11
Τρι, Αυγ

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

Η Αλεξάνδρα Λαδικού, σε μία εκ βαθέων συνέντευξη στη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

18-


«Όταν η ψυχή σου είναι δυναμωμένη, όταν πιστεύεις ότι για κάποιους λόγους ήρθες σε αυτό τον κόσμο, αυτό ενέχει μέσα του το θαύμα. Λοιπόν, αυτό το θαύμα μπορούμε και το ζούμε και δεν μπορούμε να το κακομεταχειριζόμαστε. Είμαι πολύ ευτυχισμένη που μπορώ και ζω αυτό το θαύμα…»


Αλεξάνδρα Λαδικού σήμερα: Μια υπέροχη γυναίκα με στητό σώμα, καθάριο πρόσωπο χωρίς μακιγιάζ με δύο λαμπερά μάτια που αντανακλούν φως και ένα θεληματικό πηγούνι που δηλώνει την περήφανη αξιοπρέπειά της. Μια σπουδαία θεατρίνα που έχει καταθέσει την τέχνη της στη σκηνή έχοντας ερμηνεύσει με επιτυχία μια πλειάδα ρόλων από το κλασικό και το σύγχρονο δραματολόγιο. Ρόλους που πλησίαζε εκ του σύνεγγυς από την πρώτη ανάγνωση και τους έκανε κτήμα της. Και στο βάθος ίσως να κρύβει τη μελαγχολία της εστεμμένης «Μις Ελλάς» το 1953 αλλά και της Αναπληρωματικής «Μις Κόσμος» το ίδιο έτος στο Λονδίνο, που κάποια από τα όνειρά της ζητούν εκδίκηση. Η υπέροχη κα. Λαδικού παρότι έχει πολλές προτάσεις για το θέατρο πήρε την απόφαση να αποτραβηχτεί από τα φώτα της δημοσιότητας.

Την θυμάμαι ως κυρία Γουόρεν στο αριστούργημα του Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, μία καταγγελία της ηθικής παρακμής και της διαφθοράς, που ο συγγραφέας έβλεπε γύρω του εκείνη την εποχή, και φυσικά δε λείπει ούτε από τη δική μας και στην τελευταία της εμφάνιση με το έργο του Ντέηβιντ Χέαρ «Ανάσα ζωής» που καταγράφει αυτό που συνήθως φοβίζει τον κάθε άντρα: να βρεθούν μαζί οι δύο γυναίκες που χάραξαν τη ζωή του.

Αλεξάνδρα Λαδικού: Μία κυρία που λέει πάντα αυτό που αισθάνεται, δεν επιβάλει ποτέ τη γνώμη της, απλά, μας συνιστά να είμαστε πιο ειλικρινείς με τον εαυτό μας.

Κάλεσα στο τηλέφωνο την κα. Λαδικού για να ορίσουμε ραντεβού γι΄ αυτή τη συνέντευξη. Την άκουσα προβληματισμένη. Μόλις είχε διαβάσει την ανάλυση για τον κορονοϊό του Νόαμ Τσόμσκι, του διάσημου Αμερικανού γνωσσολόγου και πολιτικού αναλυτή και ήταν συγκλονισμένη. Από τις απόψεις του μεγάλου διανοητή ξεκίνησε η συζήτησή μας.

Αλεξάνδρα Λαδικού στα "Κόκκινα Φανάρια (1963)


Ο Τσόμσκι πιστεύει, ότι «η προέλευση αυτής της κρίσης ήταν η παταγώδης αποτυχία των αγορών και των νεοφιλελεύθερων πολιτικών να επιδεινώσουν τα κοινωνικο-οικονομικά προβλήματα.» Εσείς τι λέτε κα. Λαδικού;

Πιστεύω, ότι τα μυαλά που είναι εγκληματικά σοφίζονται πολλά πράγματα. Ο Τσόμσκι που είναι επιστήμονας μεγάλου βεληνεκούς με προβληματίζει με αυτά που λέει, γιατί η καθημερινότητά μου έχει υποστεί μια ολοκληρωτική καθίζηση .Γι΄ αυτό προστρέχουμε σε αυτά τα μυαλά, που έχουν όχι μόνο μια επιστημονική κατάρτιση, αλλά και ένα ηθικό εκτόπισμα. Ποιος άλλωστε μπορεί να μου δείξει μια κατεύθυνση για το υπόλοιπο της ζωής μου ή με τι αποσκευές θα ξεκινήσει τη ζωή του ένας νέος άνθρωπος; Εγώ δεν έχω στεγανά. Έχω κάποιες απόψεις που καθορίζουν την προσωπική μου ζωή, αλλά είμαι ανοιχτή σε καινούργια πράγματα. Δεν είναι δηλαδή, παγιωμένα τα πράγματα μέσα μου. Ανά πάσα στιγμή μπορώ να αναθεωρήσω κάτι, αν ο άλλος με πείσει με τα επιχειρήματά του. Όλοι έχουμε βιώσει αυτό το τρομακτικό και μόνο με σκέψεις σε μελλοντικά γεγονότα που θα καθορίσουν τις καινούργιες μέρες που θα 'ρθούν θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε, αν μάθουμε από τα παθήματά μας. Ανοικτοί λοιπόν, σε καινούργιες ιδέες κι απόψεις αλλά σε μυαλά που δεν έχουν υποστεί διάβρωση, που έχουν παιδεία, ανθρωπισμό και γνώσεις.

Από την άλλη εγώ λέω, ότι αυτό είναι οπωσδήποτε μια εκδίκηση όλων αυτών των κακοποιήσεων που κάνει ο άνθρωπος πάνω στην στρατόσφαιρα, στη ζωή του, στον ίδιο του τον εαυτό και δημιουργεί αυτό το μικρόκοσμο των μικροβίων που τα βρίσκουμε μπροστά μας. Ο τρόπος που ζούμε, ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τη ζωή μας, που είναι τόσο λίγη, δεν είναι καθόλου σωστός για να διαχειριστούμε αυτό το δώρο που μας δίνεται. Ερχόμαστε και φεύγουμε και δεν ξέρουμε που πηγαίνουμε. Αυτή η τραγικότητα για αυτό το διάστημα που μας χαρίζεται από κάπου γιατί να είναι βασανιστήριο και όχι ένα κομμάτι παραδείσου;

Κάπως έτσι τα βιώνω τώρα που βρίσκομαι στην τρίτη ηλικία. Δεν ξέρω πως τα βλέπουν οι πιο νέοι, που επιβιώνουν σε αυτή την άρρωστη ατμόσφαιρα.

Ζοριστήκατε ψυχολογικά με τον εγκλεισμό;

Όχι , γιατί κάποια χρόνια ζω μακριά από τον πολιτισμένο κόσμο της Αθήνας. Είμαι κοντά στη φύση και μου έχει κάνει πολύ καλό. Μέσα από την απομόνωση που βλέπουν οι άλλοι είναι ένα πλάτυσμα προς τα έξω, που ή το αντιλαμβάνεσαι ή το νιώθεις ή δεν πρόκειται να το καταλάβεις. Και είναι γεγονός, ότι αυτό το πλάτυσμα σε κάνεις να μη φοβάσαι. Το αισθάνομαι αυτό αλλά δεν γνωρίζω με ποια μονάδα μέτρησης μπορούμε να μετρήσουμε την ύπαρξή μας. Πάντως έχω την εντύπωση, ότι μέσα σε αυτό υπάρχει ένα μόριο που έχει κάτι το αθάνατο, που δεν μπορούμε να αντιληφθούμε. Ο Χρήστος Μαλεβίτσης, που διάβαζα τις προάλλες, μιλάει για την ψυχή. Ίσως αυτό να είναι η ψυχή τού καθενός. Είναι μια πανοπλία που σε κάνει να αντέχεις τα πάντα. Άρα για ποιο φόβο μιλάμε; 'Όταν η ψυχή σου είναι δυναμωμένη, όταν πιστεύεις ότι για κάποιους λόγους ήρθες σε αυτό τον κόσμο αυτό ενέχει μέσα του το θαύμα. Λοιπόν, αυτό το θαύμα μπορούμε και το ζούμε και δεν μπορούμε να το κακομεταχειριζόμαστε. Είμαι πολύ ευτυχισμένη που μπορώ και ζω αυτό το θαύμα, που έχω ανακαλύψει την ύπαρξή του. Άρα υπάρχει μια ωφέλεια σε αυτό, που είναι η ακύρωση του φόβου.

Είστε της άποψης, ότι η επιθυμία να είμαστε χαρούμενοι και ευδιάθετοι όλη την ώρα δεν είναι και τόσο ρεαλιστική σε μια εποχή που χιλιάδες συνάνθρωποί μας χάνουν τη δουλειά τους και υπάρχει τόση δυστυχία γύρω μας;

Είναι σαν να βάζεις έναν επίδεσμο σε μια πληγή που πριν δεν την έχεις απολυμάνει. Είναι σίγουρο ότι η πληγή αυτή θα κακοφορμίσει. Δεν γίνεται καλά. Έχω την αίσθηση, ότι οτιδήποτε συμβαίνει στη ζωή σου μπορείς την ασχήμια να την ωραιοποιήσεις μόνο, αν έχεις ψυχικά προσόντα πλούσια ,αλλά οι πράξεις σου δεν θα πρέπει να έχουν αντίκτυπο στους ανθρώπους και θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικές.

Δεν μπορείς να πεις σε έναν ανάπηρο δεν βλέπεσαι, αλλά πρέπει να του δώσεις ψυχική δύναμη και αντοχή να βρει κάτι άλλο να κάνει. Όταν βλέπεις να συνοδεύουν στη σκηνή τον διάσημο Ιταλό τενόρο Αντρέα Μποτσέλι και στέκεται εκεί και βγαίνει από μέσα του αυτή η φωνή, που είναι βάλσαμο για τις δικές μας υπάρξεις, αισθάνεσαι στο έπακρο το δώρο που του έχει χαριστεί. Κι όμως δεν βλέπει και χαμογελάει. Κι εγώ ως αποδέκτης αυτού που μου προσφέρει και ψηλαφώ αυτό το κάτι που μου αλλάζει τη σχέση μου με τον κόσμο, με ανεβάζει σε ένα επίπεδο που μπορώ να γευτώ στιγμές τέτοιες, που είναι θεϊκές όσο τον ακούω να βγάζει από μέσα του τις μαγικές νότες.

Τί ήταν αυτό που σας έκανε να ακολουθήσετε το δρόμο της υποκριτικής;

Ήταν κάτι που το άγγιξα σχεδόν μωρό όταν με πήγαν στο θέατρο και κατάλαβα τι γινόταν επάνω στο θεατρικό σανίδι. Μου άρεσε αυτή η μαγεία που απλωνόταν έξω από μένα. 'Ήταν κάτι το συναρπαστικό. Αισθανόμουν ότι δραπέτευα από μια καθημερινότητα και πήγαινα σε έναν άλλο κόσμο. Ο σκηνικός κόσμος γινόταν πραγματικός και η καθημερινότητά μη πραγματική και δεν με ενδιέφερε.

Η Αλεξάνδρα Λαδικού (αριστερά) αναπληρώτρια "Μις Κόσμος" το 1953


«Μια φράση που με προβλημάτισε και δεν την κράτησα: «Δεν άφησα ποτέ να με χρησιμοποιήσει κανείς». Μια φράση που είχε και μια δόση κακίας. Βλέποντας αυτό από απόσταση χρόνων, που απευθύνεται από μια γυναίκα σε μία άλλη γυναίκα μοιραζόμενες τον ίδιο άντρα στη ζωή τους, που στο μεταξύ τις έχει εγκαταλείψει και τις δύο»


Ποιες είναι οι συνεργασίες σας με τους σκηνοθέτες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, που ξεχωρίζετε ως πιο αρμονικές και ιδανικές;

Στον κινηματογράφο έχω την πρώτη μου σχέση με τον Λαμπρινό ο οποίος μου έδωσε την πρώτη μου ταινία «Οι υπερήφανοι» με τον Βόγλη και τον Φυσσούν. Ήταν μια ωραία εμπειρία. Και στη συνέχεια ήρθε ο αγαπημένος μου σκηνοθέτης που ακόμα διατηρώ σχέσεις μαζί του. Είναι ο Κώστας Ασημακόπουλος. Ωραίες συνεργασίες είχα και με τον αξέχαστο Κανελλόπουλο, τον ποιητή του κινηματογραφικού φακού, όπως στην «Παρένθεση», που έφυγε πολύ νωρίς και πολύ πικραμένος.

Οι ρόλοι που παίξατε, τότε στον κινηματογράφο, ήταν θέμα επιλογής των σκηνοθετών επειδή ίσως πίστευαν, ότι ταίριαζαν με το χαρακτήρα σας; Για παράδειγμα η «Άννα» από την ταινία τα «Κόκκινα Φανάρια» του Βασίλη Γεωργιάδη που έχασε τον αγαπημένο της σε ναυάγιο ή η αριστοκράτισσα που ερωτεύεται παράφορα τον Άλκη Γιαννακά στο «Ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη», ρόλοι που έχουν καταγραφεί στο μυαλό των σινεφίλ.

Και βεβαίως τη σπάνια ταινία «Όμορφες Μέρες» του Κώστα Ασημακόπουλου με ηρωίδα μια γυναίκα που αντιπροσωπεύει την επιθυμία κάθε ανήμπορου και φτωχού ανθρώπου. Και «Η παρένθεση» του Τάκη Κανελλόπουλου, που πρωταγωνιστεί μια γυναίκα που θυμάται τη στιγμή που σημάδεψε την ζωή της πριν λίγα χρόνια. Το τρένο με το οποίο ταξίδευε είχε καθυστέρηση έξι ωρών. Ένας συνεπιβάτης της, που έμενε στην πόλη όπου σταμάτησαν, της πρότεινε να περάσουν μαζί αυτές τις ώρες. Στο σύντομο αυτό χρόνο, έζησαν ένα δυνατό έρωτα, γνωρίζοντας ότι θα διαρκέσει τόσο λίγο. Όλοι οι ρόλοι που μου ανατέθηκαν ήταν καθαρά θέμα επιλογής των σκηνοθετών και δεν είχαν να κάνουν με τον χαρακτήρα μου. Από την πλευρά μου ήταν να αποδεχθώ ή όχι την πρόταση.

Ποια ήταν τα πιο σημαντικά έργα στην πορεία σας στο θέατρο που σας ώθησαν να εξελιχθείτε ως ηθοποιός και σε γνώση και σε εμπειρία;

Είναι ο Κάρολος Κουν! Τελειώνοντας τη σχολή έπαιξα δίπλα του την Έλενα, πρωταγωνιστικό ρόλο στο «Θείο Βάνια» του Τσέχωφ. Στη συνέχεια πάλι στο Θέατρο Τέχνης «Οι κανόνες του παιχνιδιού» του Πιραντέλλο, της Αναγνωστάκη «Αντόνιο ή το μήνυμα» και ένα Μπρεχτ που με προβλημάτισε πολύ. Μετά στο «Μουσούρη» έπαιξα πάρα πολύ ωραίους ρόλους. Συνεργάστηκα με το Μάνο Κατράκη και στο «Όρβο» αργότερα με τον Φυσσούν, τον Φάνη Χηνά και την Κατερίνα Γώγου που παίξαμε ένα έργο της Λίλιαν Χέλμαν κατά της δικτατορίας που έκανε πιένες. Η παράσταση πήγε για δυο χρονιές και μετά έκανε τουρνέ, αλλά δεν ακολούθησα και με αντικατέστησε η Μάρθα Βούρτση. Τότε χώριζα είχα και δυο αγόρια και δεν ήθελα να κάνω θέατρο. Την ίδια περίοδο με κάλεσε ο Κουν που ανέβαζε τις «Τρεις αδελφές» και του αρνήθηκα γιατί έπρεπε να βρω τον εαυτό μου μετά το διαζύγιο. Όταν συνήλθα πήγα στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος όπου έμεινα 13 χρόνια εκεί και έπαιξα πρώτους ρόλους. Είμαι από τη Μακεδονία και η δεύτερη πατρίδα μου ήταν η Θεσσαλονίκη. Δεν μου ήταν λοιπόν, μια ξένη αγκαλιά. Γύρισα στην συμπρωτεύουσα εκεί που είχα βιώματα από παιδί και μου άρεσε πολύ η ζωή μου εκεί. Συνεργάστηκα με τους Μίνω Βολανάκη Σπύρο Ευαγγελάτο, Νίκο Περέλη, Βεάκη, Ανδρέα Βουτσινά, δάσκαλους που μας βοήθησαν να κάνουμε σωστές επιλογές στη ζωή μας και στη σταδιοδρομία μας και όχι εκπτώσεις. Αυτό ήταν ασπίδα ζωής.

Αντιμετωπίσατε στη θεατρική σας διαδρομή δυσάρεστες εμπειρίες από τη συμπεριφορά των ανθρώπων του θεάτρου απέναντι σας;

Ε βέβαια, σε όλους τους χώρους υπάρχουν αυτά τα αγκάθια που είναι έτοιμα με το τσίμπημά τους να σε εξαφανίσουν, αλλά τα παραμέριζα και πέρναγα. Δεν μπορείς να τα αντιμετωπίζεις αυτά γιατί δεν τα αντιλαμβάνεσαι. Είναι μια σκληρή πραγματικότητα επιβίωσης, αλλά δεν πρέπει να χρησιμοποιείς κι εσύ τον ίδιο τρόπο. Έτσι έκανα παθητική αντίσταση και έφευγα όταν μπορούσα. Όταν δεν μπορούσα και στριμωχνόμουνα σε ένα τοίχο, τότε, έπρεπε να δαγκώσω, αλλά δεν μου άφησαν πληγές, ούτε σκέφθηκα να σταματήσω την πορεία μου. Το θέατρο ήταν η ζωή μου και δεν απεμπολείς κάτι που αγαπάς.

Ποιες φράσεις έργων σας άγγιξαν προσωπικά;

Λέει στην «Ανάσα ζωής» του Χέαρ η ηρωίδα που έπαιξα σε σκηνοθεσία Ανδρέα Βουτσινά: «πετάς ένα βιβλίο και δεν του πληγώνεις τα αισθήματά του, γιατί είναι οι σκέψεις ενός ανθρώπου που μπορεί να έχει φύγει από τη ζωή και δεν το αντιλαμβάνεται, αλλά η σκέψη του είναι ζωντανή γιατί υπάρχει το βιβλίο του υπάρχει στο ράφι και το κατεβάζεις και το διαβάζεις. Αν όμως, πετάξεις έναν άνθρωπο που είναι δίπλα σου οι συνέπειες είναι πολύ τραγικές. Το ζωντανό πλάσμα πρέπει να το σέβεσαι.»

Και μια άλλη φράση που με προβλημάτισε και δεν την κράτησα: «Δεν άφησα ποτέ να με χρησιμοποιήσει κανείς». Μια φράση που είχε και μια δόση κακίας. Βλέποντας αυτό από απόσταση χρόνων, που απευθύνεται από μια γυναίκα σε μία άλλη γυναίκα μοιραζόμενες τον ίδιο άντρα στη ζωή τους, που στο μεταξύ τις έχει εγκαταλείψει και τις δύο.

Η Αλεξάνδρα Λαδικού, ο Τάκης Κανελλόπουλος (δεξιά) και ο Άγγελος Αντωνόπουλος (αριστερά) το 1968 στην πρεμιέρα της ταινίας «Παρένθεση» Φωτό: Ψηφιακό Αρχείο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης


«…Ο πολιτικός ο κόσμος είναι παράδειγμα προς αποφυγή. Έχουμε πάψει να τους εκτιμάμε»


Έχοντας μια αξιοθαύμαστη πορεία στο θέατρο, τι θα ήταν εκείνο που θα σας παρακινούσε να επιστρέψετε σε αυτό;

Δεν με ενδιαφέρει. Ένα πράγμα όταν το έχεις χορτάσει κάτω από ιδανικές συνθήκες δεν έχει να σου προσφέρει κάτι. Αγαπώ πολύ το θέατρο και μου αρέσει να το βλέπω από απόσταση. Θα ήθελα να γράψω θέατρο. Δυστυχώς, όμως, ο χρόνος μου είναι περιορισμένος. Έτσι αρκούμαι να βλέπω άλλους να κάνουν θέατρο. Δεν με γεμίζει πια. Δεν μπορώ να κινηθώ μέσα σε αυτό το μύθο, που κάποτε μου πρόσφερε τόσα. Τέλειωσε για μένα αυτό.

Μια γυναίκα οφείλει να είναι δυο πράγματα: αριστοκρατική και υπέροχη, όπως λέει η Coco Chanel, κάτι που εσείς έχετε επιτύχει κα. Λαδικού. Ήταν δύσκολο;

Δεν ξέρω το σκεπτικό αυτής της γυναίκας. Στη ζωή μου χαρίστηκαν κάποια πράγματα. Γεννήθηκα σε μια οικογένεια που έζησα πολύ την αγάπη. Μια οικογένεια με ιστορία. Βρέθηκα σε ένα κόσμο με πάρα πολλές πληροφορίες μέσα από βιβλία, που έπρεπε να τις βάλω σε μια τάξη και από την άλλη σε ένα πόλεμο. Ο πόλεμος με βρήκε όταν ήμουν έξι χρόνων και μετά βρέθηκα στο χωριό κι όλα ήταν μαγικά για μένα. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν υπέροχα. Δεν έχω άσχημες εικόνες, ούτε το αίσθημα του φόβου. Ήμουν προστατευμένο παιδί πάντα. Ίσως, αυτό να μου έδωσε αυτή την αίσθηση. Δεν στερήθηκα. Οι δυσκολίες υπήρξαν μετά, αφού παντρεύτηκα αλλά έχοντας ένα τέτοιο παρελθόν το αντιμετώπισα με δύναμη.

Η φύση μιμείται την τέχνη όπως αναφέρει ο Όσκαρ Ουάιλντ. Εσείς που έχετε ιδιαίτερη σχέση με τη φύση τι θα λέγατε επ΄ αυτού; Έχει μια επιρροή πάνω στον άνθρωπο. Εγώ αισθάνομαι ότι ζω ένα θαύμα εδώ στην εξοχή περιτριγυρισμένη από τις αλλαγές της φύσης, τις κλιματολογικές αλλαγές και τη θάλασσα και όλο αυτό με ξελογιάζει Δεν θα το άλλαζα με τίποτα. Να γυρίσω στη μαγεία της σκηνής είναι κάτι τεχνητό, ενώ τούτο εδώ είναι κάτι που σε ετοιμάζει με πολύ γλυκό τρόπο για την έξοδό σου από τη ζωή. Δεν έχει τίποτα το βίαιο, φθάνει να μπορείς να το αγγίζεις, να το χαϊδέψεις, να το κάνεις δικό σου και για αυτό τα όχι μου στη σκηνή και δεν φοβάμαι.

Πως νιώθετε όταν οι πολιτικοί υψώνουν τους τόνους και δίνουν υποσχέσεις στο λαό; Όπως το 2011, όταν ο τότε υπουργός οικονομικών κ. Βενιζέλος παρουσίασε τον έκτακτο φόρο ακινήτων, όπως είχε χαρακτηριστικά τονίσει, πέρασαν 8 χρόνια και το χαράτσι ακόμα υφίσταται;

Είναι μια κοροϊδία, μια εξαπάτηση. Ο κατατρεγμένος, ο έρημος ο 'Έλληνας θέλει πάντα να έχει ένα κεραμίδι να μπει ο ίδιος μέσα και να βάλει και τα παιδιά του εκεί και σε αυτό πληρώνει ενοίκιο. Και όσοι προσπάθησαν να πάρουν ένα σπιτάκι με δάνειο τώρα τους το παίρνουν. Ο πολιτικός ο κόσμος είναι παράδειγμα προς αποφυγή. Έχουμε πάψει να τους εκτιμάμε. Μου έγινε και μια πρόταση κάποτε από την Βιργινία Τσουδερού αυτή τη σπουδαία γυναίκα που ήταν στο ΚΟΔΗΣΟ και της είπα, εγώ είμαι ηθοποιός και δεν ξέρω αυτό το χώρο. Ελάτε και θα σας μάθουμε. Πρέπει να έχω γνώσεις απάντησα, να κάνω καινούργιες σπουδές και να βελτιώσω τα αγγλικά και τα γαλλικά μου για να μπορέσω να ανταποκριθώ. Τα τελευταία χρόνια βγήκα στο ΕΠΑΜ διευκρινίζοντας στις ομιλίες μου, ότι δεν θέλω να με ψηφίσει κανείς. Ξέφυγα παρόλο ότι μου έγιναν πολλές προτάσεις. Θα μπορούσα σήμερα να είμαι βουλευτής, αλλά θα έφευγα όπως η Συνοδινού που δεν άντεξε αυτό το αλισβερίσι. Αυτός ο κόσμος έχει χρεοκοπήσει για μένα.

Έφθασε η εποχή που οι άνθρωποι κυκλοφορούν με μάσκες ή φορούσαν ανέκαθεν μάσκες;

Ναι μπορεί οι άνθρωποι να θέλουν να ωραιοποιούν τον εαυτό τους, τις επιλογές τους να θέλουν να τις ερμηνεύουν με μια ωραιοπάθεια, αλλά εσύ που είσαι αποδέκτης μπορείς να αντιλαμβάνεσαι το παιχνίδι αυτό, να το συγχωρήσεις κιόλας και να πας παρακάτω. Παιδιάστικο μου φαίνεται αλλά είναι ανθρώπινο. Φθάνει να μην κάνει κακό σε άλλους η μάσκα. Αν κάνει κακό είναι επιλήψιμο και επικίνδυνο. Όσο για τον κορονοϊό με τη μάσκα που μας έχει επιβληθεί, αυτή τη μουτσούνα δεν τη φόρεσα. 'Ένα είναι γεγονός: αυτή η μάσκα θα γίνει ένα σήμα μιας τρομερής αλλαγής στη ζωής μας, από δω και στο εξής αυτό θα επιφέρει σοβαρές κοινωνικοπολιτικές αλλαγές που δεν μπορούμε να υποψιαστούμε αλλά θα τις βιώσουμε θέλουμε δεν θέλουμε. Είμαστε εν αναμονή στο ακουστικό μας.

Πως σχολιάζεται τον παρακάτω στίχο της Κικής Δημουλά: «Ζητάω την άδεια του ονείρου πριν ελπίσω»;

Αυτό ο στίχος είναι πολυδιάστατος, Αφήστε με να φύγω από αυτό τον κόσμο που αφήνω πίσω μου, με το όνειρο πριν έχω την ελπίδα ενός ωραίου τέλους. 'Άρα υπογραμμίζεις το πριν στο όνειρο, τη διαδρομή και το τέλος. Θυμίζει λίγο την «Ιθάκη» του Καβάφη.

Ο συγγραφέας Μάνος Κοντολέων, συνέντευξη στην Τίνα...
Η συγγραφέας Μαίρη Κόντζογλου, συνέντευξη στην Τίν...

By accepting you will be accessing a service provided by a third-party external to https://intownpost.com/

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares