26
Πεμ, Νοε

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

Η σκηνοθέτις Κωστούλα Τωμαδάκη συνομιλεί με την Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

-154--09


«…πίσω από μαύρα μαλλιά ή στρώνοντας τη ζακέτα στους ώμους, οι γυναίκες δίνουν την δική τους ερμηνεία για τα γεγονότα και τον κόσμο»


Η σκηνοθέτις, η συγγραφέας, και όχι μόνο Κωστούλα Τωμαδάκη , που η μοναδική της πατρίδα είναι τα παιδικά της χρόνια, από τα οποία ίσως δεν έφυγε ποτέ, υπάρχει για να μας συγκινεί, να μας θυμίζει την αγάπη με την έννοια, ότι τα καλύτερα και πιο όμορφα πράγματα στον κόσμο τα αισθάνεσαι μόνο με την καρδιά.

Στα έργα της ξεκλέβει ένα κομμάτι θάλασσας που έχει το χρώμα της ψυχής της, ενώ ατενίζει το απέραντο γαλάζιο από τα κρεμαστά μπαλκόνια της Θήρας που λούζονταν στον ήλιο και στερεώνειστο καθιστικό τον καθρέφτη των ευχών.

Η Κωστούλα Τωμαδάκη γεννήθηκε μια ανοιξιάτικη νύχτα στην Αθήνα. Μένει σ' ένα λόφο στην Πετρούπολη, αλλά, επειδή αγαπάει τη θάλασσα, τα καλοκαίρια μετακομίζει στη Σαντορίνη. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά δεν τελείωσε ποτέ το μεταπτυχιακό που άρχισε γιατί τη μάγεψε ο κινηματογράφος. Έχει σκηνοθετήσει τρεις ταινίες: «Γυναίκα στην άμμο» (Κρατικό Βραβείο Υπουργείου Πολιτισμού, 1985), «Οι μοναχικές γυναίκες είναι επικίνδυνες» (Τιμητική διάκριση Υπουργείου Πολιτισμού, 1989), «Πες πως μ αγαπάς», που πήρε μέρος σε διεθνή φεστιβάλ.

Από μικρή λάτρευε τις ιστορίες, γι' αυτό έχει γράψει και βιβλία: «Πες πως μ' αγαπάς» (συγγραφή με τη Λένα Μακρή, Φυτράκης, 1998), «Από δεύτερο χέρι» (συγγραφή με τη Λένα Μακρή, Μέδουσα, 2001) «Λεκέδες σε μετάξι» (μυθιστόρημα, Εμπειρία Εκδοτική, 2002) και «Δυο αιώνες αγάπης» (μυθιστόρημα, Εμπειρία Εκδοτική, 2005).

Από τις Εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορούν τα βιβλία μου για παιδιά: «O καθρέφτης των ευχών» (2003), «Με μισή καρδιά» (2003), «Η θάλασσα έχει το χρώμα της ψυχής» (2004), «Δυο θαύματα και μια αλήθεια» (2005), «Ένα τραγούδι για την Ελένη» (2006), «Κλεμμένες καρδιές» (2007) και «Χάρισέ μου τον τελευταίο χορό» (2009). Τα τελευταία χρόνια γράφει στον έντυπο και ηλεκτρονικό Tύπο.

Είχα την τύχη να συνεργαστώ μαζί της σε μια εφημερίδα με διευθύντρια την εκλεκτή Δήμητρα Γκουντούνα.Η Κωστούλα είναι σπουδαία στη δουλειά της και εξαιρετικός άνθρωπος γιατί δεν ξέχασε τι σημαίνει ειλικρίνεια, αυθεντικότητα και ανθρωπιά και αξίζει τις τιμές που κατέχει.

Και στη δεύτερη καραντίνα που ήδη διανύουμε αναγκάστηκε να διακόψει τις δραστηριότητές της: την πρώτη μια θεατρική παράσταση και τώρα το πολύ ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ με τον τίτλο «Η μητέρα του σταθμού». Η Κωστούλα Τωμαδάκη είναι κοντά μας και μας ταξιδεύει με τους ήρωες των επιλογών της και αποπειράται μέσω της τέχνης που υπηρετεί να δημιουργήσει δίπλα στον πραγματικό κόσμο, έναν άλλο πιο ανθρώπινο.

Η σκηνοθέτις, η συγγραφέας, Κωστούλα Τωμαδάκη


Εξήντα χρόνια πέρασαν που χιλιάδες Ελληνίδες μετανάστευσαν στη Γερμανία για να εργαστούν στις φάμπρικες της κλωστοϋφαντουργίας και στη βιομηχανία ηλεκτρικών ειδών. Αυτό το θέμα πραγματεύεται το ντοκιμαντέρ με τον τίτλο «Η μητέρα του σταθμού» το οποίο προετοιμάζετε εδώ και τρία χρόνια κα. Τωμαδάκη και προσεχώς θα αρχίσετε γυρίσματα. Συγκλονιστικές σκηνές παρατηρήθηκαν τότε στο σταθμό της Θεσσαλονίκης , όταν γυναίκες με δάκρυα στα μάτια αποχαιρετούσαν τους συζύγους τους κρατώντας μωρά παιδιά στην αγκαλιά τους. Από τις συνομιλίες που είχατε με πολλές από αυτές, τί άφησαν πίσω τους φεύγοντας από την πατρίδα και τί δημιούργησαν όλα αυτά τα χρόνια στη δεύτερη πατρίδα τους;

Μισός αιώνας και κάτι από εκείνες τις εικόνες του αποχαιρετισμού με τα παιδιά να σφίγγονται στις αγκαλιές των μανάδων.Το τρένο της μεγάλης φυγής για τη Γερμανία. «Παιδάκι μου τι ψάχνεις; Οι Γερμανοί μας σκότωσαν», μου λέει η μάνα μου,γέννημα θρέμα σε ένα χωριό έξω από τα Καλάβρυτα που οι ναζί έκαψαν ως και τις πέτρες. Το σκηνικό αλλάζει δυο δεκαετίες αργότερα. Η ζωή στο χωριό ανθρώπινη και τρομακτική.Ο δρόμος της μετανάστευσης μονόδρομος. «Να πας στη Γερμανία να χορτάσεις ψωμί εσύ και τα παιδιά σου. Εγώ,δεν ήξερα καμιά δουλειά,Ούτε να γράψω το όνομά μου».

Θαυμάζω την ψύχραιμη σχεδόν αποστασιοποιημένη αλλά ολοζώντανη περιγραφή αυτών των γυναικών, όπου οι ζωές τους διασταυρώθηκαν σε κάποιο εργοστάσιο και είχαν το ίδιο όνειρο. Να επιστρέψουν στην πατρίδα, σε αυτό που άφησαν πίσω τους. Και ύστερα είναι και τα παιδιά-βαλίτσα. Τα περισσότερα προσχολικής ηλικίας που έμεναν στο χωριό με κάποια γιαγιά, που δεν θυμόντουσαν καλά καλά τις μάνες τους και εκείνες τα έβλεπαν να μεγαλώνουν μέσα από τις φωτογραφίες. Τρείς αδελφές στην οικογένεια της Γιώτας. Το ασπρόμαυρο super 8 ,μπορεί να διαβαστεί και ως χρονικό της δεκαετίας τους, δεκαετίας του 60 και 70, με μουσική υπόκρουση το «Συννεφιασμένη Κυριακή» του Τσιτσάνη και τη φωνή του Καζαντζίδη να θυμίζει στην Έλενα το επτάχρονο κορίτσι στη Γερμανία. Η φωτογραφία με τους πρώτους Γκασταρμπάιτερ του 1962. Χιλιάδες γυναίκες γύρισαν στα χωριά, προσπαθώντας να κάνουν μια νέα αρχή,αλλά, γρήγορα ένιωσαν και πάλι ξένες, αυτή τη φορά στην ίδια τους την πατρίδα. Σε αυτό στο ταυτόχρονο στην Ιστορία θέλω να εστιάσω στο «Μητέρα του σταθμού».

Παρακολουθώντας το περιπετειώδες ταξίδι τους από την πατρίδα για τον σταθμό του Μονάχου με το «Ακρόπολις Εξπρές» μέσα από τις αφηγήσεις αυτών που είναι στη ζωή πώς νιώσατε;

Εντυπωσιάστηκα από τη δύναμη αυτών των γυναικών που εκείνη την εποχή,αρχές του `60, αποφάσισαν να μεταναστεύσουν, χωρίς επίσημη ενημέρωση και βοήθεια από το κράτος, χωρίς να ξέρουν σχεδόν κανένα, ούτε καν τη γλώσσα της χώρας που πήγαιναν. Κάνεις zoom στις φωτογραφίες, μήπως μπορέσεις και διακρίνεις στο βλέμμα τους τα διλήμματα που τις ταλαιπωρούσαν, τις συγκρούσεις μέσα στην ψυχή τους. Όλοι έχουμε βρεθεί κάποια στιγμή με μια βαλίτσα στο χέρι.

Οι κόρες αυτών των γυναικών, που ανήκουν στη δεύτερη μεταναστευτική γενιά, τι έχουν να πουν σήμερα; Αναγνώρισαν τις θυσίες των μανάδων τους;

Οι κόρες κρατούν ζωντανή την ανάμνηση εκείνης της εποχής. Οι περισσότερες μεγάλωσαν ανάμεσα σε δυο χώρες προσπαθώντας να εξισορροπήσουν το πολιτισμικό και κοινωνικό χάσμα ανάμεσα στις δύο χώρες. Από το «ξένη», που άκουγαν στα διαλείμματα του Γερμανικού σχολείου, στο «γερμανάκι» που τις ακολουθούσε στο Ελληνικό.

Τι ήταν εκείνο που σας συγκλόνισε κατά την διάρκεια του ρεπεράζ για τη «Μητέρα του σταθμού»;

Οι Γυναίκες. Η αντίφαση ανάμεσα στο νεαρόν της ηλικίας και της ηρεμίας που αποπνέει μια πιο ώριμη γυναίκα. Η ίδια δύναμη και ενέργεια που τις ενώνει. Πίσω από μαύρα μαλλιά ή στρώνοντας τη ζακέτα στους ώμους, οι γυναίκες δίνουν την δική τους ερμηνεία για τα γεγονότα και τον κόσμο.

Γιατί προτιμήθηκαν γυναίκες στη διμερή συμφωνία ανάμεσα στη χώρα μας και στη Γερμανία;

Οι πρώτοι μετανάστες που έφτασαν στη Γερμανία ήταν άντρες. Οι γερμανικές αρχές δεν θέλησαν να παραδεχτούν ότι η Γερμανία ήταν χώρα υποδοχής μεταναστών. Με την δικαιολογία της προσωρινότητας των ξένων απέφυγαν να τους αναγνωρίσουν οποιοδήποτε δικαίωμα. Τους φώναζαν από την αρχή «Γκασταρμπάιτερ», που συχνά ήταν βρισιά. Οι γυναίκες πέρασαν πολύ δύσκολα χρόνια, γιατί συνήθως δούλευαν σε εργοστάσια ηλεκτρολογικού υλικού, πορσελάνης και φρόντιζαν παιδιά και σπίτια, που τις περισσότερες φορές θύμιζαν τρώγλες.

Όντως αυτές οι Ελληνίδες γυναίκες αποτέλεσαν την κινητήρια δύναμη για το οικονομικό θαύμα της Γερμανίας;

Η Γερμανία χρειαζόταν ανθρώπινο δυναμικό για τις φάμπρικες που ανθούσαν τη δεκαετία του εξήντα και του εβδομήντα. Όσο για την Ελλάδα η μετανάστευση θεωρήθηκε «ευλογία» γιατί θα απέτρεπε μια κοινωνική αναταραχή που θα προκαλούσε η μαζική ανεργία. Έτσι, η ελληνική ύπαιθρος ερήμωσε και χωριά ολόκληρα μετανάστευσαν στη Γερμανία. Κάποια παιδιά που γεννήθηκαν στη Γερμανία από Έλληνες μετανάστες και σπούδασαν στην Ελλάδα, μετά την οικονομική κρίση επέστρεψαν στη Γερμανία να βρουν δουλειά.Το πιο ταλαντούχο και εξειδικευμένο προσωπικό, όπως λένε οι επιστήμονες, έφυγε. Και είναι κι αυτό ένα νέο τραγικό κεφάλαιο, η χώρα μας να μπορεί να απασχολήσει ανειδίκευτους εργάτες αλλοδαπούς αλλά να αδυνατεί να δώσει δουλειά σε νέους ταλαντούχους εξειδικευμένους επιστήμονες και όχι μόνο.

Η σκηνοθέτις, Κωστούλα Τωμαδάκη

 

«…. Η βαλίτσα είναι το σημερινό λάπτοπ με τους χιλιάδες φίλους και άλλους τόσους ακόλουθους. Μια διαδικτυακή αγκαλιά. Ο αποχαιρετισμός. Στέκομαι αμήχανη μπροστά σε Εκείνες που το παλεύουν εδώ ή σκέφτονται να γυρίσουν στην πατρίδα»


Το τραγούδι της ξενιτιάς του Άκη Πάνου «στο σταθμό του Μονάχου με πέταξε άχου η μαύρη μοίρα μου μάνα κακομοίρα μου», εκφράζει απόλυτα τα συναισθήματα των Ελληνίδων που περίμεναν εκεί την αμαξοστοιχία από την Ελλάδα;

Ο στίχος έχει μια εξαιρετική μαστοριά και είναι πολύ δυνατός, ο Πάνου, είναι ο ποιητής της εικόνας αλλά και της πίκρας, του χωρισμού στο λαϊκό τραγούδι. Δεν έχει ψευδαισθήσεις για την τραγικότητα της ζωής. Το «με ξέχασε άχου η μαύρη μοίρα μου» έχει κάποιο κόστος και γι αυτόν που το δίνει. Τα γλέντια των μεταναστών στην ξενιτιά άφηναν πίκρα πίσω τους. Η νοσταλγία έχει πιο έντονα χρώματα. Η μουσική είναι κάτι που θυμάσαι, που διαπερνά το κύτταρό σου. Το «Συννεφιασμένη Κυριακή», για την συγγραφέα Έλενα Αρτζανίδου, παιδί μεταναστών, που γεννήθηκε στη Γερμανία, θα θυμίζει πάντα εκείνο το γλέντι των πρώτων μεταναστών και η φωνή του Καζαντζίδη αποκτά το μέγεθος ενός σύμπαντος που αγωνίζεται να βγει στο φως.

Πως θα αναστήσετε με το φακό σας τη ζωή και τα όνειρα αυτών των γυναικών;

Μ' αρέσει το ντοκιμαντέρ ως γραφή γιατί ως σκηνοθέτις περιορίζεις τα πάντα στα απολύτως απαραίτητα και έτσι δίνεις τη δυνατότητα στους ανθρώπους, να πρωταγωνιστήσουν, να πουν την ιστορία τους κατ' ευθείαν στο φακό. Η κάμερα αποκτά μια σωματικότητα, αφαιρείς οτιδήποτε περιττό. Αυτό που μένει αποκτά έτσι μια ομορφιά, μια αυθεντικότητα. Μεγάλη χαρά που οι δρόμοι μας συναντήθηκαν με την βραβευμένη φωτογράφο Κατερίνα Μαραγκουδάκη.

Πόσο άλλαξαν τα πράγματα για τους σημερινούς μετανάστες, που δεν φθάνουν πια στο .«σταθμό του Μονάχου», αλλά στο αεροδρόμιο του Χίθροου ή της Φρανκφούρτης;

Είναι τόσο γεμάτο αυτό το πλάνο με τις σύγχρονες νέες κοπέλες που έχουν συναρπαστικά βιογραφικά,ισότιμα με τις υπόλοιπες Ευρωπαίες και θέλουν να κατακτήσουν τον κόσμο. Η βαλίτσα είναι το σημερινό λάπτοπ με τους χιλιάδες φίλους και άλλους τόσους ακόλουθους. Μια διαδικτυακή αγκαλιά. Ο αποχαιρετισμός. Στέκομαι αμήχανη μπροστά σε Εκείνες που το παλεύουν εδώ ή σκέφτονται να γυρίσουν στην πατρίδα.

Από τα έδρανα του Πανεπιστημίου βρεθήκατε στα 15 μιλιμέτρ και μάλιστα βραβευτήκατε στην πρώτη σας δημιουργία. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τον κινηματογράφο ή καλύτερα ποια ήταν η πρώτη ταινία που σας έκανε να ερωτευθείτε το σινεμά;

Το «Γυναίκα στην άμμο», η πρώτη μου ταινία, ήμουν λίγο μεγαλύτερη από την κόρη μου, πήρε πολλά βραβεία και παίχτηκε σε Διεθνή Φεστιβάλ. Η Μπαζάκα στα καλύτερά της και ο Τάσος Αλεξάκης «έγραψε» στην κάμερα. Στο Πανεπιστήμιο φτιάξαμε μια Λέσχη Κινηματογράφου που έπαιζε Ροσελίνι, Παζολίνι, Κουροσάβα, τσακωμοί για Φασμπίντερ και Αγγελόπουλο. Το «8 ½» ήταν ένα σοκ, όλες αυτές οι φελινικές ανασφάλειες, φόβοι, ενοχές που συνθέτουν το όραμα της τέχνης και μετουσιώνονται σε ζωή.

Υπάρχει χώρος στην κινηματογραφική αγορά για το είδος του ντοκιμαντέρ;

Τα τελευταία χρόνια το ντοκιμαντέρ κατακτά Φεστιβάλ, μεγάλες πλατφόρμες και νέο κοινό και δεν εννοώ ηλικιακά. Ο μέσος άνθρωπος έχει μεγαλύτερη εξοικείωση με κινητά, πλατφόρμες και άρα έχει εθιστεί στην εικόνα. Το ντοκιμαντέρ ως είδος είναι άμεσο, αυθεντικό και όλο αυτό έχει μια δύναμη.

Ποιο είναι σήμερα το τοπίο του ελληνικού κινηματογράφου;

Η πανδημία δυσκόλεψε τα πράγματα που δεν ήταν κι εύκολα για τον Ελληνικό κινηματογράφο, που όμως τα πάει θαυμάσια στο εξωτερικό και στα Διεθνή Φεστιβάλ. Αυτή τη στιγμή, οι κινηματογράφοι είναι κλειστοί, η Πολιτεία ήταν ιδιαίτερα σκληρή με την τέχνη, λες και δεν είναι κομμάτι της ζωής. Σαφέστατα και πρέπει η Πολιτεία να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να σκεφτεί όλους αυτούς τους ανθρώπους των γραμμάτων και της τέχνης που βγήκαν στους δρόμους για να αγωνιστούν για τα δικαιώματά τους. Ο Πολιτισμός ουσιαστικά ακυρώθηκε από την πανδημία και τα μέτρα.

Τι δυσκολίες υπάρχουν για να γυρίσει κανείς σήμερα μία ταινία, έστω μικρού μήκους;

Πέρα από ένα καλό σενάριο, ένα ταλαντούχο σκηνοθέτη, έναν ανήσυχο διευθυντή φωτογραφίας και ηθοποιούς έτοιμους να ακολουθήσουν το όραμα του σκηνοθέτη, ο κινηματογράφος έχει και ένα οικονομικό κομμάτι, πολύ ουσιαστικό. Με λίγα λόγια, όχι μόνο θα πρέπει να έχεις στα χέρια σου μια καταπληκτική ιστορία, αλλά θα πρέπει να πείσεις τους άλλους να το χρηματοδοτήσουν. Κάποιες φορές είναι σκληρό και λιγότερες γοητευτικό.

Το σχέδιό σας να γυρίσετε ένα ντοκιμαντέρ για το Νεγρεπόντη, τον ποιητή του πολιτικού τραγουδιού, που βρίσκεται;

Έχει γίνει ένα ντοκιμαντέρ για τον στιχουργό Γιάννη Νεγρεπόντη, παραγωγή της Ένωσης Σεναριογράφων που παίχτηκε στο Κανάλι της Βουλής. Βλέποντας την ανταπόκριση του κόσμου, ιδιαίτερα για τα «καθαρά» πολιτικά τραγούδια του Γιάννη Νεγρεπόντη όπως τα «Νέγρικα», αλλά και την σύνδεση με τα γεγονότα της εποχής, θέλω να πιστεύω ότι δεν έχω τελειώσει ακόμα με εκείνη την εποχή που δεν έζησα, όπως και ότι θα είναι καταλυτική η συμβολή του Θανάση Συλιβού, που έχει ένα ιδιαίτερο βάρος η ματιά του στο ελληνικό τραγούδι. Τα πρόσφατα γεγονότα στην Αμερική με το φυλετικό ήταν η αφορμή να ξανακουστούν τα τραγούδια διαμαρτυρίας και έχω την αίσθηση, ότι όλοι θέλουμε να γεμίσουμε τα ρεζερβουάρ μας με κάτι πιο ουσιαστικό.

Ως συγγραφέας συμβάλετε δημιουργικά στις αποδράσεις μας και το έχουμε πολύ ανάγκη. Μας στηρίζεται και μας βοηθάτε να αποδράσουμε. Τι μας επιφυλάσσετε;

Αν κάτι μου λείπει είναι οι εφηβικοί μου ήρωες και οι συναντήσεις με τα παιδιά στα σχολεία. Η επίσκεψη μου στην Ελληνογαλλική Σχολή Πειραιά για να παρουσιάσω το «Αντίο Κορίτσι», ήταν λίγες μέρες πριν την καραντίνα. Μ' αρέσει η αθωότητα,η ειλικρίνεια των παιδιών. Ακόμα και η ένταση, όλες αυτές οι ανησυχίες, η άρνηση, η περιέργεια των νέων ανθρώπων. Έφευγα από τα σχολεία με ένα κεφάλι καζάνι αλλά τόσο γεμάτη από σκέψεις, συναισθήματα, να βλέπεις τον κόσμο με τα μάτια των παιδιών. Το βιβλίο σού δίνει την αίσθηση πως είναι να γράφεις στη μοναξιά. Αυτή την αίσθηση του Σαββάτου βράδυ στην άκρη της πόλης. Τελευταίο αρχινισμένο επίτευγμα η Αντέλα που ακούει Νίνα Σιμόν και Πάολα.

H Kωστούλα Τωμαδάκη (δεξιά) με την βραβευμένη ηθοποιό, περφόρμερ και σκηνοθέτιδα Ραφίκα Σαουίς (αριστερά) συνεργάζονται στην θεατρική παράσταση.


«…Αυτό που συμβαίνει στις σύγχρονες κοινωνίες είναι ότι οι άνθρωποι γίνονται όλο και πιο απάνθρωποι και σκληροί. Έχουν εγκαταλείψει κάθε ίχνος αθωότητας και αίσθησης του πραγματικού»


Τα κείμενά σας στην έντυπη δημοσιογραφία έχουν αφήσει εποχή. Τι σημαίνει αυτό για σας;

Ήταν μια περίοδος της ζωής μου που δούλευα όλη μέρα, έγραφα σε διαφορετικά έντυπα, ραδιόφωνο και δεν μου έφτανε ο χρόνος. Τότε δεν ήθελα να κάνω σινεμά και σκέφτομαι ότι ήταν ένας τρόπος επικοινωνίας. Είχε πλάκα και πέρασα υπέροχα. Γκρίνιαζα στην αρχή αλλά μετά λάτρεψα τις συνεντεύξεις και τώρα που το σκέφτομαι πιστεύω ότι έμαθα κάποια πράγματα, όπως το να είμαι ψύχραιμη και να αλλάζω γωνία. Η δημοσιογραφία για μένα ήταν οι άνθρωποι που συνάντησα. Που δούλεψα μαζί τους, που έγραψα για το έργο τους ακόμα και οι συνεντεύξεις.

Με το πρώτο κύμα του κορονοϊού ακυρώθηκε η θεατρική σας παράσταση πουείχε προγραμματιστεί να ανεβεί στο θέατρο της Πετρούπολης. Ποιο ήταν το θέμα της και πότε έχει μετατεθεί να παιχθεί;

Το «..προς ύστατον φως» (στίχος του Αισχύλου από τον Αγαμέμνωνα), παρουσιάστηκε στις 22 Ιουλίου στο Φεστιβάλ Φιλίππων στην Καβάλα, μια βδομάδα πριν το lockdown στην πόλη. Η παράσταση στο θέατρο Πέτρας τον Σεπτέμβριο ματαιώθηκε, κάτι που με στενοχώρησε γιατί αγαπώ ιδιαίτερα το συγκεκριμένο θέατρο για την ιστορία του, θυμάμαι τον Βολανάκη και τη Μελίνα, από το σπίτι μου ακούω τις συναυλίες, το εφηβικό μου «Αντίο Κορίτσι» έχει παρουσιαστεί εκεί, και είναι όλος αυτός ο κόσμος που χαίρεται κάθε φορά που κάνεις κάτι ,αυτή η γενναιοδωρία της αγκαλιάς που ακύρωσε η πανδημία. Και θέλω να ευχαριστήσω άλλη μια φορά τον Δήμαρχο Στέφανο Βλάχο,τον Νίκο Παπουτσά και τον Δημήτρη Αγγελινά για τη θερμή στήριξη, αυτό το δύσκολο καλοκαίρι.

Το «προς ύστατον φως» ήταν μια πρόταση που μου έκανε η βραβευμένη ηθοποιός, περφόρμερ και σκηνοθέτις Ραφίκα Σαουίς. Έξι γυναικείες μορφές φλερτάρουν με τα όρια του παραλόγου και της τρέλας. Το 1995 η Λήδα Τασοπούλου επέλεξε μονολόγους από έξι τραγωδίες, σε μετάφραση Κ.Χ.Μύρη, τους οποίους ερμήνευσε υπό την σκηνοθετική καθοδήγηση του Σπύρου Ευαγγελάτου, στις 25 Ιουνίου στο τότε Φεστιβάλ του Άργους. Ελπίζω ότι κάποια στιγμή θα επανέλθουμε στην κανονικότητα ώστε το καλοκαίρι να μπορέσουμε να το παρουσιάσουμε με την Σαβίνα Γιαννάτου, τη Ραφίκα Σαουίς και τον Βαγγέλη Καρίπη στα κρουστά.

Έχετε μία υπέροχη κόρη, τη Μάρω, δευτεροετή φοιτήτρια Αρχιτεκτονικής. Σας φοβίζει το μέλλον της σε μια εποχή που τίποτα πια δεν είναι δεδομένο;

Δεν θέλω να γεμίσω την κόρη μου με φόβους. Ας κρατήσει όση αθωότητα έχει περισσέψει. Η ζωή είναι απρόβλεπτη, σκληρή αλλά και ωραία. Το λέω σε όλα τα παιδιά να είναι ο εαυτός τους, να εκθέτουν τους φόβους τους, να μην ντρέπονται για αυτό που είναι, τι τους αρέσει, τι έχουν ανάγκη. Γιατί πάντα έχω στο πίσω μέρος του μυαλού μου, ακόμα και το Γέιλ να έχεις τελειώσει, να γυρνάς πίσω στη γειτονιά σου με όλες εκείνες τις μυρωδιές και τον Καζαντζίδη στη διαπασών. Αυτό που συμβαίνει στις σύγχρονες κοινωνίες είναι ότι οι άνθρωποι γίνονται όλο και πιο απάνθρωποι και σκληροί. Έχουν εγκαταλείψει κάθε ίχνος αθωότητας και αίσθησης του πραγματικού. Νύχτες ολόκληρες έχεις νιώσει την μοναξιά της πόλης ,αυτή την αίσθηση ότι είσαι μόνη, μακριά από όλους εκεί έξω. Και το επόμενο πρωινό η ανθρώπινη επαφή μπορεί να εμφανιστεί εκεί που δεν το περιμένεις. Και τότε θέλεις να βγεις στο δρόμο, να ταξιδέψεις, να κάνεις ταινίες, να γίνεις μέρος αυτού του κόσμου.

Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Αθανίτης, συζητάει με την Τί...
Η συγγραφέας Θεοφανία Ανδρονίκου Βασιλάκη, συνέντε...

By accepting you will be accessing a service provided by a third-party external to https://intownpost.com/

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares