04
Σαβ, Απρ

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

Η Αλεξάνδρα Μητσιάλη συζητάει με την Τίνα Πανώριου

«…με τα παιδιά, αν θέλεις και αν ως άνθρωπος έχεις τη δυνατότητα, μπορείς να γίνεσαι πολύ δημιουργικός» Η Αλεξάνδρα Μητσιάλη γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1967. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κι από τότε ζει και εργάζεται στην ίδια πόλη. Γράφει βιβλία για μεγάλους και παιδιά. Το πρώτο της βιβλίο είναι η νουβέλα «Θα σε μάθω να πετάς» (εκδ. Όμβρος 1998). Ήταν υποψήφια για το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας το 2009 και το 2012 και για το βραβείο του λογοτεχνικού περιοδικού «Διαβάζω» το 2008 και το 2010, ενώ έχει βραβευτεί δύο φορές με το Κρατικό  Βραβείο Νεανικού Μυθιστορήματος.

Τι είναι το «Δεκαεφτά» κα Μητσιάλη; Μια σκληρή ιστορία που διαδραματίζεται σε μια  φαινομενικά φιλήσυχη ελληνική πόλη, όπου όλα «οφείλουν» να κυλούν άψογα; Η μήπως είναι  μια αμιγώς αστυνομική ιστορία; Είναι μια ιστορία με αστυνομική πλοκή, μια πλοκή στην οποία βήμα το βήμα αποκαλύπτονται τα μυστικά,  τα ψέματα και οι αλήθειες που συνδέονται με τον θάνατο της Μαρίνας αλλά και με τις ζωές των ανθρώπων που σχετίζονται με αυτήν. Είναι μια ιστορία που εξελίσσεται σε μια συνηθισμένη ελληνική επαρχία, όπου πολλοί γνωρίζουν αλλά δε μιλούν, άλλοι τόσοι υποψιάζονται αλλά δε θέλουν να μάθουν, οι περισσότεροι κρίνουν και δικάζουν μικρόψυχοι και υποκριτές, φθονεροί και ευθυνόφοβοι και μόνο λίγοι καταλαβαίνουν και έστω μέσα από τις αμφιθυμίες και τις ταλαντεύσεις τους συμπαραστέκονται.

Το «Δεκαεφτά» απευθύνεται σε νέους ή σε όλους, νέους και μεγαλύτερους σε ηλικία; Το «Δεκαεφτά» είναι μια ιστορία που απευθύνεται σε μικρούς και μεγάλους, αφενός  γιατί τα ερωτήματά της, νομίζω, αφορούν όλους και αφετέρου γιατί οι ήρωες της είναι άνθρωποι κάθε ηλικίας που συμβιώνουν και αλληλοεπηρεάζονται αναπόφευκτα, όπως και στην πραγματική ζωή. Μέσα και έξω από το σχολείο, στην οικογένεια, στην ευρύτερη κοινωνία μικροί και μεγάλοι συγκατοικούν είτε το έχουν επιλέξει είτε όχι και συναντιούνται άλλοτε επικοινωνώντας κι άλλοτε συγκρουόμενοι. Νομίζω ότι όλα τα μυθιστορήματα που έχω γράψει ως τώρα διαβάζονται από όλες τις ηλικίες.

Η Μαρίνα, ο Ορέστης, η  Έλλη, ο Μάρκος  του «Δεκαεφτά» είναι πρόσωπα αναγνωρίσιμα. Μήπως όμως είναι  και υπαρκτά; Μπορεί κάποιοι από τους λογοτεχνικούς μου ήρωες να έλκουν την καταγωγή τους από ανθρώπους υπαρκτούς αλλά στην τελική μυθιστορηματική τους μορφή γίνονται πρόσωπα ξεχωριστά, αυτοτελή και ανεξάρτητα από την πηγή της έμπνευσής τους, γιατί αφενός ως χαρακτήρες αποσπώνται από τα υπαρκτά πρόσωπα και αποκτούν τα δικά τους ιδιαίτερα γνωρίσματα για τις ανάγκες της ιστορίας αλλά και ως κομμάτια αυτής της επινοημένης ιστορίας ζουν μια ζωή διαφορετική.  Η επιτυχία όμως έγκειται στο να είναι τα μυθιστορηματικά αυτά πρόσωπα τόσο ζωντανά και αληθοφανή, ώστε να πείθουν ότι είναι ή θα μπορούσαν να είναι υπαρκτά. Το στοιχείο, όμως, που είναι  υπαρκτό, με την έννοια που έχει η λέξη στην ερώτησή σας, είναι οι σκέψεις και τα συναισθήματα που μου γεννήθηκαν από πραγματικές καταστάσεις που έζησα ή ζω ή που έζησαν άνθρωποι που γνωρίζω ή που συναντώ στην ειδησεογραφία ή στην τέχνη, σκέψεις και συναισθήματα που γίνονται κομμάτι της ιστορίας που αφηγούμαι συνιστώντας εν τέλει τους προβληματισμούς και το αξιακό της υπόβαθρο.

Γράφετε κυρίως για νεαρά άτομα. Σας επηρεάζει το γεγονός ότι, ως εκπαιδευτικός, είστε ανάμεσα τους ώρες πολλές; Και ίσως η επαφή αυτή μαζί τους, πέρα από την έμπνευση, σας μαλακώνει λιγάκι και σας φέρνει πιο κοντά στην πιο «θετική» πλευρά της ζωής; Σίγουρα το γεγονός ότι μοιράζομαι ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου με νέα παιδιά έχει διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στο να γράφω πολλές φορές ιστορίες που τα αφορούν ή που είναι δοσμένες από τη δική τους οπτική γωνία. Και είναι αλήθεια, ως προς το δεύτερο σκέλος του ερωτήματός σας, ότι με τα παιδιά, αν θέλεις και αν ως άνθρωπος έχεις τη δυνατότητα, μπορείς να γίνεσαι πολύ δημιουργικός. Μπορείς επίσης να κερδίζεις από τη ζωντάνια τους και να δίνεις διέξοδο στη δική σου. Μπορείς να ζεις μαζί τους τον ενθουσιασμό, την έμπνευση, το χιούμορ, κάποια ανεμελιά και αθωότητα. Ζεις βέβαια και τα δύσκολα κι αυτά τα δύσκολα όσο περνάει ο καιρός στα σχολειά γίνονται περισσότερα. Πάντως νιώθω ακόμα τυχερή που τα συναντάω κάθε πρωί, που φτιάχνουμε και μοιραζόμαστε ένα κοινό κόσμο.

«…Η χαρά μου όμως είναι μεγάλη κάθε φορά που σε ένα βιβλιοπωλείο με πλησιάζει μια μικρή αναγνώστριά μου ντροπαλά, κάθε φορά που σε μια καινούρια τάξη που μπαίνω υπάρχουν παιδιά που έχουν διαβάσει βιβλία μου και μου χαμογελούν συνωμοτικά, κάθε φορά που μια γυναίκα ή ένας άντρας γίνεται φίλη/φίλος στο facebook και μου γράφει τις αναγνωστικές εμπειρίες από τα βιβλία μου»

Το μυθιστόρημα της Αλεξάνδαρας Μητσιάλη "Δεκαεπτά" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη Γεννηθήκατε στην Κέρκυρα. Την αναπολείτε σε ώρες ζόρικες την όμορφη πατρίδα σας; Ναι, την αναπολώ και σε ζόρικες και σε όμορφες στιγμές. Στις ζόρικες γιατί φαντάζει μια διαφυγή, μια παρηγοριά, σαν με την επιστροφή να μπορούσα να καθησυχάσω τον εαυτό μου, ότι δεν είναι τόσο σοβαρά αυτά που συμβαίνουν και ότι ο κόσμος δεν γίνεται όλο και πιο απειλητικός. Στις όμορφες γιατί, μου φαίνεται πάντα ότι εκεί μπορεί τα όμορφα πράγματα να γίνονται ακόμα πιο όμορφα. Έτσι κι αλλιώς η απόσταση κι η νοσταλγία οδηγούν σε μια εξιδανίκευση. Ίσως ποτέ ένας τόπος δεν που είναι ίδιος στην καθημερινή του εκδοχή με αυτόν  που ζεις όταν τον επισκέπτεσαι για διακοπές, ελεύθερος από τις δεσμεύσεις και τους μικρόκοσμους, κι ακόμα περισσότερο δεν μπορεί να είναι ίδιος με αυτόν που έχεις την πολυτέλεια να διατηρείς μέσα σου και να τον γεμίζεις με τις εικόνες και τα στιγμιότυπα επιλέγεις.

Το καθημερινό σας πρόγραμμα πως είναι; Γράφετε νύχτα με μουσική να σας συντροφεύει, νωρίς πριν το σχολείο; Το καθημερινό μου πρόγραμμα είναι φορτωμένο με δουλειά, προετοιμασία και διορθώσεις στο σπίτι, οικογένεια με όλα όσα αυτή συνεπάγεται, με τη φροντίδα και την υποστήριξη των βιβλίων και τις χίλιες δύο λεπτομέρειές της, με τη συγγραφή. Δεν υπάρχουν ιδανικές συνθήκες. Ελάχιστες φορές έγραψα εντελώς απομονωμένη, σε ένα αποκλειστικά δικό μου χώρο και σε ένα ολότελα δικό μου χρόνο, όπως ίσως φαντάζονται πολλοί άνθρωποι ότι συμβαίνει και όπως ίσως όντως συμβαίνει σε κάποιους από εμάς. Τις πιο πολλές φορές εκεί που είμαι εγώ βρίσκονται κι άλλοι και μαζί με τη συγγραφή τρέχουν και άλλες υποθέσεις.

Έχω γράψει σε όλους σχεδόν τους χώρους του σπιτιού, ενώ τελευταία γράφω στο γραφείο μου συνήθως τα απογεύματα και πάντα με μουσική. Υπάρχει όμως μια διαδικασία που συντελείται συν τω χρόνω και λέγεται προσαρμογή, εξωτερική και εσωτερική. Να μπορείς να διατηρείς τη συγκέντρωση στην ιστορία σου ακόμα κι όταν σε διακόπτουν, να μπορείς να νιώθεις συμφιλιωμένη με όλα αυτά που κάνεις και να μην αντιμετωπίζεις εχθρικά ό,τι δεν είναι συγγραφή, να ζεις παράλληλα στον πραγματικό και στον λογοτεχνικό σου κόσμο αφήνοντάς τους να λειτουργούν ως διάδρομος προσγείωσης και απογείωσης αντίστοιχα, σε ένα ταξίδι που χρειάζεται εν τέλει και τα δυο.

Γράφετε κάπου σχετικά με το βιβλίο σας ότι «η ζωή για κάποιους τελειώνει νωρίς, στην παιδική ηλικία». Πόσο αβάσταχτο είναι όμως αυτό, πόσο άδικο; Είναι όντως αβάσταχτο οι εγγραφές της παιδικής ηλικίας να είναι τόσο σκληρές που να λειτουργούν τελεσίδικα, να σφραγίζουν όλη την υπόλοιπη ζωή. Και είναι πολύ άδικο όταν η κοινωνική ανισότητα συναντά την ψυχική διαταραχή ή συντελεί στη δημιουργία της σε πολύ μικρή ηλικία, προδιαγράφοντας και την απουσία των κοινωνικών όρων για να ξεπεραστεί. Και είναι επίσης αδιανόητα άδικο για όλα αυτά τα παιδιά και τους ενήλικες, εκατομμύρια στον κόσμο σήμερα, που οι συνθήκες της εκμετάλλευσης και της αθλιότητας στις οποίες ζουν τους καταδυναστεύουν και τους στερούν ακόμα και τα πιο στοιχειώδη αγαθά και δεν εννοώ μόνο τα υλικά.

Και είναι τόσο παράλογο να ζούμε αποδεχόμενοι ότι σε αυτόν τον κόσμο μια πολύ μικρή μερίδα ανθρώπων έχει στην κατοχή της πλούτο που ανήκει σε εκατομμύρια άλλους ανθρώπους, λαούς και χώρες που τον παράγουν, που όμως δεν μπορούν να τον διεκδικήσουν, γιατί η ποικιλώνυμη βία της εξουσίας τους αφοπλίσει τόσο που σε πολλές περιπτώσεις να έχουν και οι ίδιοι πειστεί ότι αυτή η ανισότητα είναι κάτι φυσικό, κάτι που σε τελευταία ανάλυση αντιστοιχεί στην «κατωτερότητά» τους, τους «αξίζει».

Κλείνοντας, έχετε βραβευτεί δις με το Κρατικό Βραβείο Νεανικού Μυθιστορήματος. Πόσο  σας επηρεάζουν οι βραβεύσεις αυτές; Σας  ενθαρρύνουν να προχωρήσετε; Η μήπως προτιμάτε να δείτε απλά το «Δεκαεφτά» στα χέρια μιας νεαρής κοπελίτσας  στο μετρό; Δυστυχώς στο μετρό δε θα μπορούσα να συναντήσω κανέναν που να διαβάζει το «Δεκαεφτά», αφενός γιατί στη Θεσσαλονίκη το κατασκευάζουμε ακόμα εν μέσω πολιτικού και οικονομικού πλιάτσικου πάνω σε όσα φέρνει στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη και αφετέρου γιατί οι συνθήκες μετακίνησης με τον ΟΑΣΘ, που το υποκαθιστά, είναι τόσο άθλιες, ώστε κανένας αναγνώστης που σέβεται τον εαυτό του δε θα άντεχε να διαβάσει εκεί μέσα ένα βιβλίο.

Η χαρά μου όμως είναι μεγάλη κάθε φορά που σε ένα βιβλιοπωλείο με πλησιάζει μια μικρή αναγνώστριά μου ντροπαλά, κάθε φορά που σε μια καινούρια τάξη που μπαίνω υπάρχουν παιδιά που έχουν διαβάσει βιβλία μου και μου χαμογελούν συνωμοτικά, κάθε φορά που μια γυναίκα ή ένας άντρας γίνεται φίλη/φίλος στο facebook και μου γράφει τις αναγνωστικές εμπειρίες από τα βιβλία μου. Οι βραβεύσεις μπορεί ενίοτε να επικυρώνουν, ας πούμε μ’ έναν επίσημο και έγκριτο τρόπο, μια προσπάθεια και μια πορεία κι αυτό είναι για μένα πολύ σημαντικό αλλά και η αποδοχή, η αγάπη και η επικοινωνία με τους αναγνώστες στα σχολεία, στις λέσχες ανάγνωσης, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης  και στις τυχαίες διαδρομές της πόλης είναι μια ανατροφοδότηση με μεγάλη αξία.

Ευχαριστώ πολύ πολύ για τον χρόνο σας . Είχαμε μιλήσει ξανά προ ετών. Σας ευχαριστώ κι εγώ και σας θυμάμαι πάντα με θέρμη από τον «Δούρειο Άνεμο»!

Η Μαρία Κανελλοπούλου σε μια εκ βαθέων συζήτηση με...
Ο Δώρος Δημοσθένους συζητάει με την Μαρκέλλα Χρυσο...

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares