fbpx

banner αεροδρομίου

Η Λουκία Δέρβη συζητάει με την Τίνα Πανώριου, έχοντας θέα την Ακρόπολη

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…Η προσωπικότητά μου, η στάση ζωής μου, οι εμπειρίες μου, οι άνθρωποι που γνωρίζω, οι ιστορίες που ακούω, καθορίζουν τα γραπτά μου»

Η Λουκία Δέρβη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1972. Έχει εκδώσει δυο συλλογές διηγημάτων, μια νουβέλα και ένα μυθιστόρημα. Διηγήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, σουηδικά, πολωνικά και ρουμανικά. Είναι παντρεμένη με τον συγγραφέα Αλέξη Πανσέληνο.

Κα Δέρβη γιατί επιλέξατε να τοποθετήσετε την ωραία ιστορία σας το 1992; Ίσως γιατί ακόμη τότε δεν είχαμε καεί από την επερχόμενη λαίλαπα που μας πήρε και μας σήκωσε, τουλάχιστον πολλών εξ ημών;

H απάντηση είναι μάλλον πιο πεζή. Η ιστορία διαδραματίζεται το καλοκαίρι του 1992, γιατί θυμάμαι εκείνη τη χρονιά πολύ καλά, πράγμα που με βοήθησε να εντάξω πολλά πραγματολογικά στοιχεία της εποχής στην ιστορία. Τα πρόσωπα που μας απασχολούσαν εκείνη την εποχή, τα διεθνή γεγονότα, ακόμα και τις δικές μας ειδήσεις. Ένας επιπλέον λόγος είναι πως εκείνη την εποχή, μια εποχή ευμάρειας που πέρασε, η αντίθεση ανάμεσα στους φιλοξενούμενους ενός πολυτελούς ξενοδοχείου και στους υπαλλήλους του (τους καθημερινούς ανθρώπους που είναι κι οι ήρωες του μυθιστορήματος) ήταν πολύ έντονη και η ένωση των δύο αυτών «κόσμων» την οποία θέλησα να πετύχω πιο αισθητή.

Το ξενοδοχείο σας με θέα την Ακρόπολη είναι η Μ. Βρετανία; Σας είχε ίσως εντυπωσιάσει σαν παιδί το μεγαλόπρεπο αυτό κτίριο; Και πότε εισήλθατε μέσα για μέσα για να αντλήσετε λεπτομέρειες;

Το ξενοδοχείο το οποίο περιγράφω με λεπτομέρειες στις σελίδες του μυθιστορήματος είναι ένα απόλυτα φανταστικό ξενοδοχείο και το ονομάζω «Athens Excelsior». Βρίσκεται, όπως πολύ σωστά λέτε, στη θέση της Μεγάλης Βρετανίας. Ο πρώτος λόγος είναι γιατί η Μ. Βρετανία είναι ένα ξενοδοχείο που με εντυπωσίαζε από μικρή και ο δεύτερος είναι γιατί με προκάλεσε συγγραφικά η γειτνίασή της, τόσο με την πλατεία Συντάγματος, όσο και με την Ακρόπολη. Εδώ πρέπει να προσθέσω πως η επαγγελματική μου εμπειρία πολλών χρόνων σε μεγάλα ξενοδοχεία με βοήθησε να «χτίσω» στο χαρτί τον πέμπτο κύριο ήρωα του βιβλίου: το ξενοδοχείο «Αthens Excelsior».

«Τα ξενοδοχεία είναι σαν θέατρα και οι υπάλληλοί τους ηθοποιοί» γράψατε κάπου. Με το νέο σας μυθιστόρημα θελήσατε λοιπόν να στήσετε μια δική σας παράσταση; Και όταν έπεσε η αυλαία πώς αισθανθήκατε;

Θέλησα, ναι, να στήσω μια δική μου παράσταση. Να ταξιδέψω πίσω στον χρόνο τον καιρό που εργαζόμουν σε ξενοδοχεία και να θυμηθώ αυτόν τον μαγικό κόσμο. Δεν το είχα επιχειρήσει σε κανένα από τα προηγούμενα τέσσερα βιβλία μου και τα χρόνια που έγραφα το βιβλίο ήταν χρόνια νοσταλγίας αλλά και χαράς, επειδή δημιουργούσα κάτι καινούργιο από το παρελθόν.  Πιο πολύ θα έλεγα με χαροποιούσε το γεγονός ότι έστω και με τη φαντασία μου ξαναζούσα αυτήν τη χαρούμενη και απρόβλεπτη ατμόσφαιρα. Τις μικρές και μεγάλες αγωνίες που είχαμε οι υπάλληλοι «να πάνε όλα καλά» με τη διαμονή κάθε πελάτη και με την όλη λειτουργία του ξενοδοχείου. Όταν τελείωσα το γράψιμο, εκτός από την ικανοποίηση ότι τελείωσα το βιβλίο, ομολογώ πως ένιωσα και μια θλίψη που έπρεπε να αποχωριστώ τους ήρωές του που είχαν γίνει πολύ καλοί μου φανταστικοί φίλοι.

Ο Μάκης, ο άψογος ρεσεψιονίστ, είναι ένα πρόσωπο υπαρκτό που κάποτε ανταμώσατε και σας άγγιξε η θλιμμένη του καρδιά; Διαβάζοντας το βιβλίο έτσι αισθάνθηκα.

Ο Μάκης, η Θέκλα, ο Παρμενίων, η Χαρούλα κι οι υπόλοιποι είκοσι έξι χαρακτήρες που προσπάθησα να ζωντανέψω στο «Θέα Ακρόπολη» είναι πρόσωπα απολύτως επινοημένα. Αν κατάφερα να σας πείσω πως ο Μάκης ίσως κάποτε, κάπου υπήρξε είτε ως άνθρωπος είτε ως ρεσεψιονίστ, σας λέω, πως αυτή είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή μου. Πως κατάφερα με τη μυθοπλασία να αγγίξω την πραγματικότητα.

Η πρωταγωνίστριά σας, η Θέκλα –επιτρέψτε μου την παρατήρηση– έχει φυσιογνωμικά, εξωτερικά τουλάχιστον, πολλά από τα δικά σας χαρακτηριστικά. Στον χαρακτήρα όμως; Σας μοιάζει έστω λιγάκι;

Πολλές φορές οι αναγνώστες καθώς διαβάζουν τα βιβλία μας ψάχνουν να βρουν τον συγγραφέα. Είναι κάτι που γίνεται αυτόματα και είναι απολύτως κατανοητό. Είναι, νομίζω, κι ένας τρόπος να γνωρίσεις ή να ταυτιστείς με τον συγγραφέα ενός βιβλίου. Με απόλυτη ειλικρίνεια θα σας απαντήσω πως μπορεί κάποιος να με «βρει» σε όλους τους ήρωες του βιβλίου. Η προσωπικότητά μου, η στάση ζωής μου, οι εμπειρίες μου, οι άνθρωποι που γνωρίζω, οι ιστορίες που ακούω, καθορίζουν τα γραπτά μου. Υπό αυτή την έννοια όλοι οι χαρακτήρες του βιβλίου έχουν κάτι από μένα.

«…Μία στις τρεις γυναίκες παγκοσμίως είναι θύματα κακοποίησης. Το μορφωτικό και κοινωνικό επίπεδο των γυναικών δεν παίζει κανένα ρόλο. Είναι μεγάλη συζήτηση αυτή για τις γυναίκες και δεν είμαι ειδικός, αλλά νομίζω πως όλα ξεκινούν από την αυτοεκτίμηση των ανθρώπων»

Η Λουκία Δέβη και ο Αλέξης Πανσέληνος

«Όλοι έχουν ένα σλόγκαν [σς στη ζωή τους]. Είτε το ξέρουν είτε όχι» γράφετε κάπου αλλού. «Έναν αυτοπροσδιορισμό να τους βοηθάει σαν πυξίδα στις δύσκολες στιγμές της ζωής, σε έναν καινούργιο έρωτα, μια ζόρικη δουλειά, μια προσωπική τραγωδία». Το δικό σας σλόγκαν ποιο είναι αναρωτιέμαι;

Τόλμα!

«Η θάλασσα της Κεφαλονιάς έχει το μυστήριο μιας γυναίκας» έλεγε ο πατέρας του ήρωά σας όταν αυτός ήταν μικρός στην τιρκουάζ Αντίσαμο. «Και πρέπει να τη σεβόμαστε όπως τη γυναίκα που αγαπάμε». Η  ρετρό αυτή νουθεσία «πιάνει» όμως στις σκληρές μέρες μας, τι λέτε;

Πιστεύω πως στις σχέσεις με τους ανθρώπους ό,τι δίνεις παίρνεις. Αν δηλαδή μια γυναίκα σέβεται τον άντρα που αγαπάει, θα της είναι αδιανόητο ο άντρας που αγαπάει να μην τη σέβεται. Είναι πραγματικά πολύ σκληρές οι μέρες για τις ανθρώπινες σχέσεις και για πολλές γυναίκες ειδικότερα, γι’ αυτό και ένα από τα θέματα που πραγματεύομαι στο βιβλίο είναι και η ενδοοικογενειακή βία, η βία κατά των γυναικών. Μία στις τρεις γυναίκες παγκοσμίως είναι θύματα κακοποίησης. Το μορφωτικό και κοινωνικό επίπεδο των γυναικών δεν παίζει κανένα ρόλο. Είναι μεγάλη συζήτηση αυτή για τις γυναίκες και δεν είμαι ειδικός, αλλά νομίζω πως όλα ξεκινούν από την αυτοεκτίμηση των ανθρώπων. Γι’ αυτό και τονίζω στο βιβλίο πως η Θέκλα φοβάται τους ανθρώπους και πως παρά τον φαινομενικά δυναμικό χαρακτήρα της κατά βάθος δεν πιστεύει πως αξίζει κάτι καλό. Και πως κι η ίδια δεν σέβεται τον Παρμενίωνα. Κι αυτό ξεκίνησε από τη σχέση της με τον πατέρα της.

Τη «Θέα Ακρόπολη» πότε τη γράψατε; Σε ένα νησί, το δικό σας, στην Αθήνα έναν καυτό Αύγουστο; Και πώς; Ακούγοντας π.χ. μουσική, παρέα με τους ατίθασους γάτους σας με τα απίθανα ονόματα;

Τη «Θέα Ακρόπολη» την έγραφα στη διάρκεια τριών χρόνων με πολύ μεγάλα διαστήματα αποχής από το γραπτό, καμιά φορά και έξι μηνών. Την έγραφα στην Αθήνα παρέα με τον πρώτο μου γάτο, τον Ηλία, τον «βοηθό συγγραφέα» όπως τον αποκαλούσα και κατόπιν με την Μπέλλα. Το υπέροχο ήταν ότι οι γάτες μού κρατούσαν συντροφιά. Το γράψιμο είναι μια πολύ μοναχική ενασχόληση. Έγραφα όμως και στην Πάρο, το νησί που αγαπώ και που με εμπνέει και με ηρεμεί παρέα με τους αδέσποτους γάτους της αποικίας κοντά στο σπίτι μας που οι καλοί μας ντόπιοι γείτονες ταΐζουν και εμβολιάζουν όλο τον χρόνο.

Οι γιορτές πλησιάζουν. Εσάς σας αρέσουν τα Χριστούγεννα, σας χαροποιούν;

Τα τρέμω τα Χριστούγεννα. Ενώ έχω πολύ ωραίες παιδικές αναμνήσεις, τώρα που μεγάλωσα και οι απώλειες αγαπημένων, σημαντικών ανθρώπων στη ζωή μου είναι πολλές, τα Χριστούγεννα και γενικότερα τις γιορτές τούς θυμάμαι και όσο να ’ναι μελαγχολώ. Προσπαθώ απλά να περάσω καλά με τον άντρα μου και τους φίλους μας.