fbpx

«Η σκληρή Άγρια Δύση και η «ψυχασθενής» Ιζαμπέλ-«Γκρέτα»-Ιπέρ διασχίζουν θριαμβευτικά το «αρκτικό» κινηματογραφικό τοπίο», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Απορία γεννημένη των τελευταίων ετών αναδύεται τάχιστα εκφραζόμενη απλά και κατανοητά για το μέσο νου, ότι ουδείς και ουδεμία, εκ του απαστράπτοντος, κινηματογραφικού συστήματος, δεν έχει αποφύγει το κολάν ένδυμα και την χρωματιστή μπέρτα του υπερήρωα.

Άπαντες του «ουράνιου», φιλμικού στερεώματος, μικροί μεγάλοι, πάντα σε ερμηνευτικό εύρος εννοώ, ηθοποιάρες, ηθοποιοί, σταρς και αστεράκια της φακής, σταρλετίτσες και επίδοξες ντίβες βόλεψαν το δέμας τους σε στενάχωρα, φουτουριστικά λαμέ και βινίλ υφάσματα για να υποδυθούν κάποιον καλό σωτήρα με θεϊκές δυνάμεις σε πρώτο ή δεύτερο ρόλο ή τέλος πάντων κάποιον διαβολικό καταστροφέα που θέλει σώνει και καλά να ισοπεδώσει τον γαλάζιο πλανήτη μας.

Το μεγάλα studios, συμπεριλαμβανομένου κι αυτό της Ντίσνεϊ, που εξώφθαλμα διαφαίνεται η κυριαρχία της στο αμερικάνικο «Βατικανό», έχουν μετασχηματιστεί σε τεμένη και οι «χρυσές» βάνες της μονέδας και της καταξίωσης στην μεγάλη οθόνη μαγνητίζουν, άνευ ιδιαίτερων αμυνών, όλο το έμψυχο δυναμικό της σύγχρονης υποκριτικής σκηνής του σινεμά.

Ουδείς, τουλάχιστον από αυτούς που γουστάρουμε ως φάτσες και ερμηνευτές, δεν έχει ξεφύγει από την φάκα του στενάχωρου, διαπλανητικού κολάν ή του ευρύχωρου, διαγαλαξιακού χιτώνα και της τενεκεδένιας στολής. Όλοι, ασυζητητί, προσκύνησαν το τέμενος, φόρεσαν στολές και όλοι τους απέκτησαν μυστηριακά, εξωτικά και μυστηκιστικά ονόματα που θα μείνουν άφθαρτα στο βιογραφικό τους. Ουδείς αναμάρτητος!

Ο πρώτος τον λίθον βαλέτω, στο να συμμετέχουν, δηλαδή, τρανά ονόματα της 7ης Τέχνης σε μεταφορές χάρτινων ηρώων στην μεγάλη οθόνη, σε υποστηρικτικούς ρόλους μαϊντανού, είναι ο πολύς και αξιαγάπητος Μάρλον Μπράντο, όταν το 1978 και έπειτα από τον σαρωτικό «Νονό» του 1972 και των «Φυγάδων του Μιζούρι», φόρεσε τον λευκό, υπέρφαρδο χιτώνα, υποδυόμενος τον σοφό, λευκότριχο πατέρα του Σούπερμαν, Τζορ Ελ. Είναι η πρώτη αξιόλογη, κινηματογραφική μεταφορά του χάρτινου, εξωγήινου υπερήρωα της DC comics, σε σκηνοθεσία Ρίτσαρντ Ντόνερ και τον αείμνηστο Κρίστοβερ Ριβ στον ομώνυμο ρόλο.

Για 12 ημέρες γυρισμάτων, διάβασον διάβασον(!) ο μέγιστος Μπράντο πληρώθηκε με το αστρονομικό ποσό της εποχής των 3,7 εκατομμυρίων δολαρίων, συν ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό επί των ακαθαρίστων κερδών της ταινίας. Η συγκεκριμένη εξωπλανητική αμοιβή για τον ελάχιστο χρόνο συμμετοχής του ηθοποιού κάλυπτε επίσης και το sequel το οποίο γυρίστηκε ταυτόχρονα με την πρώτη ταινία, αλλά ο Μάρλον δεν εμφανίστηκε στο δεύτερο μέρος, καθώς είχε ασκήσει αγωγή εναντίον του παραγωγού Ίλια Σαλκάιντ, υποστηρίζοντας, ότι ο Μεξικανός παραγωγός δεν του είχε αποδώσει το συμφωνημένο ποσοστό των κερδών του.

Τελικά, ο Μάρλον κέρδισε την αγωγή, ρίχνοντας στον τραπεζικό του λογαριασμό, περίπου τα 14 εκατομμύρια δολάρια για 10 λεπτά γυρισμάτων(!!!) Τα δε πλάνα του sequel με τον Μπράντο, που δεν παίχτηκαν, για την ιστορία να αναφέρουμε, πως χρησιμοποιήθηκαν στο «Superman: Η Επιστροφή» (Superman Returns) το 2006 με πρωταγωνιστή τον Μπράντον Ρουθ και τον Μάρλον Μπράντο στον «άλλο κόσμο». Ευτυχώς γιατί θα ζήταγε και τους τόκους.

Καταλαβαίνω, πως θα αναλογιστείτε, με το δίκιο σας άλλωστε, μεγάλους ηθοποιούς σε ρόλους χάρτινων ηρώων που άφησαν εποχή στο τότε σέλιλοιντ, όπως ο Τζάκ Νίκολσον ως Τζόκερ στον «Μπάντμαν» του Τιμ Μπάρντον. Μα αυτά ήταν τα νόστιμα τυράκια, οι προθάλαμοι που οδήγησαν στην σημερινή σινε-θύελλα, που δεν έχουν αφήσει τίποτα απολύτως όρθιο και σε κάθε παρακατιανό και δευτεράντζα ηρωάκι δίνουν και από μια κινηματογραφική υπόσταση.    

Πάνω που κουβεντιάζαμε ότι ο sui generis Χοακίν Φίνιξ κρατάει άμυνες και με σθένος γυρίζει τα μούτρα του από την άλλη στους χάρτινους υπερήρωες, να ο «Τζόκερ» του Τοντ Φίλιπς που θα προβληθεί τον Οκτώβριο του 2019. Και ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο κοντά του. Τι απέμεινε; Μια Ρέιτσελ Γουάιζ και ένας Ράιαν Γκόσλινγκ, διάολε! Ελπίζουμε να κρατήσουν έναν κάποιο χαρακτήρα…        

«Οι Αδελφοί Σίστερς»

(The Sisters Brothers)

 

  • Είδος: Γουέστερν περιπέτεια
  • Παραγωγή: Γαλλία, Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ζακ Οντιάρ
  • Με τους: Τζον Σ. Ράιλι, Χοακίν Φίνιξ, Τζέικ Τζίλενχαλ, Ριζ Άχμεντ
  • Διάρκεια: 121’
  • Διανομή: Spentzos Films
  • Διακρίσεις: Ασημένιος Λέοντας Σκηνοθεσίας Φεστιβάλ Βενετίας 2018 – Βραβεία Σεζάρ: Σκηνοθεσίας, Ήχου, Φωτογραφίας, Παραγωγής

Κι όμως αυτή η ταινία, παρότι είναι συνεργασία αμερικάνικης και γαλλικής παραγωγής, εξαιρέθηκε από τα βραβεία Όσκαρ για να προωθήσουν το νετφλιξιακό «Roma», για να δώσουν καλλιτεχνική υπόσταση στην Marvel με τον «Black Panther», για να τσιμπήσουν άλλοθι με το δαχτυλισμένο «Vice: Ο Δεύτερος στην Ιεραρχία» και για να υποδείξουν πολιτισμό, «δημοκρατία»  και ισότητα με το άνευρο «Αν η Οδός Μπιλ Μπορούσε να Μιλήσει».

Ούτε μια υποψηφιότητα στον Γάλλο δουλευταρά Ζακ Οντιάρ στην πρώτη του αμερικάνικη ταινία ή στην σαρωτική ερμηνεία του Τζον Σ. Ράιλι ή στην άψογη μουσική του Αλεξάντερ Ντεσπλά ή στην παραλυτική φωτογραφία του Βέλγου Μπενουά Ντεμπί, εάν φυσικά θέλετε να αναφερθούμε σε αδικίες.

Τελικά, μόνο οι εκτός αμερικανικής επικράτειας σκηνοθέτες έχουν τα κότσια να μιλήσουν καθαρά και ακομπλεξάριστα για την σωστή εικόνα που περιβάλλει την ιστορία του έθνους της αστερόεσσας. Και αυτό μάλλον ενοχλεί τους, ας πούμε, ντόπιους. Το σενάριο είναι γραμμένο από τον ίδιο τον Οντιάρ και τον Τομά Μπιντεγκέν και βασίζεται στην ομότιτλη, δυνατή νουβέλα του 44χρονου, βραβευμένου Καναδού συγγραφέα Πάτρικ ντεΓουίτ.

Δυο αντίθετοι μεταξύ τους χαρακτήρες, όπως είναι τα αδέλφια και πληρωμένοι δολοφόνοι, Έλι και Τσάρλι Σίστερς ταξιδεύουν από το Όρεγκον της βορειοδυτικής ακτής έως το Τζάκσονβιλ της νοτιοανατολικής ακτής στην δεκαετία του 1850, τοποθετημένοι στο ιστορικό πλαίσιο προ της έναρξης του αμερικανικού, εμφυλίου πολέμου, όταν δηλαδή ακόμα ο ορισμός «Άγρια Δύση» κυριολεκτούσε ως πανέμορφη και ατίθαση γη. Πλήθος μεταναστών όλων των τύπων, κυρίως ανεγκέφαλων εγκληματιών, ο πρώτος «πυρετός» του χρυσού και η αχαρτογράφητη φύση παραδομένη στο ανθρώπινο μένος.

Κουρδισμένοι μοναδικά για γουέστερν στόρι οι ήρωες, σαν φόρος τιμής στον μεγάλο του είδους Τζον Φορντ, όπως ο μεγάλος αδελφός, ο συναισθηματικός, προσγειωμένος και συγκρατημένος Έλι Σίστερ (Τζον Σ. Ράιλι), αλλά και ο νεώτερος μέθυσος, επιπόλαιος και παρορμητικός Τσάρλι Σίστερ (Χοακίν Φίνιξ), φονιάδες και οι δυο, μέσα από τις διαφορετικές ψυχοσυνθέσεις τους κεντούν ένα ιδιαίτερο road movie που ισορροπεί επιδέξια στο δραματικό στοιχείο και στο πικρό χιούμορ, που πηγάζουν από τις αλήθειες. Το τεντωμένο σχοινί της επικίνδυνης σχοινοβασίας είναι η ίδια η Βόρεια Αμερική και ο παρανοϊκός ψυχισμός του γρήγορου πλουτισμού των εποίκων σε μια χώρα που κατακτήθηκε βίαια με αγνωσία, από την βαρβαρίλα και τα Κολτ.

Ο  Ζακ Οντιάρ ιστοριογραφεί, απελευθερώνοντας το ένστικτο του ρίχνει ανθεκτικούς, σκηνοθετικούς κάβους στην ιστορία δυο ανθρώπων – όχι και οι καλύτεροι του χωριού όπως λένε – για να καταλήξει σε ένα απίθανο φινάλε που λειτουργεί ως ιάμα στην οδύσσεια της ψυχής.             

Ο Έλι (Τζον Σ. Ράιλι – καταπληκτικός) και ο Τσάρλι (Χοακίν Φίνιξ – πολύ καλός όπως πάντα άλλωστε) είναι οι περιβόητοι πιστολάδες-φονιάδες Sister Broters, που τα πιστόλια τους είναι στην δούλεψη του «Καπετάνιου» Ρούντγκερ Χάουερ), ενός εύπορου «νονού» της εποχής. Άσοι στο πιστόλι, ο μεγάλος αδελφός, που είναι «κολλημένος» σε έναν παλιό όμορφο έρωτα με μια γυναίκα, νταντεύει και προστατεύει τον φιλόδοξο, τρελαμένο μικρό, που θέλει σύντομα να γίνει «Καπετάνιος» στην θέση του «Καπετάνιου».

Ο Καπετάνιος αναθέτει στα αδέλφια Σίστερ ακόμα μια αποστολή, που έχει να κάνει με την ανεύρεση κάποιου Χέρμαν Γουόρμ (Ριζ Άχμεντ –καλός), ο οποίος έκλεψε κάτι σημαντικό από το αφεντικό. Τον καλοσυνάτο Γουόρμ, όμως, τον παρακολουθεί, πάλι με εντολή του Καπετάνιου, ο ιχνηλάτης περιηγητής Τζον Μόρις (Τζέικ Τζίλενχαλ – καλός) για να ενημερώνει τους δολοφόνους αδελφούς που ακριβώς βρίσκεται το θύμα. Ο Μόρις που διαβάζει την «Ζωή στο Δάσος» του Χένρι Θορό, γράφει για το ταξίδι του στην ενδοχώρα, εντυπωσιάζεται από την ομορφιά της αμερικανικής υπαίθρου, μαθαίνει την αλήθεια, πως τελικά ο Καπετάνιος θέλει τον καλοσυνάτο Γουόρμ όχι γιατί είναι κλέφτης, αλλά γιατί είναι χημικός και έχει ανακαλύψει μια φόρμουλα που εντοπίζει τα κοιτάσματα χρυσού στα ποταμίσια νερά.

Οι περιβόητοι πιστολέρο, αδελφοί Σίστερ και η τρομερή φήμη τους ως οι αδίστακτοι φονιάδες να προηγείται από πόλη σε πόλη, διασχίζουν με πολλούς κινδύνους – από ανθρώπους και από την φύση – την βόρεια Αμερική από την δύση έως την ανατολή. Σε μια πόλη ως σημείο συνάντησης, τα αδέλφια συνειδητοποιούν ότι ο ιχνηλάτης Μόρις και ο προοδευτικός, χημικός Γουόρμ τα βρήκαν μεταξύ τους. Οπότε το κυνήγι τους στο τέλος του έχει δυο θύματα.   

«Η Χήρα»

(Greta)

 

  • Είδος: Ψυχολογικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Η.Π.Α, Ιρλανδία (2019)
  • Σκηνοθεσία : Νιλ Τζόρνταν
  • Με τους: Ιζαμπέλ Ιπέρ, Κλόε Γκρέις Μόρετζ, Μάικα Μονρόε
  • Διάρκεια: 99’
  • Διανομή: Tanweer

Το ότι πρωταγωνιστεί η Ιζαμπέλ Ιπέρ σε θρίλερ του Νιλ Τζόρνταν είναι μια καλή αφορμή για σινεμά σε σκοτεινή αίθουσα. Και αυτό το κερδίζει σπαθάτα ο βραβευμένος με Όσκαρ για το «Παιχνίδι των Λυγμών» Ιρλανδός σκηνοθέτης, πρώτον με την αφήγηση του και δεύτερον – που γίνεται αίφνης πρώτο –  με την απίθανη Ιζαμπέλ. Ε, για μια φορά ακόμα είναι αξεπέραστη αυτή η πολυεπίπεδη ηθοποιός. Ρόλος που φαίνεται ότι τον «διασκεδάζει» και σαν σαγηνευτική ιέρεια σε τραβάει στο απίθανο της.

Ο Τζόρνταν αποδίδει αλφάδι την καλή, αγγλική, θριλερική σχολή των κοντινών πλάνων με κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, όπως στην «Συνέντευξη με Έναν Βρικόλακα», κινηματογραφώντας πολύ έξυπνα, επίσης, την πολύβουη αμερικανική πόλη εντελώς σε English style, κάτι που προσδίδει μια γοητεία στο στόρι. Το σενάριο του Νιλ Τζόρνταν και του Ρέι Ράιτ ακολουθεί σωστά τον σκοτεινό δρόμο της αγωνίας που οδηγεί στην ψυχρή παράνοια η οποία πηγάζει από μια «γλυκιά» γυναίκα, που εξολοθρεύει γυναίκες.

Η φιλοσοφία της κατ΄ εξακολούθησης δολοφόνου, λόγω τραυματικού παρελθόντος, η μοναχικότητα και η σύγχρονη έξαψη μιας πόλης ως το κέντρο του κόσμου φτιάχνουν μια ταπισερί με ήρεμο φαινομενικά θέμα, για να καταλήξει αρκετά σύντομα σε ένα καλοβαλμένο θρίλερ ταμάμ για κινηματογράφο.

Η Κλόι Γκρέις Μόρετζ, που μας αρέσει και η κινηματογραφική της πορεία πηγαίνει βέλος στέκεται ακλόνητη δίπλα στο μεγαθήριο που ονομάζεται Ιζαμπέλ Ιπέρ. Δεν είναι το θρίλερ που θα σε αφήσει σέκο. Είναι έντιμο, καλογυρισμένο και σίγουρα θα το ευχαριστηθείτε!    

Η Φράνσις (Κλόι Γκρέις Μόρετζ – πολύ καλή), μία νεαρή σερβιτόρα που πενθεί τον θάνατο της μητέρας της, ανακαλύπτει μία χαμένη τσάντα στο μετρό της Νέας Υόρκης και αποφασίζει να την επιστρέψει στην κάτοχο της.

Αυτή είναι η αρχή μίας ασυνήθιστης φιλίας με την αινιγματική χήρα Γκρέτα (Ιζαμπέλ Ιπέρ – άψογη!), παρά τη δυσαρέσκεια της καλύτερης της φίλης Έρικα (Μάικα Μονρόε – καλή) που κατά τα άλλα βοηθάει την Γκρέις να εγκλιματιστεί στη μεγάλη πόλη.

Η Φράνσις αγνοεί τις ανησυχίες της φίλης της, όμως τα κίνητρα της Γκρέτα είναι πιο νοσηρά από αυτά που φαντάζεται ο ανθρώπινος νους.

«Οι Αγώνες Μας»

(Nos Batailles)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Βέλγιο, Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Γκιγιόμ Σενέζ
  • Με τους: Ρομέν Ντιρίς, Λουσί Ντεμπέ, Λετίσια Ντος
  • Διάρκεια: 98 λεπτά
  • Διάρκεια: 98’
  • Διανομή: One From the Heart

Η δομή της ταινίας είναι φτιαγμένη από δύο ιστορίες που τέμνονται: την εξαφάνιση της συζύγου και μητέρας, της Λώρα και τους εργατικούς αγώνες στους οποίους είναι αναμεμειγμένος ο Ολιβιέ. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει μια αντιστροφή: από τη μία ένας άνδρας που τον εγκατέλειψε η γυναίκα του με τα δύο του παιδιά, κάτι που δεν είναι συχνό στις ταινίες και από την άλλη η σταδιακή μείωση της ανθρώπινης αξίας στην τωρινή μορφή του καπιταλισμού.

 Ο Γκιγιόμ Σενέζ αν και Βέλγος στην καταγωγή -κάνοντας πολλούς να μιλούν για έναν δημιουργό πιστό στην παράδοση των αδερφών Νταρντέν- και στην δεύτερη ταινία του αντλεί περισσότερο από την αμεσότητα και τη ζεστασιά του σινεμά του μεγάλου Κεν Λόουτς.

Με όχημα μια από τις ωραιότερες και απρόσμενες ερμηνείες του Ρομέν Ντιρίς, μια απόλυτα επίκαιρη, οικουμενικής εμβέλειας δημιουργία των καιρών μας όπου συμπλέκονται μοναδικά το προσωπικό με το πολιτικό, η στράτευση με την ανάγκη για ατομικότητα, το δράμα με το χιούμορ. Το αποτέλεσμα είναι ένας μοναδικός, συγκινητικός ύμνος στην ανθρώπινη αλληλεγγύη και αντίσταση, στους μικρούς και μεγάλους αγώνες μας.

Ο Ολιβιέ κάνει ό,τι μπορεί για να αντιμετωπίσει καθημερινά τις αδικίες ενάντια στους υπαλλήλους στο εργοστάσιο όπου εργάζεται.

Αλλά από τη μια μέρα στην άλλη, όταν η σύζυγός του εγκαταλείπει ξαφνικά την οικογένεια τους, μένει μόνος του να τα βγάλει πέρα με τις ανάγκες των παιδιών, τις προκλήσεις της καθημερινότητας και τη δουλειά του. Αντιμέτωπος με αυτές τις νέες ευθύνες, αγωνίζεται να βρει μια ισορροπία. Γιατί η Λώρα δεν θα επιστρέψει.

«Arctic»

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Ισλανδία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τζο Πένα
  • Σενάριο: Μαντς Μίκελσεν, Μαρία Θέλμα Σμαραντότιρ
  • Διάρκεια: 98’
  • Διανομή: Weird Wave

Ο Τζο Πένα στο σκηνοθετικό του σημείωμα γράφει: «Τίποτα δεν αποτυπώνει καλύτερα το πόσο εύθραυστος είναι ο άνθρωπος όσο η εικόνα μιας και μόνης κουκίδας να περιπλανιέται στον απέραντο ωκεανό του λευκού χιονιού. Τίποτα δεν αποτυπώνει παραστατικότερα την αντοχή όσο ένας άνθρωπος που περπατάει αργά μέσα σε δεινή θύελλα, σε σημείο που να μην μπορείς καν να τον διακρίνεις στη χιονοθύελλα.

Η τούνδρα ήταν η καταλληλότερη τοποθεσία για να γυριστεί η ταινία. Το πιο σκληρό περιβάλλον πάνω στη Γη που μπορεί να επιβιώσει κανείς.

Παρόλα αυτά, για μένα η ταινία δεν είναι (ή τουλάχιστον δεν είναι μόνο) μια παραβολή για την πάλη ενός ανθρώπου ενάντια στη φύση. Η ταινία αφορά στον αλτρουισμό ακόμα και υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες.

Από την αρχή, ήταν ξεκάθαρο πως ο Όβεργκορντ, ο πρωταγωνιστής, έπρεπε να είναι πρότυπο ανδρός. Δεν κάνουμε καμία αναδρομή στο παρελθόν του, δεν έχουμε φωτογραφίες της οικογένειάς του, ούτε καν κάποιο σημάδι βέρας. Ο πρωταγωνιστής δεν αναζητά κάποιο νόημα στη ζωή του, κάποια αίσθηση του ανήκειν, ή εξιλέωση για παρελθόντα λάθη.

Ο Μαντς Μίκελσεν σε μια πολύ καλή ερμηνεία.

Ένας άνδρας μετά την πτώση του αεροπλάνου του παγιδεύεται στην καρδιά της Αρκτικής (είναι η περιοχή γύρω από τον Βόρειο Πόλο, στον αντίποδα της Ανταρκτικής). Προσπαθεί να επιβιώσει κατασκευάζοντας το δικό του καταφύγιο, κάνει τα αδύνατα δυνατά προκειμένου να βρει τροφή, αλλά και να αποφύγει τους κινδύνους που προκύπτουν, ενώ την ίδια στιγμή δεν παραλείπει να στέλνει σήματα S.O.S., ελπίζοντας σε διάσωση.

Πρέπει να αποφασίσει αν θα παραμείνει στην ασφάλεια του καταφυγίου του ή αν θα αναζητήσει ενδεχόμενη σωτηρία στο άγνωστο και εξαιρετικά αντίξοο περιβάλλον της Αρκτικής.

Προβάλλονται επίσης:

Το ανιμέισον  «Το Πάρκο των Θαυμάτων» του Τζος Απελμπάουμ (Odeon)