλειάς στο θέατρο για να γευτείς τη χαρά της ομαδικότητας. Με τον Βασίλη Μπισμπίκη και τον Τάσο Σωτηράκη γίναμε και εξακολουθούμε να είμαστε μια αγκαλιά που χωράει ένα μεγάλο στόχο και όνειρο. Τον «Αρη». Το σύμβολο της πίστης και του αγώνα. Και σ’ αυτή τη δουλειά ποιόν να πρωτοαναφέρω, τους εκπληκτικούς  Villagers of Ioannina City, την Ερωφίλη, την Φαίη Τζήμα, τον Βασίλη Καραγιάννη, τον Ηλία Φλωράκη, τον Λάμπρο Παπούλια, τον μικρό Πέτρο τον Θοδωρή Τζουανάτο, την Αγγέλα Πατσέλη, τη Στεφανία Βλάχου, τον Στέλιο Τυριακίδη… Ενα ρίσκο, ένα στοίχημα, ένα ταξίδι. Το μέγεθος του «Άρη» είναι αναμφισβήτητο. Το να το «μεταφέρεις» στη σκηνή δίκοπο μαχαίρι. Η επιτυχία της παράστασης ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Δεν ψάχνουμε ερμηνεία, απλά μας κάνει περήφανους που το τολμήσαμε.

Τι  μας δίνει η Τέχνη που δεν μας δίνει η ίδια η ζωή;

Η τέχνη επιστρέφει στον άνθρωπο, τη ζωή που έζησε συνοδοιπορούμενος, συν-στοχαζόμενος, αλληλέγγυος, Τη ζωή με τις διαψεύσεις της, που όμως με όλες τις δυσκολίες δεν χάνει την ελπίδα της. Δεν υπάρχει τέχνη αν δεν έχει ζωή, αν δεν εμπνέεται από τη ζωή και η ζωή γίνεται φτωχότερη αν δεν αφουγκραστεί την τέχνη, αν δεν βαπτιστεί την πνευματικότητα. Τέχνη και ζωή είναι δύο αρτηρίες συνδεδεμένες με την ίδια καρδιά.

Εσείς  τι  αναζητάτε γράφοντας;

Γράφω με κίνητρο την ανάγκη κι οδηγό το χρέος. Αναζητώ θέματα καταγγελτικά για όσα τραυματίζουν τις κοινωνίες, απαξιώνουν τη ζωή και τον άνθρωπο. Η ιστορία μας είναι η ουσιαστικότερη δεξαμενή άντλησης θεμάτων, όχι μόνο επειδή απηχούν, όχι μόνο γιατί αντανακλούν τα γενικότερα κοινωνικά αισθήματα, αλλά γιατί μπορούν να οργανώσουν το συναίσθημα του κόσμου ώστε να παραμείνει αλώβητο σαν το όνειρο, σαν την ανθρώπινη δύναμη. Επίσης έχω μεγάλη αδυναμία στις βιογραφίες ανθρώπων που σημάδεψαν και σημαδεύτηκαν από το ταξίδι τους στη ζωή.

Οι σπουδές σας στη νομική σας βοήθησαν στη συγγραφική σας σκέψη και έκφραση;

Όλα συνεπικουρούν σίγουρα. Οι σπουδές μου στη Νομική, οι σπουδές μου στη Διοίκηση και οικονομία στα ΤΕΙ, η δημοσιογραφία, η πολύχρονη ενασχόλησή μου με το θέατρο ως φοιτήτρια στο Θεατρικό του Πανεπιστημίου. Κυρίως όμως το πολύ διάβασμα από μικρή. Κι αυτό το χρωστάω στους γονείς μου που μου έμαθαν ότι η γνώση είναι το σημαντικότερο όπλο. Που καλλιέργησαν την ανάγκη μου, μετά το διάβασμα των μαθημάτων του σχολείου να διαβάζω ποίηση, θέατρο, μυθιστορήματα. Τα δώρα των γονιών μου από μικρή, δεν ήταν κούκλες και παιχνίδια, αλλά βιβλία. Η μάνα μου αντί για παραμύθια μας διάβαζε τον Ερωτόκριτο. Ο πατέρας μου, μου σύστησε τον Ουγκώ, τον Ντοστογιέφσκι, τον Καζαντζάκη, τον Λουντέμη, τον Ρίτσο, τον Μαγιακόφσκι, τον Μπρεχτ, τον Αρθουρ Μίλλερ.

Τι πρέπει να έχει μια ιστορία για να την υιοθετήσετε;

Να έχει αίμα και ψυχή. Να μιλά με τρυφερότητα για την τραχύτητα αυτού του κόσμου. Να έχει αλήθεια που θα ενισχύει την ελπίδα μας «στους σεισμούς που μέλλονται να ‘ρθούν» όπως έλεγε ο Μπρεχτ.

Η συγγραφέας με τον Άλκη Κούρκουλο
Η Σοφία Αδαμίδου με τον Άγγελο Αντωνόπουλο

 

Τι έχετε να πείτε εσείς γι΄ αυτό που κατά κόρον λέγεται από ανθρώπους του θεάτρου, ότι: «Από τότε που η Ελλάδα μπήκε στην κρίση, το θέατρο παρουσιάζει άνθιση»;

Λογικό το βρίσκω. Η άνθισή του οφείλετε στην αναζήτηση του ανθρώπου ν’ ακουμπήσει σε ιδέες, να αισθανθεί πως έχει σύμμαχο στο όνειρο. Το θέατρο, ως μαχητική τέχνη του το προσφέρει αυτό. Και γι’ αυτό πιστεύω ότι όλο και περισσότερο καλλιτέχνες αναζητούν αυτό που θα τους φέρει πιο κοντά στον θεατή και ο θεατής νιώθει δικαιωμένος ότι η τέχνη τον νοιάζεται περισσότερο από ότι αυτοί που αποφασίζουν για την ζωή του.

Υπάρχουν κάποιες αγαπημένες σας φράσεις;

«Στον κόσμο αυτό, αν ήρθες μόνο για να μετρήσεις τα χρόνια σου και να φύγεις, δεν έχεις να φοβηθείς από τίποτα. Ποτέ τον φρόνιμο άνθρωπο δεν τον πειράζουν… Μα αν είναι να χαθεί κάποτε ο κόσμος θα χαθεί απ’ τους φρόνιμους» από την «Οδό Αβύσσσου»… «Για την πίστη και το δίκιο πάντα υπάρχει ευκαιρία», από τον «Αρη» και αυτό που είπε ο Τζον Στάινμπεκ «Ο ίδιος ο άνθρωπος έχει γίνει η μεγαλύτερη μας απειλή και η μοναδική μας ελπίδα».

 Ο Μενέλαος Λουντέμης αποφάσισε να πεθάνει στα ξένα.

«Γιατί νάρθω στην Ελλάδα. Για ν’ ανεβοκατεβαίνω τις σκάλες των υπηρεσιών ζητιανεύοντας πατρίδα;» αναρωτιόταν κι έλεγε σε αυτούς που επέμεναν να γυρίσει. Τελικά επέστρεψε και δικαιώθηκε για όσα τράβηξε. Γιατί η αγάπη του κόσμου ήταν… δυσβάσταχτη, όπως είπε μετά το θάνατό του η κόρη του. Τελικά η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της κα. Αδαμίδου;

Ποτέ δεν συνηγόρησα μ’ αυτή τη φράση. Δεν είναι η Ελλάδα που τρώει τα παιδιά της. Είναι τα οικονομικά συμφέροντα, οι ταξικές διαφορές που δεν επιτρέπουν πολλές φορές ν’ ανθίσουν τα παιδιά που διαφέρουν, τα παιδιά που δεν θα υπηρετήσουν ποτέ τις αξίες του συστήματος. Και όσους δεν τα καταφέρνουν να τους κλείσουν το δρόμο είναι γιατί έχουν μεγαλύτερη δύναμη και πείσμα. Ευτυχώς έχουμε λαμπρά τέτοια παραδείγματα που δεν μπόρεσαν να τους φράξουν το δρόμο.

Πιστεύετε ότι θα περάσει γρήγορα η  περίοδος που ζούμε στην οποία κυριαρχεί κάθε τι ρηχό, πρόχειρο και επιφανειακό, θα εξισορροπήσουν τα πράγματα και η τεχνολογία θα μπει  στην υπηρεσία  της ουσιαστικής τέχνης;

Δεν πιστεύω ότι είναι περίοδος που θα περάσει. Πιστεύω ότι πάντα θα υπάρχει το πρόχειρο και το επιφανειακό και πάντα θα υπάρχει το ουσιαστικό και το ποιοτικό. Είναι σα να λέμε ότι το καλό θα νικήσει το κακό. Όχι. Το θέμα είναι αν το ουσιαστικό θα βρει περισσότερους συνοδοιπόρους. Και πιστεύω ότι όλο και περισσότεροι συνοδοιπορούν με την ουσία και απορρίπτουν το εύπεπτο που δεν έχει τίποτε να τους προσφέρει.

Ποια έκπληξη μας επιφυλάσσετε μελλοντικά;

Δεν είναι μια. Είναι αρκετές. Όπως καταλαβαίνετε δεν είναι ακόμη ανακοινώσιμα. Ελπίζω πραγματικά να είναι έκπληξη όπως το λέτε. Δουλεύω πάνω σε τρία πολύ σπουδαία θέματα, το ένα από αυτά το γράφουμε μαζί με τον αδελφό μου τον Μυρώδη, που κι αυτός γράφει. Το πρώτο του έργο «Μετά την Βάρκιζα» βραβεύτηκε και ανέβηκε για δύο σαιζόν με μεγάλη επιτυχία.