fbpx

banner αεροδρομίου

 

«Η Μεγάλη Νύχτα της Νάπολης»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(La Paranza dei Bambini / Piranhas)

 

 

  • Είδος: Κοινωνική περιπέτεια
  • Παραγωγή: Ιταλία (2019)
  • Σκηνοθεσία: Κλαούντιο Τζιοβανέζι
  • Με τους: Φραντσέσκο Ντι Νάπολι, Βιβιάνα Απρέα, Αλφρέντο Τουρίτο, Αρ Τεμ, Καρμίνε Πίτσο
  • Διάρκεια: 105’
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films
  • Διακρίσεις: Αργυρή Άρκτος Σεναρίου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου 2019

Νάπολη. Ο 15χρονος Νίκολα και οι φίλοι του επιφανειακά μοιάζουν με τα άλλα παιδιά της ηλικίας τους: θέλουν απλώς να περνάνε καλά και να βγάλουν χρήματα για να αγοράσουν φανταχτερά ρούχα, γκάτζετ και σκούτερ. Όμως αυτή δεν είναι μια συνηθισμένη παρέα: βολτάρουν στην κακόφημη περιοχή Σάνιτα, διψασμένοι να αποκτήσουν εξουσία παίζοντας με όπλα, μιμούμενοι τους μαφιόζους γύρω τους.

Βιώνοντας την ψευδαίσθηση ότι βοηθούν να επικρατήσει η δικαιοσύνη στη γειτονιά, προσπαθούν να κάνουν το καλό μέσα από το κακό. Αγαπιούνται σαν αδέλφια, δεν φοβούνται τη φυλακή ή τον θάνατο, ξέρουν ότι πρέπει να τα ρισκάρουν όλα, τώρα. Βιώνουν τον πόλεμο με την ανευθυνότητα των νιάτων, αλλά οι εγκληματικές τους πράξεις σύντομα θα τους οδηγήσουν στην απώλεια της αγάπης και της φιλίας.

Ένα ακόμα μυθιστόρημα του «ειδήμονα» δημοσιογράφου στα περί μαφίας θεμάτων – ως δεύτερος Μάριο Πούτζο (προς Θεού, χιούμορ κάνω) – αλλά και συγγραφέα Ρομπέρτο Σαβιάνο περνάει στην μεγάλη οθόνη. Έπειτα από το πολυσυζητημένο μυθιστόρημα και εν συνέχεια στην πολύ καλή κινηματογραφική του μεταφορά το «Γκομόρα» (2008), σε σκηνοθεσία του Ματέο Γκαρόνε (έγινε και τηλεοπτική σειρά με την ίδια επιτυχία), εκτός του ότι έδωσε «φιλί ζωής» στο ημιθανές, ιταλικό σινεμά, αποκάλυψε, παράλληλα τους μηχανισμούς της σύγχρονης ιταλικής μαφίας, γνωστή και ως Καμόρα, με αποτέλεσμα ο συγγραφέας να ζει έως σήμερα υπό το καθεστώς στενής, αστυνομικής προστασίας, καθώς απειλήθηκε ανοιχτά η ζωή του από τους μαφιόζους «νονούς».

Συγχωρέστε με για τον άπιστο συλλογισμό μου, αλλά δεν βλέπω τον λόγο ως προς τις απειλές των στελεχών του εγκλήματος προς τον συγγραφέα, αφού απροκάλυπτα πλέον και ξεκάθαρα τα παγκόσμια οικονομικο-πολιτισμικά ηνία έχουν περάσει στρατηγικά και λογιστικά, προ πολλού, στα χέρια των «νονών». Εμείς το έχουμε βούκινο και εκείνοι κρυφό καμάρι; Αστειότητες. Τέλος πάντων, η δύναμη του marketing, προφανώς, αντλεί από παντού ρεαλιστικές δυνάμεις για την καθιέρωση και την παρασημοφόρηση προϊόντων ψυχαγωγίας.

Ιστορικά, όταν υφέρπει σαν τοξική αχλή η πολιτισμική κρίση, τώρα πια με εξέδρα την παγκοσμιοποίηση, τρεις κλάδοι ευημερούν: Ο τζόγος, η πορνεία και η θρησκεία. Όπου τζόγος και πορνεία, εσείς συμπληρώστε τις υποκατηγορίες: ναρκωτικά, λαθρεμπόριο, τοκογλυφίες, αλκοόλ και όλα τα παρελκόμενα του μαύρου χρήματος που εκπορεύονται από την δράση του παγκόσμιου, οργανωμένου εγκλήματος. 

«Η Μεγάλη Νύχτα της Νάπολης» («Τα Παιδιά της Τράτας» ο ελληνικός τίτλος του βιβλίου, που προτείναμε στο InTownPost από τις εκδόσεις Πατάκη), ως ιστορία προηγείται  εκδοτικά του μπεστ σέλερ «Γκομόρα» και σε κινηματογραφικό σενάριο του ίδιου του συγγραφέα, του σκηνοθέτη, αλλά και του Μαουρίτσιο Μπράουκι (επιμελήθηκε και το σενάριο του κινηματογραφικού «Γκομόρα») ακολουθεί την «ουρά» της πρώτης, μεγάλης κινηματογραφικής επιτυχίας. Ο 41χρονος, Ρωμαίος, σκηνοθέτης Κλαούντιο Τζιοβανέζι, επίσης, σκηνοθέτης δυο τηλεοπτικών επεισοδίων του «Γκομόρα», έκανε καλή δουλειά εδώ, ακολουθώντας πειθαρχημένα και ουσιαστικά το περιβάλλον και το νόημα του βιβλίου.

Καλή παραγωγή, σε παραδοσιακό μοτίβο κινηματογράφησης, με άψογη φωτογραφία του βραβευμένου Ντανιέλε Τσίπρι, όπως δηλαδή αρμόζει σε ταινίες του είδους και φόντο την Νάπολη, οι δυο, απίθανοι, νεαροί πρωταγωνιστές ρολάρουν την πλοκή με πάθος και ένταση, αφήνοντας θετική εικόνα στον θεατή ως προς την δυναμική της υποκριτικής τους παρουσίας.

Βέβαια, θα ζορίσω ελάχιστα τον πολιτικά ορθό «κινητήρα» της ταινίας, γράφοντας, πως σε μια πολιτισμικά αδιέξοδη κοινωνία, καλύτερα παράνομος, παρά σκλάβος, οπότε η σεναριακή πυξίδα, η οποία αναζητά τις κινηματογραφικές εντυπώσεις της δηθενιάς, ας είναι καλύτερα προσανατολισμένη σε τέτοιου ευαίσθητα θέματα. Ας αφήσουμε στην άκρη τα περί εφηβικής αθωότητας και άλλων τέτοιων αφελειών. Σε περασμένους αιώνες, προηγμένων και μη κοινωνιών, οι 15χρονοι νέοι και νέες είχαν ήδη εξοικειωθεί με τα όπλα και συμμετείχαν σε επικές μάχες. Εποικοδομητικό, λοιπόν, είναι η κριτική και η όποια καταγγελία να κτυπάει καρσί την αθέατη αιτία του προβλήματος και όχι να ατενίζει καλλιτεχνικά και ημιμαθώς την πληγή. Το πικρό υπογλώσσιο χάπι του σεναρίου της ταινίας που προτείνει, υποσυνείδητα αφήνει γλυκιά γεύση.

Είναι γνωστό, πως το σύστημα είναι πολυπλόκαμο και διαθέτει εκατοντάδες μορφές. Χρειάζεται προσοχή μεγάλη ως προς τα στρατόπεδα και τους χώρους που επιλέγει ο κάθε σεναριογράφος και σκηνοθέτης για να καταδείξει κινηματογραφικά την κοινωνική σήψη και τα προϊόντα της. Ακριβώς δίπλα από τον θεϊκό ήρωα ανασαίνει ο άγιος προδότης.

Γι αυτόν και μόνο τον λόγο ο Μάριο Πούτζο και ο Φράνσις Κόπολα στον αναντικατάστατο «Νονό», ουδέποτε αγιοποίησαν την μαφία, αλλά κατέδειξαν εύστοχα το νοσηρό σύστημα που διαχειριζόταν επιδέξια η μαφία. Παρακολουθώντας, λοιπόν, την ταινία και όπως είναι δομημένη πάνω στα σύγχρονα κοινωνικά δεδομένα: φτώχια, ανέχεια, αβεβαιότητα, ανεργία με τους πραιτοριανούς να προστατεύουν την πλουτοκρατία, αβίαστα έρχονται στην σκέψη οι στίχοι του Ρήγα: «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερης ζωής παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή». Και οι παράνομοι έφηβοι, στην ταινία έχουν πάνω από μιας ώρας ελεύθερης και έντονης ζωής.

Όσο για την απώλεια ή τον θάνατο, ακόμα και την προδοσία στο ερεβώδες πεδίο του τρομερού, οργανωμένου, αστικού εγκλήματος; Δεν διαφέρουν από αυτά, εντός του πλαισίου της λαίλαπας, ενός «νόμιμου» πολέμου στα αιματηρά πεδία των μαχών. Η ελευθερία είναι το ζητούμενο ιδανικό και στις δυο περιπτώσεις.

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη