fbpx

banner αεροδρομίου

«Η Μυθιστορική Εξέλιξη: (Γραικός – Έλλην – (Ρωμιός Έλλην) – Ελλάς» γράφει ο Μιχάλης Μπατής (Α΄ Μέρος)

 

 

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

Η Ελληνική Μυθολογία είναι ένα από τα πιο αξιόλογα και αντιπροσωπευτικά δείγματα του λαμπρού πολιτισμού που δημιούργησαν οι αρχαίοι Έλληνες. Περιέχει την δική τους εξήγηση και διήγηση για την δημιουργία του Κόσμου και του ανθρώπινου γένους, καθώς και την παραπέρα εξέλιξη και πορεία των Ελλήνων μέσα στους αιώνες που κύλησαν.

Οι  αρχαίοι  Έλληνες ανέφεραν  ένα  φυλετικό  μύθο, με τον οποίο «ερμήνευαν» την εθνική τους ονομασία «Έλληνες» συνδέοντάς τη με το όνομα του μυθικού βασιλιά και γενάρχη «Έλληνα» (θεωρία  του  κοινού  προγόνου – γενάρχη) απ’ τον οποίο προήλθαν όλα τα ελληνικά φύλα. Την ύπαρξη του Έλληνα δέχονταν ακόμη και οι μεγάλοι ιστορικοί της αρχαιότητος όπως ο Ηρόδοτος ή ο Θουκυδίδης οι οποίοι με την σειρά τους επανέλαβαν, χωρίς συστηματικό έλεγχο, το «μυθικό αξίωμα» και στις επίσημες πλέον ιστορίες των  Ελλήνων. Έτσι συνδέθηκε άμεσα η εθνική ονομασία με τον γενάρχη, βασιλιά της Φθίας, (τον Έλληνα), ο οποίος είχε γιούς τούς υπολοίπους «γενάρχες» των ελληνικών φύλων: τον  Αίολο, τον Δώρο και τον Ξούθο.

Ο μύθος, εάν τον παρακολουθήσουμε στην αφήγηση του Απολλοδώρου, αναφέρεται στο  πανάρχαιο γεωλογικό φαινόμενο του κατακλυσμού  το οποίο, ως γεγονός, είναι καταγεγραμμένο σε πολλές μυθολογίες αρχαίων λαών και η σύνδεσή του με την καταγωγή των Ελλήνων αποδεικνύει, ότι οι Έλληνες συντηρούσαν στην παράδοσή τους, παλαιές  μνήμες και εμπειρίες κοινές με πολλούς άλλους λαούς.

Ολόκληρη την προφορική παράδοση της Ελληνικής Προϊστορίας αποτύπωσαν πρώτοι, με την αθάνατη γραφή τους, οι μεγάλοι ποιητές της Ελληνικής Αρχαιότητας και την έκαναν κτήμα της σκεπτόμενης και καλλιεργημένης ανθρωπότητας. Από τότε η Ελληνική Μυθολογία κατέχει κορυφαία θέση ανάμεσα στα διαχρονικά αριστουργήματα που γέννησε το παγκόσμιο πνεύμα, διότι ο αναγνώστης της, κάθε φορά δέχεται πνευματικά ερεθίσματα για παραπέρα σκέψεις, στοχασμούς και αναζητήσεις των κρυμμένων συμβολισμών και της αλήθειας που περιέχεται σε αυτήν.

Ο Μύθος γενικά κατά την Ησιόδεια θεογονία αρχίζει με τον τρόπο που ξεπήδησαν η Γη και ο Ουρανός μέσα από το Χάος, ακολουθεί η γέννηση των πρώτων Θεών που θα πλάσουν τους πρώτους θνητούς, τους οποίους και θα τους καταστρέψουν στη συνέχεια, στέλνοντας ένα τρομακτικό κατακλυσμό, που έπνιξε κάθε ίχνος ζωής πάνω στην Γη. Οι Θεοί ξανάρχισαν λίγο αργότερα το έργο τους, πλάθοντας μια νέα γενιά ανθρώπων με τους οποίους έκαναν κοινούς απογόνους και έτσι ανέτειλε η εποχή των Ημιθέων και Ηρώων, που μέχρι σήμερα θέλγουν και γοητεύουν το ανθρώπινο μυαλό με τις περιπέτειές τους.

Σύμφωνα πάντα με τον Μύθο, ο Θεός Ήφαιστος με εντολή του Παντοκράτορα Δία, πήρε πυλό και φωτιά ή κατά άλλους με χώμα και νερό του ήρωα Πανοπέα και έπλασε μια πανέμορφη θνητή γυναίκα, την Πανδώρα (προικισμένη με όλα τα δώρα).

Αφού όλοι οι Θεοί του Ολύμπου την προίκησαν με δώρα, την έστειλε ως δώρο στον Επιμηθέα, τον μικρό αδελφό του Προμηθέα. Ο τελευταίος την ενυμφεύθει και απέκτησε τον Δευκαλίωνα  τον Λύκο και τον Χιμεραία, Η Πανδώρα απέκτησε τον Γραικό από την ένωσή της με τον Επιμιθέα. σύμφωνα πάντα με  τον  Ησίοδο, και πιθανόν  στην αρχή  επικράτησαν  οι απόγονοί του ως το ισχυρότερο γένος το γένος των Γραικών.

ΠΑΝΔΩΡΑ

ΣΗΜ: (Η αρνητική στάση του Ησίοδου και ο μισογυνισμός που εκδηλώνεται στα σχετικά κείμενά του (με την Πανδώρα πιθανόν ως αφορμή) αποδίδεται από ορισμένους ερευνητές και σε κατάλοιπα της μεταβατικής εποχής, από τη μητριαρχία στην πατριαρχία χωρίς φυσικά να αποκλείονται και άλλες λογικές ερμηνείες).

Η  Πανδώρα αποτελεί την αρχετυπική μορφή της ελληνικής μυθολογίας, όπου αναφέρεται ως η πρώτη θνητή γυναίκα, αιτία όλων των δεινών κατά τον Ησίοδο και αντίστοιχη της βιβλικής Εύας. Ο μύθος της Πανδώρας, όχι τόσο ως αρχετυπικής μορφής, μητέρας όλων των γυναικών, αλλά ως αιτίας όλων των παθών, λόγω της περιέργειάς της ή και σκόπιμα. Σύμφωνα πάντα με τον μύθο, αποδέσμευσε και σκόρπισε στην ανθρωπότητα όλα τα δεινά και τις ασθένειες που ήταν κρυμμένες σε ένα πιθάρι — το οποίο λανθασμένα καθιερώθηκε να αναφέρεται ως «κουτί».

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινιστεί το εξής: Στα Έργα και Ημέραι ο Ησίοδος αναφέρεται ξανά στην Πανδώρα, αναφέροντας πώς ακριβώς τιμώρησε ο Δίας το ανθρώπινο είδος μέσω της Πανδώρας.

Αντιλαμβανόμενος ο Δίας το ατόπημα του Προμηθέα με τη φωτιά απεφάσισε να τιμωρήσει όχι μόνο τον Προμηθέα αλλά και τους ανθρώπους. ‘Εβαλε τον Ήφαιστο να πλάσει από άργιλο ένα πλάσμα που να μοιάζει σε αθάνατη θεά, αλλά να έχει τη φωνή και τη δύναμη ανθρώπου. Η Αθηνά της έμαθε να υφαίνει και η Αφροδίτη την έκανε ποθητή, ενώ ο Δίας, όπως αναφέρει ο Ησίοδος, έβαλε τον Ερμή να της δώσει ξεδιάντροπο μυαλό και πανούργα φύση και να της διδάξει τα ψέματα. Της δόθηκαν σαν δώρα επίσης τα χαρίσματα της Πειθούς και των Χαρίτων και ο Ερμής της έδωσε και ομιλία. Στο τέλος, λέει ο Ησίοδος, την ονόμασαν Πανδώρα επειδή κάθε θεός της έδωσε κι ένα δώρο.

 Ύστερα ο Δίας είπε στον Ερμή να παραδώσει την Πανδώρα ως δώρο στον Επιμηθέα, τον αδελφό του Προμηθέα. Αυτός δεν αναλογίστηκε τη συμβουλή του αδελφού του «να μη δεχτεί ποτέ δώρο από τον Ολύμπιο Δία και να το στείλει πίσω επειδή μπορεί να αποδεικνυόταν βλαβερό για τους ανθρώπους».

Δέχτηκε την Πανδώρα και κατάλαβε το λάθος του όταν πια έγινε το κακό. Γιατί μέχρι τότε οι φυλές των ανθρώπων που ζούσαν στη γη ήταν μακριά από τα κακά και τους πόνους και τις νόσους που «μέσα σε αυτές οι άνθρωποι γερνούν γρήγορα. Η γυναίκα όμως έβγαλε το μεγάλο πώμα από το πιθάρι και σκόρπισε όλα αυτά τα κακά φέρνοντας τη θλίψη στους ανθρώπους». Μόνο η Ελπίδα έμεινε μέσα στο άθραυστο μεγάλο πιθάρι και δεν πέταξε έξω «γιατί την κράτησε εκεί το πώμα με τη θέληση του Δία και γέμισε η πλάση αρρώστιες και δυστυχία που έπλητταν στο εξής μέρα νύχτα τους θνητούς σιωπηρά – γιατί ο Δίας τους είχε πάρει σοφά τη λαλιά». Καθώς όλες οι δυστυχίες πλησίαζαν βουβά, ύπουλα δηλαδή, κανείς δεν μπορούσε να φυλαχτεί και να γλιτώσει από το θέλημα του Δία».

Επανερχόμενοι στον μύθο μας, ο Προμηθέας στην συνέχεια συμβουλεύει τον γιό του, Δευκαλίωνα και την σύζυγό του – κόρη του άλλου τιτάνα, του Επιμηθέα,  την  Πύρρα – να  φτιάξει μια κιβωτό για να σωθεί από τον επερχόμενο κατακλυσμό. Ο Δευκαλίων κατασκεύασε την κιβωτό και σ’ αυτή κατέφυγε μαζί με την Πύρρα στις εννέα μέρες που ο Δίας, με ασταμάτητη βροχή, πλημμύρισε τον κόσμο.

Αφανήσθηκαν λοιπόν οι άνθρωποι και άλλαξε οριστικά η γεωλογική όψη της Ελλάδας, όμως, όταν υποχώρησαν τα νερά και η κιβωτός σταμάτησε στον Παρνασσό, ο Δίας   συμβούλευσε τους διασωθέντες να δημιουργήσουν και πάλι τους ανθρώπους, ρίχνοντας  πίσω τους πέτρες, έτσι από την Πύρρα προήλθαν οι γυναίκες και από τον Δευκαλίωνα οι  άνδρες.

Το ζευγάρι απέκτησε όμως και τα δικά του παιδιά: τον Έλληνα, τον Αμφικτύονα και την Πρωτογένεια, (ενώ αναφέρονται και άλλα όπως η Θυία, η Μελανθώ κα…). Αυτοί οι μετα-κατακλυσμιαίοι απόγονοι του Δευκαλίωνα απλώνονται στις κοντινές περιοχές και  συνδέονται επιγαμικά με άλλους βασιλικούς οίκους.

Ο Αμφικτύονας βασίλεψε για λίγο κοντά στις Θερμοπύλες (στην   Ανθήλη), όπου ίδρυσε  την Πυλαία Αμφικτυονία, κατόπιν πήγε στην Αττική, παντρεύτηκε την κόρη του Κραναού, τον εκθρόνισε και βασίλεψε για δέκα χρόνια, για να εκθρονιστεί και αυτός με την σειρά  του από τον Εριχθόνιο.

Ο Έλληνας, παντρεύτηκε την νύμφη Ορσηίδα απέκτησε γιους: τον Αίολο (Αιολείς), τον  Δώρο (Δωριείς) και  τον  Ξούθο, ο  οποίος ήρθε στην Αττική, παντρεύτηκε  την  κόρη  του Ερεχθέα, την Κρέουσα και απέκτησε μαζί  της δύο  γιούς, που αποτέλεσαν τους άλλους δύο  γενάρχες: τον Αχαιό και τον Ίωνα.

Από τον Αίολο και την Εναρέτη λοιπόν γεννήθηκαν πέντε κορίτσια και εφτά αγόρια οι: Κριθέας, Αθάμας, Σίσυφος, Σαλμονέας, Διηόνας, Μάγνητας και Περιήρης (Αιολίδες), Κρανάη, Αλκυόνη, Πεισιδίκη, Καλύκη και Περιμήδη.

 Από τον Δώρο, προήλθαν οι Δωριείς, ο Αγίμιος (ο γιος  του  Δώρου) τους έδωσε τους  νόμους, όσο ζούσαν στην κοιλάδα του Πηνειού, κάλεσε μάλιστα σε βοήθεια τον Ηρακλή  εναντίον των Λαπιθών και υιοθέτησε τον  Ύλο, επίσης  ως  γιός  του  Δώρου  θεωρούνταν  και ο Τέκταμος που επέδραμε στην Κρήτη.

Ο Ίων κατά τον Παυσανία πρώτα έγινε βασιλιάς στους Αιγιαλείς και κατόπιν στους Αθηναίους, ενώ ο Στράβων υποστηρίζει πως επειδή  νίκησε  τους  Θράκες  για  την δόξα  του οι Αθηναίοι τον έκαναν βασιλιά.

Ο Αχαιός γύρισε  στην Θεσσαλία και από εκεί οι γιοι του Άρχανδρος και Αρχιτέλης ήρθαν στο Άργος όπου κατέκτησαν την Πελοπόννησον (Αχαιοί).

Βέβαια  είναι αδύνατο να  προσδιορίσουμε  χρονικά  αυτά  τα  πρόσωπα, την  ύπαρξή τους ή την δράση τους, όμως η αναφορά του κατακλυσμού (παρ’ ότι αναφέρονται και άλλοι κατακλυσμοί στους  αρχαίους  ελληνικούς μύθους π.χ. επί Ινάχου, ή επί Ωγύγου), είναι  ένα  στοιχείο που μπορεί να  διασταυρωθεί με τις αναφορές της Μεσοποταμίας, (για τον εκεί κατακλυσμό), τον οποίο οι  επιστήμονες χρονολογούν κοντά στο 3000 π.Χ.

Συμπερασματικά θα λέγαμε, ότι ο μύθος εμφανίζει τις πρώτες ελληνικές φυλές ως  βιολογικούς απογόνους του Έλληνα, οι οποίες αναπτύσσονται στον χώρο της κεντρικής  Ελλάδας, μάλιστα στην ευρύτερη περιοχή της Φθίας, (και της Αττικής) σε κάποιο χρόνο  ακαθόριστο, οι δέ απόγονοί του βάση της θείκής καταγωγής του έφεραν το όνομα «Διογενεῖς» και έγιναν έθνος Ευγενές.

Στη συνέχεια, ακολούθησαν τα αδέλφια του, χωρίς να ανακατευτεί ξανά ο Παντοκράτορας Δίας στην ζωή του ζευγαριού. Φυσικά, μόνο τα  παιδιά του Έλληνα φέρουν αυτό το όνομα, (Έλληνες) ενώ η γενιά του αδελφού του Αμφικτύονα, μένει ανώνυμη μέχρι που ο εγγονός  του (ο  γιος  του Ιτωνού), ο Βοιωτός μετέδωσε εκείνος τ’ όνομά του στους Βοιωτούς, το ίδιο  και η γενιά της Πρωτογένειας που με τον Δία γέννησε τον Αέθλιο και τον Οπούντα (κατ’ άλλους με τον Λοκρό) ονομάζει το φύλο των Λοκρών (από  την  Θυία, ο Μάγνητας και ο Μακεδόνας και από την Μελανθώ ο Δελφός).

Επειδή δεν ονομάζονται όλοι Έλληνες, αλλά μόνο το ένα τρίτο των επίσημων απογόνων του Δευκαλίωνα, ενώ οι άλλοι φέρουν τοπικές ονομασίες, την συναντάμε υπαρκτή στον  Όμηρο, όταν ο ποιητής, συντηρεί την τοπική φυλετική διαίρεση και μνημονεύει  τις  ονομασίες. Άμεσα, όμως στο όνομα Έλληνες, συνδέει μόνο τους Μυρμιδόνες, οι οποίοι (κατά  μία  άποψη) ξεκάθαρα στο Β της Ιλιάδας ονομάζονται και  Έλληνες, ενώ κατά άλλη  εκτίμηση οι Έλληνες είναι ένα μικρό φύλο, πολεμικό, που συμβιώνει μαζί  τους στην Φθία  και έχει βασιλιά τον γενναιότερο από τους ήρωες, τον Αχιλλέα.

Σύμφωνα με τον Γεώργιο Αδάμη, η πρώτη λοιπόν πιστοποιημένη σχέση του συγκεκριμένου λαού, των Ελλήνων, με ένα πρόσωπο της εξουσίας και με ένα γεωγραφικό χώρο, ζωής και  δράσης τους (λαός – βασιλιάς- περιοχή) είναι αυτή που κατατίθεται στην Ιλιάδα στο σχήμα:  Έλληνες – Αχιλλέας (βασιλιάς) – Ελλάς – Φθία (πατρίδα).

Ο προσδιορισμός του λαού με βάση τον μύθο, γίνεται δεκτός από τον Όμηρο αφού  οργανώνει τα γεγονότα με βάση τις γενεαλογίες. Αυτές αποτελούν την ταυτότητα του απογόνου, το πιο περιληπτικό σχήμα καταγωγής και ιστορίας ενός γένους ή ενός φύλου.

Η  γενεαλογία λοιπόν του βασιλιά των Ελλήνων (Μυρμιδόνων), διότι αυτή σημαίνει πολλά  για την κοινή πορεία τόσο του βασιλικού οίκου, όσο και του λαού, είναι  γνωστή στον  ποιητή, γι’ αυτό και εκείνος φωτίζει το παρελθόν με το στόμα του ιδίου του Αχιλλέα:

«όμως εγώ περηφανεύομαι πως είμαι γενιά του Δία, του μεγάλου, με γέννησε ο Πηλεύς, ο γιος του Αιακού, άνδρας που στους πολλούς βασιλεύει Μυρμιδόνες και ο Αιακός ήτανε γιος του Δία…» (Φ 187-189)

Η παράδοση αυτή ήταν η περισσότερο διαδεδομένη γιατί με την μυθολογική γενεαλογία ερμήνευε την καταφανή μεταξύ των ελληνικών φυλών συγγένεια, των οποίων οι Επώνυμοι γίνονταν γιοί (Αίολος, Δώρος) και εγγονοί (Αχαιός, Ίωνας) του Έλληνα και γιατί με την συγγένεια Έλληνα και Αμφικτύωνα, συμβολικών αντιπροσώπων του έθνους και της Aμφικτιονικής συναδέλφωσης των διαφόρων λαών του, υποδηλώνονταν ότι όπως ακριβώς πιστεύεται σήμερα, Έλληνες ονομάστηκαν οι αμφικτιονικοί λαοί του Έθνους, σε αντίθεση με τους μη αμφικτιονικούς λαούς του.

Το όνομα Έλλην, ως δηλωτικό των κατοίκων της Ελλάδας, χρησιμοποιείται από το 1.000 π.Χ. περίπου. Από τους συγγραφείς, πρώτος ο ιστορικός Θουκυδίδης έγραψε, πως με το όνομα Έλληνες από τον καιρό του Ομήρου (όπως αναφέρθηκε ανωτέρω), μνημονεύονταν μία από τις τρεις φυλές του βασιλείου του Αχιλλέα που κατοικούσε στην πόλη Ελλάδα. Ο Έλληνας έχτισε μια πόλη 14-15 χλμ. ανατολικά του Δομοκού και έδωσε το όνομά του: Ελλάς.

Κοντά στα ερείπια της Ελλάδας, σήμερα βρίσκεται το χωριό Μελιταία. Τα αρχαία τείχη που περιέβαλλαν τα ανάκτορα του βασιλιά δέσποζαν της κοιλάδας του Ενιπέα.

Εκεί βρίσκεται και ο τάφος του Έλληνα, γιατί ο Στράβων γράφει: «ότι στην αγορά της πόλης Μελιταίας δείχνονταν επί των ημερών του ο τάφος του Έλληνα» και «οι Μελιταίοι τοποθετούσαν την αρχαία Ελλάδα σε δέκα στάδια (1850μ.) μακριά από την πόλη τους και πέρα από τον Ενιπέα».

Η εξάπλωση του ονόματος Έλληνες προήλθε από την επικράτηση των κατοίκων της Φθιώτιδας, επί των άλλων συγγενικών λαών, οι οποίοι ζητούσαν την βοήθειά τους (Θουκ. Α’ γ΄). Δηλαδή κατά την αντίληψη του μεγάλου ιστορικού, Έλληνες ονομάστηκαν πρώτα οι σύμμαχοι των Ελλήνων της Φθιώτιδας – η οποία δεν απέχει και πολύ από την αντίληψη των νεώτερων – και Έλληνες ονομάστηκαν, πρώτα οι αμφικτιονικοί λαοί της αρχαίας Ελλάδας, του Έλληνα, του γιού του Παντοκράτορα Δία και ισχυρότατου, κατά τον Θουκυδίδη, βασιλέα της Φθιώτιδας, ο οποίος είχε δώσει το όνομά του σε μία από τις φυλές της χώρας και η οποία θα άκμαζε προ του Τρωϊκού πολέμου, αφού προϋπήρχε αυτού φυλή Ελλήνων στην Φθιώτιδα.

Εκτός του παραπάνω Έλληνα, μνημονευόταν από τους αρχαίους και άλλος Έλληνας, ο οποίος λεγόταν ότι ήταν τρισέγγονος αυτού και γιός του Φθίου, γιού του Αχαιού και εγγονού του Ξούθου, γιού του πρώτου Έλληνα.

Στα Ομηρικά έπη, λοιπόν, ο όρος «Ἑλλὰς» σήμαινε την χώρα που ανήκε στο κράτος του Πηλέα και κατοικουμένη από τους Μυρμιδόνες, πατρίδα του Αμύντορα, πατέρα του Φοίνικα (Ι΄ 447 – 448, 47. Συναντάται στον Όμηρο επίσης και ως πόλη (στον κατάλογο των νηών, Β 683 – 684), ενώ οι κάτοικοι της Ηπειρωτικής Ελλάδας και των νησιών καλούνται «Δαναοὶ» (φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντες) και «Ἀργεῖοι» και «Ἀχαιοί». Από την στενή αυτή περιοχή, επεκτάθηκε στην διάρκεια των χρόνων, επί των κατοίκων ολόκληρης της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας κατ’ αρχάς και μετά σε όλη την νότια, κείμενη χώρα, Στερεάς και Πελοποννήσου, και ανατολικά και δυτικά μέχρι την Κρήτη, τα Ιόνια νησιά και τα νησιά του Αιγαίου Πελάγους και διατηρήθηκε έτσι μέχρι τους πρώτους Ιουδαιο-xριστιανικούς αιώνες.

Ο Όμηρος επίσης απαριθμώντας στον Κατάλογο των «νηών» τις μεγάλες πόλεις που έλαβαν μέρος στον πόλεμο της Τροίας περιλαμβάνει και την πόλη Γραία (Ιλ. Β 498 και ο Θουκυδίδης (Β 23,3) αναφέρει: «παριόντες δε (οι Πελοποννήσιοι) Ωρωπόν την γην την Γραικήν καλουμένην, ην νέμονται Ωρώπιοι Αθηναίων, υπήκοοι, εδήωσαν».

Ο Παυσανίας (Βοιωτικά, 20 – 24) από τη μια αναφέρει ότι το όνομα της πόλης «η Γραία» προέκυψε από σύντμηση της αρχικής ονομασίας «Τανα-γραία» (που αρχικά η ονομασία αυτή ήταν όνομα γυναίκας, της κόρη του Ασωπού, και μετά της πόλης) και από την άλλη ότι η Γραία ήταν πολύ μεγάλη σε έκταση, περιλάμβανε την Αυλίδα, τη Μυκαλησσό, το Άρμα κ.α..

Κατά τον Στράβωνα (Θ΄ 431 – 432), πίστευαν ότι η Ομηρική Ελλάδα είναι η Φθία (πρβλ. και Θουκυδίδη Α΄ 3: «τοὺς μετ’ Ἀχιλλέως ἐκ τῆς Φθιώτιδος, οἵπερ καὶ πρῶτοι Ἔλληνες ἦσαν») και αποτελεί το νότιο μέρος της Θεσσαλίας. Το όνομα «Ἑλλὰς» από την στενή σημασία του Ομήρου επεκτάθηκε και σήμαινε πρώτα την Στερεά Ελλάδα χωρίς όμως την Πελοπόννησο (πρβλ «τὴν  Ἑλλάδα καὶ Πελοπόννησον» Δημοσθένης. 19, 303) και την Θεσσαλία και έπειτα όλες τις από Έλληνες κατοικημένες χώρες συμπεριλαμβανομένης και της Πελοποννήσου και ακόμη και της Μ. Ασίας (Ηρόδοτος. 1, 92, Ξενοφώντα. Ανάβ. 6, 5, 23), στην οποία αντιτίθεται «ἡ παρ’ ἡμῖν Ἑλλὰς» (Ξενοφώντα Ελλ. 3, 4, 5.).

Στα νεώτερα χωρία της Οδύσσειας το όνομα «Ἑλλὰς» αποκτά μέγιστη έκταση γιατί σε αυτήν βρίσκουμε «καθ’ ην (ἢ ἀν΄) Ἑλλάδα καὶ μέσον Ἀργος», όπου «Ἑλλὰς» καλείται η Στερεά Ελλάδα και «Ἄργος» η Πελοπόννησος. Η λέξη Πανέλληνες που δηλώνει όλο το Ελληνικό γένος συναντάται πρώτη φορά στον Ησίοδο τον Ζ’ π.Χ. αιώνα (Έργα 52 και στον Αρχίλοχο (απ. 52). Κατά τις αρχές του ΣΤ΄ αιώνα υπήρχε ο όρος Έλληνες σε κοινή χρήση σημαίνοντας το σύνολο των Ελλήνων εφόσον προτού του 580 π.Χ. είχε επικρατήσει η λέξη «Ἑλλανοδῖκαι» που δήλωνε τους κριτές των Ολυμπιακών αγώνων.

Οι  δύο  όροι  «Ελλάς» – «Έλληνες» συνδέονται   στενά  και  ο  ένας  παραπέμπει  στον  άλλο,  διότι  ο  λαός  του  Αχιλλέα, πιστοποιημένα  έχει  τριπλή  ονομασία  Έλληνες – Μυρμιδόνες – Αχαιοί και ο Αχιλλέας, στο Ι -395, δεχόμενος  την αντιπροσωπεία  των βασιλέων για  να  πάψει  την  οργή  του, θ’  αναφέρει ότι:  «Αχαιίδες έχει πολλές η Ελλάς  και η Φθία, κόρες ισχυρών ανδρών…» και στην  ίδια  ραψωδία,  ο  παιδαγωγός  του Αχιλλέα, ο Φοίνικας, θ’ αναφέρει (Ι 448) μια  ευρύτερη  περιοχή που όπως υπονοεί ο Όμηρος την έλεγαν και αυτή «Ελλάδα», η οποία μάλιστα, όπως  δείχνει το κείμενο, δεν  ανήκε όλη μόνο στην επικράτεια του Αχιλλέα (και του Πηλέα).

Ως δεδομένο πρέπει να δεχθούμε ότι στο βασίλειο του Αχιλλέα υπάρχει μια περιοχή που  τεκμηριωμένα ονομάζεται «Ελλάς» και ένας λαός που ονομάζεται «Έλληνες» αν  ο  κατάλογος νηών,  είναι μυκηναϊκός και αποτυπώνει τα τοπωνύμια εκείνης της εποχής και  αυτές οι ονομασίες (τοπωνύμια  και  λαοί) έχουν πράγματι ένα πολύ μακρινό  παρελθόν.

αρχαία Μελιταία Δομοκού

Αυτό που κάνει ιδιαίτερη εντύπωση είναι, ότι το τοπωνύμιο «Ελλάς» δεν δείχνει να είναι  προσφιλές στις ονομασίες του καταλόγου, διότι δεν μνημονεύεται ξανά στον Όμηρο για  άλλη περιοχή ή για πόλη παρ’  ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει με άλλα τοπωνύμια,  όπως  π.χ. το  Άργος ,ενώ συνηθίζεται γενικότερα (κάτι  τέτοιο), ως πρακτική ονοματοθεσίας, δηλαδή  κατά την Μυκηναϊκή περίοδο πολλές ονομασίες επαναλαμβάνονται π.χ. ποταμών ή ορέων  ( Ίναχος, Ασωπός κλπ).

Βέβαια ακόμη και η ονομασία «Έλληνες»  στον  Όμηρο έχει αινιγματική καταγραφή διότι  δεν αποτελεί μόνο μια περιορισμένη ή μόνο μια τοπική ονομασία (ενός  μικρού  φύλου). Υπάρχει ο αινιγματικός στίχος στο Β (-530) που αναφέρεται στον Αίαντα τον Λοκρό, γειτονικό  βασιλιά του Αχιλλέα, ο οποίος ως στίχος μαρτυράει εύγλωττα για το αντίθετο: «Λοκρών δε ηγεμόνευε Οϊλήος ταχύς Αίας ολίγος μεν έην, λινοθώραξ, εγχείη  δ’  εκέκαστο  Πανέλληνας και Αχαιούς» (Μετάφραση: «στους Λοκρούς ήταν αρχηγός ο Αίας, ο γιος του Οιλέα κοντόσωμος ήταν και φορούσε λινό θώρακα όμως στο κοντάρι ξεπερνούσε τους  Πανέλληνες και τους Αχαιούς…» – Β 530)

Είναι ο μοναδικός στίχος που μπορεί να δημιουργήσει πολλές απορίες για την λέξη «Πανέλληνες», διότι γενικεύει την ονομασία, χωρίς να διευκρινίζει ποιους εννοεί, σε  ποιους αναφέρεται: στους Λοκρούς, στους Μυρμιδόνες, και στους δύο, στους Λοκρούς και  τους Βοιωτούς ή μήπως σε όλους τους Αχαιούς;

 Όλα  είναι  πιθανά!

Τέλος Α΄ Μέρους

Βιβλιογραφία

  • T. Hägg, Το αρχαίο μυθιστόρημα, μετάφρ. Τζ. Μαστοράκη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1992.
  • Burkert Walter, Ελληνική Μυθολογία και Τελετουργία Μ.Ι.Ε.Τ., (Αθήνα, 1993).
  • Kerenyi, Karl, The Heroes of the Greeks 1959.
  • Κερενυϊ, Κάρολος, Η μυθολογία των Ελλήνων
  • Ελληνική Μυθολογία P. Decherme
  • G. Gournot Ιστορία της αρχαίας Ελλάδας 1979
  • C. Scitt Littleton (2005). Godes, Goddesses and Mythology, Volume 6. Marshall Cavendish. p 829
  • James Bartley : Ερπετοειδείς Άρχοντες 2004
  • Emmy PatsiGrin : Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας, εκδόσεις Χάρη Πάτση, Αθήνα 1969
  • Ελληνική Μυθολογία L. Bernard
  • Κωνσταντίνος Σαπαρδάνης : Οι διαφορές μεταξύ Μύθων – Μυθολογίας – Θρύλων
  • Buxton Richard (2002) Όψεις του φαντασιακού στην αρχαία Ελλάδα, η μυθολογία και τα συμφραζόμενά της, Εκδ. University studio press
  • Μανώλης Δανέζης και Στράτος Θεοδοσίου, «Το Σύμπαν που Αγάπησα, Εισαγωγή στην αστροφυσική»
  • Καρακάντζα Ε.Δ. (2004) Αρχαίοι Ελληνικοί μύθοι, ο θεωρητικός λόγος του 20ού αιώνα για τη φύση και την ερμηνεία τους, Εκδ. Μεταίχμιο
  • Κερένυϊ Κ. (2005) Η μυθολογία των Ελλήνων, ενδέκατη έκδοση, Εκδ. βιβλιοπωλείον της Εστίας
  • Καρττοδίνη Ε.-Δημητριάδη, Πελοπόννησος, Εκδ. Αθηνών, Αθήνα 1993
  • Πασσά I., Η Αληθινή Προϊστορία, Εκδ. Εγκυκλ. Ηλίου.
  • Γεωργαλά Γ., Ινδοευρωπαίοι ή Αιγαίον;, Αθήνα 1996.
  • Ομήρου, Ιλιάς. Εκδ. Γεωργιάδη
  • Μητσοποΰλου Τερέζα, Ελλάδα-Κίνα, ένας πολιτισμός, Αθήνα 1998
  • Τσατσόμοιρος Ηλίας, Αιγαίο βουνό, Αθήνα 1991
  • Άρθρα Χριστοδουλάκη Σταΰρου «Ιστορικά λάθη των σχολικών βιβλίων της πρωτοβάθ¬μιας εκπαιδεύσεως» στο περιοδικό «Αέροπος», τ. 32, 33, 35
  • Μητσοπούλου Τερέζα, Η Κοινή καταγωγή της Ελληνικής και της Κινεζικής Γλώσσας, Αθήνα 2002.
  • Σίτου Σπυρ., Ιστορία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, γ’ έκδοσις, Ιωάννινα 1984
  • Mylonas G., Mycenae, A Guide to its ruins and its History, Athens, 1967
  • Hutchinson R., Prehistoric Crete, Peng. Books
  • Higgins R., Minoan and Mycenaean Art, London 1967
  • Ηροδότου Ιστορία. Εκδόσεις Κάκτος
  • Μάριου Δημοπουλου: Oι Πελασγοί στην Μεσοποταμία
  • Ιωάννης Τζέτζης: Ιλιακά . Εκδ Ιχώρ
  • Πλίνιου Φυσική Ιστορία Χ, XXXIII, XXI, LXX 7.174
  • Μάξιμος ο Τύριος Εκδόσεις Ηλιοτρόπιο
  • Αισχύλος : Προμηθέας Δεσμότης. Εκδόσεις Κάκτος
  • Στέφανου Βυζάντιου : Εθνικά Εκδόσεις Ηλιοτρόπιο
  • Δαμάστης στο «Περί εθνών Εκδόσεις Κάκτος
  • Ξενοφών : Κύρου παιδία. Εκδόσεις Κάκτος
  • Φιλόστρος περί Απολλωνιου του Τυαναία. Εκδόσεις Κάκτος
  • Ο Κλαύδιος Αιλιανός «Περί Ζώων Εκδ. Γεωργιάδης
  • Κτησίας ο Κνίδιος: Ινδικά, Εκδ Ακάδημος
  • Νόννος : Διονυσιακά. Εκδ. Κάκτος
  • Παυσανίας Ἀττικά. Εκδ. Κάκτος
  • Ευστάθιος Θεσσαλονίκης: , Εὐσταθίου Παρεκβολαί . Εκδόσεις Ηλιοτρόπιο
  • Όμηρος, Ίλιάδα, ‘Οδύσσεια Εκδ Ηλιοτρόπειο.
  • Γεώργιος Α Πλάνας. Αρχαία Ελλάδα, Φιλοσοφικός Σύλλογος ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ : Ο ζωδιακός κύκλος στην παγκόσμια μυθολογία. Εκδόσεις Νέα Α
  • Αιλιανός, Ποικίλη Ιστορία. Εκδόσεις Νέα Ακρόπολη
  • Σουίδας, Λεξικόν.
  • Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Επιτομή. Εκδόσεις Κάκτος
  • Διόδωρος, ‘Ιστορική Βιβλιοθήκη 4.Εκδόσεις Δοδώνη
  • Φιλόστρατος, ‘Ηρωικός. Εκδόσεις Γεωργιάδη’
  • Ηρόδοτος, Ε’, Ζ’.
  • Παυσανίας, 2, 7.
  • Ευριπίδης, ‘Εκάβη, Τρωάδες.
  • Πάριο Χρονικό.
  • Codino F. Εισαγωγή στον Όμηρο, μετ. Γ. Βανδώρος, Δ Παπαδήμας, Αθήνα 2008
  • Griffin J 1999, Ο Όμηρος για τη ζωή και το θάνατο, μετ. Π. Ανδρικόπουλος. Εκδ. του Εικοστού Πρώτου , Αθηνα 2010 Ακρόπολη
  • Αιλιανός, Ποικίλη Ιστορία. Εκδόσεις Νέα Ακρόπολη
  • Σουίδας, Λεξικόν.
  • Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Επιτομή. Εκδόσεις Κάκτος
  • Διόδωρος, ‘Ιστορική Βιβλιοθήκη 4.Εκδόσεις Δοδώνη
  • Φιλόστρατος, ‘Ηρωικός. Εκδόσεις Γεωργιάδη’
  • Ηρόδοτος, Ε’, Ζ’.
  • Παυσανίας, 2, 7.
  • Ευριπίδης, ‘Εκάβη, Τρωάδες.
  • Πάριο Χρονικό.
  • Codino F. Εισαγωγή στον Όμηρο, μετ. Γ. Βανδώρος, Δ Παπαδήμας, Αθήνα 2008
  • Griffin J 1999, Ο Όμηρος για τη ζωή και το θάνατο, μετ. Π. Ανδρικόπουλος. Εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2010
  • Groot J de 1996, Ομηρικό Λεξιλόγιο των Λεξημάτων που απαντούν από 10000 έως 10 φορές στα δύο ‘επη, εκδ. Ακκάδιμος
  • Holscher U. 1939 Utersuchungen zur Form der Odyssee, Hermes, Einzelshriften Κακρίδης Φ. Ι. 1981 ¨ Προβλήματα Ομηρικής θεολογίας
  • Κυρτάτας Δ. & Ράγκος Σ. 2013, Η Ελληνική Αρχαιότητα
  • Στράβων, Η. Εκδόσεις Άγρα
  • Διονύσιος Άλικαρνασσεύς. Εκδ. Κάκτος
  • Δίκτης ό Κρητικός, ‘Εφημερίδα τοϋ Τρωϊκού
  • πολέμου, έκδόσεις ΑΓΡΑ.
  • Φώτιος Κωνσταντινουπόλεως, Βιβλιοθήκη. Εκδ Άγρα
  • Ίωάνννης Μαλάλας, Χρονογραφία.Εκδ Λιβάνης
  • Ιωάννης Άντιοχεύς, Λόγος Δεύτερος.Εκδ Ιχώρ
  • Γεώργιος Κεδρηνός, Σύνοψις Ιστοριών.
  • Σοβιετική ‘Εγκυκλοπαίδεια, ‘Ομηρικό ζήτη¬μα, Συμπλήρωμα ‘Ελλ. «Εκδοσης.
  • Πρόκλος. Χρηστομάθεια ‘Ομηρικά. Επικός Κύκλος.
  • Περί ‘Ομή¬ρου καϊ Ησιόδου και τοϋ γένους και τοϋ άγώνος αύτών Όμηρος. Ίλιάδα, ‘Οδύσσεια. Φώτιος Κών/λεως. Βιβλιοθήκη. Λεξικό Σουίδα.
  • Κλαύδιος Αιλιανός. Ποικίλη Ιστορία. Εκδόσεις Ακάδημος
  • Ιάκωβος Πολυλάς, Ομήρου Ιλιάς, 1923. Εκδ Ακάδημος
  • Αλέξανδρος Πάλλης. Ηλιάδα 1904
  • Νίκος Καζαντζάκης & Ι. Θ Κακρίδης, Ομήρου Ιλιάδα 1955. Εκδόσεις Πάλλη
  • Θεόδωρος Γ. Μαυρόπουλος, Ομήρου Ιλιάδα, (εισαγωγικά στον Όμηρο, ευρεία περίληψη του έπους, μετάφραση, σχόλια, αναλύσεις και διδακτική επεργασία κατά ραψωδίες), Εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ, Θεσσαλονίκη 2004, ISBN: 960-8437-26-1
  • Κόραβος, Ιωάννης και Δρόσου, Χρυσάνθη. Ομήρου Ιλιάδα (2008). Μετάφραση σε σύγχρονα νέα ελληνικά. Εκδόσεις Σοκόλη.
  • Μαρωνίτης Δ. ,Ομήρου Ιλιάς Μετάφραση σε νέα ελληνικά. Εκδόσεις ΑΓΡΑ
  • Κακριδής Φ. (2005), Αρχαία ελληνική γραμματολογία, Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα νεοελληνικών σπουδών, σ. 106
  • Μπερενίς Ζοφρουά: Ο Όμηρος και το ελληνικό ιδεώδες, Οι φορείς της γνώσης
  • Αναστασία Πετράκη. ΙΛΙΑΔΑ «Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΩΣ ΜΗΤΕΡΑ»
  • Τάκη Σινόπουλου . Ο ποιητικός μύθος της Ελένης
  • Ορφέως, Αργοναυτικά – Λιθικά, Εκδόσεις Ιδεοθέατρον, Αθήνα 1998
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Ορφικά, Πρώτος Τόμος, Αργοναυτικά, Ύμνοι, τ. 616, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2003
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Ορφικά, Δεύτερος Τόμος, Λιθικά, Λιθικά κηρύγματα, (Σωκράτους και Διονυσίου Περί λίθων), Όσοι των λίθων εις ανακωχήν ζάλης και τρικυμίας θαλάσσης, τ. 617, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2003
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Ορφικά, Αποσπάσματα: Εξ αρχαιοτέρων έργων, Αρπαγή Περσεφόνης, Ιερωνύμου και Ελλανίκου Θεογονία, Ιεροί λόγοι εν Ραψωδίαις κδ’, τ. 1208, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2003
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Ορφικά, Αποσπάσματα: Διαθήκαι ή Παλινωδία, Αστρολογικά (Δωδεκαετηρίδες, Εφημερίδες, Γεωργία, Περί δραπετών, Περί σεισμών, Περί επεμβάσεων, Περί καταρχών), [Αστρονομία], [Αμμοσκοπία], Δίκτυον, Επιγράμματα, Θρονισμοί Μητρώοι, Θυηπολικόν, Ιερός λόγος Αιγύπτιος, Ιεροστολικά, Καθαρμοί, Εις Άιδου κατάβασις, Καταζωστικόν, [Κλήσεις κοσμικαί], [Κορυβαντικόν], Κρατήρ, Μικρότερος Κρατήρ, [Νεωτευτικά], [Ονομαστικόν], Όρκοι, [Πέπλος], Σφαίρα, [Σωτήρια], Τελεταί, [Τριαγμοί], Ύμνοι, Εις τον Αριθμόν Ύμνος, Φυσικά, Περί φυτών, βοτάνων και ιατρικής, Χρησμοί, Ωιοθυτικά, Ωιοσκοπικά, τ. 1209, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2003 Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες»,
  • Απολλώνιος Ρόδιος, Αργοναυτικά, τ. 618, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1999 Κωνσταντίνου Κουρτίδου,
  • Τα Αρχαία Ελληνικά Μυστήρια ήτοι τα Καβείρια – Διονύσια Ορφικά και Ελευσίνια, Εν Αθήναις 1934
  • Τα Καβείρια Μυστήρια, Εκδόσεις Πύρινος Κόσμος, Αθήνα, 1993 Ευσταθίου Η. Λιακόπουλου,
  • Τα Ορφικά Μυστήρια και η Αρχαία Ελληνική Μεταφυσική (Εξωτερικά, Εσωτερικά και Μυστικά Τελέσματα), Εκδόσεις «Έλλην», Αθήνα, 1999
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Προσωκρατικοί, Ενδέκατος τόμος
  • Εμπεδοκλής, τ. 814, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2000
  • Στεφάνου Α. Παϊπέτη, Η Βασιλική Αψίδα και ο Νόμος της Παγκόσμιας Έλξης
  • Νόννος Διονυσιακά Εκδόσεις Κάκτος