fbpx

Η ηθοποιός Ορνέλα Καπετάνι συζητάει με τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«… Η μνήμη σε μεγάλο βαθμό θα ορίσει τις ενέργειες μας και τις αποφάσεις που θα πάρουμε στο μέλλον».

Υπάρχει ένα αδιόρατο, μα, καταλυτικό συστατικό σε ορισμένους ερμηνευτές της υποκριτικής τέχνης που διαφοροποιεί την θέση τους από τους υπόλοιπους, τόσο στον ρόλο, όσο και στον χώρο που είναι τοποθετημένοι για να τον αποδώσουν. Ο εντοπισμός αυτού του συστατικού είναι μια διαδικασία, κάτι σαν ιεροτελεστία ας πούμε, που λίγο έως πολύ την διαθέτουν οι προσεκτικοί θεατές της τέχνης.

Παρακολουθείς μια καλή θεατρική παράσταση και η ερμηνεία του ηθοποιού στο σανίδι είναι καταιγιστική σε τέτοιο βαθμό, που πολιορκεί ανελέητα τις αισθήσεις σου με σκοπό να σε κατακτά καθολικά. Ο ρόλος μπορεί να μοιάζει απλός σε πρώτη ανάγνωση, αλλά η εκπέμπουσα εκφραστική δύναμη του «υποκριτή» επί σκηνής πολλαπλασιάζει ευεργετικά το απλό για να το παραδώσει θριαμβευτικά στον προορισμό του μαγευτικού. Το ίδιο συμβαίνει και στην 7η Τέχνη, με την διαφορά από αυτής του θεάτρου, ότι μια κινηματογραφική σκηνή έχει την δυνατότητα των πολλών γυρισμάτων έως ότου ο σκηνοθέτης και ο ηθοποιός να αποκομίσουν το άριστον της απόδοσης. Είναι κι αυτό μια επώδυνη διαδικασία. Παρά ταύτα η αξία του καλού ηθοποιού, είτε συστήνεται θεατρικά, είτε από το άσπρο πανί δεν αλλοιώνεται ούτε χιλιοστό της μοίρας και, φυσικά, παραμένει σταθερά ακλόνητη. Έτσι κινήθηκε και το ενδιαφέρον για την ηθοποιό Ορνέλα Καπετάνι.

Κινηματογραφικά την πρωτοείδα το 2008 σε δυο ελληνικές παραγωγές. Αρχικά, στην ταινία  του Σωτήρη Γκορίτσα, «Παρέες», με ένα εντυπωσιακό full cast Ελλήνων ηθοποιών, όπως ο Βαγγέλη Μουρίκης, ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης, ο Ερρίκος Λίτσης, ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, ο Γιώργος Γιαννακόπουλος, ο Μάκης Παπαδημητρίου και η Μαρία Πρωτόπαππα. Την ίδια χρονιά συμμετείχε και στην ταινία του Θάνου Αναστόπουλου «Διόρθωση» (Correction), δίπλα στον ηθοποιό Γιώργο Συμεωνίδη. Η ταινία ταξίδεψε με επιτυχία εκτός των ελλαδικών τειχών και έφερε την Ορνέλα Καπετάνι να κρατήσει στα χέρια της το βραβείο της «Καλύτερης Ηθοποιού» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Δυρραχίου. Η ταινία του Αναστόπουλου εκπροσώπησε, επίσης, την Ελλάδα στους ξένους υποψηφίους Oscar Contenders το 2008. Η επιτυχημένη πορεία της ηθοποιού ήταν πλέον προδιαγεγραμμένη.

Το 2012 πρωταγωνιστεί στην ταινία «Η Κόρη» και πάλι στο σκηνοθετικό τιμόνι ο Θάνος Αναστόπουλος. Η ίδια δύναμη, το αποφασιστικό βλέμμα, η ίδια σαρωτική παρουσία και το συστατικό της διαφορετικότητας της να φωτίζει πλέον απροκάλυπτα κάθε πτυχή της Τέχνης της. Για να φτάσουμε στο σύγχρονο δράμα με τον τίτλο «Ξεκίνημα της Μέρας» (Dita zë fill  / Daybreak), που παίζεται στους ελληνικούς κινηματογράφους. Η ταινία είναι το κινηματογραφικό ντεμπούτο του σκηνοθέτη Τζεντιάν Κότσι και ακόμα ένα βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στο Φεστιβάλ του Σαράγεβο προσφέρεται αβίαστα στην πρωταγωνίστρια Ορνέλα Καπετάνι.  

Πριν ξεκινήσουμε την συζήτηση μας να σας συστήσω την ηθοποιό. Γεννήθηκε στους Αγίους Σαράντα και το 1991 μαζί με τους γονείς και την αδελφή της μεταναστεύει στην Αθήνα. Συνεχίζει το σχολείο στην Αγία Παρασκευή και παίρνει το απολυτήριο της από το λύκειο της Νέας Ιωνίας. Ολοκληρώνει τις θεατρικές σπουδές το 2004 στη Δραματική σχολή «Αρχή» της Νέλλης Καρρά και ξεκινάει να πρωταγωνιστεί στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Το 2007 αναχωρεί από την Ελλάδα και με προορισμό το Λονδίνο φοιτά στο Royal Central School of Speech and Drama και αποκτά ΜΑ στη Δραματοθεραπεία. Στην αγγλική πρωτεύουσα διαμένει έως το 2016, συμμετέχοντας σε θεατρικές παραστάσεις, ενώ τα δυο τελευταία χρόνια κατοικεί μονίμως στο Μόντρεαλ του Καναδά.

Με την χρήση της τηλεφωνικής συσκευής η θεόρατη απόσταση της βραδινής ευρωπαϊκής Αθήνας και του πρωινού Μόντρεαλ της αμερικανικής ηπείρου εκμηδενίστηκε, οπότε η συνάντηση μας με την Ορνέλα Καπετάνι έλαβε πνοή και λόγο.

Διαμένετε και συγχρόνως ταξιδεύετε συχνά στο εξωτερικό, κα Καπετάνι λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων. Τα κοινωνικά στιγμιότυπα, οι εικόνες που συλλέγετε και από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού, μοιάζουν μεταξύ τους; Για να χρησιμοποιήσω ως σημείο επαφής και σύγκρισης την Λέτα, που υποδύεστε στην ταινία, είναι το ίδιο δύσκολες οι συνθήκες επιβίωσης για μια νέα γυναίκα μόνη με παιδί στις χαρακτηρισμένες «πολιτισμένες» χώρες; 

Οι βασικές, πολύ συχνά, οι ανώτερες  ανάγκες όλων μας παραμένουν κοινές ανεξάρτητα από την κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε. Αυτό που αλλάζει δραματικά είναι το περιβάλλον στο οποίο λειτουργούμε και διεκδικούμε την πλήρωση αυτών των αναγκών. Για να επιστρέψω στο παράδειγμα της Λέτας, η έλλειψη επιλογών και η ανάγκη επιβίωσης της, στο συγκεκριμένο περιβάλλον την οδηγούν στα άκρα.  Έχω τη αίσθηση, ότι στις πιο «πολιτισμένες» κοινωνίες γίνεται – και απαιτείται επίσης-  μια προσπάθεια διαφύλαξης της ανθρώπινης υπόστασης, είτε μέσω των κρατικών, είτε των κοινωνικών – εθελοντικών  πρωτοβουλιών. Οι δίκες μας υστερούν στη διαφύλαξη της ανθρώπινης αξιοπρεπείας. Επίσης, αυτό που στο εξωτερικό παρατηρώ είναι, παρότι οι βασικές, κρατικές δομές λειτουργούν με κάποια επάρκεια, ο εθελοντισμός εξακολουθεί να  είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος, αποβλέποντας στην συμπληρωματική και συχνά ποιοτικά αναβαθμισμένη παροχή υποστήριξης.

Από το 2003 έως σήμερα, εκτός των καλλιτεχνικών σας δραστηριοτήτων, είστε και ενεργό μέλος του Ευρωπαϊκού Δικτύου Γυναικών. Στην περίοδο της παγκόσμιας κρίσης, όλων των πεδίων για να αναφερθούμε αποκλειστικά στην Ευρώπη, η θέση της γυναίκας ποιόν σημαντικό ρόλο θα επωμιστεί, ώστε να μετασχηματίσει την υπάρχουσα άρνηση;

Το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Γυναικών δραστηριοποιείτε χρόνια με την παροχή βοήθειας, είτε πρακτική, είτε ψυχολογική σε θύματα βίας, ενδοοικογενειακής βίας και σωματεμπορίας, είτε πρακτική, είτε ψυχολογική. Ήταν πραγματικά καθοριστική η ενασχόληση μου με το Δίκτυο κι έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα διαμόρφωση μου. Ήρθα αντιμέτωπη με γυναίκες που είχαν χάσει πραγματικά τα πάντα. Η άρνηση πιστεύω είναι συνδεδεμένη με τον φόβο. Αρνούμενοι τις αδυναμίες μας, μαθαίνουμε να είμαστε σκληροί με τον κόσμο. Μ ’αύτη την έννοια σκληραίνει ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τον κόσμο γύρω μας. Η αλλαγή του κλίματος δεν είναι μόνο γυναικεία υπόθεση, πρέπει να αντιμετωπιστεί από όλους μας, είτε γυναίκες είτε άντρες. Οι ατομικές μας πράξεις και οι επιλογές μας είναι αποτέλεσμα σκέψεως και διεργασιών, που υπερβαίνουν σε σημαντικότητα το φύλο του καθενός.

Είστε της άποψης, ότι η παιδεία ενός ανθρώπου εκπορεύεται από την οικονομική κατάσταση της χώρας που ζει;

Σε έναν μεγάλο βαθμό ναι. Ασφαλώς και οι βασικές αρχές της παιδείας και της συμπεριφοράς είναι σημαντική ευθύνη της οικογένειας, όμως εξίσου σημαντική είναι και η κοινωνική επιρροή που δέχεται σε όλους τους χώρους που ζει και μαθαίνει ένα μικρό παιδί.  Η παιδεία ενός ανθρώπου είναι η συλλογή των δεξιοτήτων που έχει αποκτήσει, αλλά επίσης και οι εμπειρίες που έχει αποκομίσει στο περιβάλλον του.  Η οικονομική ευμάρεια δεν είναι προϋπόθεση μιας καλής παιδείας, όμως σίγουρα έχει επιρροή στις ευκαιρίες που προσφέρονται.

Πόσο σημαντικές είναι οι μνήμες για εσάς, κα Καπετάνι; Όταν εννοώ μνήμες δεν αναφέρομαι μόνο στις ιστορικές, αλλά στις μνήμες της οικογένειας, του άμεσου περιβάλλοντος, των οικείων ανθρώπων, των αναμνήσεων που σμιλεύουν όνειρα. Ο άνθρωπος μπορεί να συνεχίσει την ζωή του δίχως μνήμες;

Μνήμη είναι η συλλογή εμπειριών, σωματικών και συναισθηματικών. Η μνήμη ορίζει την τωρινή υπόσταση ενός ανθρώπου ως ο συνδυασμός αυτών των εμπειριών. Υπό αυτή την έννοια ο άνθρωπος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την μνήμη. Ακόμη και ένα νεογνό έχει κωδικοποιημένη μνήμη και γνώση. Όμως, είναι σημαντικό να μην βλέπουμε την μνήμη ως κάτι ντετερμινιστικό και στατικό. Η μνήμη εξελίσσεται, μεταλλάσσεται και κάθε μας ενέργεια στο παρόν έχει την δυνατότητα να επηρεάσει το μέλλον μας.  Η μνήμη σε μεγάλο βαθμό θα ορίσει τις ενέργειες μας και τις αποφάσεις που θα πάρουμε στο μέλλον.

Στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης το 2017

«Η τέχνη θα αντανακλά αυτό που είμαστε σαν κοινωνία κι άνθρωποι με σκοπό να οδηγηθούμε στη όποια διαφώτιση»

Από την ταινία ΤοΞεκίνημα της Μέρας

Στην ταινία του Τζεντιάν Κότσι, «Το Ξεκίνημα της Μέρας» (Daybreak), που προβάλλεται αυτές τις ημέρες στην Ελλάδα, υποδύεστε την 30χρονη, Αλβανή Λέτα, μάνα ενός μωρού αγοριού, που την κατατρέχουν όλα τα κακά της μοίρας. Είναι ανέστια, άφραγκη, δίχως σύντροφο και σε part time ενασχόληση φροντίζει μια κατάκοιτη ηλικιωμένη γυναίκα την Σοφία (ερμηνεύει μοναδικά η Σουζάνα Πρίφτι) με επιθυμία να εγκαταλείψει τα γήινα και να ξεκουραστεί από το βάσανο της αρρώστιας, του ψυχικού και του σωματικού πόνου. Κάποια στιγμή ζητάει από την Λέτα να τερματίσει την ζωή της και η γυναίκα αρνείται γιατί έχει ανάγκη την δουλειά. Στο παρελθόν η Λέτα, όπως μας αφηγείται η ίδια, το είχε επιχειρήσει στο νοσοκομείο που εργαζόταν και αυτή την ενέργεια την πλήρωσε με το χάσει την δουλειά της. Τι σημαίνει για εσάς ανθρώπινη ζωή, κα Καπετάνι, και ποια θεωρείτε, πως είναι η προσωπική μας ευθύνη απέναντι της;

Η ευθύνη της ζωής είναι πρωταρχικά ατομική και εγωκεντρική.  Είναι όλα, πολύ πιο εύκολα όταν ο μόνος για τον οποίο αποφασίζεις είναι ο εαυτός σου. Η ευθύνη μιας μητέρας για την επιβίωση του παιδιού της είναι συντριπτική. Πόσο ένοχη είναι σήμερα η μάνα Λέτα, που κρατάει κρυφό τον θάνατο της ηλικιωμένης, με σκοπό να εισπράττει την σύνταξη της για να ζήσει η ίδια και το παιδί της; Ποια είναι η ατομική της ευθύνη και ποια είναι η συλλογική ευθύνη μιας κοινωνίας που εξαθλιώνει την ανθρώπινη ύπαρξη σε αυτό το  βαθμό;

Ο ρόλος της Λέτα είχε δυσκολίες για εσάς;

Η Λέτα βιώνει πολύ έντονες δυσκολίες. Απειλείται η ύπαρξη της και του παιδιού της, φοβάται την επόμενη μέρα. Πρέπει να δαμάσει την συναισθηματική της φόρτιση και να δράσει αποφασιστικά ακόμα και αδίστακτα. Η Λέτα, όσο περνούν οι μέρες και οι καταστάσεις γύρω της δυσκολεύουν, δείχνει να αποκόπτεται σε έναν βαθμό από τον φόβο αλλά και όποιους δισταγμούς. Το κύριο ζητούμενο για εμένα ήταν η απόδοση αυτής της δυναμικής με έναν τρόπο που επιτρέπει τη συμβίωση του φόβου με την δράση. Η Λέτα σε κανένα σημείο δεν σταμάτησε να φοβάται αλλά επίσης και δεν δίστασε να προχωρήσει με το πλάνο της. Ήταν σημαντικό για εμένα να αποδώσω αυτό το δίπολο των συναισθημάτων όχι στα άκρα τους, αλλά ως μια διαρκή κίνηση από την μια πλευρά στην άλλη χωρίς ξεκάθαρα όρια μεταξύ τους. Έτσι πιστεύω, ότι επιτρέπεις και στον θεατή να προσδιορίσει μόνος του την μέση και τα άκρα για να αποφασίσει ο ίδιος πόσο κοντά ή πόσο μακριά από αυτά είναι η Λέτα.

Σε ποιους δρόμους διαβλέπετε, ότι θα οδηγηθεί η Τέχνη του θεάτρου και του κινηματογράφου την ζοφερή περίοδο της διάλυσης των ανθρώπινων αξιών που διανύουμε; Θέατρο και σινεμά θα ακολουθήσουν τις γλιστερές οδούς της απλής καταγραφής γεγονότων και καταστάσεων ή θα ορμήσουν δυναμικά στην μάχη των υπερβάσεων, παρουσιάζοντας λύσεις;

Η τέχνη θα αντανακλά αυτό που είμαστε ως κοινωνία κι άνθρωποι, με σκοπό να οδηγηθούμε στη όποια διαφώτιση. Η ιστορία μας έχει πολλά σκοτεινά κεφαλαία χωρίς αυτό να είναι ενδεικτικό της υποβάθμισης μας. Πιστεύω, ότι ο σκοπός του θεάτρου και του κινηματογράφου δεν είναι για να δώσει λύσεις, αλλά για να προβληματίσει. Μερικές φόρες καταφέρνει να γεννά ερωτήσεις που οδηγούν σε λύσεις, άλλες πάλι φορές παραμένει στη καταγραφή.

«…Θα ήταν ευτυχία να υπέχουν ιδιώτες στην στήριξη των τεχνών, αλλά δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει τώρα»

Ποιο ήταν το κύριο ερέθισμα, ο λόγος ας πούμε, που σας ώθησε να ασχοληθείτε με την υποκριτική, το θέατρο και τον κινηματογράφο; Ήταν κάποια ταινία, κάποιος ηθοποιός ή σκηνοθέτης;

Στη κομουνιστική Αλβανία για κάποιο λόγο ήταν αποδεκτό το Bollywood, κι έτσι θυμάμαι στη τηλεόραση το «Mother India». Είχα εντυπωσιαστεί τόσο ως παιδί, που για πολλά χρονιά μου είχε εντυπωθεί έντονα η εικόνα αυτής της μάνας. Δεν θυμάμαι να αποφάσισα να γίνω ηθοποιός, αλλά όταν βρέθηκα στη δραματική σχολή, φαινόταν σαν να ήταν η μόνη επιλογή.

Ποια είναι η κινηματογραφική σχολή ή η χώρα που θαυμάζετε για το σινεμά της και θα θέλατε να συμμετέχετε σε ταινία της; Υπάρχει κάποιος σύγχρονος σκηνοθέτης, που ψιθυρίζετε, δροσερά μέσα σας: «ναι, θα ήθελα να σταθώ απέναντι από τον κινηματογραφικό φακό του!»

Έχω μια μικρή εμμονή με τον Μάικ Λι, όταν πρωτοείδα την Μπρέντα Μπλέθιν στο «Μυστικά και Ψέματα», δονήθηκα. Με τάραξε η εσωτερικότητα της κι ο συναισθηματικός της πλούτος. Θαυμάζω πολύ τέτοιου είδους δημιουργία. Το αν θα ήθελα να βρεθώ αντιμέτωπη με το φακό του, δεν τολμώ καν να το σκεφτώ…

Την τελευταία δεκαπενταετία το βαλκανικό σινεμά σερβίρει φρέσκιες, «ψαγμένες» κινηματογραφικές παραγωγές και παρότι τα τεχνικά μέσα είναι οριακά, στα διεθνή φεστιβάλ πολλές ταινίες από την Ρουμανία, τα Σκόπια, την Αλβανία, την Ελλάδα, την Σερβία κατακτούν πρώτες θέσεις στα μεγάλα βραβεία. Η φαντασία, η όρεξη, το σθένος, η «ψυχούλα», όπως λέμε υπάρχει. Πόση δουλειά χρειάζεται ακόμα σε ποσότητα και ποιότητα παραγωγής για να ανεβεί ψηλότερα ο πήχης, αφού γνωρίζετε και εσείς, πως για να κινηθεί σωστά η συγκεκριμένη Τέχνη το μέσον είναι το χρήμα και μόνο το χρήμα. Οι εύρωστοι οικονομικά πολίτες της χώρας σας επενδύουν στην τοπική, κινηματογραφική παραγωγή; Στην Ελλάδα, πάντως τα πράγματα είναι κάτι περισσότερο από σκούρα. Στην Αλβανία;

Η ανάγκη μας για δημιουργία δεν θα παύσει ποτέ. Με ή χωρίς χρήματα αυτοί που έχουν ανάγκη να  δημιουργήσουν θα βρουν τον τρόπο να το κάνουν.  Θα ήταν ευτυχία να υπέχουν ιδιώτες στην στήριξη των τεχνών αλλά δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει τώρα.

Μετά το δυνατό «Το Ξεκίνημα της Μέρας», που σας χάρισε το Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στο Φεστιβάλ του Σαράγεβο, ετοιμάσατε με την Στέλλα Θεοδωράκη στην σκηνοθεσία την ταινία «Free Subject». Τα σχέδια σας στην συνέχεια πού οδηγούν;

Η συνεργασία με την κα Θεοδωράκη ήταν πολύ ευτυχής συγκυρία. Την ευχαριστώ πολύ που με συμπεριέλαβε στη ταινία και μου δόθηκε η ευκαιρία  να συνεργαστώ με μια πληθωρική και χαρισματική δημιουργό.

Τα σχέδια στο άμεσο μέλλον προβλέπουν μελομακάρονα κι χριστουγεννιάτικο δέντρο με τον γιο μου.