fbpx

banner αεροδρομίου

 

«Η Ελληνοπελασγική Καταβολή των Υπερβορείων: Μύθος ή Πραγματικότης;», γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μία από τις πλέον αινιγματικές παραδόσεις τις μυθιστορίας μας σχετίζεται με τους Υπερβορείους και την μυθική χώρα τους, την οποία κάθε φθινόπωρο επισκεπτόταν ο θεός Απόλλων με το ιπτάμενο άρμα του, το οποίο έσερναν Κύκνοι και επέστρεφε πάλι την άνοιξη στη Δήλο και στους Δελφούς.

Πίστευαν δε, επίσης, πως ο Απόλλων κατάγεται απ’ τη γη του Υπερβορρά, όπου και βρίσκεται η αληθινή του κατοικία. Ο γυρισμός δε του Απόλλωνα γιορτάζονταν στους Δελφούς κάθε εαρινή ισημερία, με τα Θεοφάνια ενώ υπήρχε και ο Αστραφτερός Κύκνος που συμβόλιζε το προαναφερθέν ιπτάμενο άρμα του θεού.

Σύμφωνα με την ελληνική παράδοση, ο σύνδεσμος Ελλήνων και Υπερβορείων δεν είναι άλλος από τον θεό Απόλλωνα. Αξίζει να αναφερθούν κάποια στοιχεία από την μυθολογία μας που συνδέει τον Απόλλωνα με τους Υπερβορείους πριν ακόμα τη γέννησή του.  Κατά την παράδοση η μητέρα του θεού, η Λητώ, γεννήθηκε στη χώρα των Υπερβορείων γεγονός που αμέσως την κατατάσσει στο αυτό έθνος.

Όταν η Λητώ, κόρη του Τιτάνα Κοίου, έμεινε έγκυος από το Δία, προκάλεσε την οργή της Ήρας, η οποία την καταδίωκε και δεν μπορούσε να βρει καταφύγιο πουθενά. Τότε ο Δίας παρεκάλεσε τον Ποσειδώνα να της προσφέρει καταφύγιο συνοδευόμενη από τις δύο Υπερβόρειες παρθένες Άργη και Ωπίδα. Ο Ποσειδώνας ακινητοποίησε το αόρατο νησί φανερόνοντάς το ως Δήλος.. Από τότε η Δήλος έμεινε σταθερή και δεν κινήθηκε ξανά, εκτός από μία φορά.

Υπάρχει και μια άλλη εκδοχή του μύθου ότι το νησί αυτό ήταν μία ουράνια πολιτεία που επικάθισε στο πέλαγος δώρο από τον αστερισμό του Λέοντα στον φωτισμένο κυβερνήτη της Λύρας Απόλλωνα.

Ο Παυσανίας αναφέρει ότι η ιερότις της Δήλου ήταν τέτοια που όταν «ο Δάτης, ο αρχιστράτηγος του Αρταφέρνη, πήγαινε να επιτεθεί στην Ελλάδα, όχι μόνο δεν πείραξε τη Δήλο, αλλά θυμίασε στον ναό του Δηλίου Απόλλωνα τριακόσια τάλαντα λιβάνι. Τότε μόνο σείστηκε το νησί για μία και μόνη φορά. Όλες αυτές οι ιστορίες για το νησί που κινείται, οφείλονται στις συχνές σεισμικές δονήσεις, λέει ο Παυσανίας. Στην εποχή του, ένα μέρος του νησιού ονομαζόταν «Τρέμων»».

Επιστρέφοντας στο κύριο θέμα μας, o Ησαίας Κωνσταντινίδης αναφέρει, ότι η μαγευτική και παράξενη αρχαία χώρα του Υπερβορρά, η γνωστή ως Θούλη και φημισμένη ως Ultima Thule (έσχατη Θούλη), είναι η πατρίδα της ευρύτερης σκανδιναβικής μυθολογικής παράδοσης.

Ο λαός που κατοικούσε στο γεωγραφικό της χώρο είναι οι περίφημοι Υπερβόρειοι, που συνέλαβαν και διέδωσαν τους μύθους και τους θρύλους της. Οι Υπερβόρειοι διατηρούσαν στενές σχέσεις, κυρίως πολιτισμικές, με την αρχαία Ελλάδα, με τις ανάλογες αλληλεπιδράσεις.

Οι Υπερβόρειοι σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία κατοικούσαν στο τέλος  του κόσμου, κάτω από έναν ουρανό αδιάκοπα γελαστό και φωτεινό. Η χώρα τους βρισκόταν σε μια περιοχή όπου δε φυσούσε ο βοριάς (πνοαίς όπισθεν Βορέα ψυχρού).  Αναφέρεται επίσης, ότι από το νησί-χώρα τους  (πρωτεύουσα του οποίου λέγεται πως ήταν η ξακουστή Θούλη, σύμφωνα με μυστικιστικά γερμανικά κείμενα)  το φεγγάρι φαινόταν να βρίσκεται πολύ κοντά στη Γη. Κατά τον Πυθέα της Μασσαλίας όμως, «Θούλη» σημαίνει η χώρα των μάγων.

Όπως είναι γνωστό η Ελληνική Μυθιστορία, περιγράφει πραγματικές καταστάσεις και γεγονότα, που συνέβησαν και συνέβαιναν στο μακρινό παρελθόν, μάλιστα και σε εποχές προκατακλυσμιαίες, και δεν περιορίζονται μόνο στον Γήινο χώρο. Όσοι επιμένουν να θεωρούν την Ελληνική Μυθολογία παραμύθια και γέννημα της φαντασίας των δημιουργών της, μπορούν να συνεχίσουν να την θεωρούν έτσι.

Όπως μας πληροφορούν πλείστοι όσοι αρχαίοι συγγραφείς (Ηρόδοτος, Παυσανίας, Πίνδαρος, Διόδωρος, Αριστέας ο Προκοννήσιος) στη  χώρα των Υπερβορείων εκτός από τον Απόλλωνα που πηγαινοερχόταν, την επισκέφθηκαν επίσης ο Θησέας, ο Περσέας. και ο Ηρακλής, με τη βοήθεια της Αρτέμιδος τον καιρό που κυνηγούσε την ελαφίνα της Κερύνειας,  έφθασε  στην  χώρα  των  Υπερβορείων  και   ζήτησε από τους Υπερβόρειους την άδεια να μεταφέρει φύτρα από Ελαιόδεντρα στην Ολυμπία για να στεφανώνουν με αυτά τους νικητές των αγώνων (καθώς μέχρι τότε η ελιά ήταν ακόμα άγνωστη στους Έλληνες).

Στην αρχαία Ελλάδα βέβαια υπήρχε η γνώση για τον απώτατο βορρά και των συνθηκών που επικρατούν εκεί, όπως για παράδειγμα η αναφορά του Ηρόδοτου, ότι στους Υπερβόρειους η μέρα διαρκεί έξι μήνες.

Ο Ηρόδοτος έκανε αυτή την δήλωση διότι γνώριζε και για τις συνθήκες της Αρκτικής και για τους Υπερβορείους και υπέθεσε ότι οι τελευταίοι, ως «Υπέρ-Βόρειοι», και παίρνοντας τη στενή ερμηνεία αυτού του όρου, κατοικούν στον απώτατο βορρά, στην Αρκτική.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε βεβαίως και τον θαλασσοπόρο Πυθέα από τη Μασσαλία, που συν τοις άλλοις ήταν μεγάλος γεωγράφος, αστρονόμος και μαθηματικός, ο οποίος ταξιδεύοντας στο βορρά πρέπει να έφθασε ως τη Γροιλανδία. Υποθέτοντας δε, ότι όντως οι Υπερβόρειοι είναι Γροιλανδοί ή Σκανδιναβοί ή Σκύθες ή Μασαγέτες.

Σύμφωνα με τον Διόδωρο οι Υπερβόρειοι μιλούσαν μια ελληνική διάλεκτο αφού: όπως αναφέρει «Έχειν δε τους Υπερβορείους τίνα διάλεκτον, και προς τους Έλληνες οικειότατα διακείσθα…».

Ο Πίνδαρος επίσης αναφέρει και τα αίτια της αιώνιας ευτυχίας των Υπερβορείων, λέγοντας ότι «..ούτε ασθένειες, ούτε απαίσιον γήρας προσβάλουν την ιεράν ταύτη γενεάν, χωρίς δε πόνο και μακράν των μαχών ζουν…Εις των ευτυχών τούτων ανθρώπων το έθνος, ήλθε άλλοτε της Δανάης ο υιός της  Περσέας».

Ο Ηρόδοτος μας αναφέρει ( Ηροδότου ιστορία Θ 39)  ότι οι τοπικοί Ήρωες που προστάτευαν τους Δελφούς ήσαν Υπερβόρειοι και έφεραν τα ελληνικά ονόματα Φύλακος και Αυτόνοος, οι οποίοι έθεταν σε φυγή κάθε εχθρό όπως έγινε με τους Πέρσες και αργότερα με τους Γαλάτες.

Επίσης δεν πρέπει να λησμονούμε την ύπαρξη ενός υπαρκτού προσώπου το οποίο είχε επαφές με Υπερβόρειους και ιδρυτή της μαθηματικής Ελληνικής Φιλοσοφίας, τον Πυθαγόρα, που ήταν μαθητής των Υπερβόρειων, και συγκεκριμένα του Υπερβόρειου Άβαρι (αυτός που δεν έχει βάρος –  Ιάμβλιχος) του Αιθεροβάτη 1

Τέλος, ο Στράβων εκθέτοντας τα περί Υπερβορείων Κιμμερίων και Τρήρων Σκύθων και Κελτών, καθώς και για τον περίπλου του Πυθέως εν εκτάσει, αποτελεί την  κυρία πηγή των γνώσεων των αρχαίων Ελλήνων για το βορειοευρωπαϊκό χώρο, τους κατοίκους και τις επιδράσεις του ελληνικού πολιτισμού.

Τα ονόματα, τα τοπωνύμια, οι περιγραφές για συνήθειες, έθιμα, δοξασίες, τελετουργίες και θεότητες και ιερά, παρουσιάζουν ανάγλυφες τις σχέσεις αυτές.

Επομένως κατά τους: Ηρόδοτο, και Διόδωρο οι Υπερβόρειοι είναι Ελληνικό φύλο, του οποίου οι ιερείς είναι λάτρεις του Απόλλωνα «…η αληθινή κατοικία του οποίου… βρίσκεται ανάμεσα στους Υπερβορείους, σε μια χώρα Αιώνιας Ζωής» όπως αναφέρει και ο Πλάτων. Ένας παντοτινός καταπράσινος τόπος με ανέσπερο φως χωρίς να γνωρίζει ποτέ χειμώνα και πολύ περισσότερο ένας τόπος με δυο ετήσιες σοδειές, όπως τον θέλει η Ελληνική Μυθολογία.

Με ποιο τρόπο όμως ταξίδευαν οι Υπερβόρειοι για να καταφτάσουν στην Ελλάδα; Σύμφωνα με τον Πίνδαρο «Την θαυμαστήν οδόν την άγουσαν εις τας πανηγύρεις των Υπερβορείων ούτε πεζός, ούτε δια πλοίων ερχόμενος θα δυνηθείς να εύρεις…». Δηλαδή δεν θα μπορέσουμε να βρούμε τρόπο να πάμε στην Υπερβόρεια, γιατί πολύ απλά δεν έχουμε την τεχνολογία ή τουλάχιστον δεν την είχαν οι Έλληνες την εποχή του Πίνδαρου.

Οι μελέτες που ασχολήθηκαν με το θέμα των Υπερβορείων τοποθετούν αυτόν τον μυθικό λαό γενικώς και αορίστως στο βόρειο ημισφαίριο του πλανήτη, ενώ κάποιες πιο ειδικές αναφορές μιλάνε για Γροιλανδία, Σκανδιναβία, Βαλτική, Ρωσία, Σιβηρία.

Από αρχαιότητα όμως ως σήμερα υπάρχει διαφωνία για το ποια ήταν η κοιτίδα των Υπερβορείων, ενώ ελάχιστοι ήταν αυτοί – μεταξύ των οποίων και ο Στράβων (VII 295) – που αμφισβήτησαν την ύπαρξη συγκεκριμένου λαού φέροντος το όνομα αυτό. Η δυσπιστία όμως αυτή του Στράβωνα δεν πρέπει να μας οδηγήσει σε αμφισβήτηση της ύπαρξής τους, δεδομένου ότι όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς ομιλούν γι’ αυτούς ως κάτι το δεδομένο και το μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση.

Ο Διόδωρος Σικελιώτης μεταφέροντας τις απόψεις του γεωγράφου Εκαταίου γράφει: «Οι Υπερβόρειοι έχουν μια ιδιαίτερη διάλεκτο (ενν. της ελληνικής γλώσσας) και τρέφουν φιλικά αισθήματα προς τους Έλληνες και ιδιαίτερα προς τους Αθηναίους και τους Δηλίους, μια φιλία που κληρονόμησαν από τα παλιά χρόνια. Η παράδοση λέει ότι επισκέφθηκαν τους Υπερβόρειους και μερικοί Έλληνες και άφησαν πίσω τους αφιερώματα με ελληνικές επιγραφές» (Β 47).

Ο Πίνδαρος σε ένα από τα ποιήματά του αναφέρει τους Υπερβορείους: «Στα λαμπρά έργα σου χιλιάδες ανοίχτηκαν ολόφαρδοι, που συνέχεια μας πάνε από του Νείλου εκεί τις πηγές και από τη χώρα των Υπερβορείων» (Ισθμιονίκαι, VI 22).

Ομοίως και ο Λουκιανός δεν αμφιβάλλει για την ύπαρξή τους: «Ο Πύθιος Απόλλων όχι μόνο ότι καλό παράγεται στην Ελλάδα μάς παρέχει, αλλά όσα καλά γίνονται στους Φρύγες, τους Λυδούς, τους Πέρσες, τους Ασσύριους, τους Φοίνικες, τους Ιταλιώτες και τους Υπερβορείους, όλα στους Δελφούς μεταφέρει» (Φάλαρις Β, 205). Γιατί λοιπόν οι Υπερβόρειοι να θεωρηθούν ανύπαρκτοι, όταν η ύπαρξη των Φρυγών, των Λυδών, των Περσών, των Ασσυρίων, των Φοινίκων και των Ιταλιωτών είναι ιστορικά εξακριβωμένη. 

Η ελληνικότητα των Υπερβορείων φαίνεται και από το γεγονός, ότι τα ονόματα των Υπερβορείων παρθένων, της Λαοδίκης και της Υπερόχης, που ήρθαν από την πατρίδα τους στη Δήλο, για να προσφέρουν στους θεούς τους πρώτους καρπούς της σοδειάς τους, είναι ελληνικά (Ηρόδοτος, Δ. 34).

Ομοίως στη Δήλο είχαν έρθει από τη χώρα των Υπερβορείων η Άργη και η Ώπις, οι οποίες μάλιστα δεν επέστρεψαν στη χώρα τους, αλλά ετάφησαν εκεί. Λείψανα του τάφου τους βρέθηκαν στη νότια πλευρά της στοάς του Αντιγόνου κατά τις γενόμενες ανασκαφές (Bulletinde Corespondance Hellenigne, 1924, 218-263), κάτι που πιστοποιεί τις πληροφορίες των αρχαίων συγγραφέων για τους Υπερβόρειους.

Ο Παυσανίας παραδίδει έναν διαφορετικό τρόπο διά του οποίου οι Υπερβόρειοι έφερναν τις απαρχές της σοδειάς τους στη Δήλο: «Στις Πρασιές της Αττικής (στη σημερινή Ραφήνα), όπου υπήρχε ναός του Απόλλωνα, λεγόταν ότι έρχονται οι εκ των Υπερβορείων απαρχές. Παρέδιδαν αυτές οι Υπερβόρειοι στους Αριμασπούς, οι δε Αριμασποί στους Ισσηδόνες, από αυτούς οι Σκύθες τις μετέφεραν στη Σινώπη (πόλη της Παφλαγονίας στον Εύξεινο) και από εκεί μεταφέρονταν από τους Έλληνες στις Πρασιές. Αθηναίοι ήταν αυτοί που μετέφεραν τις απαρχές στη Δήλο» (I, 31, 2).

Πού κατοικούσαν όμως οι Υπερβόρειοι; Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης μας πληροφορεί: «Ο Εκαταίος και μερικοί άλλοι λένε ότι στους αντίπερα τόπους της χώρας των Κελτών προς την πλευρά του Ωκεανού είναι νήσος όχι μικρότερη της Σικελίας. Αυτή βρίσκεται προς βορρά. Υπάρχει και τέμενος του Απόλλωνα μεγαλοπρεπές στη νήσο και αξιόλογος ναός» (Β. 47).

Σίγουρα πάντως κατοικούσαν κοντά στον βόρειο παγωμένο Ωκεανό, αφού ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί, ότι: «όταν περάσει κανείς τους Υπερβόρειους, βρίσκει άλλους ανθρώπους, οι οποίοι κοιμούνται έξι μήνες» (Δ. 25). Εννοεί προφανώς ότι στις περιοχές αυτές η νύχτα διαρκεί έξι μήνες.

Στα Αργοναυτικά του Ορφέα αναφέρεται ότι η Αργώ περνώντας από τη χώρα των Υπερβορείων «έπεσε μέσα στον Ωκεανό. Αυτόν οι Υπερβόρειοι ονομάζουν νεκρή θάλασσα. Εμείς νομίζαμε ότι θα μπορέσουμε να διαφύγουμε την ολοσχερή καταστροφή, εάν ο Αγκαίος δεν κατηύθυνε το πλοίο, ώστε να έρθει στο δεξιό μέρος του αιγιαλού» (στ. 1085-1091).

Γεννάται όμως το ερώτημα: Οι Έλληνες ήρθαν από τη χώρα των Υπερβορείων ή οι Υπερβόρειοι ήταν απόγονοι πανάρχαιων Ελλήνων που είχαν εξαπλωθεί στη βόρεια Ευρώπη;

Κοιτίδα των Υπερβορείων πρέπει να υπήρξε το Αιγαίο, διότι:

1) Ο Υπερβόρειος Άβαρις, ο οποίος στην Σπάρτη και στην Κνωσό έκανε καθαρμό, εθήτευσε στον Απόλλωνα και έμαθε από αυτόν την μαντική. Άρα κέντρο της μαντικής τέχνης του Απόλλωνα ήταν οι Δελφοί.

2) Η λατρεία του στο Αιγαίο θα πρέπει να ήταν πανάρχαια, αφού ο πρώτος ναός του ήταν κατασκευασμένος από δάφνες, ο δεύτερος ξύλινος ή κατασκευασμένος από φτερά ή δημιουργηθείς από μέλισσες, ενώ ο τρίτος ήταν χάλκινος. Άρα η λατρεία του προϋπήρχε της εποχής των μετάλλων, χιλιετίες δηλαδή πριν από την υποτιθέμενη κάθοδο των Ελλήνων. Το ότι οι μυθολογικές αυτές αναφορές έχουν ιστορική βάση επιβεβαιώνεται από την ελληνική γλώσσα, η οποία ερμηνευθείσα σωστά αποτελεί καθρέπτη της ιστορίας του Ελληνισμού.

3) Η λέξη Δελφοί (ή Βελφοί) ετυμολογείται είτε από το Fηλ/Fελ και φάος, δηλαδή ηλιακό φως (ο Απόλλων ήταν ηλιακή θεότητα) είτε από το ρήμα βούλομαι, που στα θεσσαλικά είναι βέλλ-ομαι, στα βοιωτικά βείλ-ομαι και στα λακωνικά δείλ-ομαι ή δήλ-ομαι. Άρα οι Δελφοί θα σήμαινε τόπος βουλής του Απόλλωνα. Πιθανότερη ερμηνεία όμως είναι η πρώτη, διότι ο Πίνδαρος μας πληροφορεί ότι στον ναό έψελναν χρυσές Κηληδόνες, το όνομα των οποίων πιθανότατα σχετίζεται με τη λέξη κιλάριος, που κατά τον Ησύχιο σημαίνει τον ήλιο.

Στο λεξικό του Ησυχίου απαντάται η λέξη δελία, που σημαίνει δάφνη. Άρα η λέξη δελ-ία είναι ομόρριζη της λέξης Δελ-φοί και δηλώνει το υλικό από το οποίο ήταν κατασκευασμένος ο πρώτος ναός των Δελφών, την δάφνη. Σύμφωνα πάντα με το λεξικό του Ησυχίου η λέξη δέλλιθες σημαίνει σφήκες ή ζώο όμοιο με μέλισσα, ενώ η λέξη δελλίδια σημαίνει την κηρήθρα. Άρα η λέξη δέλλ-ιθες και δελλ-ίδια είναι ομόρριζες και υστερογενείς της λέξης Δελ-φοί, δηλώνοντας τον τρόπο κατασκευής του δεύτερου ναού (από μέλισσες).

Σύμφωνα όμως με μια άλλη παράδοση ο ναός είχε κατασκευαστεί από φτερά και κατασκευαστής του ήταν κάτοικος των Δελφών ονομαζόμενος Πταράς. Σημειωτέον ότι Παταρεύς ήταν επίθετο του Απόλλωνα. Ο γιος του Απόλλωνα Πάταρος έκτισε μαντείο ισάξιο στη φήμη προς τον δελφικό ναό στην πόλη Πάταρα της Λυκίας, κάτι που αποτελεί ένδειξη της ελληνικότητας των Λυκίων.

Λητώ

Ο Απόλλων ήταν Πελασγικός θεός (δηλαδή Ελληνο-σουμεριακός) και ιδού η ετυμολογική σύνδεση του ονόματος του Απόλλωνος με σουμεριακές λέξεις, κάτι που αποδεικνύει πανηγυρικά τη θέση του γράφοντος, ότι οι Σουμέριοι ήταν Πελασγοί που κατοικούσαν στο Αιγαίο.

Η λέξη Απόλλων ή Απέλλων είναι σύνθετη από το α και πόλλων/πέλλων. Το «α» είναι επιτατικό, δηλαδή έχει τη σημασία του πολύ. Το δεύτερο συνθετικό πόλλων/πέλλων έχει θέμα πελ, το οποίο είναι όμοιο με το σουμερικό bil (ή pil) που σημαίνει φλέγω. Άρα η σουμερική μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι ο Απόλλων ήταν ο θεός του πυρός. Στην ίδια ελληνοσουμερική ρίζα πελ/bil ανήκει και το λατινικό ful-geo που σημαίνει φλέγω.

Όλες οι αρχαίες παραδόσεις αναφέρονται σε άνοδο Ελλήνων στη Βόρεια Ευρώπη, ουδέποτε σε κάθοδο.

Συμπερασματικά, εκτός των προαναφερθέντων συγγραφέων, η μελέτη του Στράβωνος, ζωγραφίζει τη πανάρχαια παρουσία του ελληνισμού στην Ευρώπη και τον κόσμο γενικότερα, όταν αυτός μπόλιασε τον χώρο εκείνο και τους λοιπούς λαούς με γλώσσα, Πολιτισμό και Τέχνη. Από τους βόρειους λαούς ο Μέγας Γεωγράφος περιγράφει τους γερμανικούς και τους γαλατικούς λαούς, τους Κίμβρους ή Κιμμερίους, τους βορείως των Θρακών Σκύθες και Σαρμάτες και μνημονεύει τον σοφό Σκύθη, από το βασιλικό γένους Ανάχαρση, τον επισκευθέντα την Αθήνα και φίλο του Σόλωνος, ως και τον Άβαρη, Σκύθη εκ των Υπερβορείων, ιερέα του Απόλλωνος. Ο Στράβων αναφέρει ως γείτονες των Υπερβορείων τους Σαυρομάτες και Αριμαονούς και των πέραν της Κασπίας Σάκες και Μασσαγέτες.

Σημαντικές θεωρούνται και οι μαρτυρίες του Διόδωρου του Σικελιώτου για την ίδια διάλεκτο των Υπερβορείων, τον τρόπο διοικήσεώς τους, οικειότατος προς τους Έλληνες, τα πολυτελή αναθήματα «γράμμασιν Ελληνικοίς γεγραμμένα», που αφιέρωσαν Έλληνες που επισκέφτηκαν τους Υπερβορείους. Ως εκείνες του Λουκιανού για τα προσκομιζόμενα στους Δελφούς αγαθά, όσο γίνονται από τον Απόλλωνα στους Φρύγες, τους Λυδούς, τους Πέρσες, τους Ασσυρίους, τους Φοίνικες, τους Ιταλιώτες και τους Υπερβορείους, επειδή πράγματι ενοποιείται με τον τρόπο αυτό ο ελληνοπελασγικός κόσμος από τους Υπερβορείους μέχρι όλο τον ελληνικό χώρο στη Μητρόπολη, την Ιταλία και τη Μικρά ή Πρόσω Ασία.

Οι Φοίνικες, οι Πέρσες οι Ασσύριοι ως συνεχιστές των Χετταίων, έχουν ως σημείο αναφοράς τους Δελφούς, ως και οι λοιποί Ελληνοπελασγοί, στους οποίους και προγονικώς ανήκουν και οι Φοίνικες (Ελληνοφοίνικες, πόλις Ευαγορίτις = Ουγκαρίτ) και Πέρσες, ως ομόθρησκοι.

Επίσης, οι βορειοευρωπαϊκές παραδόσεις διασώζουν τις αντιλήψεις των κατοίκων της, ότι έλκουν την καταγωγή τους από τους αρχαίους Έλληνες. Τα ιρλανδικά κείμενα «Labor Gabola Eren» (Βιβλίο Εισβολών στην Ιρλανδία), «Leborna Huidres» (Βιβλίο του Ντυν Κάου), το βιβλίο του Λένστερ – τα οποία διασώθηκαν σε χειρόγραφα του 11ου αιώνα μ.Χ. – αναφέρουν, ότι στην Ιρλανδία έφθασαν πρώτα κάτοικοι του Αιγαίου με αρχηγό τον Παρθολώνα, εν συνεχεία αποίκισαν το νησί Δαναοί και τέλος Μιλήσιοι.

Ο διάσημος ιστορικός W. Durantστην «Παγκόσμια ιστορία του Πολιτισμού» (τόμ. Δ, σελ. 103) γράφει: «Οι Ιρλανδοί πιστεύουν, και δεν νομίζω ότι υπάρχει καμιά πρόθεση να τους αντικρούσωμε, ότι η νήσος κατοικείτο κατ’ αρχάς από Έλληνας και Σκύθας 1000 ίσως και περισσότερα έτη π.Χ.».

Ο Όγκυ Ο’ Κάρρυ στο βιβλίο του «Ήθη και έθιμα των αρχαίων Ιρλανδών» (εκδ. 1873, Δουβλίνο) γράφει: «Οι πιο αρχαίοι συγγραφείς μάς κατέγραψαν ότι ο Παρθολώνας ήρθε στην Ιρλανδία μετά τον κατακλυσμό. Λέγεται ότι ξεκίνησε από τη Μακεδονία ή Μέση Ελλάδα με μια μικρή ομάδα ανθρώπων, ανάμεσα στους οποίους ήταν τρεις Δρυίδες ονομαζόμενοι Φίος, Αίολος και Φομόρης, δηλαδή αν θελήσουμε να ψάξουμε την ετυμολογική σημασία των λέξεων, Νόηση, Γνώση και Έρευνα. Μετέδωσαν δηλαδή τη γνώση και τη σοφία στη Β. Ευρώπη. Κάτοχοι αυτής της γνώσεις ήταν οι Δρυίδες».

Παραπομπή:

(1)       Αιθεροβάτης είναι το επίθετο του Άβαρι, γιατί σε αυτόν δωρήθηκε ακόντιο (βέλος) από τον Υπερβόρειο Απόλλωνα και μεταφερόμενος πάνω σε αυτό διάβαινε τα αδιάβατα, βαδίζοντας, κατά κάποιον τρόπο, στον αέρα, πράγμα το οποίο υπέθεσαν μερικοί ότι είχε κάνει και ο Πυθαγόρας.

Φεύγοντας από την Υπερβορεία ο Απόλλων, που είχε καταφύγει μετά τη γέννησή του, επισκέπτεται τους Δελφούς, το μέρος στο οποίο επρόκειτο να ιδρυθεί το ομώνυμο μαντείο. Κατά μία εκδοχή του μύθου ιδρυτής του μαντείου θεωρείται ο Ωλήν.

Για τον Ωλήν λέγεται ότι έγραψε η ποιήτρια και ιέρεια των Δελφών, Βοιώ που υπήρξε σύζυγος του Ακταίου (βασιλιάς της Αθήνας) και μητέρα του Παλαίφατου (επικός ποιητής). Στη Βοιώ έχει αποδοθεί το έργο «Ύμνος στον Απόλλωνα» όπου αναφέρει πως το δελφικό μαντείο ιδρύθηκε από τους Υπερβόρειους και ότι ο πρώτος μάντης ήταν ο Ωλήν, που από τον Ησύχιο και τον Σούδα αποκαλείται «Δυμαίος» ή «Λύκιος» ή «Υπερβόρειος».

Ο Ωλήν θεωρείται επίσης και ο εφευρέτης του δακτυλικού εξαμέτρου. Μαζί με τον Υπερβόρειο Ωλήν, ήρθαν σαν υπερασπιστές του μαντείου οι Υπερβόρειοι Υπέροχος και Λαόδοκος.

Πηγές:

  • Ηρόδοτου ιστορία (Δ 13)
  • Ησίοδος (Θεογονία, 211-235)
  • Πίνδαρος (Ίσθμια Ωδή 6)
  • Ησαίας Κωνσταντινίδης. Η Μυθολογία των Υπερβορείων
  • Στράβων (VII 295)
  • Ηρόδοτου Ιστορία (Δ 127)
  • Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις (10, 5:7)
  • Ηρόδοτος περί Σκυθών (IV, 10)
  • Πίνδαρος, Πυθιόνικοι 10th
  • Ηρόδοτος, Ιστοριών (4, Ch 1, XIII)
  • Στράβων, Γεωγραφικά (15, Ch. 1, 57)
  • Διόδωρος ο Σικελιώτης. Ιστορική Βιβλιοθήκη (Β’ κεφ.2)
  • Σ. Δωρικου & Κ. Χατζηγιαννάκη. Ελληνοππελασγικά γλωσσικά στοιχεία στις Υπερβόρειες Ευρωπαικές Γλώσσες
  • Ηροδότου ιστορία (Θ 39)
  • Παυσανίας (Άπαντα,V7)