fbpx

«Η μικρή Τζο από την Κένυα ανοίγει φροντιστήριο ζωής στους υπερήρωρες της μεγάλης οθόνης», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Δυναμικά εισέβαλλε το Έαρ σε μεγάλη και μικρή οθόνη. Οι «Avengers» με το φινάλε του «Endgame», έστειλαν, σε παγκόσμιο επίπεδο, μαζικά τους θεατές στις αίθουσες δημιουργώντας ανοίγματα ρεκόρ και η πρεμιέρα του 8ου και τελευταίου κύκλου του Game of Thrones καθήλωσε, σχεδόν το 1/8 της υφηλίου στους τηλεοπτικούς δέκτες, είτε σε απευθείας μετάδοση, είτε σε downloading για να παρακολουθήσουν τα επεισόδια της καυτής σεζόν. Επικός πυρετός απλώθηκε σε κλίμακα υστερίας με γνώμονα την φαντασία και οι άνθρωποι αναμετριούνται, απευθείας, με το προσωπικό τους έλλειμμα σε αξίες και αρετές, απέναντι από το μεγάλο πανί και το μάτι της μικρής, γυάλινης θεάς, παρακολουθώντας, πρωτίστως, το αιώνιο παιχνίδι της εξουσίας με μπόλικο θάνατο.

Απορίας άξιον και, αν μη τι άλλο, φαινόμενο για κοινωνιολογική μελέτη είναι η ακόρεστη επιθυμία των θεατών για οθονογενείς ήρωες που βρίθουν αλτρουισμού, ανδρείας και φυσικά βαρβαρίλας, απουσίας πνευματικότητας. Χαρακτήρες ηρώων και από τις δυο πλευρές, οι καλοί και οι κακοί δηλαδή, ενδεδυμένοι με το ράσο της βαρβαρότητας να αφανίζουν οι μεν τους δε, έχοντας ως πρόσχημα, καλύτερα ας γράψουμε ως σκοπό, την ανθρώπινη ζωή και την γη, το χώμα που πατάμε. Οι καλοί με τα δίκια τους να τα προστατεύσουν και οι κακοί, επίσης, με τα δικά τους σκοτεινά σχέδια να τα διεκδικήσουν και στην συνέχεια να τα καθυποτάσσουν.

Όπως σοφά τοποθετήθηκε ο 18χρονος Δημήτρης, κουβεντιάζοντας τις ημέρες των γιορτών για τους χάρτινους υπερήρωες των κόμιξ, που πέρασαν και στην μεγάλη οθόνη: «Καμία αίσθηση δεν μου προκαλούν γιατί ξέρω, πως είναι φτιαγμένοι για έναν λόγο: Πάντα να νικούν και πάντα να είναι οι καλύτεροι. Οι άνθρωποι δεν είναι έτσι, ούτε και η ζωή. Είναι εντελώς ψεύτικοι και βαρετοί!»

Καταστροφή, λοιπόν, ίντριγκες, αίμα, απώλειες, τρόμος και επιδερμικά νοήματα περί ανθρώπου, ελευθερίας και ζωής κυλούν σαν ακατέργαστες κροκάλες στα γεμάτα άθλους, γενναιότητα, αποφασιστικότητα, περιπέτεια και δράση σενάρια. Τι μένει στο τέλος ως κυρίαρχο συστατικό στην μνήμη; Ο χαλασμός βιβλικών διαστάεων, το ζοφερό τοπίο μιας κοινωνίας αναλώσιμης και εκτεθειμένης στις ορέξεις και των δυο πλευρών και μερικές φάτσες που κέντρισαν κάπως το ενδιαφέρον του θεατή. Κινηματογραφικά και τηλεοπτικά επεισόδια φουλ στην ένταση, με το κομποσκοίνι της βίας να εργάζεται ως μυσταγωγικό μάντραμ,  συστήνουν μόνο το σκοτάδι πλήθους βαρβαρικών ενστίκτων, είτε αυτά εκπορεύονται από το αχανές διάστημα, είτε από τις μυθικές-ηρωικές διαστάσεις μιας φοβικής Γης. Πουθενά η μέθεξη της ψυχής, ανύπαρκτα και τα κεφαλόβρυσα, έστω μιας ελάχιστης, πνευματικής δροσιάς.

Η φονική ακτίνα του κακού σβήνει από τον χάρτη του σύμπαντος τον ειρηνικό, κατοικήσιμο πλανήτη, ενώ εμείς βλέπουμε την μεγαλειώδη έκρηξη. Οι άψογα σφυρηλατημένες λεπίδες από τις σπάθες μπήγονται ανελέητα και δίχως σκέψη στα σωθικά ανθρώπινων κορμιών, ενώ εμείς βλέπουμε το κόκκινο υγρό σε μορφή πίδακα να λιπαίνει τα όπλα των καλών.

Και ο θεατής αλαλάζει, χαίρεται, ακολουθεί τυφλά την διαδρομή των δαιμόνων στην ρωμαϊκή αρένα και ο τρόμος γιγαντώνεται στον ημιμαθή, σιδερόφρακτο κόσμο μας, που κατανοεί, πιά, μόνο την απώλεια και όχι την δημιουργία.

«Is it safe?» (είναι ασφαλές;;;;), ρωτάει ψυχρά και επίμονα ο ναζί εγκληματίας Ζελ -Λόρενς Ολίβιε-  τον ανυποψίαστο φοιτητή Μπέιμπ -Ντάστιν Χόφμαν- στο εξαιρετικό, πολιτικό θρίλερ «Ανθρωποκυνηγητό» (Marathon Man – 1976) του Τζον Σλέσιντζερ. Αλήθεια, φίλοι μου… «Is it safe?»  

«Σούπα Μόντο»

(Supa Modo)

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: ΗΠΑ Κένυα, Γερμανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Λικαρίον Γουαϊανίνα
  • Με τους: Στίσι Γουαγουέρου, Μαριάν Νούνγκο, Νιαγουάρα Ντάμπια
  • Διάρκεια: 75΄
  • Διανομή: Νεανικό Πλάνο
  • Διακρίσεις: Βραβείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Παιδικού Κινηματογράφου (ECFA) για την Καλύτερη Ευρωπαϊκή Ταινία για παιδιά του 2018
  • Βραβείο Καλύτερης Ταινίας (Generation Kplus), Berlin International Film Festival 2018
  • Βραβείο Καλύτερης Ταινίας, Carthage Film Festival 2018
  • Βραβείο Καλύτερης Ταινίας, Emden International Film Festival 2018
  • Βραβείο Καλύτερης Ταινίας, Hamburg Film Festival 2018
  • Βραβείο Καλύτερης Ταινίας, Zlín International Film Festival for Children and Youth 2018
  • Βραβείο Καλύτερης Ταινίας και Σεναρίου, Olympia International Film Festival for Children and Young People 2018 (Φεστιβάλ Ολυμπίας για Παιδιά και Νέους – 2018)
  • Βραβείο Καλύτερης Ταινίας Νεανικής Κριτικής Επιτροπής, Minneapolis St. Paul International Film Festival 2018
  • Βραβείο της Βουλής των Ελλήνων «Ανθρώπινες Αξίες», Olympia International Film Festival for Children and Young People 2018
  • Προβολή: Ταινιοθήκη της Ελλάδος

Η 9χρονη Τζο (Στίσι Γουαγουέρου – αφοπλιστική η πιτσιρίκα) λατρεύει τις ταινίες δράσης και ονειρεύεται να γίνει η υπερηρωίδα «Supa Modo». Η μεγαλύτερή της επιθυμία είναι να γυρίσει μια ταινία και να πρωταγωνιστήσει σ’ αυτήν.

Η μικρή Τζο όμως βρίσκεται στο τελικό στάδιο της θανατηφόρας ασθένειάς της, καθώς πάσχει από λευχαιμία. Η μητέρα της Κάθριν (Μαριάν Νούνγκο – καταπληκτική) που είναι η σεβαστή μαία της μικρής κοινότητας και έχει ξεγεννήσει όλες τις γυναίκες, αποφασίζει να βγάλει την Τζο από το νοσοκομείο που βρίσκεται και να την πάρει στο σπίτι, ώστε να περάσει ανθρώπινα και ήρεμα όσο χρόνο ζωής της απομένει.

Η μεγαλύτερη σε ηλικία αδερφή της, η Μιξ (Νιαγουάρα Ντάμπια – πολύ καλή) στεναχωριέται και σαστίζει βλέποντας την εύθυμη και γεμάτη ζωή μικρή αδελφούλα της να σπαταλάει τον πολύτιμο χρόνο που της απομένει ξαπλωμένη στο κρεβάτι μακριά από την χαρά του παιχνιδιού και της ζωής, οπότε ενθαρρύνει την Τζο να πιστέψει στις μαγικές της δυνάμεις και αρχίζει η όμορφη ιστορία μας.

Η Μιξ πείθει όλους τους συγχωριανούς να την βοηθήσουν να φτιάξει μια κατάσταση, κάπως θεατρική, κάπως κινηματογραφική, που θα φαντάζει όμως αληθινή και θα χαροποιήσει την μικρή Τζο. Μικροί και μεγάλοι συμμετέχουν σε μικρά σκετσάκια καθημερινότητας που έχουν να κάνουν με την Τζο ως υπερηρωίδα Σούπα Μόντο να επεμβαίνει και να σώζει τους ανυπεράσπιστους συγχωριανούς της από κακοποιούς.

Έρχεται και η στιγμή για να πραγματοποιήσει η μικρή το όνειρό της: Να γίνει μια σούπερ ηρωίδα, η Σούπα Μόντο σε ταινία, που θα βοηθάει τους ανθρώπους από τους κακούς και θα προσφέρει ασφάλεια και χαρά.

«Modo» στην αφρικανική διάλεκτο κικούγιου (διάλεκτος των σουαχίλι) σημαίνει άνθρωπος, άτομο, πρόσωπο. Είναι ένα ουσιαστικό ελεύθερο συνδηλώσεων σε ότι αφορά την ηλικία ή το φύλλο, γεγονός που το καθιστά ιδανικό για το όνομα του alter ego της πρωταγωνίστριας της ταινίας, η οποία έχει δύο αντισυμβατικές ιδιότητες, είναι παιδί και μάλιστα κορίτσι.

Έτσι, ο τίτλος επιχειρεί μια έμμεση αναφορά στο βασικό θέμα της ταινίας, ότι οποιοσδήποτε μπορεί να είναι ήρωας. Δηλαδή το πρόθημα Super (το οποίο στον τίτλο έχει αποτυπωθεί φωνητικά, όπως θα το προέφερε ένα παιδί της Κένυας) μπορεί να μπει μπροστά από το όνομα οποιουδήποτε, αναφέρει η συγγραφή ομάδα της ταινίας.

Ο 32χρονος Κενυάτης Λικαρίον Γουαϊανίνα, που γεννήθηκε στη Μόσχα και εργάζεται στο Ναϊρόμπι διαθέτει μια άριστη σχέση με το γόνιμο, ανθρώπινο συναίσθημα. Παρότι οι πρώτες σεκάνς προδιαθέτουν τον θεατή για μια πονεσιάρικη ταινία (θανατηφόρα αρρώστια σε μικρό κορίτσι), η πλοκή έρχεται όλη τούμπα και από το φαιό τοπίο του πόνου ξεπηδά χρώμα, χαρά και απέραντη ανθρωπιά.

Σε μια Κένυα που δεν έχει να κάνει με τρόμο, παρακμή και αθλιότητα, όπως μας έχουν συνηθίσει κινηματογραφικά, αλλά με αγάπη, αλληλεγγύη, συναίσθημα και ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης, ο σκηνοθέτης Γουαϊανίνα πλάθει αξίες και αισιοδοξία με εφαλτήριο την απώλεια, που όμως γεννάει όνειρα.

Η Τζο είναι πραγματικά μια ηρωίδα μικρών διατάσεων, που ενώ γνωρίζει πως θα αποχωρήσει από τα γήινα (ουδέποτε μαρτυράει κάτι τέτοιο), λέει στην μεγάλη αδελφή της με αφοπλιστική ωριμότητα να δώσει τα πόστερ με τους υπερ-ήρωές της στους φίλους της στο νοσοκομείο… όταν εκείνη θα πάψει να τα χρειάζεται. Απίθανο!!! Πουθενά ο Κενυάτης σκηνοθέτης δεν χρησιμοποιεί τον ανθρώπινο πόνο για να τραβήξει την συμπόνια ή το δάκρυ του θεατή, αντιθέτως γελάς στην ταινία με την ψυχή σου, εξορκίζοντας το δυσάρεστο και αυτή είναι η ύψιστη επιτυχία της.  

Μια ταινία διαφορετική από κάθε άλλη, κάτι σαν ζωντανό παραμύθι μιας σπουδαίας αλήθειας, που δεν πρέπει να χάσουν ούτε οι μικροί, ούτε οι μεγάλοι θεατές.         

«Ο Αξιαγάπητος Κύριος Τροχίδης»

(Raoul Taburin)

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Παραγωγή: Γαλλία, Βέλγιο
  • (2018) 
  • Σκηνοθεσία: Πιερ Γκοντό
  • Με τους: Μπενουά Πελβούρντ, Εντουάρ Μπαέρ, Σουζάν Κλεμάν
  • Διάρκεια: 89’
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films

Ο Ραούλ Τροχίδης (Μπενουά Πελβούρντ – καλός)  είναι ο επίσημος μηχανικός ποδηλάτων του Σαν Σερόν, ενός πανέμορφου μικρού χωριού στη νότια Γαλλία, οι κάτοικοι του οποίου τον θαυμάζουν ως τον απόλυτο ήρωα-ποδηλάτη.

Όμως, ο Ραούλ έχει ένα καλά κρυμμένο μυστικό: ο ίδιος δεν έμαθε ποτέ να κάνει ποδήλατο χωρίς βοηθητικές ρόδες. Όταν, όμως, πιάνει φιλίες με έναν φωτογράφο, τον Ερβέ (Εντουάρ Μπαέρ) ο οποίος θέλει να τον φωτογραφίσει εν δράσει, να τρέχει δηλαδή καβάλα στο ποδήλατο, ο Ραούλ τα βρίσκει σκούρα. Θα κάνει ό,τι μπορεί για να αποτρέψει την φωτογράφιση για να μην αποκαλυφθεί το μυστικό του, αλλά η στιγμή της αλήθειας έχει φτάσει και τελικά δεν θα είναι ο μόνος που κρύβει μυστικά.

Βασισμένο στην ομότιτλη, εικονογραφημένη ιστορία του δημιουργού του πολυαγαπημένου και πολυδιαβασμένου «Μικρού Νικόλα», Ζαν-Ζακ Σεμπέ, ο 32χρονος Γάλλος σεναριογράφος (μεταφορά του βιβλίου σε σενάριο) και σκηνοθέτης Πιερ Γκοντό στην τρίτη ταινία του («Παράφορα», 2016) δίνει κινηματογραφική σάρκα και οστά στον αξιαγάπητο Ραούλ Τροχίδη.

Με ένα γουστόζικο πρώτο μέρος, επανδρωμένο άρτια στο γνωστό παραμυθένιο, ολίγον σουρεαλιστικό σύμπαν του Ζαν-Ζακ Σεμπέ (παλ χρωματισμούς, κεραυνοί να αλλάζουν την δομή της πλοκής, οι ήρωες να φορούν συνεχώς τα ίδια ρούχα από την παιδική έως την ενήλικη ζωή τους), η ταινία στο δεύτερο μέρος από το ύψος του χαριτωμένου και με ορθοπεταλιά βουτάει στα συμπαθητικά στάσιμα νερά των κλισέ, του προβλέψιμου και του αδιάφορου θεάματος.

Ως εικονογραφημένη ιστοριούλα μπορεί, πράγματι, να έχει ένα κάποιο ενδιαφέρον ο χάρτινος ήρωας της, ως κινηματογραφικό προϊόν όμως είναι άνευρο και το ξεχνάς αμέσως, τα επόμενα πέντε λεπτά που θα εγκαταλείψεις την σκοτεινή αίθουσα. Η αφελής και αγαθή φατσούλα του «ποδηλατά» Μπενουά Πελβούρντ σηκώνει την ταινία – φέρνει ο αθεόφοβος κάπως σε αντιδράσεις στον αξέχαστο Μπουρβίλ – αλλά δεν φτάνει από μόνο του για να κερδίσει τις εντυπώσεις.     

«Αγάπη Είναι»

(C'est ça l'amour / Real Love)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Γαλλία, Βέλγιο (2018)
  • Σκηνοθεσία : Κλερ Μπερζέ
  • Με τους: Μπουλί Λανέρ, Ζιστίν Λακρουά, Σαρά Χενοσμπέργκ
  • Διάρκεια: 89’
  • Διανομή: One From the Heart
  • Διακρίσεις: Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο Giornate degli Autori του Φεστιβάλ Βενετίας.

Ο πατέρας Μάριος (Μπουλί Λανέρ – καλός) προσπαθεί αλλά δυσκολεύεται τα μάλα να τα βγάλει πέρα με τις δυο έφηβες κόρες του και τη μεγάλη αλλαγή στη ζωή του μετά την απόφαση της συζύγου του να χωρίσουν.

Βρισκόμαστε στην πόλη Φορμπάχ ης βόρειας Γαλλίας κοντά στα σύνορα με την Γερμανία. Από τότε που η σύζυγος του αποφάσισε να φύγει από το σπίτι και να δει την ζωή της σε ρυθμούς ελευθερίας μακριά από την οικογενειακή καταπίεση, ο Μάριο αναλαμβάνει μόνος του τις κόρες του.

Η Φρίντα, 14 χρονών (Ζιστίν Λακρουά – καλή), τον κατηγορεί ότι είναι απόλυτα δική του η ευθύνη που έφυγε η μητέρα της. Η Νίκι, 17 χρονών (Σαρά Χενοσμπέργκ – καλή), ονειρεύεται την ανεξαρτησία της. Ταυτόχρονα, ο άμοιρος Μάριο περιμένει τη σύζυγο του να επιστρέψει κοντά του.

Η σκηνοθέτις Κλερ Μπερζέ, έπειτα από το βραβευμένο με την Χρυσή Κάμερα των Κανών «Party Girl» του 2014, εδώ, στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινίας της, βάζει σε πρώτο πλάνο ένα άνδρα που στο νέο, ότι η γυναίκα του τον εγκαταλείπει, τού έρχεται ο ουρανός σφοντύλι. Κάτι σαν κεραυνοπληξία, καθώς οι δυο έφηβες κόρες του παραμένουν στο σπίτι μαζί του και του κάνουν, εκτός των άλλων, την ζωή πατίνι. Καταλαβαίνεται λοιπόν, την ανελέητη συμπίεση που νοιώθει από τρεις δυνατές, γυναικείες προσωπικότητες, της πρώην γυναίκας του και των δυο θυγατέρων του, που γενικώς ψάχνονται.

Η Μπερζέ, όπως η ίδια αναφέρει: το σενάριο της ταινίας είναι κατά βάση το διαζύγιο των γονιών της και πώς εκείνη το βίωσε. Προφανώς ως κόρη, φαινομενικά, τοποθετείται προς την πλευρά του ταλαίπωρου μπαμπά, αλλά στην ουσία του πράγματος ανάβει την θρυαλλίδα που καταλήγει στην μπαρουταποθήκη που αφορά την ανεξαρτησία της γυναίκας. Εκκωφαντική η έκρηξη, καθώς στην ιστορία παρακολουθούμε τις απέλπιδες προσπάθειες του ανδρός, συζύγου και πατρός να εναρμονιστεί με τα σύγχρονα, κοινωνικά δεδομένα. Σε ό,τι μαλακία μπορεί να φανταστείς επιδίδεται το αρσενικό δίποδο όχι για προσαρμοστεί και να πάρει την απόφαση, πως το ταίρι του την «έκανε», αλλά για να επαναφέρει σώνει και καλά το θηλυκό στον νυμφώνα. Η ανδρική φιγούρα σε ένα σημαντικό ποσοστό γελοιοποιείται διακριτικά από την θέση της Μπερζέ .

Ο γνωστός Βέλγος ηθοποιός Μπουλί Λανέρ (Δύο Καρδιές – 2014) είναι καλός σε αυτό που καλείται να διεκπεραιώσει και οι δυο κινηματογραφικές θυγατέρες του, ερασιτέχνες ηθοποιοί και οι δυο, βγάζουν τους ρόλους τους ικανοποιητικά. Κατά τα άλλα τα «δόντια» της Κλερ Μπερζέ είναι φορτωμένα από ανδρική σάρκα. Κινηματογραφικό θέμα, που πλασάρεται συχνά και έντεχνα καμουφλαρισμένο στο μεγάλο, άσπρο σαν «σάβανο» πανί της 7ης Τέχνης.               

«Teen Spirit»

 

  • Είδος: Κοινωνικό, νεανικό
  • Παραγωγή: ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο (2019)
  • Σκηνοθεσία: Μαξ Μινγκέλα
  • Με τους: Ελ Φάνινγκ, Ζλάτκο Μπούρικ, Αγκνιέσκα Γκροτσόβσκα, Ρεμπέκα Χολ
  • Διάρκεια: 92’
  • Διανομή: Odeon

Η πολωνικής καταγωγής Βάιολετ (Ελ Φάνινγκ – καλή), είναι μια ντροπαλή έφηβη που ζει στη Νήσο Γουάιτ της Αγγλίας. Ονειρεύεται, μάλιστα να δραπετεύσει από την αφόρητη στενωπό της μιζέριας και να γίνει διάσημη τραγουδίστρια της ποπ μουσικής, αφού πρώτα αναδειχθεί στο διάσημο, και διεθνούς εμβέλειας τηλεοπτικό reality show «Teen Spirit», έτσι ώστε να ξεφύγει από τη μικρή πόλη που ζει και τη διαλυμένη οικογένειά της.

Με τη βοήθεια ενός απροσδόκητου μέντορα, ένας Ρώσος, πρώην τραγουδιστή της όπερας Βλαντ (Ζλάτκο Μπούρικ – καλός), η Βάιολετ θα περάσει τα προκριματικά και θα φτάσει στα τελικά, που όμως θα δοκιμάσει την εντιμότητα, το ταλέντο και τη φιλοδοξία της.

Περί του υιού ο λόγος του σπουδαίου σκηνοθέτη του «Άγγλου Ασθενή» Άντονι Μινγκέλα (6 Ιανουαρίου 1956 -18 Μαρτίου 2008), ο Μαξ Μινγκέλα στο κινηματογραφικό του ντεμπούτο, ο οποίος τοποθετείται ως άνθρωπος ορχήστρα, καθώς αναλαμβάνει την ευθύνη, εκτός της σκηνοθεσίας, της συγγραφής του σεναρίου, του μοντάζ, αλλά και της παραγωγής μαζί με τον βραβευμένο ηθοποιό Τζέιμι Μπελ (Μπίλι Έλιοτ).

Το μήλο κάτω από την μηλιά θα πέσει, ως γνωστόν, και ως πρώτος καρπός του 34χρονου ηθοποιού και νυν σκηνοθέτη Μαξ Μινγκέλα τεχνικά είναι άρτιος, φορτωμένος με μουσικούλα, ποπάκια, φουτουριστικά πλάνα, αλλά παντελώς αδιάφορος. Κάτι σαν «ψαγμένη» ρεκλάμα μοιάζει η ταινία για τα πάσης φύσεως τηλε-σκουπιδο-ριάλιτι, που νέοι άνθρωποι προσπαθούν να διακριθούν φωνητικά και να αποκτήσουν εφήμερη δόξα και χρήματα.

Δεν ασκεί κριτική σε αυτό το ψυχρό και απάνθρωπο τηλεοπτικό προϊόν, αλλά αντιθέτως υποστηρίζει γενναία την γενικότερη φιλοσοφία ύπαρξης αυτών των τηλε-παραγωγών υψηλής τηλεθέασης με την ηρωίδα του, ως σύγχρονη εμιγκρέ Σταχτοπούτα, να οργανώνει την απόδραση της από την μουντή και αυτοκτονική καθημερινότητα της.

Το ναι μεν αλλά του σεναρίου, που φιγουράρουν οι δισκογραφικές εταιρείες που καραδοκούν σαν ύαινες στα παρασκήνια για να εκμεταλλευτούν και να λιανίσουν το κάθε τι στον χώρο του τραγουδιού είναι τόσο επιδερμικό και αβαθές που φαντάζει αστείο, ως κακοφορμισμένη τσόντα στην συνολική εικόνα.

Η ταλαντούχα Ελ Φάνινγκ (Neon Demon) άψογη και εδώ, τραγουδάει καλά και οι νέοι που παρακολουθούν με ζέση τα διάφορα ριάλιτι του είδους, οραματιζόμενοι να ακολουθήσουν το συγκεκριμένο μονοπάτι, πιθανώς, να ευχαριστηθούν την ταινία. Εμείς, απλά, αναμένουμε την επόμενη επιλογή του νεόκοπου, σκηνοθέτη Μαξ Μινγκέλα.        

«Το Πραξικόπημα»

(Anons / The Announcement)

 

  • Είδος: Πολιτική, σάτιρα
  • Παραγωγή: Τουρκία, Βουλγαρία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μαχμούτ Φαζίλ Κοσκούν
  • Με τους: Αλί Σεκινέρ Αλίσι, Ταχράν Καραγκόζ, Μουράτ Κιλίς
  • Διάρκεια: 94’
  • Διανομή: Neo Films
  • Διακρίσεις: Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο τμήμα «Ορίζοντες» του Φεστιβάλ Βενετίας
  • Προβολή: Σε επιλεγμένους κινηματογράφους (ενημερωθείτε)

22 Μαΐου 1963. Δυσαρεστημένοι με την υπάρχουσα κοινωνική και πολιτική κατάσταση στην Τουρκία, μια ομάδα αξιωματικών του στρατού σχεδιάζει ένα πραξικόπημα στην Άγκυρα ώστε να ανατρέψει την υπάρχουσα κυβέρνηση. Την ίδια στιγμή στην Κωνσταντινούπολη, οι συνωμότες τους έχουν αναλάβει τη σημαντική αποστολή της κατάληψης του Κρατικού Ραδιοφωνικού Σταθμού ώστε να μπορέσουν να προβούν στην επίσημη ανακοίνωση του πραξικοπήματος. Αλλά τίποτα δεν πηγαίνει σύμφωνα με το σχέδιο.

Αντιμέτωποι με πολλά εμπόδια, συμπεριλαμβανομένης μιας ξαφνικής καταιγίδας, καθώς και την απουσία του τεχνικού του ραδιοφωνικού σταθμού, μια προδοσία, την παντελή έλλειψη πληροφοριών από την Άγκυρα και τη δική τους αναποτελεσματικότητα, οι συνωμότες αγωνίζονται για να πραγματοποιήσουν το σχέδιό τους και να ανακοινώσουν την επιτυχία του πραξικοπήματος, χωρίς να γνωρίζουν όμως αν το πραξικόπημα στην πρωτεύουσα όντως πραγματοποιήθηκε.

 

Κουραστικό μονοπλάνο σε ακίνητη λήψη η κάμερα να ματσάρει ό,τι περνάει από τον κινηματογραφικό φακό κατ΄ εντολή του 46χρονου, Τούρκου σκηνοθέτη Μαχμούτ Φαζίλ Κοσκούν. Νυχτερινά, ημιφωτισμένα πλάνα, σκηνοθετική άποψη καθόλα σεβαστή, όμως εκτός του προσωπικού μου γούστου ως τεχνικές, όταν η κινηματογραφική κίνηση πια είναι γεμάτη ρεαλισμό, ένταση και όχι στατικότητα.

Η δε σάτιρα και το πικρόχολο χιούμορ, καθότι πολιτικο-κοινωνική η ταινία, αναδύονται ζορισμένα στο σενάριο από την λαϊκή αφέλεια μιας άλλης εποχής, ενώ η σκληρότητα, όσα χρόνια κι αν περάσουν, παραμένει ίδια και απαράλλαχτη.

Στα πρώτα δέκα λεπτά προβολής είχα ήδη χάσει τον ρυθμό (όλη η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια μόνο νύχτα), οπότε και το ενδιαφέρον μου, κρατώντας ακέραια στην σκέψη μου την ταινία του Αρμάντο Ιανούτσι: «Ο Θάνατος του Στάλιν» ως μια σύγχρονη αναφορά στο είδος της καυστικής, πολιτικής σάτιρας.