fbpx

banner αεροδρομίου

Η Κάτια Δανδουλάκη σε μια συζήτηση με την Νότα Διαμαντοπούλου:

 

 

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

 «Με τις σχέσεις μου νιώθω πάντα μαθήτρια»

Το ραντεβού των 18.00 έφτασε στο φουαγιέ του θεάτρου Κάτια Δανδουλάκη. Μα που είναι η πρωταγωνίστρια;  Που είναι το αστέρι του κινηματογράφου, της τηλεόρασης, του θεάτρου; Που είναι το είδωλο που οι περισσότερες γυναίκες αγαπούν να βάζουν στοιχήματα για την ηλικία της; Που είναι η βεντέτα που σε λίγο θα ερμηνεύσει την Έλεν Χάμπαρντ στο «Έγκλημα στο Orient Express»; Η σφιχτή χειραψία γίνεται με ένα κορίτσι ψηλόλιγνο που φοράει φόρμες και αθλητικά παπούτσια, αεικίνητο, τρυφερό.

Με οδηγεί στο καμαρίνι με το αέρινο βάδισμα της. Γυναίκα και παιδί μαζί.

Το καμαρίνι είναι ο χώρος με τη δική της πινελιά. Ζεστό σαν την ίδια, με έναν άνετο καναπέ για τους καλεσμένους, μια απέριττη πολυθρόνα μπροστά απ τον καθρέφτη με τα σύνεργα που την μεταμορφώνουν στην ηρωίδα της κάθε σεζόν.

Για μένα  είναι η Κάτια, όπως Μελίνα, Αλίκη, Τζένη. Το κασετόφωνο γυρίζει:

Οι φωτογραφίες της συνέντευξης είναι της Ειρήνης Αγγελικής Μήτση για το InTownPost.com

Τα πρώτα χρόνια και η δραματική σχολή.

«Όλα τα παιδικά, νεανικά, φοιτητικά χρόνια ήταν υπέροχα. Όταν θέλω να πάρω δύναμη για το μέλλον γυρίζω σ’ αυτήν την αγνότητα και τον ενθουσιασμό που είχα στο παρελθόν και στις αγάπες  απ’ τους γονείς μου, τους δασκάλους μου, απ’ τους φίλους μου και μετά από τους ανθρώπους της ζωής μου. Ένας ήταν ο άνθρωπος της ζωής μου ουσιαστικά. Ο Μάριος.  Ήξερα από  την 3η Γυμνασίου ότι θα ακολουθήσω το θέατρο, ήμουν «κρυφό» παιδί, δεν το έλεγα. Αποφάσισα να το πω την τελευταία στιγμή, σαν έδωσα εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, για να ησυχάσουν οι δικοί μου, μη πάθουν κανένα εγκεφαλικό και συγχρόνως πέρασα και στον Κουν, που δεν φανταζόμουν ότι θα γινόταν τόσο απλά».

Ο Κάρολος Κουν.

«Για μένα, λοιπόν, τα χρόνια της σχολής, ήταν τα χρόνια των ονείρων που άρχιζαν να φαίνονται στον ορίζοντα. Όνειρα, όνειρα, όνειρα με σπουδαίους καθηγητές. Εκεί γνώρισα και τον άνθρωπο της ζωής μου, τον Μάριο. Οφείλω να ομολογήσω, πως παρότι έκανα και μια δεύτερη σχολή στο Λονδίνο, όλα όσα πήρα απ’ τον Κουν ήταν ο θησαυρός.

Στο Λονδίνο κέρδισα άλλα πράγματα: τεχνικές, έβλεπα κάθε μέρα παραστάσεις με σπουδαίο ρεπερτόριο και μεγάλους ηθοποιούς, άνοιγμα της αισθητικής μου προς όλες τις κατευθύνσεις, αλλά την ουσία, την ψίχα και τον καλώς εννοούμενο φανατισμό ήταν απ τη σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Οι δάσκαλοι μου και φυσικά ο Κουν. Ένας άνθρωπος με ακραίο πάθος γι αυτό που κάνει, αγάπη. Χωρίς αυτό δεν μπορούσε να ζήσει. Και απόλυτος. Ζητούσε τα πάντα. Όταν νευρίαζε, όταν έκανε καυγά και όταν πετούσε τα τασάκια στο ταβάνι ήταν απ την απόγνωση του αν δεν καθόταν κάτι απ το όνειρό του. Αν δεν τον ήξερες θα μπορούσες να πεις πως είναι σκληρός. Στις πρόβες ανακάλυπτες τον άνθρωπο τον βαθιά μορφωμένο, με βαθύ στόχο και δάσκαλο. Εγώ πέρασα μαζί του ονειρεμένα».

Ταινίες.

«Πρόλαβα και έκανα 14 ταινίες. Τις περισσότερες με τον Τζιμι Πάρι (Τζέιμς Πάρις ) με ηγετική τον «Παπαφλέσσα» και βέβαια τους «Σουλιώτες». Αν και ήμουν τελείως αντιηρωική, λόγω του παρουσιαστικού με είχανε για «Μπουμπουλίνα».

O κόσμος σνόμπαρε τις δουλειές αυτές  γιατί τότε έβγαινε ο νέος Ελληνικός κινηματογράφος που πήγαινε σε άλλα πεδία, πιο ψαγμένα. Να όμως που τώρα βλέπουμε συνέχεια παλιές ελληνικές ταινίες, που είναι αθώα παιδικά παραμύθια. Ειδικά ο «Παπαφλέσσας» ήταν μια μεγάλη παραγωγή. Στη σκηνογραφία ήταν και οι δυο Φωτόπουλοι και ο Διονύσης και ο Βασίλης, σκηνοθέτης ο Ερρίκος Ανδρέου, τρία συνεργεία, τρεις παραγωγοί. εταιρίες…»

Κυνηγώντας τους «Τούρκους».

«Όταν γύριζα τους «Σουλιώτες», είχα φέρει μεγάλες καταστροφές ιππεύοντας. Θυμάμαι τον τρόμο τους όταν με έβαζαν πάνω στο άλογο, πήγαινα με την όπισθεν, πράγματα τρομερά. Μια σκηνή μάλιστα ήταν καταπληκτική όταν έπρεπε να πάω στο Κούγκι κρυφά από τον Τουρκικό στρατό που ήταν πίσω μου, να δώσω ένα μήνυμα. Ήταν στα Αμπελάκια, ανεβήκαμε σε γκρεμνά – που να το ήξερα εγώ – ήμουν και πολύ μικρή τότε. Μου είπαν όταν θα σου δώσουμε σινιάλο, δεν έβλεπα κιόλας, μύωψ από μικρή, και γι αυτό μου κουνούσαν σημαίες στα εκατό- διακόσια μέτρα …θα πρέπει να ξεκινήσεις επιτέλους. Είδα εγώ τις σημαίες που κουνιόντουσαν, α είπα, κάτι πρέπει να κάνω. Δεν ήξερα να ιππεύω. Μόνο να ανεβαίνω, να κατεβαίνω. Να με κυνηγάνε οι Τούρκοι που να το μάθω! Το άλογο καταλαβαίνει πως δεν έχει καβαλάρη, ενώ εγώ το κουνούσα, το χτυπούσα σιγά στην πλάτη, το τραβολογούσα αυτό καθόταν με την ησυχία του, δεν κουνιόταν με τίποτα.

Κάποια στιγμή ανησύχησα γιατί άκουσα ποδοβολητά από πίσω, τα άλογα των Τούρκων, βλέπω πως ήταν όλη η στρατιά και με έχει πλησιάσει, με έχει προσπεράσει και μόλις το δικό μου άλογο βλέπει όλη τη σκηνή, αρχίζει να τρέχει. Έτσι έμεινε ιστορική η σκηνή με εμένα να κυνηγάω το Τουρκικό στράτευμα. Βεβαίως μετά πλήρως απογοητευμένοι ντύσανε ένα στρατιώτη, του βάλανε και μια κοτσίδα και έκανε αυτή τη σκηνή που για μένα ήταν αδύνατον να τη φέρω εις πέρας».

Φώσκολος.

«Είχαμε εξαιρετική σχέση. Ήταν ο άνθρωπος  μύθος για μένα. Ήταν αυτοδίδακτος, παθιασμένος, τρελός για το σινεμά και για την τηλεόραση μετά. Λάτρευε τον ηθοποιό του, να τον έχει καλομαθημένο, να μην κρυώνει, να κουράζεται τόσο ώστε να μπορεί να αποδώσει. Να τον προσέχει φωτιστικά, να τον προσέχει ερμηνευτικά γιατί υπήρχε ο  χρόνος.

Στη «Λάμψη» θυμάμαι η δουλειά ήταν σκληρή, αλλά δεν συγκρίνω το όποιο άγχος είχαμε τότε με το σημερινό. Χρειαζόταν να κάνουμε το πλάνο όσες φορές έπρεπε για το σωστό αποτέλεσμα. Άλλωστε εμείς δουλεύαμε ένα οχτάωρο, όχι ένα δωδεκάωρο που είναι τώρα. Κουραζόμασταν μεν αλλά το χαιρόμασταν συγχρόνως».

Έγκλημα στο Orient Express.

«Για μένα το τρένο είναι ένα όνειρο. Μέσα απ το Orient Express και από το φοβερό αυτό μυαλό, που υποκλίνομαι, της Αγκάθα Κρίστι, τι έχει ο ηθοποιός; Τι είναι το έρεισμα εκεί; Το αστυνομικό κρύβει ένα δίφορο παίξιμο, δηλαδή πρέπει να ξεγελάσεις κάπου το θεατή, όχι με την έννοια του ότι παίζω κάτι άλλο για να σου κρύψω αυτό που θα δεις στο τέλος.

Το κοινό να είναι πεισμένο απόλυτα γι αυτό που βλέπει και η ανατροπή να του έρθει από τη μέση του πουθενά. Αυτό το διπλό παίξιμο για τον ηθοποιό είναι πολύ ελκυστικό. Εξάλλου στην εποχή που ζούμε ο κόσμος θέλει ένα μεγάλο άνοιγμα. Να μπει κάπου για να χορτάσει  και θέαμα που το χει δύσκολα πια και ένα ταξίδι ονειρικό με μαζεμένους πολλούς ηθοποιούς. Αισθάνθηκα λοιπόν πως αν ενώσουμε τις δυνάμεις μας δεν κινδυνεύουμε και δεν κινδυνέψαμε».

Η μαεστρία του Αντώνη Καλογρίδη

«Πιστεύω πως ο Αντώνης σε αυτή τη φάση – ενός δηλαδή αφαιρετικού σκηνικού – έχει μεγάλη μαεστρία για να μπορέσει να ενώσει τα τεχνολογικά (περιστρεφόμενη σκηνή, τα χιόνια που πέφτουν, το τρένο που έρχεται, το τρένο που φεύγει, ο διάδρομος, τα κουπέ). Αυτά όλα για να γίνουν στη φαντασία του με ήχους, με φώτα και με εικαστικά μέσα είναι πολύ δύσκολη διαχείριση. Ο Αντώνης λοιπόν έχει αυτή την εικαστική ευλογία. Αισθάνομαι ότι κάνουμε μια δουλειά ψυχής και η ψυχή τι θέλει; Αγκαλιά και όραμα».

Μάριος Πλωρίτης

«Για μένα η αγάπη είναι πολύ δυνατή όταν τα συμπεριλαμβάνει όλα. Βλέπεις τον άνθρωπο σου, τον θαυμάζεις, είσαι ερωτευμένος, τον αγαπάς σαν να ναι παιδί σου, σαν να ναι άντρας σου, φίλος σου,  πατέρας σου. Ήθελα πάντα ο άντρας μου να είναι καλύτερος από μένα.. Εγώ ένοιωθα πάντα μαθήτρια και μ αρέσει αυτή η προστατευτικότητα  η ανδρική. Μ’ αρέσει ο άντρας μου να θέλει το καλύτερο μου και να μην με ανταγωνίζεται. Αυτό μου προκαλεί ασφάλεια.

Με τον Μάριο είχα την τύχη να  ξέρω πως αν θα μου πει κάτι, θα το κάνει γιατί θέλει να με βλέπει καλύτερη. Πολλές φορές διαφωνούσαμε σε διάφορες επιλογές που έκανα εγώ, μα πάντα μου έλεγε θα κάνεις αυτό που θες εσύ. Βέβαια πάντα είχε δίκιο, έντεκα φορές στις δέκα. Και πάντα με άφηνε να κάνω το …δικό μου.  Ποτέ δεν μου είπε: «είδες που σου έλεγα»».

Δεύτερη φορά Επίδαυρος

 «Το 1997 είχα κάνει τη Λυσιστράτη. Δεύτερη φορά στην Επίδαυρο, πρώτη σε τραγωδία. Ικέτιδες με το Εθνικό, τον Στάθη Λιβαθινό (σκηνοθεσία) και ΘΟΚ συμπαραγωγή. Το περιμένω με πάρα πολλή συγκίνηση και πάρα πολλή χαρά. Αυτά τα έργα είναι θεϊκά, σύμβολα τεράστια. Λένε τις αλήθειες τις μεγάλες του κόσμου, που πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν. Γι αυτό λοιπόν η διαχείριση ενός τέτοιου έργου σήμερα, είναι μια πολύ επίπονη και ιερή ιστορία, του πως θα μπορέσεις να μεταφέρεις το μήνυμα και το μεγάλο συμβολισμό στο σήμερα. Ο κόσμος αυτό είναι, κύκλοι που κάθε τόσο κλείνουν και ξανανοίγουν με κάποιον άλλο τρόπο».