fbpx

banner αεροδρομίου

 

«Η Πολιτισμική και Οντολογική Σημασία των Ομηρικών Επών», γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

Στα προηγούμενα άρθρα που αναλύθηκαν λεπτομερώς (εδώ) και (εδώ) έγινε αντιληπτό ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια δεν είναι δύο απλά ποιήματα τα οποία απαριθμούν κάποια έπη, αλλά περιέχουν σημαντικότατες πολιτισμικές, κοινωνικές κοσμολογικές και οντολογικές (θεολογικές) αλληγορικές έννοιες, τις οποίες ο Όμηρος πολύ έντεχνα έκρυψε κάτω από το πέπλο, αφ ‘ενός μεν του Τρωικού Πολέμου (Ιλιάδα) και αφ ‘ετέρου των περιπλανήσεων και των ταλαιπωριών που υπέστη ένας από τους βασικότερους ήρωες του Τρωικού Πολέμου για να επιστρέψει στην πατρίδα του (Οδύσσεια).

Έτσι λοιπόν αναλύθηκαν και αποκαλύφτηκαν οι κρυμμένες σημασίες κάποιων σημείων που περιγράφονται στα Ομηρικά Έπη.

"Το κτίσιμο του Δούρειου Ίππου":, Τζιοβάνι Ντομένικο Τιέπολο (περ. 1760)

Στα Ομηρικά Έπη αναφέρει ο Βασίλειος Χλέτσος, περικλείεται  κατά τρόπο αριστοτεχνικό όλη η  αρχαία Ελληνική κοινωνιο-θρησκευτική μυθιστορία. Το νοηματικό όμως εύρος τους εκτείνεται πολύ πιο πέρα από τα όρια της καλλιτεχνικής δημιουργίας και αφήγησης μυθολογικών ή ιστορικών γεγονότων, καθώς όπως θα αποκαλυφθεί στην συνέχεια, σε αυτά  περιέχονται σημαντικότατες πολιτισμικές, κοινωνιολογικές, κοσμολογικές και θεολογικές έννοιες τις οποίες ο «μυθαγωγός» Όμηρος πολύ έντεχνα έκρυψε κάτω από το πέπλο αφ’ ενός μεν του Τρωικού Πολέμου ( Ιλιάδα),  και αφ’ ετέρου στις δοκιμασίες που  περίμεναν τον πολυμήχανο Οδυσσέα στη προσπάθεια του επιστροφής του στην πατρίδα του (Οδύσσεια).

Αν δώσουμε πίστη στα λεγόμενα του Παυσανία (IX. 9, 5), ο Καλλίνος που έζησε κατά το 650, παραδέχονταν πως ο Όμηρος έγραψε και το έπος Θηβαΐς. Ο Ηρόδοτος πάλι (II, 117 και IV, 32) λέει πώς οι παλαιοί θεωρούσαν τον Όμηρο για ποιητή δύο άλλων έπων, πού ήταν γνωστά το ένα με το όνομα Κύπρια έπη και το άλλο με τον τίτλο Επίγονοι. Ο Αριστοτέλης (Ποιητική IV, 1448b, 10), ακολουθώντας άλλη παράδοση, πίστευε πως και το κωμικό έπος Μαργίτης ήταν γραμμένο από τον Όμηρο, ενώ ο Θουκυδίδης (III, 104) αποδίδει στον Όμηρο και τον Ύμνο στο Δήλιο Απόλλωνα.

Όπως βλέπουμε, η αρχαία παράδοση, χωρίς καμιά εξαίρεση, δέχονταν πώς έζησε κάποτε ένας μεγάλος ποιητής που τον έλεγαν Όμηρο. Αν οι αρχαίες μαρτυρίες δεν συμφωνούν σε κάτι, αυτό είναι: Τα χρόνια που έζησε ο ποιητής και το μέρος που γεννήθηκε. Ο Ηρόδοτος (II, 53) νομίζει πως ο Όμηρος έζησε κατά το 800. Ο Θουκυδίδης πάλι δεν μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια το χρόνο της ακμής του ποιητή, γι’ αυτό λέει πως ήταν πολύ μεταγενέστερος του Τρωικού πολέμου (Α, 3, 3). Υπάρχουν κι’ άλλες μαρτυρίες που δεν τις θεωρούμε υπολογίσιμες, γιατί δεν βασίζονται σε θετικά γεγονότα.

Η επίσημη όμως καταγραφή των ομηρικών επών φαίνεται ότι έγινε στην Aθήνα κατά τον 6ο αι. π.X. (την εποχή μάλλον που κυβερνούσε την πόλη ο τύραννος Πεισίστρατος ή ο γιος του Ίππαρχος, το 560-510 π.X.), για να υποχρεώνονται οι ραψωδοί να απαγγέλλουν τα έπη στη γιορτή των Παναθηναίων με βάση το κείμενο της επίσημης, ας πούμε, έκδοσης και να αποφεύγονται έτσι παρεμβολές.      H Οδύσσεια αποτελείται από 12.110 στίχους, ενώ η Iλιάδα από 15.693 και από τον 3ο αι. π.X. παρουσιάζονται χωρισμένες σε 24 ραψωδίες καθεμιά, στα μέρη δηλαδή που απαγγέλλονταν το ένα μετά το άλλο από τους ραψωδούς. Oι ραψωδίες διακρίνονται με τα 24 γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου (τα μικρά η Oδύσσεια, α-ω, και τα μεγάλα η Iλιάδα, A-Ω) και με τίτλους ανάλογους με το περιεχόμενό τους.

Με τον Όμηρο, πιθανόν, έγινε η μετάβαση από το προφορικά διατυπωμένο ηρωικό άσμα στη γραπτώς σχεδιασμένη ποίηση, την οποία τώρα οι ραψωδοί (ῥάπτω + ᾠδή), ακουμπώντας σε ένα ραβδί, σύμβολο εξουσίας, απήγγειλαν όρθιοι –για να κρατήσουν το ρυθμό– και χωρίς μουσική υπόκρουση όπως οι αοιδοί. Απήγγειλαν τα παλαιότερα έπη, κυρίως τα ομηρικά, και ως επί το πλείστον δε δημιουργούσαν δικά τους έργα. Ταξίδευαν συνήθως από τόπο σε τόπο και συμμετείχαν συχνά στις μεγάλες γιορτές, σε αντίθεση με τους αοιδούς που μάλλον ζούσαν στις αυλές των βασιλιάδων.

Όμηρος

Διαβάζοντας προσεκτικά την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, θα δούμε πως πουθενά οι Αχαιοί, οι Δαναοί, οι Αργείοι, δηλαδή οι λαοί που αναφέρονται και περιγράφονται τα έθιμα τους και οι βιωτικές συνθήκες τους, δεν είναι οργανωμένοι σε Κράτος. Ούτε στρατός μόνιμος υπάρχει, ούτε εκτελεστική ή νομοθετική εξουσία, ούτε ατομική ιδιοκτησία, ούτε θεσμοί γενικώς που να δείχνουν πως οι λαοί αυτοί πέρασαν σε ανώτερο στάδιο εξέλιξης όπως αναφέρει ο Ιωάννης Κορδάτος.

Η κοινωνία στα παμπάλαια εκείνα χρόνια ήταν οργανωμένη με βάση το Γένος. Υπήρχαν δηλαδή ομάδες, ομάδες που είχαν αρχηγούς που τους έλεγαν βασιλείς, γέροντας, άνακτας και που κατοικούσαν σε ορισμένες περιφέρειες, περιτειχισμένες γύρω γύρω με κάστρα εξ αιτίας των ληστρικών επιδρομών. Οι άνακτες, βασιλείς, γέροντες ήταν οι αρχηγοί, δεν είχαν όμως την εξουσία που έχουν οι μονάρχες εις τα κατόπιν χρόνια. Η θέλησή των δεν ήταν απόλυτη. Σε καιρό πολέμου και επιδρομών είχαν μεγαλύτερη δικαιοδοσία, στον καιρό ειρήνης όμως τα δικαιώματα τους ήταν περιορισμένα.

Όταν πρόκειται να πάρουν σοβαρές αποφάσεις καλούν το λαό και στις λαοσυνάξεις αυτές παίρνονται από κοινού οι αποφάσεις. Ακόμα και η δουλεία δεν έχει τη μορφή πού πήρε στην Ελλάδα από τον 8ο αιώνα και εντεύθεν. Οι δούλοι δεν είναι σκλάβοι με την πραγματική σημασία της λέξης. Είναι παραγυιοί και ψυχογυιοί του αρχηγού της οικογενείας. Το ίδιο και οι σκλάβες, είναι ψυχοκόρες και παραδουλεύτρες, γιατί δεν έχουν ακόμα ωριμάσει οι αντικειμενικοί όροι, ώστε από την εργασία τους να βγαίνει χρήσιμη υπεραξία.

Η εργασία γίνεται από κοινού από όλα τα μέλη του γένους. Ακόμα και οι βασιλείς και οι άνακτες δουλεύουν. Ο Οδυσσεύς φτιάχνει μόνος του το κρεβάτι του. Ο Τηλέμαχος καταπιάνεται με δουλειές του χεριού. Η Ναυσικά πλένει τα ρούχα της μαζί με τις δούλες στο ποτάμι. Το ίδιο γίνεται και στα αμπέλια και στα χωράφια. Και εκεί πηγαίνουν όλοι μαζί και δουλεύουν. Δεν υπάρχουν αφέντες και εργάτες. Όπου δε αναφέρονται οι θήτες είναι φως φανερό πως πρόκειται για στίχους που έχουν προστεθεί από τους ραψωδούς και τους «κωδικοποιήσαντας» την Ιλιάδα και την Οδύσσεια στα χρόνια του Πεισιστράτου.

Συνεπώς στα Ομηρικά έπη μιά κοινωνία πού έχει για βασική «κοινοτική» μονάδα το Γένος. Εδώ και εκεί φυσικά γίνεται λόγος για θεσμούς που δείχνουν πώς το Γένος διασπάσθηκε, πως υπάρχει η κληρονομική διαδοχή, πώς υπάρχει για ορισμένα είδη ατομική ιδιοκτησία, πως μερικοί Αρχηγοί έχουν εξαιρετική δικαιοδοσία. Μα όλοι αυτοί οι θεσμοί είναι νεώτεροι και οι σχετικοί στίχοι είναι προσθήκες των ραψωδών.

Το παλαιότερο κείμενο αγνοούσε όλους τους τέτοιους θεσμούς. Γι’ αυτό και ο Οδυσσεύς όταν ξαναγυρίζει στο νησί του δεν έχει κανένα δικαίωμα και δεν μπορεί να εξουσιάσει και αυτή τη γυναίκα του. Το βιός του το έτρωγαν οι Μνηστήρες της Πηνελόπης. Ο γυιός του ο Τηλέμαχος αν και βασιλόπουλο δεν είχε κανένα κύρος και αναγκάσθηκε ο πολυμήχανος πατέρας του με μπαμπεσιά να ξεπαστρέψει τους Μνηστήρες, αφού ούτε ίχνος κρατικής εξουσίας υπήρχε στο «βασίλειο» του.

Έπειτα πουθενά στα δύο έπη δεν γίνεται λόγος για νόμισμα και για εμπόριο. Οι ανταλλαγές γίνονταν πράγμα με πράγμα και σε μικρή κλίμακα. Αν πάλι ξεκαθαρίσουμε τα ομηρικά έπη από τις νεώτερες προσθήκες τους θα δούμε πώς περιγράφουν μάλλον κτηνοτροφικό παρά γεωργικό βίο. Από τα όσα πάλι λέγονται για την καλλιέργεια της γης μερικά είναι περιγραφή συνθηκών που ίσχυαν στον 8ο και τους ύστερα αιώνες.

Εξ άλλου στον αρχικό πυρήνα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας περιγράφεται η παλαιότερη εποχή που ο γεωργικός βίος δεν είχε ακόμα επικρατήσει, εξ αιτίας των ληστοπειρατικών επιδρομών.

Ο πολιτισμός τον οποίο περιγράφουν τα ομηρικά έπη είναι κυρίως ο μυκηναϊκός (12ος αι. π.Χ.), με στοιχεία μεταγενέστερα έως την εποχή του ποιητή. Στα έπη αντικατοπτρίζεται η παραδοσιακή εικόνα του κόσμου των ανθρώπων των γεωμετρικών χρόνων (11ος–8ος αι. π.Χ.) και των αριστοκρατικών ιδεωδών των ηρώων του παρελθόντος (ηρωικές περιπέτειες και αγώνες), αλλά ταυτόχρονα δίνεται και ο ραγδαίος μετασχηματισμός της εικόνας αυτής που προηγήθηκε του αποικισμού και της ακμής του εμπορίου στα μετέπειτα χρόνια.

Ο κόσμος αυτός προβάλλεται σε δύο φάσεις: σε καιρό πολέμου, στην Ιλιάδα και σε καιρό ειρήνης, στην Οδύσσεια. Η αντίληψη για την ανθρώπινη ζωή αναδύεται μέσα και από τους δύο αυτούς κόσμους. Σημαντικό συστατικό στοιχείο του κόσμου των επών είναι η κοινωνία των ολύμπιων θεών, ενωμένη με χαλαρό σύνδεσμο κάτω από την κυριαρχία του Δία. Η προσέγγιση ανθρώπων και θεών γίνεται με τρόπο εντυπωσιακό.

Οι δώδεκα θεοί του Ολύμπου και οι άλλες υποδεέστερες θεότητες αποτελούν το θρησκευτικό κύκλο των ομηρικών επών. Ζουν ευτυχισμένοι στον Όλυμπο ή απλούστερα στον ουρανό, είναι αθάνατοι, ωραιότεροι και πολύ ισχυρότεροι από τους ανθρώπους. Έχουν σώμα με θείο αίμα που ονομάζεται ἰχώρ (ὁ), τρέφονται με αμβροσία (=αθανασία) και πίνουν νέκταρ (=οίνο ερυθρό). Η λατρεία των θεών γίνεται στους ναούς και εκδηλώνεται με θυσίες και προσφορές: σπονδές (σπένδω = χύνω οίνο) για τους θεούς και χοές (χέω) για τους νεκρούς και τις χθόνιες θεότητες. Αναφέρονται επίσης αγάλματα θεών, βωμοί και ιεροί χώροι. Οι θυσίες αποτελούν σταθερό στοιχείο της ευσέβειας· μεγαλύτερες ήταν οι εκατόμβες (εκατό βόδια), που δήλωναν περισσότερο την πανηγυρική επίσημη θυσία

Οι αγγελιαφόροι και οι κήρυκες (Διός άγγελοι) είναι, επίσης, ιερά πρόσωπα, προστατευόμενα από το Δία, και με το σύμβολο του αξιώματός τους (σκήπτρον) μπορούν να πηγαινοέρχονται ελεύθερα στα αντίπαλα στρατόπεδα. Ο ομηρικός άνθρωπος πιστεύει στην ύπαρξη της ψυχής, στο μεταθανάτιο αποχωρισμό της από το σώμα, καθώς και στην εγκατάστασή της στον Άδη. Οι σκιές των νεκρών (είδωλα καμόντων) περιφέρονται άσαρκες στον Κάτω Κόσμο, τιμωρούνται στο σκοτεινό Τάρταρο ή ανταμείβονται στα Ηλύσια πεδία (άλλη ονομασία: Μακάρων νήσοι=ευλογημένα νησιά), ανάλογα με τις πράξεις τους.

Ο Όμηρος, αν και θεωρήθηκε ο κατ’ εξοχήν Ποιητής στην αρχαιοελληνική συνείδηση, δεν περιορίστηκε στο να θεωρείται μια εξέχουσα προσωπικότητα της αρχαιοελληνικής λογοτεχνίας, αλλά και ως η πλέον σοβαρή και αξιόπιστη πηγή μιας πλειάδας επιστημονικών και πολιτισμικών γνώσεων σε ένα μεγάλο εύρος τομέων.

Το γεγονός αυτό συνέτεινε σημαντικά στη θεώρησή του ως αυθεντίας. Η δε επιρροή του ήταν τέτοια που, όπως αναφέρει ο Hugo Koning (2010), «συχνά συγκρίθηκε και με τη Βίβλο» (σ. 51).

Η μοναδικότητα του φαινομένου αυτού υπογραμμίζεται καθώς στον ίδιο διαβάζουμε ότι: «οι Έλληνες που αναφέρονταν σε χωρία του υπαινίσσονταν ή αναφέρονταν ξεκάθαρα στο πρόσωπό του με ένα ζήλο» (σ. 51) που, κατά την άποψη του Mehmel (1954), όπως αναφέρεται στον Koning (2010).

Έχει υποστηριχτεί, ότι η αλληγορική ερμηνεία της Ιλιάδας και της Οδύσσειας υιοθετήθηκε από τους Στωικούς και Νεοπλατωνικούς φιλοσόφους, όχι μόνο για την «υπεράσπιση» του Ομήρου, αλλά και για την υποστήριξη των φιλοσοφικών τους οπτικών. Η ίδια η λέξη «αλληγορία», σύμφωνα με τον Ηράκλειτο τον Αλληγοριστή  (1ος αι. μ.Χ.), όπως αναφέρει ο Β. Χλέτσος, φανερώνει τη σημασία της αφού ετυμολογείται από το αγορεύω περί άλλου και εννοεί «τον λόγο που ενώ μιλάει για κάτι υπονοεί κάτι άλλο», ωστόσο η αντίστοιχη λέξη που χρησιμοποιούταν στην κλασική αρχαιότητα ήταν η λέξη «υπόνοια» που μεταχειρίστηκε μεταξύ άλλων και ο Πλάτωνας στην Πολιτεία για να περιγράψει τον αλληγορικό χαρακτήρα του Ομηρικού έργου.

Πέραν αυτού, όμως, φαίνεται ότι η αλληγορική ερμηνευτική προσέγγιση αναπτύχθηκε συστηματικά και ως απλή φυσική συνέπεια του γεγονότος ότι είναι συνυφασμένη με την πρώιμη χρονικά αρχαία ελληνική σκέψη. Μια πρώτη απόπειρα ιστορικής ιχνηλάτησης του θέματος αποκαλύπτει, ότι από την αρχαία ακόμα εποχή τα Ομηρικά Έπη ήλξαν το ενδιαφέρον των φιλοσόφων και έγιναν αφορμή για την ανάπτυξη διαφορετικών αναγνώσεων, σε μια προσπάθεια ανάδυσης μιας δυσδιάκριτης αλήθειας που φερόταν να τα διέπει. Και η αλληγορική ερμηνεία αποτέλεσε μια πρόσφορη μέθοδο.

Στην πορεία του παρόντος άρθρου θα συναντήσουμε και θα θίξουμε και διάφορα άλλα σημεία, με τα οποία αφ’ ενός μεν θα αποκαλυφθεί η θεό-οντολογική διάνοια που κρύβεται πίσω από το όνομα Όμηρος και αφ’ ετέρου η συνέχεια της θεό-οντολογικής  και κοσμολογικής Ελληνικής παράδοσης. Οι βαθύτερες αυτές αλήθειες, οι «θείες αλήθειες», κατά τους φιλοσόφους, σχετίζονταν άμεσα με την αντίληψη του θείου. Έτσι, φαίνεται ότι η αλληγορική ερμηνεία των Επών χρησιμοποιήθηκε από τους φιλοσοφικούς κύκλους σε μια προσπάθεια ανάδυσης της έννοιας του θείου το οποίο ενείχε και βιωματική διάσταση εκτός από θεωρητική.

Προς το παρόν ας δούμε ποιος ακριβώς είναι ο σκοπός κάθε ενός από τα Ομηρικά Έπη, ώστε να διευρύνουμε την συνειδητότητά μας για να τα προσεγγίζουμε κάτω από την σωστή οπτική.

Ο Πρόκλος, ο οποίος -προσεγγίζοντας τα Ομηρικά Έπη- αναφέρει ότι χρησιμοποίησε το μυθικό-συμβολικό τρόπο εξήγησης που απαιτούσε τη χρήση της απορρήτου θεωρίας του και του σώματος γνώσεων που προηγείτο αυτής με την βοήθεια της οποίας επιτυγχάνεται η ορθή κατανόηση των μύθων για τους θεούς. Κατ’ εκείνον υπάρχουν δύο τρόποι κατανόησης ενός μυθικού ποιήματος: ο κυριολεκτικός, εκείνος που εκλαμβάνει τους θεούς των μύθων ως φυσικά φαινόμενα, και εκείνος που είναι σύμφωνος με την «απόρρητο θεωρία» του Πρόκλου τον οποίο θεωρεί και ως μόνο σωστό.

Συνεχίζοντας ο Πρόκλος αναφέρει ότι  η τυφλότης του Ομήρου είναι συμβολική μιας και ο Όμηρος μας αποκαλύπτει ύψιστες θεολογικές και κοσμολογικές έννοιες, για την απόκτηση των οποίων δεν χρειάζονται οι αισθήσεις μας, αλλά μόνο η νόησή μας.

Μας επισημαίνει δε στα Σχόλια στην Πολιτεία του Πλάτωνα (1.175 ): «Νομίζω δηλαδή πως οι μύθοι θέλουν να συμβολίσουν με την Ελένη όλη την ωραιότητα του κόσμου της γένεσης που έλαβε υπόσταση με την δημιουργία, και ωραιότητα για την οποία ξεσπά μέσα σε όλο τον χρόνο ο πόλεμος των ψυχών, μέχρι την στιγμή που οι πιο νοερές ψυχές (= Έλληνες ), επικρατώντας των άλογων μορφών της ζωής ( = Τρώες ), οδηγηθούν από τον κόσμο τούτο στον εκεί τόπο (= νοητό), απ΄ όπου ξεκίνησαν καταρχάς»

Ο δε Ερμείας στα Σχόλιά του στον Φαίδρο (214.18) μας αναφέρει: «Οι θεωρητικότερον δε εξηγησάμενοι την Ιλιάδα και την Οδύσσειαν και την άνοδον διο, φασίν, εν τη Ιλιάδι, επειδή η ψυχή πολεμείται εκ της ύλης, μάχας και πολέμους και τα τοιάυτα εποίησεν, εν δε τη Οδυσσεία, παραπλέοντα τας Σειρήνας και εκφεύγοντα την Κίρκην, τους Κύκλωπας, την Καλυψώ και πάντα τα εμποδίζοντα προς αναγωγήν ψυχής και μετά ταύτα απελθόντα εις την πατρίδα, τουτέστιν εις το νοητόν».

Σταχυολογώντας μερικά σημεία που αναλύει ο Πρόκλος, παίρνουμε μια ιδέα για το τι ακριβώς σημαίνουν οι διάφορες περιγραφές των Ομηρικών επών:

«Ο Οδυσσέας μετά τον γυρισμό στην πατρίδα του, του ζητείται να πολεμήσει κάποιους βαρβάρους, αλλά αυτός αρνείται, δηλαδή η ψυχή ενθυμούμενη τι πέρασε διστάζει να ξανακατεβεί μήπως και υποπέσει σε λάθη».

      Πρόκλος – Σχόλια στον Παρμενίδη 1030.1 «Ο Νους (δηλαδή το νοητό ) είναι το μυστικό λιμάνι της ψυχής, στο οποίο η ποίηση οδηγεί τον Οδυσσέα μετά την πολλή περιπλάνηση  της ζωής. (η ψυχή – Οδυσσέας γυρνά στο νοητό από όπου προήλθε)».

      Πρόκλος – Σχόλια στον Παρμενίδη 1035.34 «Για αυτό (ο άνθρωπος ) πρέπει να απογυμνωθεί από το σαρκίο το οποίο είναι περιβεβλημένος, όπως ο Οδυσσέας από τα κουρελιασμένα ρούχα του και να μην ενδύεται πλέον (ο σκοπός της ψυχής είναι να απαλλαγεί από τους χιτώνες που έχει ενδυθεί για να μπορέσει να ενωθεί ξανά με την πηγή της που είναι το νοητό)».

Με άλλα λόγια η Ιλιάδα αλληγορεί την δημιουργία του κόσμου και την κάθοδο των ψυχών στον αισθητό κόσμο, ενώ η Οδύσσεια αλληγορεί την προσπάθεια και την πορεία που καλείται η κάθε ψυχή να ακολουθήσει ώστε να επιστρέψει στον Πατέρα της στο νοητό. Για αυτό λοιπόν και δεν θα εκπλαγούμε από την αποκάλυψη που μας κάνει ο Πρόκλος ότι η τυφλότης του Ομήρου είναι συμβολική μιας και ο Όμηρος μας αποκαλύπτει ύψιστες θεολογικές και κοσμολογικές έννοιες, για την απόκτηση των οποίων δεν χρειάζονται οι αισθήσεις μας, αλλά μόνο η νόησή μας.

Ο Όμηρος, αντίθετα, ακολουθώντας μιαν άλλη και τελειότερη, κατά την γνώμη μου, κατάσταση της ψυχής, απομακρυνόμενος από το κατ’ αίσθηση ωραίο και τοποθετώντας τη νόησή του πάνω από κάθε ορατή και φαινομενική αρμονία, υψώνοντας μάλιστα τον νου τής ψυχής του προς την αόρατη και πραγματική υπαρκτή αρμονία και οδηγημένος στην αληθινή ωραιότητα, έχασε το φως του, όπως λένε εκείνοι που συνηθίζουν κάτι τέτοια μυθολογήματα.

Είναι πάντως ολοφάνερο ότι οι μυθοπλάστες δικαιολογημένα λένε ότι τυφλώθηκε εκείνος που αγαπά την θέαση τέτοιων πραγμάτων στον κόσμο, αυτός που από τα φανερά πράγματα και τις απεικονίσεις ανυψώθηκε προς την απόκρυφη για τις αισθήσεις μας θέαση.

Αφού λοιπόν κάποιοι έκρυβαν μέσω των συμβόλων κάθε φορά την περί των όντων αλήθεια, έπρεπε και η παράδοση σχετικά με αυτούς να μεταδοθεί στους μεταγενεστέρους με τρόπο κυρίως συμβολικό.

Πρόκλος – Σχόλια στην Πολιτεία 1.174 «Άλλωστε και η λέξη μυστήρια προέρχεται από το ρήμα μύω που σημαίνει κλείνω τα μάτια. Κλείνω τα μάτια γιατί δεν μου χρειάζονται ανοιχτά, μιας και σε ότι μυηθώ, θα μυηθώ με την νόηση μου και θα αποφύγω τις αισθήσεις που θα μου δώσουν απατηλή εικόνα και γνώση».

Προσωπική γνώμη του γράφοντος είναι ότι πολύ πιθανόν λοιπόν το όνομα Όμηρος να ετυμολογείται από το Ο+μη+ορών = αυτός που δεν βλέπει.

Αποκαλυπτικός είναι και ο Πορφύριος στον επίλογο του έργου του «Περί του εν Οδυσσεία των Νυμφών Άντρου»: «Δεν πρέπει, λοιπόν, να θεωρηθούν οι ερμηνείες που παρετέθησαν παραπάνω ότι είναι απατηλές και γεννήματα φαντασιόπληκτων.

Αλλ’ αφού αναλογιστούμε την μεγάλη αξία της παλαιάς σοφίας και πόσον μεγάλη υπήρξε η φρόνηση τού Ομήρου και η ακρίβειά του, να μην τα θεωρήσουμε άχρηστα, αλλά να αναγνωρίσουμε ότι κάτω από τον μύθο αλληγορούνται από τον Όμηρο οι θειότερες εικόνες. Διότι δεν ήταν δυνατόν παρά να πλάσσει μια επιτυχή ολοκληρωμένη εικόνα, προσαρμόζοντας ορισμένα αληθινά στοιχεία». 

Πηγές

  • Τερέζης, Χ. Α. (2005). Πρόκλος: διαλεκτική και θεωρία στον νεοπλατωνικό Πρόκλο, ένα σχόλιο στον πλατωνικό διάλογο Αλκιβιάδης. Θες/νίκη: Εκδόσεις Ζήτρος.
  • Campbell, J. (1990). Μύθοι και παραδόσεις: μια βαθύτερη προσέγγιση. Αθήνα: Εκδόσεις Ιάμβλιχος.
  • Γιάννης Κ. Κορδάτος.  Προλεγόμενα στο ομηρικό ζητημα
  • Βασίλειος Χλέτσος. Το μυητικό ταξίδι των Ομηρικών Επών