fbpx

banner αεροδρομίου

Η Μαρία Ζορμπά συνομιλεί με τη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«…Στις μέρες μας η γυναίκα έχει μπει σαν άντρας μέσα στον ανταγωνισμό, και οι σχέσεις της με τις ομόφυλες της είναι συχνά πολύ ανταγωνιστικές σε σχέση με το επάγγελμα ή την εικόνα και είναι κρίμα γιατί έτσι χάνει πολλά»

Η Μαρία Ζορμπά είναι από τις πολύ καλές ηθοποιούς της γενιάς της!

Δείγματα  της δουλειάς της είναι οι παραστάσεις: «Η επίκληση της γοητείας» (2018), «Δαιμονισμένοι» (2017), «Το κουκλόσπιτο» (2016), «Μεφίστο «(2014), «Wolfgang» (2008),  «Το τρίτο στεφάνι» (2009). Η τεχνική της αφοπλίζει τις απαιτήσεις κάθε ρόλου που αναλαμβάνει. Έτσι οι ρόλοι δεν φέρνονται δύστροπα και αναπνέουν ελεύθερα με την παρουσία της, η οποία επιβάλλεται εξαρχής. Γι αυτό οι άνθρωποι του χώρου της, οι μαθητές της στη δραματική σχολή αλλά και το κοινό τρέφουν μεγάλη εκτίμηση στο ταλέντο της. Κι εκείνη παρά το αξιόλογο έργο που παρουσιάζει δεν έχει παγιδευτεί μέσα στη σαγήνη της έπαρσης.

Ευχαριστώ πολύ τη Μαρία Ζορμπά, που μου έδωσε την ευκαιρία να την προσεγγίσω στην καθημερινότητά της. Και δεν επρόκειτο για ένα τυπικό πλησίασμα αλλά για μια ουσιαστική συνάντηση, που έγινε μέσα στις αράδες του κειμένου του διάσημου έργου του Ρομπέρ Τομά «8 Γυναίκες κατηγορούνται» , το οποίο  παίζεται με επιτυχία στο θέατρο «Αργώ», αλλά και πίσω από αυτές.

Τι σας έλκει στο έργο του Ρομπέρ Τομά που παίζετε αυτή τη σεζόν κα. Ζορμπά;

Είναι ένα έργο με φινέτσα και μια πολύ ενδιαφέρουσα δομή που πλάθεται από πολλά διαφορετικά υλικά. Οι χαρακτήρες του, οι 8 γυναίκες, έχουν γερό ψυχολογικό υπόβαθρο και αναπτύσσονται σε μια πλοκή αστυνομικής κομεντί, θρίλερ αλλά και φάρσας. Το ελκυστικό νομίζω για τον σκηνοθέτη είναι η επιλογή που θα κάνει, ο δρόμος που θα επιλέξει για να φωτίσει όλα αυτά τα συστατικά. Είναι ένας δρόμος ανοιχτός και αινιγματικός, γι’ αυτό και έχουμε δει πολύ διαφορετικές σκηνοθεσίες σ’ αυτό το έργο. Για μένα ως ηθοποιός, με ενδιαφέρει πολύ αυτή η ελαφράδα, που προτείνει ο σκηνοθέτης, αλλά και το «αίνιγμα» που καταθέτει ο συγγραφέας.

Ενσαρκώνετε την Ωγκιστίν, την γεροντοκόρη της οικογένειας, ρόλο που στη σκοτεινή αίθουσα ερμήνευσε η Ιζαμπέλ Ιπέρ. Έχετε κοινά στοιχεία με την ηρωίδα;

Είναι ένα πρόσωπο που σε γοητεύει να το εξερευνήσεις, έχει πολύ χιούμορ ερήμην της. Δεν το επιδιώκει, κάπως σαν να υπάρχει μέσα σ’ αυτό. Θα έλεγα, ότι αυτό είναι ένα κοινό χαρακτηριστικό, είμαι και εγώ συχνά κωμική ερήμην μου, χωρίς να το επιδιώκω δηλαδή. Επίσης, έχει μια ανάγκη να παρατηρεί, έχει μια απορία για τη ζωή και τους ανθρώπους. Και έντονη ανάγκη για αγάπη και επιβεβαίωση που επειδή δεν την λαμβάνει συχνά, αντιδρά σαν παιδί, σαν ένα θυμωμένο παιδί. Έχω πιάσει αρκετές φορές τον εαυτό μου, κυρίως στο παρελθόν, να αντιδρώ με τον ίδιο τρόπο.

Πόσο επίκαιρο είναι το έργο: «8 γυναίκες κατηγορούνται» σήμερα;

Ένα έργο που εξερευνά την έντονη παρουσία-απουσία του άντρα στις ζωές των γυναικών είναι πάντα επίκαιρο. Στην παράσταση μας η πρόθεση του σκηνοθέτη ήταν να διασκεδάσουν οι θεατές με όλο αυτό και μια παράσταση που προσφέρει ελαφράδα και διασκέδαση, είναι νομίζω πάντα χρήσιμη. Όταν ένα έργο επιλέγεται ξανά και ξανά στο πέρασμα των χρόνων από τους σκηνοθέτες αλλά και το κοινό, είναι ένα έργο που συνεχίζει να ενδιαφέρει.

 Όλοι μας λίγο πολύ κρύβουμε τα ένοχα μυστικά μας όπως οι ηρωίδες του έργου. Εσείς;

Θα έλεγα όχι πια. Ένοχα μυστικά δεν έχω. Μικρότερη ναι. Ήμουν και εγώ ένα από τα πάρα πολλά κορίτσια με διατροφικές διαταραχές, κι αυτές οι παθήσεις συνοδεύονται πάντα από έντονες ένοχες και μεγάλη μυστικοπάθεια. Πράγμα που είναι ό,τι χειρότερο βέβαια, γιατί ένα πρόβλημα που δεν κοινοποιείται που δεν αποκτά βοηθούς και συμμάχους για την επίλυση του, διαιωνίζεται με καταστροφικά πολλές φορές αποτελέσματα. Σήμερα τα μυστικά μου περιορίζονται σ’ αυτά του ηθοποιού πάνω στη σκηνή ή στην πρόβα και σε κάποια άλλα μικρά και χρήσιμα για τη ζωή, γιατί ξεκουράζουν τη ψυχή μου.

Με αφορμή το έργο πως θα αξιολογούσατε τις σχέσεις μεταξύ γυναικών στην εποχή μας;

Είναι πολύτιμες οι συμμαχίες μεταξύ γυναικών μπορούν να παράξουν μεγάλες δυναμικές και ποιότητα. Στις μέρες μας η γυναίκα έχει μπει σαν άντρας μέσα στον ανταγωνισμό, και οι σχέσεις της με τις ομόφυλες της είναι συχνά πολύ ανταγωνιστικές σε σχέση με το επάγγελμα ή την εικόνα και είναι κρίμα γιατί έτσι χάνει πολλά. Δεν είναι τυχαίο νομίζω πως οι γυναικείες παρέες, που βλέπουμε στα θέατρα ή αλλού, αποτελούνται συνήθως από νεαρά κορίτσια ή μεγάλης ηλικίας γυναίκες. Το ενδιάμεσο ηλικιακό κομμάτι, γυναίκες στην παραγωγική τους ηλικία, είναι αφιερωμένες στην καριέρα, την οικογένεια και τα παιδιά, ή τον άντρα, αλλά και χωρίς πολλές φίλες νομίζω. Παλιά υπήρχαν οι γειτόνισσες και η επαφή με τις συγγενείς, που κάλυπτε αυτό το κενό, σήμερα δεν υπάρχει νομίζω κάτι ανάλογο.

«….Ας μη μιλήσουμε για την ποιότητα, αυτό δεν πληρώνεται ούτως ή αλλιώς. Επίσης η έλλειψη ταπεινότητας απέναντι στο αντικείμενο είναι πάντα κάτι ακαλαίσθητο. Και η υποκριτική είναι και μια πρόταση αισθητικής»

Ποια ήταν η αφορμή για να μπείτε στο θέατρο;

Έπαιζα θέατρο από παιδί. Όλα τα παιδιά παίζουν, απλά σε κάποιους από εμάς, έχει απομείνει αυτή η ανάγκη. Τα κείμενα της αρχαίας τραγωδίας που κάναμε στο σχολείο με έκαναν να ονομάσω πιο συγκεκριμένα αυτή την επιθυμία μου, άρχισα να διαβάζω βιβλία για το θέατρο, άρθρα στις εφημερίδες, να βλέπω παραστάσεις και στα 16 μου μπήκα σε μια μαθητική θεατρική ομάδα στη Θεσσαλονίκη με πολύ δημιουργικά παιδιά, όπως ο Θωμάς Μοσχόπουλος, ο Κώστας Αποστολίδης, ο Παν. Καρκανεβάτος. Συναντήθηκα μαζί τους ξανά στην Αθήνα, όπου ο καθένας βρήκε τον δικό του ξεχωριστό δρόμο, στην υποκριτική ή τη σκηνοθεσία.

Πως βλέπετε το χώρο του Θεάτρου μέσα στη κρίση, με την έννοια ότι κάθε εξάμηνο πρέπει να είστε σε αναζήτηση εργασίας;

Η αναζήτηση εργασίας κάθε εξάμηνο, είναι μέσα στη φύση της δουλειάς μας. Υπήρχε από πάντα, παλιότερα μάλιστα, τα μπουλούκια ήταν σε μια συνεχή τέτοια κατάσταση αλλάζοντας πιάτσες, έργα και ρόλους κάθε μέρα. Στις μέρες μας οι ηθοποιοί πρέπει να κάνουν 2 και 3 δουλειές για τον μισθό που πριν μερικά χρόνια έπαιρναν για μια παράσταση. Την ίδια στιγμή – δεν λέω κάτι καινούργιο – όλοι θέλουν να δοκιμαστούν να υπάρξουν μέσα στο Θέατρο, προσφέροντας έτσι πολλές και συμφέρουσες εναλλακτικές στους παραγωγούς, αλλά όχι στη φύση αυτής της τέχνης, που χρειάζεται από εμάς να είμαστε υγιείς, με χρόνο να μελετήσουμε και να γυμναστούμε όπως πρέπει. Κάτι που μοιάζει πια δυστυχώς με πολυτέλεια. Είναι ένα αδιέξοδο ανάμεσα στην ανεργία και σε αυτό, που μόνο εμείς οι ίδιοι μπορούμε να το αλλάξουμε.

Διδάσκετε υποκριτική στη σχολή της Αγ. Βαρβάρας και στο Θέατρο των Αλλαγών. Πως είναι η επικοινωνία σας με τους μαθητές σας;

Έχει σχέση με το υλικό και το δυναμικό της ομάδας που δημιουργείται κάθε φορά. Αν υπάρχει κάτι σταθερό σε σχέση με την επικοινωνία μου με τα παιδιά, θα έλεγα πως είναι η ανάγκη μου να τους αφουγκράζομαι και να τους προτρέπω να ανακαλύψουν τη μοναδικότητα τους. Εκεί μπορεί να υπάρξουν πολλές φορές αντιστάσεις και άμυνες, γιατί τους είναι πιο εύκολο να μιμηθούν κάτι που έχουν δει, παρά να το συναντήσουν μέσα τους. Όταν όμως αυτό συμβαίνει η όρεξη τους για εργασία είναι πολύ μεγάλη, το ίδιο και η χαρά.

Στον κινηματογράφο έχετε πολλές επιτυχίες στο ενεργητικό σας, με κορυφαία την ερμηνεία σας στην ταινία του Στράτου Τζίτζη «Σώσε με», για την οποία και τιμηθήκατε με το Κρατικό Βραβείο ‘Α Γυναικείου Ρόλου. Γιατί απέχετε;

Έχω κάνει 15 ταινίες τα τελευταία 17 χρόνια. Δεν είναι ίσως πολλές δεν είναι και λίγες. Έχω βραβευτεί 3 φορές, αλλά αυτό είναι μια χαρά που κρατάει λίγο, τίποτα περισσότερο. Έχω πάντα μεγάλη όρεξη για το κινηματογραφικό γύρισμα, αγαπώ το σινεμά, και το έχω επιθυμήσει. Τα τελευταία χρόνια δέχθηκα κάποιες προτάσεις που δεν με γοήτευσαν, μια πολύ ενδιαφέρουσα ήταν για το εξωτερικό, αλλά δεν μπορούσα να φύγω εκείνη την εποχή από την Ελλάδα και η αλήθεια είναι, ότι είχα δώσει γενικά περισσότερο από το χρόνο και τις δυνάμεις μου στο Θέατρο. Η τελευταία ταινία που έκανα ήταν «Ο εχθρός μου» του Γ. Τσεμπερόπουλου.

Δυο φορές την εβδομάδα βρίσκεστε στο θεατρικό βαγόνι στο Τρένο στο Ρούφ, με το Vincent του Philip Ridley σε σκηνοθεσία Ευθύμη Χρήστου. Μιλήστε μου για το έργο και τον ρόλο σας.

Το έργο περιγράφει τη συνάντηση μιας  μητέρας με τον φίλο του γιου της, που έχει δολοφονηθεί λίγο καιρό πριν. Η δολοφονία ήταν η κατάληξη ενός κοινωνικού εκφοβισμού, και ο νεαρός αυτόπτης μάρτυρας του γεγονότος, της περιγράφει πως συνέβη όλο αυτό. Η μητέρα έχει χάσει ένα παιδί που ποτέ δεν είχε γνωρίσει πραγματικά, και ο νεαρός τον πρώτο άνθρωπο που ερωτεύτηκε στη ζωή του. Η συνάντηση τους ξεκινά με την μεγάλη ανάγκη και των δυο τους να συνειδητοποιήσουν την απώλεια, και φέρνει στη συνέχεια αυτούς τους δυο ανθρώπους αντιμέτωπους  με το θυμό, το έλλειμμα αποδοχής, και τον πόνο, που τους οδηγεί μέχρι την συγχώρεση και την αποδοχή.

Είναι μια παράσταση που συγκινεί τους θεατές αλλά μέσα από μια ορμή συμφιλίωσης, χωρίς περιττά βάρη. Η αίσθηση που έχω εγώ για την παράσταση είναι ενός δυνατού ανέμου που μπαίνει από το παράθυρο και αφού σπάσει το τζάμι, μετά δροσίζει και καθαρίζει όλο το σπίτι.

Το θέατρο μιλά για όσα μας καίνε. Δίνει και διεξόδους κατά τη γνώμη σας σε όλα αυτά που μας απασχολούν;

Η διέξοδος είναι πάντα ψυχική. Το θέατρο ανοίγει χώρους στο μυαλό και στο συναίσθημα. Δημιουργεί κραδασμούς και εμπνέει. Και μ’ αυτή την έννοια ο θεατής μπορεί να εμπνευστεί ή όχι για να βρει τις διεξόδους που έχει ανάγκη στη ζωή του.

Ποιο μήνυμα θα θέλατε να δώσετε στους νέους ηθοποιούς;

Δεν ξέρω αν είμαι σε θέση να δώσω μηνύματα …αλλά αν θα μπορούσα να προτείνω κάτι, θα έλεγα σε ένα νέο ηθοποιό να ελέγξει το μέγεθος της επιθυμίας του γι’ αυτή την τέχνη. Να ξέρει ότι η εργασία που θα χρειαστεί να κάνει είναι πάντα πολλαπλάσια απ’ αυτό που φαντάζεται. Κι ότι τα χρήματα που θα πάρει θα είναι αντιστρόφως ανάλογα της ποσότητας της εργασίας του. Ας μη μιλήσουμε για την ποιότητα, αυτό δεν πληρώνεται ούτως ή αλλιώς. Επίσης η έλλειψη ταπεινότητας απέναντι στο αντικείμενο είναι πάντα κάτι ακαλαίσθητο. Και η υποκριτική είναι και μια πρόταση αισθητικής.