fbpx

«Η Μυθολογική Προϊστορία των Ελλήνων» (Μέρος Α’ ), γράφει ο Μιχάλης Μπατής

 

 

 «Γιατί εμείς που κατοικούμε σ’ αυτή την πόλη, δεν διώξαμε από δω τους κατοίκους, ούτε τη βρήκαμε έρημη, ούτε συγκεντρωθήκαμε πολλών εθνών μιγάδες και ήρθαμε να την καταλάβουμε. Η καταγωγή μας είναι τόσο καλή και γνήσια, ώστε η ίδια η γη, στην οποία γεννηθήκαμε, βρίσκεται στην κατοχή μας χωρίς καμία διακοπή. Εμείς είμαστε αυτόχθονες και μπορούμε να ονομάσουμε την πόλη με τα ίδια ονόματα που δίνει κανείς στους πλησιέστερους συγγενείς του. Μόνο εμείς απ’ όλους τους Έλληνες έχουμε το δικαίωμα να την αποκαλούμε τροφό, πατρίδα και μητέρα».

«Όσο για την αρχαιότητα του γένους, όχι μόνο οι Έλληνες αλλά και πολλοί βάρβαροι θεωρούν τους εαυτούς τους αυτόχθονες…» (Ισοκράτης, «Πανηγυρικός», 24- 25)

«Ποιος άλλος έχει πει για την πατρίδα του τόσο ωραίο εγκώμιο όσο ο Ευριπίδης : Στ’ αλήθεια, λαός που δεν ήρθε απ’ αλλού, αλλά γεννηθήκαμε αυτόχθονες. Του Θησέα το πατρικό γένος φτάνει ως τον Ερεχθέα και τους πρώτους αυτόχθονες» (Πλούταρχος, «Περί Φυγής», 604D-E, 13)

Έχει αποδειχθεί με τον πιο εμφανή τρόπο από την επιστήμη της αρχαιολογίας και της ιστορίας ότι δεν υπάρχει ιστορία άλλου έθνους τόσο μεστή από γεγονότα και διδάγματα όσο η ιστορία των Ελλήνων. Το πόσο έχει επιδράσει ο Ελληνικός Πολιτισμός στην ανθρωπότητα και έχει καθορίσει την εξελικτική της πορεία είναι γεγονός άνευ συζητήσεως και αντιπαραθέσεως από οιονδήποτε γνωρίζει, λίγο ή πολύ, την ιστορική έρευνα με τις αποδείξεις τις οποίες έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη προς επικύρωση των ανωτέρω.

Ο Ελληνικός Πολιτισμός έχει γηγενή προέλευση στον ελληνικό χώρο και ο Έλλην ζούσε στον ίδιον τόπο όπου διαβιεί και σήμερα αυτόχθων όντας, άσχετα εάν κάποιοι τον θέλουν ως προερχόμενο από άλλους λαούς όπως τους ινδοευρωπαίους οι οποίοι ιστορικά ουδέποτε υπήρξαν πλην στην φαντασία των υποστηρικτών της αντίστοιχης ινδοευρωπαϊκής θεωρίας. Προκειμένου να κατανοηθεί η γηγενής προέλευση του Ελληνικού Έθνους απαιτείται να ανατρέξουμε στη μελέτη της προϊστορίας της Μεσογείου η οποία ήταν εντελώς διαφορετική κατά τους αρχαίους χρόνους.

Βρισκόμαστε λοιπόν στη Μεσόγειο προ 20 ή 30 ή και πλέον χιλιάδων ετών, όταν στη Μέση Γη, δηλαδή τη Μεσόγειο, η οποία ευρίσκετε μεταξύ Ελλάδος και Αφρικής, υπάρχον αντί της θάλασσας μία ή και δύο μεγάλες λίμνες μαζί με μία εύφορη κοιλάδα με εύκρατο κλίμα. Εντός της κοιλάδας αυτής διαβιούσαν συνοικισμοί ανθρώπων της λίθινης εποχής οι οποίοι είχαν ανάπτυξη ανάλογο της εποχής των πολιτισμό. Όλη αυτή η περιοχή αποτελούσε ένα γεωγραφικό τόξο το οποίο περιελάβανε τα Ακροκεραύνια όρη, τον Όλυμπο, τις ακτές της Θράκης μέχρι την Κρήτη και τις Ιονίους νήσους, μέχρι του μεσημβρινού της Κωνσταντινουπόλεως.

Όλη αυτή η μέση Γη, δηλαδή η γη μεταξύ Ελλάδος και Αφρικής, η οποία ονομάζεται Μεσόγειος, αποτελούσε την Αιγηίδα η οποία ονομάσθηκε έτσι από τον Φίλιπσον το έτος 1898. Η Αιγηίς περιελάβανε όπως προαναφέραμε δύο λίμνες ή μάλλον δύο εσωτερικές θαλάσσιες λεκάνες οι οποίες περιεβάλλοντο από παντού από ξηρά. Η ανατολική λεκάνη -η νεότερη— ετροφοδοτείτο από τον Αδριατικό ποταμό, από τον Νείλο και από έναν ίσως ποταμό ο οποίος κατήρχετο από τα όρη της Αιγύπτου. Τα νησιά του σημερινού ελληνικού αρχιπελάγους αποτελούν τας κορυφές των ορέων (βουνών) της Αιγηίδος τα οποία διασωθήκαν και παρέμειναν μετά την καταστροφή του όλου Αιγαιακού χώρου όπως τα γνωρίζομε μέχρι σήμερα.

Στη Μεσόγειο ζούσαν οι άνθρωποι του είδους Γκριμάλδι (παλαιολιθικοί) και ίσως νεολιθικοί και Αζιλιανοί, οι οποίοι είχαν αναπτύξει σπουδαίο πολιτισμό όπως αποδεικνύουν τα αρχαιολογικά ευρήματα της εκεί περιοχής. Ο χώρος αυτός της Αιγηίδος άρχισε σιγά- σιγά να πλημμυρίζεται από τα ύδατα του Ατλαντικού και του Εύξεινου Πόντου οι οποίοι εισρέοντας αύξαιναν τη στάθμη των λιμνών σταδιακά.

Οι χαμηλότερες περιοχές καλύπτονταν από τα ύδατα και οι κάτοικοι των λιμναίων οικισμών άρχισαν σταδιακά να αποσύρονται στα υψηλότερα σημεία των κορυφών των πέριξ της κοιλάδας λόφων προκειμένου να βρουν ασφαλέστερο καταφύγιο.

Πληροφορίες περί της Αιγηίδος και γενικά περί της περιοχής του τότε Αιγαίου έχομε από τον Αθανάσιο Σταγειρίτην στα συγγράμματά του «Ωγυγεία», από τον Ευήμερο στην Ιερά αναγραφή, από τον Παυσανία στα Αχαϊκά, από τον Νόννο η αρχαία προϊστορία και από τον Πλάτωνα στους  διάλογους του «Τίμαιον» και «Κριτίαν». Στους πλατωνικούς διάλογους αναφέρεται ότι ο Αιγαιακός πολιτισμός ήταν αρχαιότερος του Αιγυπτιακού κατά 9.000 έτη τουλάχιστον όπως επληροφόρησαν οι ίδιοι οι Αιγύπτιοι σοφοί της Σαίδας στον Σόλωνα (τον 6ον π.Χ. αιώνα), όταν ο τελευταίος είχε μεταβεί στην Αίγυπτο.

Οι Αιγύπτιοι γνώριζαν καλύτερα τα αρχαιοελληνικά πράγματα από τους Έλληνας δια δύο λόγους: Πρώτον διότι η Αίγυπτος και συγκεκριμένα η Σαίς είχε σύμφωνα με τις αιγυπτιακές παραδόσεις ιδρυθεί από την ίδια την Θεά Αθηνά η οποία την έκτισε 1.000 έτη μετά την ίδρυση της Αθήνας και η Σαίς και γενικά όλη η Αίγυπτος υπήρξαν ως αρχαιότατες αποικίες των Αθηναίων και δεύτερον διότι η Αίγυπτος δεν ζημιώθηκε καθόλου από την καταστροφή της Αιγηίδος ενώ παράλληλα διατήρησε την αρχαιογνωσία της ελληνικής γης εκείνα τα χρόνια, καθώς στις ιερές δέλτους των ναών της διατηρούσε τις περί της Αιγηίδος πληροφορίες.

Δυστυχώς οι Έλληνες δεν ήταν δυνατόν να θυμηθούν τίποτε περί της Αιγηίδος διότι η καταστροφή που την έπληξε ήταν ολοσχερής. Δεν έμεινε τίποτε από το άλλοτε Αιγαίο παρά  βουνά όπου διαβιούσαν οι παναρχαιότατοι πρωτοέλληνες και πρόγονοι μας. Κυριολεκτικά δεν έμεινε τίποτε.

Η λίμνη Βοιβηίδα (σημερινή Κάρλα)

Η αύξηση των εισερχόμενων υδάτων από τον Ατλαντικό και τον Εύξεινο Πόντο βαθμηδόν αυξανότανε λόγω της συνεχούς τήξης των πάγων του βορρά οι οποίοι αύξαιναν περισσότερο την γενική στάθμη των υδάτινων όγκων της γης. Η πλήρωση της Μεσογείου πρέπει να πραγματοποιήθηκε γύρω στο 10.000 π.Χ. επί βασιλείας του Θεού Ουρανού κατά τον Νόννο, και ήταν ένα από τα μεγαλύτερα γεγονότα της προϊστορίας του ανθρώπινου γένους.

Η τελική καταστροφή της Αιγηίδος εικάζεται ότι έγινε όταν στην περιοχή της Φθίας, δηλαδή της Θεσσαλίας βασίλευε των εκεί ελληνικών διαβιούντων φυλών ο Δευκαλίων, πράγμα που συμπίπτει με την Βούρμια γεωολογική περίοδο (η οποία επίσης τοποθετείται γύρω στο 10.000 π.Χ.), σύμφωνα με την οποία η Επιστήμη της Γεωλογίας απέδειξε ότι οι πάγοι έλιωσαν στον βορρά πλημμυρίζοντας σταδιακά τα νότια μέρη.

Επί Δευκαλίωνος, λοιπόν, στον θεσσαλικό κάμπο η εκεί λίμνη Βοιβηίδα (σημερινή Κάρλα) γέμισε με τα όμβρια ύδατα του κατακλυσμού που επίσης συνέβη το 10.000 π.Χ. και βρίσκοντας τα όμβρια ύδατα διέξοδο στο στενό των Τεμπών ξεχύθηκαν, αφού προηγουμένως κατέπνιξαν τα ελληνικά φύλα, όπως τους Λέλεγες που διέμεναν περί της Βοιβηίδος λίμνης στον θεσσαλικό κάμπο, και ανεβάζοντας τα ήδη ανεβασμένα ύδατα των λιμνών της Αιγηίδος κατέπνιξαν τον διαβιούντα κόσμο. Είναι τραγικό και το να φανταστεί κανείς τι γεγονότα θα διαδραματίσθηκαν τότε.

Οι λίμνες οι οποίες ήταν κατ’ αρχήν οι μεγάλοι φίλοι, οι τροφοδότες και η κατοικία των εκεί διαβιούντων λαών, έγιναν οι εχθροί και ο υγρός τάφος τους.

Τα ύδατα που ήδη είχαν φουσκώσει ξεχύθηκαν και οι ανθρώπινοι συνοικισμοί κατακλύσθηκαν από τα νερά τα οποία μετεβληθήσαν σε κύματα, καταδιώκοντας λυσσαλέα τους ατυχείς φυγάδες καταπνίγοντας τους και καταστρέφοντας αδυσώπητα ότι με τόσο κόπο είχαν δημιουργήσει μέχρι τότε.

Όλη η λεκάνη της Μεσογείου συνοψίζοντας όπου είχε δημιουργηθεί ο Αιγαιακός πολιτισμός, είχε αρχίσει να πληρώνεται με ύδατα σταδιακά από δυσμάς και ανατολάς αλλά και από βορρά και συνεπληρώθη υπό του κατακλυσμού (επί Δευκαλίωνος) ο οποίος (κατακλυσμός) αφού γέμισε τη θεσσαλική λίμνη Βοιβηίδα ξεχύθηκε από το στενό των Τεμπών καταπνίγοντας και εξαφανίζοντας τον πάλαι ποτέ Αιγαιακό πολιτισμό.

Ως πανάρχαιοι κάτοικοι της Ελλάδος φαίνονται οι Πελασγοί. Διάφοροι άλλοι οι οποίοι διαβιούσαν πέριξ των λιμνών της θεσσαλικής Βοιβηίδος, των λιμνών της Αιγηίδος και στα άλλα μέρη του ελλαδικού χώρου, όπως οι Γραικοί, Λέλεγες, Κάρες,  Δρώπες, Θεσπρωτοί, κ.α.

Ο Πελασγικός Κόσμος

Διερευνώντας την προϊστορία της Ελλάδος οφείλουμε να μελετήσουμε και τους αρχαιοτέρους κατοίκους της οι οποίοι ήταν η βάσις και τα θεμέλια για όλο τον μετέπειτα πολιτισμό, ο οποίος επηρέασε όλη την ανθρωπότητα.

Ως πανάρχαιοι κάτοικοι της Ελλάδος φαίνονται οι Πελασγοί. Διάφοροι άλλοι οι οποίοι διαβιούσαν πέριξ των λιμνών της θεσσαλικής Βοιβηίδος, των λιμνών της Αιγηίδος και στα άλλα μέρη του ελλαδικού χώρου, όπως οι Λέλεγες, Κάρες, Δρώπες, Θεσπρωτοί, Γραικοί  Χάονες, Δωδωναίοι, Μολοσσοί, Παίονες, Αθαμάνες, Μύγδονες, Φρύγες, Δαναοί, Αχαιοί και άλλοι ήταν τοπικές ονομασίες ενός και μόνον λαού των Πελασγών. Είναι κάτι ανάλογο με το να ομιλούμε περί Ελλήνων και περί Ηπειρωτών, Μακεδόνων, Κρητών, Θεσσαλών, Ρουμελιωτών, Πελοποννησίων, Κυκλαδιτών, Ροδίων, Κυπρίων κ.ά.

Οι Πελασγοί θεωρούνται οι γενάρχες όλων των ελληνικών φύλων, πράγμα που παραδέχονται και οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς όπως οι Απολλόδωρος, Αθήναιος,  Θουκυδίδης, Στράβων, Διόδωρος, Αριστέας ο Προκοννήσιος και άλλοι. Περί των Πελασγών υπάρχουν λίγες πληροφορίες και συγκεχυμένες ιδέες τόσο περί της προελεύσεως όσο και περί των αιτιών του διασκορπισμού των, αν και οι λίγες πληροφορίες που έχουμε από τους ανωτέρω αναφερόμενους Έλληνες συγγραφείς, η βασική αιτία του διασκορπισμού των οφείλετο στην κοινωνιοκρατική δομή των διαφόρων πολιτειών τους.

Αποτέλεσμα της οποίας ήταν η ανάγκη της δημιουργίας αποικιών, όταν ο ζωτικός χώρος δεν επέτρεπε να τραφεί ο πληθυσμός της εκάστοτε πολιτείας. Οι πληροφορίες των αρχαίων συγγραφέων μας παραδίδουν επίσης ότι οι Πελασγοί ήταν ένας μεγάλος λαός ο οποίος είχε επεκταθεί στη Ν.Α. Ευρώπη, στη Μ. Ασία, τη Κρήτη, τη Κύπρο, την Ιταλία την Αίγυπτο και γενικώς οπουδήποτε ήκμασε ο Ελληνισμός.

Οι Πελασγοί ήταν γηγενές φύλο και αυτόχθον. Ο Στράβων (Γεωγραφικά, 221), ο οποίος έχοντας κατά την συγγραφή του έργου του «Γεωγραφικά» υπ’ όψιν του όλους τους αρχαίους συγγραφείς, μας αναφέρει ότι οι Πελασγοί ήταν «αρχαίο φύλο κατά την Ελλάδα». Ο Αισχύλος πάλι στις Ικέτιδες παρουσιάζει τον γηραιό βασιλέα του Αργούς να λέει τα εξής: «Του γηγενούς γαρ ειμί Παλαίχθονος ίνις Πελασγός τήσδε γης αρχηγέτης», δηλαδή εκείνου που κατοίκησε παλαιότερα τον τόπον αυτόν είμαι παιδί, εγώ ο Πελασγός, ο αρχηγός αυτής της χώρας, αποδεικνύοντας την πελασγική καταγωγή των Αργείων, πράγμα με το οποίο συμφωνεί και ο Στράβων.

Ο Ευσέβιος θεωρεί τους Πελασγούς παμπάλαιο φύλο, ο Αριστοφάνης τους καλεί Πελαργούς ως μεταβαίνοντες σε πολλούς τόπους και ο Ησίοδος επίσης τους θεωρεί αυτόχθονες και αρχαίους.

Οι Πελασγοί λάτρευαν τον πατέρα «Θεών τε και ανθρώπων», τον μέγα Δία, όπως φαίνεται και από την επίκληση τους στον μέγα Ζευ: «Ζευ άνα Δωδωναίε Πελασγικέ», η οποία διασώζεται στον Όμηρο (Ομήρου Ιλιάς, Π 233), τον θείον τούτον ποιητή.

Τα άλλα ελληνικά φύλα είχαν την ίδια λατρεία με αυτήν των Πελασγών, οπότε εύκολα διακρίνεται και η κοινή θρησκεία απάντων των ελληνικών φύλων. Πρόκειται δηλαδή για τη τήρηση του «ομαίμου» και του «ομοθρήσκου» το οποίον αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό των Ελλήνων.

Μία άλλη γνώσις την οποίαν κατείχαν οι Πελασγοί ήταν η ναυσιπλοΐα διότι οι Πελασγοί φαίνονται να ταξιδεύουν και να εξουσιάζουν την θάλασσα κατά τους αρχαίους εκείνους χρόνους. Ουδεμία αμφιβολία υπάρχει εις το ότι εγνώριζαν και να γράφουν, πράγμα που αποδεικνύουν και οι επιγραφές που ευρέθησαν σε διάφορα μέρη της γης. Τέτοιου είδους επιγραφές ευρέθησαν:

  • Στα Καμίνια της Λήμνου το 1886 γραμμένες σε Τυρσηνική πελασγική γλώσσα, ερμηνευμένες από τον Ι. Θωμόπουλο.
  • Στην Αίγυπτο από Κάρες μισθοφόρους γραμμένες με το ελληνικό αλφάβητο.
  • Σε 26 ενεπίγραφα ετρουσκικά κάτοπτρα.
  • Σε βασικές επιγραφές στο Μπογάζ-Κιόϊ της Κεντρικής Μ. Ασίας.
  • Στη λίθινη Λυδική επιγραφή στις Σάρδεις και σε άλλες λυδικές επιγραφές οι οποίες είναι γραμμένες με ελληνικό αλφάβητο προερχόμενο εκ του αλφαβήτου της Μιλήτου καθώς και
  • Στις Ασσυριακές επιγραφές των Χετταίων Λούκκι. Τελευταία πορίσματα των γλωσσολόγων αποδεικνύουν ότι και η αλβανική γλώσσα είναι πελασγικής προελεύσεως, πράγμα στο οποίο κατέληξε και ο Ιάκωβος Θωμόπουλος μελετώντας τις Πελασγικός επιγραφές της Λήμνου και της Κρήτης.

 Άλλωστε πελασγικής προελεύσεως είναι και τα πλείστα τοπωνύμια, όπως η Λυκόσουρα, η Αρκαδία, η Λακωνία, ο Λυκαβηττός, ο Υμηττός, ο Όλυμπος, η Πίνδος, ο Ιλισσός, μα και ονόματα όπως Σόλων, Λυκούργος, Αχιλλεύς, Οδυσσεύς, Ελένη.

Όλα τα ανωτέρω στοιχεία απέδειξαν ότι οι πρώτοι κάτοικοι της Ελλάδος, οι Πελασγοί, ανέπτυξαν θρησκεία λατρευτική, γλώσσα. ναυτική τέχνη, δηλαδή ανέπτυξαν πολιτισμό του οποίου η αρχική μορφή κατεστράφη από τον κατακλυσμών του Δευκαλίωνος για να μείνουν μόνον τα σπαράγματα του πολιτισμού τούτου στα διάφορα ελληνικά φύλα που διεσώθησαν και στις παραδόσεις λαών τινών οι οποίοι μανιωδώς (!) θέλουν τους Πελασγούς προπάτορές τους.

Οι  Κρήτες

Η αρχή της ιστορίας της Κρήτης ουσιαστικά χάνεται εις τα βάθη των χιλιετηρίδων. Σύμφωνα με τις έρευνας του Έβανς, του Γκλοτζ κ.ά., η ιστορική αρχή των Κρητών ανάγεται εις το 6.000 ή 5.000 π.Χ. Ο Κρητικός πολιτισμός φαίνεται να έχει την ίδια καταγωγή με των Πελασγών. Βεβαίως ομιλούμε περί των αρχαίων γνησίων Κρητών, των Ετεοκρητών, οι οποίοι θεωρούνται οι παλαιότεροι κάτοικοι της νήσου.

Ο πολιτισμός στη Κρήτη φαίνεται να έχει αναπτυχθεί από τους νεολιθικούς χρόνους με διαφόρους διακυμάνσεις μέχρι και την εποχή του σιδήρου. Οι Ετεοκρήτες είχαν κατασκευάσει εργαλεία όπως πέλεκεις, λεπίδες, σφύρες από λίθο ή και από οστά ζώων. Η γνώση της χρήσεως του πηλού συντέλεσε στο να δημιουργήσουν πήλινα αγγεία για οικιακή ή θρησκευτική χρήση τα οποία κοσμούνται με εγχάρακτα σχέδια ή έχουν ζωγραφιστεί με χρώματα ανεξίτηλα μέχρι των ημερών μας.

Το γεγονός ότι ευρέθησαν στην Κρήτη πλείστα κομμάτια οψιδιανού, ο οποίος ευρίσκεται μόνον στη Μήλον και χρησιμοποιήθηκε ως υλικό προς δημιουργία πελέκεων και λογής λεπίδων για κυνηγετικούς ή πολεμικούς σκοπούς, καταδεικνύει ότι οι Κρήτες γνώριζαν αρκετά καλά την ναυσιπλοΐα. Άλλωστε η γεωγραφική θέση της Κρήτης έδιδε κάθε ευκαιρία δια να καταστεί θαλασσοκράτειρα και να εξάπλωση τον Κρητικό πολιτισμό. Οι ανασκαφές απέδειξαν ότι προ της εμφανίσεως των Κρητών στην Β.Μ. Ασία, τη Λιβύη, τη Κυρρηναϊκή, την Αίγυπτο και τη Φοινίκη, δεν υπήρχε άλλος ανάλογος πολιτισμός.

Γύρω στο 3.000 π.Χ. αι Κρητικές πόλεις αυξάνονται με αποτέλεσμα την δημιουργία ανυπέρβλητων μινωικών κέντρων απείρου κάλλους όπως της Κνωσσού και της Φαιστού, τα οποία είναι τόσο μεγάλα και αποτελούνται από τόσα τμήματα, ώστε δικαίως θεωρούνται λαβυρινθώδη συνδεόμενα με τον γνωστό μύθο του Θησέα, ο οποίος κατόρθωσε να σκοτώσει τον μυθικό Μινώταυρο που ζούσε στο δαιδαλώδες ανάκτορο της Κνωσσού.

Την αρχιτεκτονική μεγαλοπρέπεια της Κρήτης ακολούθησε και η ανάλογη ανάπτυξης της τέχνης. Οι τοιχογραφίες των ταυροκαθάψιων, των κροκοσυλλεκτών πιθήκων, του ρυτορόφου, των γαλάζιων κυριών, του κρητικού πρίγκιπος με τα κρίνα, της Παριζιάνας με τα υπέροχα χρώματα και την ζωντάνια, καθηλώνουν κυριολεκτικά τον επισκέπτη των ερειπίων της Κνωσού όπως πράττουν και τα ανάλογα ευρήματα του αρχαιολογικού μουσείου του Ηρακλείου.

Τα λατρευτικά επίσης αντικείμενα εκ μαρμάρου, πορσελάνης και άλλων πολυτίμων λίθων είναι απαράμιλλου κάλλους. Ακόμη και η μικροτεχνία, η αρχυροχοΐα, η χρυσοχοΐα, η γνώσις της δημιουργίας των σφραγιδόλιθων και άλλων μικροαντικειμένων δείχνει, ότι η τέχνη είχε αναπτυχθεί τότε κατά το μάλλον δυνατόν. Η λατρεία στον υπέρτατο Πελασγικό Δία, ο οποίος κατά την μυθολογία γεννήθηκε  και ανατράφηκε στην Κρήτη υπό της αίγας Αμάλθειας μα και η λατρεία στη Μεγάλη Μητέρα καταδεικνύουν το έντονο θρησκευτικό συναίσθημα των Κρητών το οποίο συνοδευόταν από προσφορές καρπών και αίματος ζώων. Πράγμα που διακρίνεται στην σαρκοφάγο της Αγίας Τριάδος.

Ως προς την γραφή οι Κρήτες είχαν εφεύρει τη Γραμμική Α’ και αργότερα τη Γραμμική Β, ενώ παράλληλα χρησιμοποιείτο και η ιερογλυφική γραφή. Το εμπόριο είχε αναπτυχθεί πολύ και τόσο μάλιστα, που βρίσκουμε τους θαλασσοπόρους Κρήτες να συναλλάσσονται με τους Αιγύπτιους και τους Χετταίους, φθάνοντας μέχρι και το Γιβραλτάρ. Πολύ πιθανόν ακόμη να είχαν προσέγγιση και τις Καναρίους νήσους ή και τις Αζόρες, συμφώνα με τις έρευνας της Ενριέττας Μερτζ οι οποίες απαντώνται στο σύγγραμμά της «Οίνωψ Πόντος». Βεβαίως η κυριαρχία των στο Αιγαίο και Ιόνιο πέλαγος μα και στις Σποράδες νήσους είναι αναμφισβήτητη. Είχαν επεκταθεί τόσο πολύ και εκτός του Αιγαιακού χώρου, πράγμα που διαφαίνεται από τας πολλές αποικίας που είχαν ιδρύσει.

Την ώρα όμως που ο Κρητικός πολιτισμός βρισκότανε στο απόγειο του γύρω στο 2.200 π.Χ., το ξέσπασμα του ηφαιστείου της Θήρας σήκωσε μεγάλα παλιρροϊκά κύματα τα οποία χτύπησαν τα Κρητικά παράλια και ταυτόχρονα οι επακόλουθοι  σεισμοί επέφεραν την μέγιστη δυνατή καταστροφή στο ανάκτορο της Κνωσσού και όχι μόνο.

Έκτοτε η Κρήτη σταδιακά παρακμάζει μέχρι το 1.150 π.Χ., όταν οι Δωριείς εισβάλλουν και ο μεγάλος τούτος πολιτισμός καταστρέφεται καθώς οι Αχαιοί που κατέλυσαν μετέπειτα την Κρητική δύναμη εμπόδισαν έκτοτε να αναπτυχθεί εκεί πλέον πολιτισμός ανάλογος ή έστω μικρότερης αξίας, οπότε οριστικά παύουμε και να ομιλούμε για τον πάλαι ποτέ μινωικό πολιτισμό.

Στο δεύτερο και τελευταίο μέρος του άρθρου περί της προέλευσης των Ελλήνων θα αναφερθούμε στις Μυκήνες, στην κάθοδο των Δωριέων και φυσικά, στο φανταστικό εφεύρημα περί ινδοευρωπαϊκού πολιτισμού.

Βιβλιογραφία:

  • Νίλσον, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας, Εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1999
  • Καρττοδίνη Ε.-Δημητριάδη, Πελοπόννησος, Εκδ. Αθηνών, Αθήνα 1993
  • Πασσά I., Η Αληθινή Προϊστορία, Εκδ. Εγκυκλ. Ηλίου.
  • Γεωργαλά Γ., Ινδοευρωπαίοι ή Αιγαίον;, Αθήνα 1996.
  • Ομήρου, Ιλιάς. Εκδ. Γεωργιάδη
  • Μητσοποΰλου Τερέζα, Ελλάδα-Κίνα, ένας πολιτισμός, Αθήνα 1998
  • Τσατσόμοιρος Ηλίας, Αιγαίο βουνό, Αθήνα 1991
  • Άρθρα Χριστοδουλάκη Σταΰρου «Ιστορικά λάθη των σχολικών βιβλίων της πρωτοβάθ¬μιας εκπαιδεύσεως» στο περιοδικό «Αέροπος», τ. 32, 33, 35
  • Μητσοπούλου Τερέζα, Η Κοινή καταγωγή της Ελληνικής και της Κινεζικής Γλώσσας, Αθήνα 2002.
  • Σίτου Σπυρ., Ιστορία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, γ’ έκδοσις, Ιωάννινα 1984
  • Mylonas G., Mycenae, A Guide to its ruins and its History, Athens, 1967
  • Hutchinson R., Prehistoric Crete, Peng. Books
  • Higgins R., Minoan and Mycenaean Art, London 1967
  • Ηροδότου Ιστορία. Εκδόσεις Κάκτος
  • Μάριου Δημοπουλου: Oι Πελασγοί στην Μεσοποταμία
  • Ιωάννης Τζέτζης: Ιλιακά . Εκδ Ιχώρ
  • Πλίνιου Φυσική Ιστορία Χ, XXXIII, XXI, LXX 7.174
  • Μάξιμος ο Τύριος Εκδόσεις Ηλιοτρόπιο
  • Αισχύλος : Προμηθέας Δεσμότης. Εκδόσεις Κάκτος
  • Στέφανου Βυζάντιου : Εθνικά Εκδόσεις Ηλιοτρόπιο
  • Δαμάστης στο «Περί εθνών Εκδόσεις Κάκτος
  • Ξενοφών : Κύρου παιδία. Εκδόσεις Κάκτος
  • Φιλόστρος περί Απολλωνιου του Τυαναία. Εκδόσεις Κάκτος
  • Ο Κλαύδιος Αιλιανός «Περί Ζώων Εκδ. Γεωργιάδης
  • Κτησίας ο Κνίδιος: Ινδικά, Εκδ Ακάδημος
  • Νόννος : Διονυσιακά. Εκδ. Κάκτος
  • Παυσανίας Ἀττικά. Εκδ. Κάκτος
  • Ευστάθιος Θεσσαλονίκης: , Εὐσταθίου Παρεκβολαί . Εκδόσεις Ηλιοτρόπιο
  • Όμηρος, Ίλιάδα, ‘Οδύσσεια Εκδ Ηλιοτρόπειο.
  • Γεώργιος Α Πλάνας. Αρχαία Ελλάδα, Φιλοσοφικός Σύλλογος ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ : Ο ζωδιακός κύκλος στην παγκόσμια μυθολογία. Εκδόσεις Νέα Ακρόπολη
  • Αιλιανός, Ποικίλη Ιστορία. Εκδόσεις Νέα Ακρόπολη
  • Σουίδας, Λεξικόν.
  • Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Επιτομή. Εκδόσεις Κάκτος
  • Διόδωρος, ‘Ιστορική Βιβλιοθήκη 4.Εκδόσεις Δοδώνη
  • Φιλόστρατος, ‘Ηρωικός. Εκδόσεις Γεωργιάδη’
  • Ηρόδοτος, Ε’, Ζ’.
  • Παυσανίας, 2, 7.
  • Ευριπίδης, ‘Εκάβη, Τρωάδες.
  • Πάριο Χρονικό.
  • Codino F. Εισαγωγή στον Όμηρο, μετ. Γ. Βανδώρος, Δ Παπαδήμας, Αθήνα 2008
  • Griffin J 1999, Ο Όμηρος για τη ζωή και το θάνατο, μετ. Π. Ανδρικόπουλος. Εκδ. του Εικοστού Πρώτου , Αθηνα 2010
  • Groot J de 1996, Ομηρικό Λεξιλόγιο των Λεξημάτων που απαντούν από 10000 έως 10 φορές στα δύο ‘επη, εκδ. Ακκάδιμος
  • Holscher U. 1939 Utersuchungen zur Form der Odyssee, Hermes, Einzelshriften Κακρίδης Φ. Ι. 1981 ¨ Προβλήματα Ομηρικής θεολογίας
  • Κυρτάτας Δ. & Ράγκος Σ. 2013, Η Ελληνική Αρχαιότητα
  • Στράβων, Η. Εκδόσεις Άγρα
  • Διονύσιος Άλικαρνασσεύς. Εκδ. Κάκτος
  • Δίκτης ό Κρητικός, ‘Εφημερίδα τοϋ Τρωϊκού
  • πολέμου, έκδόσεις ΑΓΡΑ.
  • Φώτιος Κωνσταντινουπόλεως, Βιβλιοθήκη. Εκδ Άγρα
  • Ίωάνννης Μαλάλας, Χρονογραφία.Εκδ Λιβάνης
  • Ιωάννης Άντιοχεύς, Λόγος Δεύτερος.Εκδ Ιχώρ
  • Γεώργιος Κεδρηνός, Σύνοψις Ιστοριών.
  • Σοβιετική ‘Εγκυκλοπαίδεια, ‘Ομηρικό ζήτη¬μα, Συμπλήρωμα ‘Ελλ. «Εκδοσης.
  • Πρόκλος. Χρηστομάθεια ‘Ομηρικά. Επικός Κύκλος.
  • Περί ‘Ομήρου καϊ Ησιόδου και τοϋ γένους και τοϋ άγώνος αύτών Όμηρος. Ίλιάδα, ‘Οδύσσεια. Φώτιος Κών/λεως. Βιβλιοθήκη. Λεξικό Σουίδα.
  • Κλαύδιος Αιλιανός. Ποικίλη Ιστορία. Εκδόσεις Ακάδημος
  • Ιάκωβος Πολυλάς, Ομήρου Ιλιάς, 1923. Εκδ Ακάδημος
  • Αλέξανδρος Πάλλης. Ηλιάδα 1904
  • Νίκος Καζαντζάκης & Ι. Θ Κακρίδης, Ομήρου Ιλιάδα 1955. Εκδόσεις Πάλλη
  • Θεόδωρος Γ. Μαυρόπουλος, Ομήρου Ιλιάδα, (εισαγωγικά στον Όμηρο, ευρεία περίληψη του έπους, μετάφραση, σχόλια, αναλύσεις και διδακτική επεργασία κατά ραψωδίες), Εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ, Θεσσαλονίκη 2004, ISBN: 960-8437-26-1
  • Κόραβος, Ιωάννης και Δρόσου, Χρυσάνθη. Ομήρου Ιλιάδα (2008). Μετάφραση σε σύγχρονα νέα ελληνικά. Εκδόσεις Σοκόλη.
  • Μαρωνίτης Δ. ,Ομήρου Ιλιάς Μετάφραση σε νέα ελληνικά. Εκδόσεις ΑΓΡΑ
  • Κακριδής Φ. (2005), Αρχαία ελληνική γραμματολογία, Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα νεοελληνικών σπουδών, σ. 106
  • Μπερενίς Ζοφρουά: Ο Όμηρος και το ελληνικό ιδεώδες, Οι φορείς της γνώσης
  • Αναστασία Πετράκη. ΙΛΙΑΔΑ «Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΩΣ ΜΗΤΕΡΑ»
  • Τάκη Σινόπουλου . Ο ποιητικός μύθος της Ελένης
  • Ορφέως, Αργοναυτικά – Λιθικά, Εκδόσεις Ιδεοθέατρον, Αθήνα 1998
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Ορφικά, Πρώτος Τόμος, Αργοναυτικά, Ύμνοι, τ. 616, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2003
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Ορφικά, Δεύτερος Τόμος, Λιθικά, Λιθικά κηρύγματα, (Σωκράτους και Διονυσίου Περί λίθων), Όσοι των λίθων εις ανακωχήν ζάλης και τρικυμίας θαλάσσης, τ. 617, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2003
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Ορφικά, Αποσπάσματα: Εξ αρχαιοτέρων έργων, Αρπαγή Περσεφόνης, Ιερωνύμου και Ελλανίκου Θεογονία, Ιεροί λόγοι εν Ραψωδίαις κδ’, τ. 1208, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2003
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Ορφικά, Αποσπάσματα: Διαθήκαι ή Παλινωδία, Αστρολογικά (Δωδεκαετηρίδες, Εφημερίδες, Γεωργία, Περί δραπετών, Περί σεισμών, Περί επεμβάσεων, Περί καταρχών), [Αστρονομία], [Αμμοσκοπία], Δίκτυον, Επιγράμματα, Θρονισμοί Μητρώοι, Θυηπολικόν, Ιερός λόγος Αιγύπτιος, Ιεροστολικά, Καθαρμοί, Εις Άιδου κατάβασις, Καταζωστικόν, [Κλήσεις κοσμικαί], [Κορυβαντικόν], Κρατήρ, Μικρότερος Κρατήρ, [Νεωτευτικά], [Ονομαστικόν], Όρκοι, [Πέπλος], Σφαίρα, [Σωτήρια], Τελεταί, [Τριαγμοί], Ύμνοι, Εις τον Αριθμόν Ύμνος, Φυσικά, Περί φυτών, βοτάνων και ιατρικής, Χρησμοί, Ωιοθυτικά, Ωιοσκοπικά, τ. 1209, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2003 Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες»,
  • Απολλώνιος Ρόδιος, Αργοναυτικά, τ. 618, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1999 Κωνσταντίνου Κουρτίδου,
  • Τα Αρχαία Ελληνικά Μυστήρια ήτοι τα Καβείρια – Διονύσια Ορφικά και Ελευσίνια, Εν Αθήναις 1934
  • Τα Καβείρια Μυστήρια, Εκδόσεις Πύρινος Κόσμος, Αθήνα, 1993 Ευσταθίου Η. Λιακόπουλου,
  • Τα Ορφικά Μυστήρια και η Αρχαία Ελληνική Μεταφυσική (Εξωτερικά, Εσωτερικά και Μυστικά Τελέσματα), Εκδόσεις «Έλλην», Αθήνα, 1999
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Προσωκρατικοί, Ενδέκατος τόμος
  • Εμπεδοκλής, τ. 814, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2000
  • Στεφάνου Α. Παϊπέτη, Η Βασιλική Αψίδα και ο Νόμος της Παγκόσμιας Έλξης
  • Νόννος Διονυσιακά Εκδόσεις Κάκτος