fbpx

banner αεροδρομίου

Η συγγραφέας Μαρία Χατζόγλου μιλάει με την Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…όταν παραγνωριστούν οι άνθρωποι, συχνά χάνεται ο σεβασμός, αρχίζουν οι ασκήμιες, οι γκρίνιες και τα χτυπήματα κάτω απ’ τη μέση»

Η Μαρία Χατζόγλου γεννήθηκε στη Μυτιλήνη, σπούδασε Νομικά και ζει στην Αθήνα, όπου και ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου. Ασχολείται και είναι λάτρης της λογοτεχνίας σε όλες τις εκφάνσεις της, μυθιστορήματα, ποίηση, δοκίμιο και θεατρικό έργο.

Ο «Νικόλυκος» είναι το δεύτερο μυθιστόρημα της, ενώ η πρώτης της επαφή με τον συγγραφικό χώρο δημιουργήθηκε με το βιβλίο: «Ορατών τε και Αόρατων», από τις εκδόσεις Πληθώρα.

Αλήθεια κ Χατζόγλου, τι σας ώθησε να γράψετε την τόσο πρωτότυπη, ιδιαίτερη αυτή ιστορία, που στην αρχή λιγάκι ξενίζει, μετά όμως δεν την αφήνεις από τα χέρια σου;

Πριν χρόνια, είχα συνεργαστεί μ’ έναν συνάδελφο δικηγόρο. Ήταν ένας εντυπωσιακός άντρας με τρομακτική ευφυΐα, ικανότητες, ευαισθησία και γνώσεις. Φαινόταν να έχει όλα τα εχέγγυα για να πάει μπροστά στη ζωή του. Τον έλεγαν Νίκο κι έπασχε από κατάθλιψη. Όταν διένυε την περίοδο της έντονης κατάθλιψης, γινόταν αλλόκοτος κι επιθετικός. Δεν άντεχε την ταλαιπωρία, τις αγχώδεις καταστάσεις του επαγγέλματος, τις δημόσιες υπηρεσίες, τους «δήθεν», τους επιδειξίες, τους υποκριτές, τις ψεύτικες συμπεριφορές, πράγματα δηλαδή συνήθη στο χώρο μας. Επίσης δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με την έλλειψη αισθητικής, την ασυνέπεια, τη γελοιότητα, σιχαινόταν  τον άνθρωπο απ’ την συμπεριφορά μέχρι και τις εκκρίσεις του (π.χ. τον ιδρώτα, το σάλιο κλπ).

Αναζητούσε το Θεό παντού και σιχαινόταν τον εαυτό του, γιατί πίστευε πως ήταν ανάξιος να τον πλησιάσει. Έλεγε πως μέσα του είχε κρυμμένο έναν λύκο. Είχα ιδιαίτερη θέση στην καρδιά του, γι’ αυτό μου ανοιγόταν και μου μιλούσε για τα οράματά του. Όταν είχε τις καλοσύνες του αγαπούσε όλον τον κόσμο, κι όταν είχε τις μαύρες του τους μισούσε όλους. Απ’ το μίσος γλίτωνα μόνο εγώ και μια άλλη καλή συνάδελφος. Η δικηγορία και η Αθήνα τον έκαναν να υποφέρει, τον κατάτρωγαν από μέσα. Σταμάτησε τη δικηγορία, μπαινόβγαινε στα ψυχιατρεία κι έπειτα χάθηκε απ’ την Αθήνα. Τούτη η επαφή μου με τον άνθρωπο αυτόν έπλασε μέσα μου το πρώτο κύτταρο της ιστορίας του Νικόλυκου. 

«Για να αντέξει την μοναξιά σκηνοθετούσε όνειρα», η ηρωίδα σας και όχι μόνο την μοναξιά και άλλα δεινά μαλακώνουν με την «φαντασία» ,δεν νομίζετε;

Τα όνειρα αποτέλεσαν πότε τη διαφυγή μου σε άλλους κόσμους, πότε τη δική μου πρακτική για ν’ αντέχω την μοναξιά. M’ αυτά και τη φαντασία κατάφερνα να μεταπλάθω την σκληρή πραγματικότητα, που ήμουν αναγκασμένη να ζω.

«Η εξωτερική εικόνα των πραγμάτων είναι η κυριότερη ανθρώπινη παγίδα. Άλλος ένας άγραφος κανόνας που κανένας δεν παραδέχεται ανοιχτά ως πάγια πρακτική της ζωής του, αλλά τον χρησιμοποιεί κατά το δοκούν προς ίδιον συμφέρον…», γράφετε κάπου αλλού. Ίσως όμως ασυναίσθητα –όχι ηθελημένα- να γίνεται αυτό;

Υπάρχουν καθημερινά γύρω μας «άνθρωποι-παγίδες». Άνθρωποι που για εξυπηρετήσουν τα εγωκεντρικά σχέδιά τους προσποιούνται, παριστάνουν κάτι άλλο από αυτό που είναι ρίχνοντας επικίνδυνα «δίχτυα» στους ανυποψίαστους. Προβάλλουν ζωές που δεν είναι δικές τους, δεν είναι αληθινές, αλλά μοιάζουν με αμερικάνικα trailers και διαφημίσεις. Αυτό το εγωκεντρικό modus vivendi έχει εξαπλωθεί τόσο πολύ με τα ΜΜΕ και τα social media που, πια, ναι: Σε πολλούς λειτουργεί αυτόματα, σχεδόν ασυναίσθητα χωρίς, δηλαδή, να υπάρχει συμφέρον ή κακία. Το προσωπείο του σύγχρονου ανθρώπου είναι η μάσκα προστασίας του απ’ το αδηφάγο πλήθος γύρω του.

«Όταν οι άνθρωποι παραγνωρίζονται, συνήθως εισβάλλει η αδιακρισία Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων που άλλους τους αφήνουν αδιάφορους,σε άλλους πάλι πλήττουν την ιδιωτικότητά τους». Ισχύει δηλ ως κανόνας το βρετανικό familiarity brings contempt (η οικειότητα φέρνει περιφρόνηση);

Θεωρώ, πολύ ενοχλητικό ελάττωμα την αδιακρισία. Προσέχω, παρά το ευγενικό κάλεσμα που δέχομαι, να μην μπαίνω σαν εισβολέας στην προσωπική σφαίρα των ανθρώπων που με συμπαθούν.Νομίζω πως όταν παραγνωριστούν οι άνθρωποι, συχνά χάνεται ο σεβασμός, αρχίζουν οι ασκήμιες, οι γκρίνιες και τα χτυπήματα κάτω απ’ τη μέση.

«..Πιστεύω, πως καθώς οδεύει ο άνθρωπος σ’ αυτό που λέμε γήρας ή τρίτη ηλικία, νιώθει όλο και περισσότερο το βάρος του ψέματος που κουβαλά στους ώμους»

«Η καρδιά δεν είναι μανταρίνι να δώσεις σε όλους ένα φετάκι. Η καρδιά δίνεται ολόκληρη», γράφετε. Καμιά φορά όμως την στραπατσάρει κανείς άσκημα με το απόλυτο δόσιμο, έτσι δεν είναι;

Αν το δόσιμο δεν είναι ολοκληρωτικό – έστω και για μια σύντομη περίοδο της ζωής μας – δεν μπορεί να περιέχει την ουσία εκείνου που επικαλούμαστε! Είναι σαν ένα ημιτελές έργο, εκ φύσεως ανεπαρκές, τόσο για την εξέλιξη του πνεύματος μας, όσο και για την πληρότητα της ψυχής μας. Δηλαδή, θα είναι κάτι σαν αγάπη, κάτι σαν έρωτας, κάτι σαν φιλία, κάτι σαν πίστη. Ναι, είναι επικίνδυνο το να δίνεται η καρδιά ολόκληρη, γι’ αυτό δίνεται σπάνια ή και ποτέ

«Μόνο οι δυνατές γυναίκες αλλάζουν τον κόσμο». Οι λοιπές, οι πιο μαλακές δεν βοηθούν κι αυτές με τον τρόπο τους;

Μόνο οι δυνατές τον αλλάζουν! Οι μαλακές γυναίκες τον συντηρούν.

«Το  ωραίο ψέμα, όταν το προσφέρεις για ιερό σκοπό και αυτοδεσμεύεσαι στον μύθο του, εν πλήρει γνώση των συνεπειών, γίνεται αληθινή ιστορία με αίσιον τέλος». Πως ορίζεται όμως ο ιερός σκοπός;

Ιερός σκοπός που ανάγεται στο εκάστοτε αξιακό σύστημα μιας κοινωνίας.

Κλείνοντας  με μια φράση σας αισιόδοξη: «Ίσως τα γηρατειά να είναι η τελευταία έξοδος προς την ελευθερία». Λέτε έτσι να είναι;

Χαίρομαι, που κρατήσατε αυτήν τη φράση για το τέλος!

Πιστεύω, πως καθώς οδεύει ο άνθρωπος σ’ αυτό που λέμε γήρας ή τρίτη ηλικία, νιώθει όλο και περισσότερο το βάρος του ψέματος που κουβαλά στους ώμους. Έχει κουραστεί να σκύβει το κεφάλι από ανάγκη, να δίνει προτεραιότητα σε πράγματα άνευ ουσίας, να προσποιείται και να συμβιβάζεται με τις κοινωνικές ιδεοληψίες, να κάνει πράγματα που δεν τον εκφράζουν και για να ανέβει οικονομικά ή κοινωνικά γλείφοντας «κατουρημένες ποδιές».

Στην ώριμη ηλικία, οφείλει να ανασυγκροτηθεί, να ξαναγίνει αθώος. Να πάρει το δρόμο που ήθελε πάντα να πάρει η ψυχή του. Να ζήσει για κείνον, να θυμηθεί τα όνειρά του, να υψώσει φωνή, ψυχή, ανάστημα.  Αυτή είναι η τελευταία έξοδος προς την ελευθερία.

Το μθιστόρημα «Νικόλυκος» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πληθώρα.