fbpx

banner αεροδρομίου

«Η Μυθολογική Προϊστορία των Ελλήνων» (Μέρος Β΄), γράφει ο Μιχάλης Μπατής

 

 

 «Γιατί εμείς που κατοικούμε σ’ αυτή την πόλη, δεν διώξαμε από δω τους κατοίκους, ούτε τη βρήκαμε έρημη, ούτε συγκεντρωθήκαμε πολλών εθνών μιγάδες και ήρθαμε να την καταλάβουμε. Η καταγωγή μας είναι τόσο καλή και γνήσια, ώστε η ίδια η γη, στην οποία γεννηθήκαμε, βρίσκεται στην κατοχή μας χωρίς καμία διακοπή. Εμείς είμαστε αυτόχθονες και μπορούμε να ονομάσουμε την πόλη με τα ίδια ονόματα που δίνει κανείς στους πλησιέστερους συγγενείς του. Μόνο εμείς απ’ όλους τους Έλληνες έχουμε το δικαίωμα να την αποκαλούμε τροφό, πατρίδα και μητέρα».

«Όσο για την αρχαιότητα του γένους, όχι μόνο οι Έλληνες αλλά και πολλοί βάρβαροι θεωρούν τους εαυτούς τους αυτόχθονες…» (Ισοκράτης, «Πανηγυρικός», 24- 25)

«Ποιος άλλος έχει πει για την πατρίδα του τόσο ωραίο εγκώμιο όσο ο Ευριπίδης : Στ’ αλήθεια, λαός που δεν ήρθε απ’ αλλού, αλλά γεννηθήκαμε αυτόχθονες. Του Θησέα το πατρικό γένος φτάνει ως τον Ερεχθέα και τους πρώτους αυτόχθονες» (Πλούταρχος, «Περί Φυγής», 604D-E, 13)

Έχει αποδειχθεί με τον πιο εμφανή τρόπο από την επιστήμη της αρχαιολογίας και της ιστορίας ότι δεν υπάρχει ιστορία άλλου έθνους τόσο μεστή από γεγονότα και διδάγματα όσο η ιστορία των Ελλήνων. Το πόσο έχει επιδράσει ο Ελληνικός Πολιτισμός στην ανθρωπότητα και έχει καθορίσει την εξελικτική της πορεία είναι γεγονός άνευ συζητήσεως και αντιπαραθέσεως από οιονδήποτε γνωρίζει, λίγο ή πολύ, την ιστορική έρευνα με τις αποδείξεις τις οποίες έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη προς επικύρωση των ανωτέρω.

Ο Ελληνικός Πολιτισμός έχει γηγενή προέλευση στον ελληνικό χώρο και ο Έλλην ζούσε στον ίδιον τόπο όπου διαβιεί και σήμερα αυτόχθων όντας, άσχετα εάν κάποιοι τον θέλουν ως προερχόμενο από άλλους λαούς όπως τους ινδοευρωπαίους οι οποίοι ιστορικά ουδέποτε υπήρξαν πλην στην φαντασία των υποστηρικτών της αντίστοιχης ινδοευρωπαϊκής θεωρίας. Προκειμένου να κατανοηθεί η γηγενής προέλευση του Ελληνικού Έθνους απαιτείται να ανατρέξουμε στη μελέτη της προϊστορίας της Μεσογείου η οποία ήταν εντελώς διαφορετική κατά τους αρχαίους χρόνους.

Είναι το δεύτερο και τελευταίο μέρος της ιστορικής αναφοράς ως προς την προέλευση των Ελλήνων.Διαβάστε (εδώ) το Α΄ Μέρος

Μυκήνες

Η καταστροφή του μινωικού πολιτισμού έγινε η αιτία για ανάδειξη ενός άλλου πολιτισμού, του μυκηναϊκού. Τα αποτελέσματα των ανασκαφών του Σλήμαν (1876), του Σταματάκη (1877), του Wace (1957), του Taylour και του Μυλωνά ανέδειξαν την πόλη των Μυκηνών με την πύλη των Λεόντων, την σιταποθήκη, τους ταφικούς κύκλους, το ανάκτορο και τους θολωτούς τάφους του Ατρέα και της Κλυταιμνήστρας.

Οι Μυκήνες είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται από τους αρχαίους χρόνους, φθάνοντας στην μεγαλύτερη ακμή τους κατά την υστεροελλαδική εποχή (1700-1100 π.Χ.), όταν δημιουργείται και η ακρόπολη με τα εντός και εκτός κτίσματά της.

Οι Μυκηναΐοι χρησιμοποιούσαν την γραμμική Β’ γραφή σύστημα το οποίο πήραν  από τους Κρήτες. Ο Γουαίης βρήκε στους θολωτούς τάφους και σε διάφορα σημεία  της αρχαίας πόλεως ενεπίγραφα αντικείμενα στα οποία υπήρχε η Γραμμική Β’ γραφή.

Ως προς την θρησκεία οι Μυκηναίοι λάτρευαν την Μεγάλη Μητέρα γη, την Ρέα. Τα συμπεράσματα περί των θρησκευτικών πεποιθήσεων των μυκηναίων συνάγονται από τα ευρήματα από τα έργα τέχνης τους, όπως στους τους σφραγιδόλιθους, στον χρυσό δακτύλιο (ο οποίος ευρέθη από τον Τσούντα) και σε διάφορα ρυτά. Η νεκρολατρεία -προγονολατρεία και η ηρωολατρία αποτελούσαν πάγιες Θρησκευτικές μυκηναϊκές  λαϊκές πεποιθήσεις.

Τα αρχαιολογικά ευρήματα έδειξαν μια υπέροχη αρχιτεκτονική της οποίας χαρακτηριστικά είναι το εξαιρετικό μέγεθος και ο όγκος των κτισμάτων ώστε δικαίως δύνανται να χαρακτηρισθούν κυκλώπεια, ενώ και η πλαστική είναι άκρως επιβλητική και μεγαλειώδης, πράγμα που συνάγεται από τα μικρά ειδώλια, τα γύψινα τοιχανάγλυφα, το γνωστό ανάγλυφο της πύλης των λεόντων, τα εγκόλλητα έργα επί των ξιφών κ.α. Όσον αφορά τις τοιχογραφίες του μεγάρου των Μυκηνών είναι μεγαλειώδεις με κύρια χαρακτηριστικά τα έντονα χρώματα όπως συνέβαινε και στις ανάλογες μινωικές τοιχογραφίες.

Ο μυκηναϊκός πολιτισμός φθάνει εις το τέλος του το 468 π.Χ. όταν οι Μυκηναΐοι υποκύπτουν λόγω πείνας στους  Αργείους οι οποίοι αφού πολιόρκησαν επί πολύ χρόνο υπέταξαν τελικά την πόλη των Μυκηνών. Έκτοτε οι Μυκήναι ερημώνονται και εκείνος ο τόπος των πολύχρυσων Μυκηνών μένει μόνον ένα ένδοξο παρελθόν και τίποτε άλλο.

Η Άνοδος και η  Κάθοδος των Δωριέων

Δεν θα ασχοληθώ με τα άλλα ελληνικά προϊστορικά φύλα τα οποία προαναφέρθησαν διότι θα μακρηγορούσαμε. Ήδη έχει καταδειχθεί ότι τόσο οι Κρήτες όσο και οι Μυκηναίοι είχαν τις ίδιες θρησκευτικές πεποιθήσεις και μιλούσαν την ιδία γλώσσα με αυτήν των Πελασγών, πράγμα που συνέβαινε και με τα άλλα ελληνικά προϊστορικά φύλα. Άρα, παντού στον προϊστορικό αρχαιοελληνικό χώρο ίσχυε το όμαιμον, το ομότροπον, το ομόθρησκον και το ομόγλωσσον, συνθήκες δηλαδή που ένωναν όλους τους Έλληνες στον τότε ελλαδικό χώρο.

Επιβάλλεται να αναφερθώ στους Δωριείς διότι εδώ και χρόνια γίνεται συστηματική προσπάθεια διαστροφής της ελληνικής προϊστορίας, ιδίως στο θέμα της περιωνύμης «καθόδου των Δωριέων» ξεχνώντας και την άνοδο αυτών.

Οι Δωριείς θεωρούνται από τους ψευδοεπιστήμονες ως φύλο μη ελληνικό το οποίον κατήλθε από βορρά καταστρέφοντας ότι συνάντησε στο πέρασμά του. Οφείλω να αναφερθώ στους αρχαίους συγγραφείς οι οποίοι αναφέρουν τα εξής:

Ο Πλάτων στο έργο «Νόμοι» μας παραθέτει έναν διάλογο μεταξύ του ιδίου, του Κνώσιου Κλεινία και του Λακεδαίμονα Μέγιλλου. Στον διάλογο αυτόν οι τρεις γηραιοί άνδρες κατά την διάρκεια της διαδρομής τους από την Κνωσό προς το Ιδαίο Άντρο με σκοπό την μύηση τους στα Ανώτατα Μινωικά Μυστήρια συζητούν, κρίνουν και συγκρίνουν τα τρία Πολιτεύματα τους. Στους Νόμους του Πλάτωνα και στου στίχο 682d ο Πλάτων μας ενημερώνει ότι οι Δωριείς ήταν Αχαιοί, πράγμα με το οποίο συμφωνεί ο Μέγγιλος.

Πλάτων: «…στην διάρκεια όμως των δέκα ετών της πολιορκίας στο Ίλιον (Τροία), στην πατρίδα κάθε επιτιθέμενου τα πράγματα χειροτέρεψαν. Οι νεότεροι στασίασαν και δεν υποδέχθηκαν όπως έπρεπε τους στρατιώτες κατά την επιστροφή τους. Ακολούθησαν αμέτρητοι θάνατοι και σφαγές και εξορίες. Όσοι διώχτηκαν ξαναγύρισαν αργότερα με άλλο όνομα. Τώρα λέγονταν Δωριείς αντί Αχαιοί γιατί εκείνος που τους συγκέντρωσε στην Εξορία κατάγονταν από την Δωρίδα της Πίνδου. Πλήρης περιγραφή αυτών που έγιναν τότε υπάρχουν καταγεγραμμένα στην ιστορία των Λακεδαιμόνιων»

Μέγιλλος (Σπαρτιάτης): «Απόλυτα ορθόν».

Οπότε η Κάθοδος των Δωριέων στην πραγματικότητα ήταν πρώτα άνοδος και έπειτα κάθοδος και όχι των Δωριέων αλλά των Αχαιών οι οποίοι έφθασαν μέχρι των πυλών του Δουνάβεως όπως μας αναφέρει ο Νόννος. Κατά τη κάθοδο των επαναστατημένων ενωθήκαν και με άλλα ελληνικά δωρικά φύλα (Ορέστες, Άβαντες Μακεδόνες, Αψείδαντες, Παρωραίοι, Ελιμιώτες, Χάονες, Αμφιλόχοι, Κασσωπαίοι, Μολοσσοί, Δέξαροι κα.) που είχαν εξαπλωθεί μέχρι τις πύλες του Δούναβη, και τα οποία πιεζόμενα από Νορδικά φύλα άρχισαν να κατέρχονται προς Νότο.

Για να δούμε τον χρόνο στον οποίο συνέβησαν τα παραπάνω

 Έχουμε 3 καταγεγραμμένους κατακλυσμούς, πρώτα του Ωγύγου, μετά του Δαρδάνου και τέλος του Δευκαλίωνος. Ο Δευκαλίων επέζησε από τον κατακλυσμό και έκανε τον Έλληνα, ο Έλληνας τον Δώρο, ο Δώρος τον Τέκταμο, ο Τέκταμος τον Αστέριο, ο Αστέριος τον Μίνωα, ο Μίνωας τον Δευκαλίωνα και ο Δευκαλίων τον Ιδομενέα.

Ο Τέκταμος του Δώρου, του γιου του Έλληνα που ήταν γιος του Δευκαλίωνα, κατέπλευσε στην Κρήτη μαζί με Αιολείς και Πελασγούς κι έγινε βασιλιάς του νησιού, παντρεύτηκε την κόρη του Κρηθέα κι απόκτησε τον Αστέριο.

Διόδωρος, Βίβλος 5, 80: «Ό,τι οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού ήταν οι ονομαζόμενοι Ετεοκρήτες, που θεωρούνται αυτόχθονες, το είπαμε πιο πριν. Μετά από αυτούς και πολλές γενιές αργότερα, Πελασγοί, που περιπλανιόνταν ένεκα συνεχών εκστρατειών και μεταναστεύσεων, έφτασαν στην Κρήτη και εγκαταστάθηκαν σε ένα μέρος του νησιού. Τρίτο ήταν, λένε, το γένος των Δωριέων που έφτασε στο νησί με αρχηγό τον Τέκταμο, το γιο του Δώρου, το μεγαλύτερο μέρος ετούτου του λαού συγκεντρώθηκε, λένε, από την περιοχή του Ολύμπου, αλλά ένα μέρος του ήταν από τους Αχαιούς της Λακωνίας, επειδή ο Δώρος είχε τη βάση εξόρμησης στην περιοχή του Μαλέα. Τέταρτο γένος που ανακατεύτηκε με τους κατοίκους της Κρήτης ήταν, λένε, ένα συνονθύλευμα βαρβάρων που με τα χρόνια εξομοιώθηκαν στη γλώσσα με τους Έλληνες κατοίκους. Μετά απ ‘αυτά, επικράτησαν ο Μίνωας και ο Ραδάμανθυς και συνένωσαν τα έθνη του νησιού σε ενιαίο σύνολο».

Στράβων, I, IV 6 – 7: «Κατά τον Στάφυλο, ανατολικά της Κρήτης ζούνε οι Δωριείς, στα δυτικά οι Κύδωνες και στα νότια οι Ετεοκρήτες, με οικισμό τους τον Πράσο, όπου βρίσκεται το ιερό του Δικταίου Δία. Οι υπόλοιποι είναι πιο δυνατοί και κατέχουν τις πεδιάδες. Είναι εμφανές ότι Ετεοκρήτες και Κύδωνες είναι αυτόχθονες, ενώ οι άλλοι Επήλυδες. Ο Άνδρων λέει ότι οι Επήλυδες Κρήτες ήρθαν από τη Θεσσαλία, από την περιοχή που παλιά λεγόταν Δωρίδα και σήμερα Εσταιώτιδα».

Ιλιάδα Β 645 – 652: «Ο θαυμαστός στο δόρυ Ιδομενέας ήταν αρχηγός των Κρητών, οι άντρες της Κνωσού, της Γόρτυνας με τα τείχη, της Λύκτου, της Μιλήτου, της ασπροχώματης Λύκαστου, της Φαιστού και του Ρύτιου, πόλεις καλοκτισμένες, που κατοικούν στην Κρήτη με τις 100 πόλεις. Όλοι αυτοί είχαν αρχηγό τον Ιδομενέα, ικανό στο δόρυ και τον Μηριόνη, τον ισότιμο του ανδροφονιά Ευαλιου, έφεραν μαζί τους 80 μαύρα καράβια».

Οδύσσεια Ραψωδία Τ 172 – 181: «Αλλά και ώς έρέω ό μ’ άνείρεαι ήδέ μεταλλάς. Κρήτη τις γαϊ’ έστι, μέσω ένί οϊνοπι πόντω, καλή καί πίειρα, περίρρυτος· έν δ άνθρωπο/πολλοί, άπειρέσιοι, καί έννήκοντα πόληες. άλλη δ άλλων γλώσσα μεμιγμένη· έν μεν Αχαιοί, έν δ’ Έτεόκρητες μεγαλήτορες, έν δε Κύδωνες, Δωριέες τε τριχάϊκες δ ιοί τε Πελασγοί. τήσι δ’ ένί Κνωσός, μεγάλη πόλις, ένθα τέ Μίνως έννέωρος βασίλευε Διός μεγάλου όαριστής, πατρός έμοϊο πατήρ, μεγάθυμου Δευκαλίωνος Δευκαλίων δ έμέ τίκτε καί Ίδομενήα άνακτα·άλλ’ ό μεν έν νήεσσι κορωνίσιν Ίλιον ϊσωωχεθ’ άμ Άτρείδησιν, έμοί δ όνομα κλυτόν Λίθων, όπλότερος γενεή· ό δ άρα πρότερος καί άρείων».

Από τα ανωτέρω αναφερόμενα των αρχαίων συγγραφέων εξάγονται τα εξής συμπεράσματα

1ον.  Η μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας έγινε το 1900 – 2200 π.Χ.

2ον. Η έκρηξη ήταν τόσο ισχυρή που σήκωσε όχι ένα, αλλά πολλαπλά τεράστια παλιρροϊκά κύματα με ύψος πάνω από 30 μέτρα και μήκος κάπου στα 30 μίλια, που χτυπούσαν τις ακτές της Κρήτης με συχνότητα 1 κάθε 30 λεπτά. Το αποτέλεσμα ήταν η καταστροφή του Μινωικού Πολιτισμού. Για να έχουμε μέτρα σύγκρισης το τσουνάμι στην Σρι Λάνκα ήταν 3 μέτρων και ήταν μόνο υδάτινο.

3ον. Ο Ιδομενέας εφόσον ήταν εγγονός του Μίνωα σημαίνει ότι όλα τα παραπάνω γεγονότα έλαβαν χώρα πριν την έκρηξη της Θήρας, αλλιώς δεν θα μπορούσε ο Ιδομενέας να είναι εγγονός του Μίνωα.

4ον. Η εξορία των στασιαστών Αχαιών έγινε με την επιστροφή των Αχαιών από την Τροία άρα την ίδια περίοδο που γύρισε και ο Ιδομενέας στην Κρήτη, άρα πριν την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας, άρα πριν το 1900 π.Χ.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Χρήστο Ντούμα οι Δωριείς ήταν κάτοικοι της Ελλάδος που κάποτε εκτοπίστηκαν από τους Μυκηναίους σε ορεινές περιοχές, κάτι ανάλογο με αυτό που έχει συμβεί σε πολλούς πληθυσμούς στην ελληνική ιστορία.

Συνεπώς οι Δωριείς ήταν ελληνικό φύλο με πολιτισμό και παράδοση ελληνική. Οι Δωριείς κατά την εξάπλωση τους και όχι κατά την κάθοδό τους, όπως συνηθίζεται να λέγεται, δεν επηρέασαν, όπως δεν επηρέασαν και οι προηγούμενοι επιτιθέμενοι από βορρά Ίωνες, Μινΰες, Αχαιοί τους κατακτηθέντες λαούς στη γλώσσα και θρησκεία την οποία εύκολα ως κατακτητές θα μπορούσαν να επιβάλλουν και τούτο διότι μιλούσαν την ίδιαν γλώσσα και πίστευαν-λάτρευαν τους ίδιους Θεούς. Αυτό συνέβη διότι ήταν και αυτοί Έλληνες και όχι άλλα μη ελληνικά φύλα, όπως επιδιώκεται να πιστεύει ο κόσμος.

Ινδο-ευρωπαίοι

Ο λόγος εξαιτίας του οποίου αναφέρθηκα στους Δωριείς ήταν αφ’ ενός μεν για να εκκαθαρίσω την ελληνικότητα και την εξάπλωση τους και αφ’ ετέρου για να αδράξουμε την ευκαιρία να ομιλήσουμε περί των ινδοευρωπαίων οι οποίοι δήθεν κατήλθαν από βορρά, οπότε αποτελούν το ερέθισμα για να ταυτιστούν υπό των αρμοδίων- με τους Έλληνες Δωριείς.

Δυστυχώς τα τελευταία έτη γίνεται προσπάθεια να κακοποιηθεί η ελληνική προϊστορία μα και η ιστορία από ανίκανους-αδιάφορους ή και κακόπιστους ιστορικούς και άλλους συγγραφείς οι οποίοι ή αγνοούν τα αρχαία ελληνικά συγγράμματα, ή αποσιωπούν τα όσα αναφέρονται παραποιώντας το ιστορικόν γίγνεσθαι. Πόρισμα των «ερευνών» των είναι η περί των ινδοευρωπαίων θεωρία, βάσει της οποίας εικάζεται ότι οι από βορρά κατελθόντες ινδοευρωπαίοι μετέδωσαν τα φώτα της γνώσεως και του πολιτισμού των στους λαούς του νότου και δη στους Έλληνες οι οποίοι θεωρούμεθα απολίτιστοι και ημιάγριοι.

Οι ανθελληνικές αυτές κινήσεις στερούνται και νοημοσύνης ακόμη καθώς οι αποδεχόμενοι και υπογράφοντες ως «ειδικοί» περί των ινδοευρωπαίων θεωρίας αγνοούν τα πορίσματα των ανασκαφών του Σλήμαν στη Τροίαν και τις Μυκήνες, του Έβανς στη  Κνωσό, του Μιλόϊσιτς στη Θεσσαλία, του Πουλιανού στην Χαλκιδική, του Δ. Θεοχάρη στη Αλόνησο, του Higes στην Ήπειρο, του Jacobson στο Φράχθι Ερμιονίδος, του Ventris και του Chadwich που αποκρυπτογράφησαν την Γραμμική Β’ Γραφή, του Vladimir Georgiev που αποκρυπτογράφησε τμήματα της γραμμικής β’ γραφής και άλλων διεθνούς φήμης ιστορικών, γλωσσολόγων.

Συστηματικά αγνοούνται και τα πορίσματα του αστρονόμου Χασάπη ο οποίος απέδειξε ότι οι Ορφικοί κατέγραψαν και ερμήνευσαν τα φυσικά και αστρονομικά φαινόμενα (3.680 και 11.860 π.Χ.) της εποχής των, τα οποία αποδέχεται ως γεγονότα και η επιστήμη της αστρονομίας, με πλήρη και συστηματικό τρόπον. Οι ορφικοί, επί τη ευκαιρία, ύμνοι είναι παλαιότατοι και από τα ινδικά και από τα αιγυπτιακά και Ασσυρο-βαβυλωνιακά κείμενα, αφού σύμφωνα με την μυθολογία μα και βάσει αναφορών των μη ελληνικών αρχαίων λαών οι Έλληνες από τα πανάρχαια χρόνια είχαν φθάσει μέχρι την Ινδία, τις Φιλιππίνες και την Κίνα. Τούτος είναι και ο λόγος που υπάρχουν πολλά όμοια γλωσσικά στοιχεία με τα ελληνικά και στην Κινέζικη γλώσσα, πράγμα που τελευταία αποδείχθηκε από την Μητσοπούλου Τερέζα μετά από πολυετείς μελέτες εις την κινεζική γλώσσα.

Άρα η αρχαιοελληνική προϊστορία βάσει και των ορφικών ανάγεται όχι στο 1.200 π.Χ. μα πολύ πιο πίσω. Παρενθετικά αναφέρω ότι ο Ορφισμός ήτο μονοθεϊστική μυστηριακή θρησκεία η οποία είχε ως βάση της στο Δωδεκάθεο, περιέχουσα και κοσμογονικά στοιχεία εκτός των θρησκευτικών και των αστρονομικών στοιχείων. Επί πλέον θα αναφερθώ ότι οι έρευνες της Ενριέτας Μερτζ και του Τσαρλς Μπέρλιτζ απέδειξαν την μετάβαση του Οδυσσέα και των Αργοναυτών στη Δύση και δη στην αμερικανική ήπειρο, ενώ οι διεξαχθείσες έρευνες στο σπήλαιο Φράχθι της Αργολίδος απέδειξαν ότι υπήρξαν στρώματα συνεχούς οικήσεως στο σπήλαιο αυτό από τη παλαιολιθική εποχή μέχρι και τη νεολιθική, πράγμα που καταδεικνύει ότι ο ελλαδικός χώρος κατοικούνταν από εκείνα τα χρόνια.

Επιχείρησα αναγκαστικά όλες αυτές τις αναφορές, στις αρχαιολογικές έρευνες, διότι πρέπει να καταδειχθεί ότι αφ’ ενός μεν υπάρχει ανθελληνική κίνησης που συντελεί στην πλαστογράφηση της ιστορίας των Ελλήνων και αφ’ ετέρου ότι η ύπαρξης των ινδοευρωπαίων «βολεύει», ταυτιζόμενη με την κάθοδο των Δωριέων, στην έκδοση ιστορικών πλαστογραφήσεων. Χωρίς λοιπόν να μακρηγορήσω θα αποδείξω γιατί δεν υφίσταται η ινδοευρωπαϊκή φυλή, όπως θέλουν να υποστηρίζουν κάποιοι «ειδικοί».

Η εικασία περί «ινδοευρωπαίων» που κατήλθαν από τον βορρά δεν είναι ιστορικώς αναγκαία, καθώς εάν θα συνέβαινε κάτι τέτοιο θα υπήρχε-εμφανιζόταν ιστορική διακοπή ή και αναστολή της εξελικτικής διεργασίας των λαών (ελληνικών) που διαβιούσαν στον Αιγαιακό χώρο, πράγμα αντίθετο από εκείνο που παρατηρήθηκε στους πολιτισμούς.

Λόγω του ότι πουθενά δεν βρέθηκε κάτι που να δείχνει την ανθρωπολογική- αρχαιολογική – γλωσσική και ιστορική ύπαρξη των ινδοευρωπαίων, η όλη υπόθεση είναι άνευ σοβαρής αιτιάσεως.

Κανένας λαός από τους διαβιούντες στον Αιγαιακό και πέριξ χώρο δεν αναφέρει τι περί των ινδοευρωπαίων στις παραδόσεις του (προφορικός ή γραπτός, θρύλους, μύθους, παραμύθια, τραγούδια). Όλοι τους αγνοούν! Και όχι βέβαια σκόπιμα!

Γεωφυσικά και κλιματολογικά είναι αδύνατη η ύπαρξης τους διότι οι πάγοι άρχισαν να λιώνουν το 15-12.000 π.Χ. από νότο προς βορρά, οπότε η ζωή στον βορρά όχι μόνο ήταν σχεδόν αδύνατος μα και αν υποθέσουμε ότι υπήρχε θα ήταν αδύνατο οι διαβιούντες στους πάγους να κατέλθουν απειλητικά προς τον νότο ως συγκροτημένες πολεμικές ομάδες. Άλλωστε λιώνοντας οι πάγοι η Ευρώπη έγινε στα χαμηλά μέρη της ένα απέραντο έλος και στα υψηλά μέρη ένα αδιαπέραστο δάσος από βουνά. Οπότε και λογικώς μάλλον από νότο προς βορρά είναι δυνατή και πιθανή και όχι αντιστρόφως, η μετακίνησης. Άρα:

α) Οι λεγόμενοι «ινδοευρωπαίοι» δεν είναι άλλοι από ελληνικά φύλα που ξεκινώντας γύρω στο 9.000-8.000 π.Χ. από το Αιγαίο μετακινούμενα επί βασιλείας του Ουρανού και με αρχηγό των Διόνυσο τον Ά, διέδωσαν μέχρι την Ινδία τον ελληνικό πολιτισμό τους.

β) Ουδέποτε υπήρξε κάθοδος των Δωριέων μα μετακίνηση ελληνικών φύλων που είχαν επεκτατικές μόνον βλέψεις (βλ. Τρωϊκό Πόλεμο), και Αρποκράτεια έπη του Αριστέα του Προκοννήσιου).

γ) Η λεγόμενη ομογλωσσία- ομοιογλωσσία των Αρίων υπάρχει ως αποτέλεσμα της προϊστορικής ελληνικής επέκτασης στην Ευρώπη και στην Ασία μέχρι τις Ινδίες (βλ Αρποκράτεια έπη του Αριστέα του Προκοννήσιου). Η γλωσσολογική και ιστορική έρευνα απέδειξε ότι οι Άριοι είναι οι γηγενείς Αιγαίοι η δε λέξις Άριος προέρχεται από την λέξη «Αρ» που στην πρωτοελληνική γλώσσα σημαίνει «γη», οπότε δηλώνει τον γηγενή-αυτόχθονα.

δ) Προέλληνες με την έννοια της Φυλής άσχετης προς τους Έλληνες δεν υπήρξαν ποτέ αφού οι Έλληνες ήταν γηγενείς ανέκαθεν στην Αιγηίδα.

Τα επιπλέον πλείστα αναπάντητα ερωτήματα περί των ινδοευρωπαίων όπως ποια ήταν η πρώτη κοιτίδα τους, πότε και γιατί εγκατέλειψαν την κοιτίδα τους, ποια πορεία ακολούθησαν, γιατί δεν υπάρχει ίχνος των ιδίων και της πορείας τους, πως και γιατί έφυγαν οι ινδοευρωπαίοι από τα μέρη στα οποία επέδραμον, πως ενώ καταστρέφουν και πυρπολούν, δείχνοντας ημιάγρια μορφή, επιδεικνύουν πολιτιστικά στοιχεία αξιόλογα (Μινωϊκό-μυκηναϊκό πολιτισμό), πως από βόρειοι λαοί γίνονται ξαφνικά θαλασσοκράτορες, γιατί αφήνουν τα ορεινά εδάφη και κατεβαίνουν προς την άγρια, αδυσώπητη και ταυτόχρονα άγνωστη θάλασσα, πως δεν έχουμε νέα πολιτισμικά στοιχεία, όλα αυτά δείχνουν όχι ύπαρξη μα ανυπαρξία για να μην πούμε ότι δείχνουν πως οι ινδοευρωπαίοι ήτα Αιγαίοι και πάλι.

Η ινδοευρωπαϊκή θεωρία έχει ένα «βαρύ» επιστημονικό «προσωπικό» που δεν την αποδέχεται όπως τον Θεόφιλο Μπάγερ, τον Κούρτιους, τον Γκρόσσλαντ, τον Ρένφριου, τον Γκαβέλα Μπράνκο, τον Μιλόϊσιτς, τον Πούγλκραμ και πλείστους άλλους. Δυστυχώς από την άλλη μεριά η ινδοευρωπαϊκή θεωρία έχει ως υποστηρικτές της διαπρεπείς Έλληνες και ξένους πανεπιστημιακούς καθηγητές, οι οποίοι όμως δεν δίνουν απαντήσεις ή δεν αντιπροτείνουν κάτι νεότερο στα ήδη τιθέντα αναπάντητα ερωτήματα, αποδεικνύοντας με τη «σιωπή τους», την ανυπαρξία της θεωρίας που προσυπογράφουν.

Το χειρότερο είναι ότι η περί των ινδοευρωπαίων θεωρία μα και η περί της καθόδου των Δωριέων εικασία «μεταλαμπαδεύετε» στα σχολικά βιβλία από το δημοτικό σχολείο και συνεχίζεται στο Γυμνάσιο και Λύκειο, οπότε οι μαθητές τελειώνοντας τη δωδεκαετή εκπαίδευση τους γαλουχούνται με τις ανωτέρω θεωρίες, οπότε μετά να είναι δύσκολο να πιστέψουν και οι ίδιοι ότι και η κάθοδος των Δωριέων ουδέποτε έγινε και οι ινδοευρωπαίοι είναι φύλο ανύπαρκτο. Δεν είναι εύκολο να απορρίψουν ότι τόσα χρόνια επίπονα διδάχθηκαν το οποίο είχε και την επιστημονική σφραγίδα.

Τέλος, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στην προέλευση του ονόματος «Έλλην», βάσει των κειμένων και των παραδόσεών μας.

Ο Έλλην ήταν υιός του Διός και της Πύρρας ή της Δορρίπης, ενώ άλλη παράδοση τον παραδίδει ως υιό του Δευκαλίωνος και της Πύρρας. Άρα ο Έλλην είναι εκ θείας προέλευσης και αμιγώς ελληνικής. Ενδεικτικά θα αναφερθώ, ότι ο μεν Δευκαλίων ήτο υιός του Προμηθέα, η δε Πύρρα κόρη του Επιμηθέα, δηλαδή οι γονείς του Έλληνα αμφότεροι προέρχονται από θεϊκή γενιά, κατά την δεύτερη εκδοχή της μυθολογικής ανθρωπογονίας.

Ετυμολογικά το όνομα «Έλλην» και «Ελλάς» προέρχεται από το όνομα των κατοίκων της Δωδώνης Ελλών ή Σελλών οι οποίοι αναφέρονται στην Ιλιάδα του Ομήρου (Ομήρου Ιλιάς Π 233-235), όπου αναφέρεται και η επίκλησης των ιερέων του Δωδωναίου μαντείου: «Ζευ, άνα, Δωδωναίε, Πελασγικέ, τηλόθ, ναίων, Δωδώνης μεδέν δυ- σχειμέρου- αμφί δε Σελλοί σοι ναίους· υποφήται ανιπτόποδες χαμαιεύναι» (Δία βασιλιά Δωδωναίε Πελασγικέ, που κάθεσαι μακριά και προστατεύεις τη Δωδώνη με τον βαρύ χειμώνα και γύρω κατοικούν οι Σελλοί οι ερμηνευτές των χρησμών σου που κοιμούνται κατά γης και έχουν άνιπτα πόδια.)

Αυτή η ετυμολόγηση βρίσκει σύμφωνο και τον Αριστοτέλη (Αριστοτέλους Μετεωρολογικά, 1, 352α). Άλλωστε η ρίζα «σαλ» παράγειρήματα των μεσογειακών γλωσσών που σημαίνουν «προσεύχομαι», «ικετεύω», παραπέμπει στη πελασγική πανάρχαια γλώσσα.

Από άλλη πάλι ρίζα, (Σαλοί) παράγεται ρήμα που σημαίνει «ξηραίνεσθαι» και ουσιαστικά σημαίνει τον ξεροπόταμο και τους ξηρούς βράχους, παραπέμποντας στον Σελινό ποταμό, την Σηλινούν πόλη στην Κιλικία και άλλα παρεμφερή τοπωνύμια. Από άλλη πάλι ρίζα («σολ») παράγεται και ρήμα που σημαίνει «λάμπειν» και «φωτίζειν», από το οποίον προέρχονται λέξεις όπως σελήνη-σέλας-Ελάνη (λαμπάδα)- sol (ήλιος), Μασσαλία και άλλες.

Άλλη πάλι ετυμολόγηση του ονόματος «Ελλάς» προέρχεται από τη σύνθεση των όρων «ελ» + «λας», σημαίνουσα την «πέτρα», «λίθο» (λάας-λας=λίθος-πέτρα) + το φως το πνευματικό (ελ-ηλ=ήλιος). Άρα Ελλάς σημαίνει τον λίθο-πέτρα-χώρα του πνευματικού φωτός, δηλαδή χώρα του πνεύματος.

Η λέξη με την ονομασία Έλλην ήδη ευρίσκεται και στον Όμηρον (Ομήρου Ιλιάς, Β’ 681-685) όπου γίνεται αναφορά  «στην Ελλάδα με τις όμορφες γυναίκες» («Ελλάδα καλλίστην γυναίκα»), πράγμα που παραπέμπει στη πεποίθηση που υπήρχε και πριν της εποχής του Ομήρου γνώση, ότι οι Έλληνες ήταν προ και επί της ομηρικής εποχής αυτόχθονες και γηγενείς στην χώρα που διαβιούν και την σήμερα.

Πιστεύω ότι από τα ανωτέρω εξάγεται το συμπέρασμα πως οι Έλληνες υπήρξαν ως αυτόχθονες από την πάλαι ποτέ Αιγηίδα μέχρι τον σημερινό ελλαδικό χώρο, καθώς και το ότι η ινδοευρωπαϊκή θεωρία μα και η κάθοδος των Δωριέων είναι ιστορικώς ανύπαρκτη και αστήρικτη.

Είτε το θέλουν κάποιοι »ειδικοί» είτε όχι, η Ελλάς και οι Έλληνες υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν στον ελλαδικό χώρο μα και στην οικουμένη δίδοντας και μεταδίδοντας τα πνευματικά τους φώτα, πράγμα που έκαναν και στο παρελθόν εκπολιτίζοντας λαούς απολίτιστους οι οποίοι σήμερα προσπαθούν να αυτοαναδειχθούν ως φωτοδότες πολιτισμών και λαών, πράγμα που δεν ήταν ποτέ πραγματικότητα.

Αποτελεί χρέος όλων μας να μελετούμε τη προϊστορία και ιστορία μας προκειμένου να γνωρίζουμε τον πολιτισμό που οι προγονοί μας έπλασαν, οπότε με κάθε μέσον να δυνηθούμε να τον υπερασπίσουμε από οιονδήποτε τον καπηλεύεται, τον πλαστογραφεί και επιδιώκει την εξαφάνισή του. Και τούτο διότι έχει αποδειχθεί ότι λαός ο οποίος απώλεσε την ιστορική του μνήμη σταδιακά εκφυλίσθηκε και τελικά εξαφανίσθηκε από το ιστορικό γίγνεσθαι, μένοντας μόνο παρελθόν.

Είναι χρέος μας λοιπόν εμείς ως Έλληνες που δημιουργήσαμε και μεταδώσαμε τον πολιτισμό στην ανθρωπότητα να αποβούμε συνεχιστές του έργου των ένδοξων προγόνων μας, όντες συνεπείς προς εκείνους μα και προς την ιστορία, η οποία απαιτεί την συνέχιση του Ελληνικού Πολιτισμού. Του Πολιτισμού εκείνου ο οποίος φώτισε, φωτίζει και επιβάλλεται να φωτίσει τα σκοτάδια της αμάθειας μεταδίδοντας το ελληνικό πνευματικό και θεϊκό Απολλώνιο Φως που καταλύει όλων των ειδών τα σκοτάδια και επιβιώνει στο πέρασμα των αιώνων, ανόθευτο και αναλλοίωτο.

Η φωτογραφία στο εξώφυλλο του άρθρου είναι το έργο: «Ο Φειδίας Παρουσιάζει την Ζωφόρο του Παρθενώνα στους Φίλους του», λάδι του Λόρενς Άλμα- Τάντεμα (1868)

Βιβλιογραφία:

  • Νίλσον, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας, Εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1999
  • Καρττοδίνη Ε.-Δημητριάδη, Πελοπόννησος, Εκδ. Αθηνών, Αθήνα 1993
  • Πασσά I., Η Αληθινή Προϊστορία, Εκδ. Εγκυκλ. Ηλίου.
  • Γεωργαλά Γ., Ινδοευρωπαίοι ή Αιγαίον;, Αθήνα 1996.
  • Ομήρου, Ιλιάς. Εκδ. Γεωργιάδη
  • Μητσοποΰλου Τερέζα, Ελλάδα-Κίνα, ένας πολιτισμός, Αθήνα 1998
  • Τσατσόμοιρος Ηλίας, Αιγαίο βουνό, Αθήνα 1991
  • Άρθρα Χριστοδουλάκη Σταΰρου «Ιστορικά λάθη των σχολικών βιβλίων της πρωτοβάθ¬μιας εκπαιδεύσεως» στο περιοδικό «Αέροπος», τ. 32, 33, 35
  • Μητσοπούλου Τερέζα, Η Κοινή καταγωγή της Ελληνικής και της Κινεζικής Γλώσσας, Αθήνα 2002.
  • Σίτου Σπυρ., Ιστορία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, γ’ έκδοσις, Ιωάννινα 1984
  • Mylonas G., Mycenae, A Guide to its ruins and its History, Athens, 1967
  • Hutchinson R., Prehistoric Crete, Peng. Books
  • Higgins R., Minoan and Mycenaean Art, London 1967
  • Ηροδότου Ιστορία. Εκδόσεις Κάκτος
  • Μάριου Δημοπουλου: Oι Πελασγοί στην Μεσοποταμία
  • Ιωάννης Τζέτζης: Ιλιακά . Εκδ Ιχώρ
  • Πλίνιου Φυσική Ιστορία Χ, XXXIII, XXI, LXX 7.174
  • Μάξιμος ο Τύριος Εκδόσεις Ηλιοτρόπιο
  • Αισχύλος : Προμηθέας Δεσμότης. Εκδόσεις Κάκτος
  • Στέφανου Βυζάντιου : Εθνικά Εκδόσεις Ηλιοτρόπιο
  • Δαμάστης στο «Περί εθνών Εκδόσεις Κάκτος
  • Ξενοφών : Κύρου παιδία. Εκδόσεις Κάκτος
  • Φιλόστρος περί Απολλωνιου του Τυαναία. Εκδόσεις Κάκτος
  • Ο Κλαύδιος Αιλιανός «Περί Ζώων Εκδ. Γεωργιάδης
  • Κτησίας ο Κνίδιος: Ινδικά, Εκδ Ακάδημος
  • Νόννος : Διονυσιακά. Εκδ. Κάκτος
  • Παυσανίας Ἀττικά. Εκδ. Κάκτος
  • Ευστάθιος Θεσσαλονίκης: , Εὐσταθίου Παρεκβολαί . Εκδόσεις Ηλιοτρόπιο
  • Όμηρος, Ίλιάδα, ‘Οδύσσεια Εκδ Ηλιοτρόπειο.
  • Γεώργιος Α Πλάνας. Αρχαία Ελλάδα, Φιλοσοφικός Σύλλογος ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ : Ο ζωδιακός κύκλος στην παγκόσμια μυθολογία. Εκδόσεις Νέα Ακρόπολη
  • Αιλιανός, Ποικίλη Ιστορία. Εκδόσεις Νέα Ακρόπολη
  • Σουίδας, Λεξικόν.
  • Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Επιτομή. Εκδόσεις Κάκτος
  • Διόδωρος, ‘Ιστορική Βιβλιοθήκη 4.Εκδόσεις Δοδώνη
  • Φιλόστρατος, ‘Ηρωικός. Εκδόσεις Γεωργιάδη’
  • Ηρόδοτος, Ε’, Ζ’.
  • Παυσανίας, 2, 7.
  • Ευριπίδης, ‘Εκάβη, Τρωάδες.
  • Πάριο Χρονικό.
  • Codino F. Εισαγωγή στον Όμηρο, μετ. Γ. Βανδώρος, Δ Παπαδήμας, Αθήνα 2008
  • Griffin J 1999, Ο Όμηρος για τη ζωή και το θάνατο, μετ. Π. Ανδρικόπουλος. Εκδ. του Εικοστού Πρώτου , Αθηνα 2010
  • Groot J de 1996, Ομηρικό Λεξιλόγιο των Λεξημάτων που απαντούν από 10000 έως 10 φορές στα δύο ‘επη, εκδ. Ακκάδιμος
  • Holscher U. 1939 Utersuchungen zur Form der Odyssee, Hermes, Einzelshriften Κακρίδης Φ. Ι. 1981 ¨ Προβλήματα Ομηρικής θεολογίας
  • Κυρτάτας Δ. & Ράγκος Σ. 2013, Η Ελληνική Αρχαιότητα
  • Στράβων, Η. Εκδόσεις Άγρα
  • Διονύσιος Άλικαρνασσεύς. Εκδ. Κάκτος
  • Δίκτης ό Κρητικός, ‘Εφημερίδα τοϋ Τρωϊκού
  • πολέμου, έκδόσεις ΑΓΡΑ.
  • Φώτιος Κωνσταντινουπόλεως, Βιβλιοθήκη. Εκδ Άγρα
  • Ίωάνννης Μαλάλας, Χρονογραφία.Εκδ Λιβάνης
  • Ιωάννης Άντιοχεύς, Λόγος Δεύτερος.Εκδ Ιχώρ
  • Γεώργιος Κεδρηνός, Σύνοψις Ιστοριών.
  • Σοβιετική ‘Εγκυκλοπαίδεια, ‘Ομηρικό ζήτη¬μα, Συμπλήρωμα ‘Ελλ. «Εκδοσης.
  • Πρόκλος. Χρηστομάθεια ‘Ομηρικά. Επικός Κύκλος.
  • Περί ‘Ομήρου καϊ Ησιόδου και τοϋ γένους και τοϋ άγώνος αύτών Όμηρος. Ίλιάδα, ‘Οδύσσεια. Φώτιος Κών/λεως. Βιβλιοθήκη. Λεξικό Σουίδα.
  • Κλαύδιος Αιλιανός. Ποικίλη Ιστορία. Εκδόσεις Ακάδημος
  • Ιάκωβος Πολυλάς, Ομήρου Ιλιάς, 1923. Εκδ Ακάδημος
  • Αλέξανδρος Πάλλης. Ηλιάδα 1904
  • Νίκος Καζαντζάκης & Ι. Θ Κακρίδης, Ομήρου Ιλιάδα 1955. Εκδόσεις Πάλλη
  • Θεόδωρος Γ. Μαυρόπουλος, Ομήρου Ιλιάδα, (εισαγωγικά στον Όμηρο, ευρεία περίληψη του έπους, μετάφραση, σχόλια, αναλύσεις και διδακτική επεργασία κατά ραψωδίες), Εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ, Θεσσαλονίκη 2004, ISBN: 960-8437-26-1
  • Κόραβος, Ιωάννης και Δρόσου, Χρυσάνθη. Ομήρου Ιλιάδα (2008). Μετάφραση σε σύγχρονα νέα ελληνικά. Εκδόσεις Σοκόλη.
  • Μαρωνίτης Δ. ,Ομήρου Ιλιάς Μετάφραση σε νέα ελληνικά. Εκδόσεις ΑΓΡΑ
  • Κακριδής Φ. (2005), Αρχαία ελληνική γραμματολογία, Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα νεοελληνικών σπουδών, σ. 106
  • Μπερενίς Ζοφρουά: Ο Όμηρος και το ελληνικό ιδεώδες, Οι φορείς της γνώσης
  • Αναστασία Πετράκη. ΙΛΙΑΔΑ «Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΩΣ ΜΗΤΕΡΑ»
  • Τάκη Σινόπουλου . Ο ποιητικός μύθος της Ελένης
  • Ορφέως, Αργοναυτικά – Λιθικά, Εκδόσεις Ιδεοθέατρον, Αθήνα 1998
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Ορφικά, Πρώτος Τόμος, Αργοναυτικά, Ύμνοι, τ. 616, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2003
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Ορφικά, Δεύτερος Τόμος, Λιθικά, Λιθικά κηρύγματα, (Σωκράτους και Διονυσίου Περί λίθων), Όσοι των λίθων εις ανακωχήν ζάλης και τρικυμίας θαλάσσης, τ. 617, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2003
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Ορφικά, Αποσπάσματα: Εξ αρχαιοτέρων έργων, Αρπαγή Περσεφόνης, Ιερωνύμου και Ελλανίκου Θεογονία, Ιεροί λόγοι εν Ραψωδίαις κδ’, τ. 1208, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2003
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Ορφικά, Αποσπάσματα: Διαθήκαι ή Παλινωδία, Αστρολογικά (Δωδεκαετηρίδες, Εφημερίδες, Γεωργία, Περί δραπετών, Περί σεισμών, Περί επεμβάσεων, Περί καταρχών), [Αστρονομία], [Αμμοσκοπία], Δίκτυον, Επιγράμματα, Θρονισμοί Μητρώοι, Θυηπολικόν, Ιερός λόγος Αιγύπτιος, Ιεροστολικά, Καθαρμοί, Εις Άιδου κατάβασις, Καταζωστικόν, [Κλήσεις κοσμικαί], [Κορυβαντικόν], Κρατήρ, Μικρότερος Κρατήρ, [Νεωτευτικά], [Ονομαστικόν], Όρκοι, [Πέπλος], Σφαίρα, [Σωτήρια], Τελεταί, [Τριαγμοί], Ύμνοι, Εις τον Αριθμόν Ύμνος, Φυσικά, Περί φυτών, βοτάνων και ιατρικής, Χρησμοί, Ωιοθυτικά, Ωιοσκοπικά, τ. 1209, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2003 Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες»,
  • Απολλώνιος Ρόδιος, Αργοναυτικά, τ. 618, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1999 Κωνσταντίνου Κουρτίδου,
  • Τα Αρχαία Ελληνικά Μυστήρια ήτοι τα Καβείρια – Διονύσια Ορφικά και Ελευσίνια, Εν Αθήναις 1934
  • Τα Καβείρια Μυστήρια, Εκδόσεις Πύρινος Κόσμος, Αθήνα, 1993 Ευσταθίου Η. Λιακόπουλου,
  • Τα Ορφικά Μυστήρια και η Αρχαία Ελληνική Μεταφυσική (Εξωτερικά, Εσωτερικά και Μυστικά Τελέσματα), Εκδόσεις «Έλλην», Αθήνα, 1999
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Προσωκρατικοί, Ενδέκατος τόμος
  • Εμπεδοκλής, τ. 814, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2000
  • Στεφάνου Α. Παϊπέτη, Η Βασιλική Αψίδα και ο Νόμος της Παγκόσμιας Έλξης
  • Νόννος Διονυσιακά Εκδόσεις Κάκτος