fbpx

banner αεροδρομίου

 

«Ηλιοστάσιο εμπνευσμένου τρόμου και ο Ταραντίνο αναδομεί το Χόλιγουντ», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Στην εποχή μου, οι κοπέλες δεν πασαλειβόντουσαν σαν πόρνες. Ντυνόντουσαν ανθρώπινα και δεν γυρνούσαν στα σπίτια τους τα ξημερώματα πιωμένες, αφού πρώτα έχουν βγάλει τα «μάτια» τους με τον πάσα ένα άγνωστο. Για να συναντηθώ με την μάνα σου στην ηλικία σου έπρεπε να στηθεί ολόκληρο επιχειρησιακό σχέδιο. Ο παππούς Τάσος ήταν κέρβερος με τις κόρες του», λέει συνομήλικος μου πατέρας στον 17χρονο γιό του.

«Στην εποχή σου, απ΄ ότι έχω ακούσει πατέρα, οι γονείς των κοριτσιών, μαζί και ο παππούς Τάσος, κοιμόντουσαν του καλού καιρού. Μια χαρά τα κατάφερναν οι κοπέλες με σύμμαχο τις μάνες τους. Έτσι λένε οι ιστορίες της γιαγιάς για την μαμά και τις θείες μου. Η διαφορά σήμερα είναι, ότι τα κορίτσια δεν ταΐζουν βλακόχορτο τους γονείς τους και ό,τι κάνουν το κάνουν στα ίσα», απαντάει ήρεμα ο γιός, που κάθεται πλάι στην ξαπλώστρα με το ένα από τα δυο ακουστικά του κινητού τηλεφώνου στο αυτί του. Το άλλο αυτί είναι αδέσμευτο για να ακούει τον πατέρα του.

«Τί θα δώσεις στα παιδιά σου αύριο για να κατανοήσουν την γενιά σου, να την θαυμάσουν και να προσπαθήσουν να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι από εσένα; Ε, τι ιστορίες θα δώσεις;», αντεπιτίθεται ο συνομήλικος μου κηδεμόνας, μιμούμενος σε ύφος την ολύμπια ηρεμία του ψύχραιμου απογόνου του, δαγκώνοντας όμως το κάτω χείλος του σε άσκηση αυτοσυγκράτησης.

«Ό,τι έδωσες εσύ σε μένα από την δική σου γενιά, θα δώσω και γώ από την δική μου στα παιδιά μου», ξεπετάει στο πιτς φιτίλι ο ευέλικτος έφηβος τον κουρασμένο, εμμονικό ενήλικα.

«Μα, δεν έχετε τίποτα. Είστε η γενιά του τίποτα. Διαδίκτυο, ηλεκτρονικά και η φιλοσοφία του αράχτογλου και κωλοβάρεμα γωνία είστε όλοι οι νέοι σήμερα, ειδικά τα αγόρια. Ποιοι είναι ταγοί του πνεύματος σας, οι μεγάλοι μουσικοί, οι συγγραφείς και τα βιβλία που θα άνοιξουν τους ορίζοντες σας για να πάτε ένα βήμα παρακάτω και να μιλάς για αυτούς στα παιδιά σου με υπερηφάνεια και δέος; Τα τηλεοπτικά πρωινάδικα ή ο κάθε γελοίος ανώμαλος που μοστράρεται στο γιουτιούμπ να λέει ηλιθιότητες και τον έχετε κάνει θεό;  Καλά για πολιτικούς δεν κάνω λόγο, γιατί απ΄ ότι φαίνεται το μέλλον σας διαγράφεται αμφίβολο πολιτικά», αποκαλύπτεται ο πατέρας αλλάζοντας πλευρό στην ξαπλώστρα για να κοιτάει καλύτερα τον γιό του τώρα που πήρε φόρα.

«Δεν έχεις άδικο, αλλά αυτά τα περί γκουρού, φιλοσοφίας και πολιτικών μην την ψάχνεις από την γενιά μου. Ρώτα τους συνομήλικους σου και την δική σου γενιά τι έκανε γι αυτό. Εμείς ακόμα δεν προλάβαμε να σκάσουμε μύτη. Όταν η γενιά μου θα θεραπεύει όλες τις αρρώστιες, θα λύσει το ενεργειακό πρόβλημα και θα ταξιδεύουμε εκτός του πλανητικού μας συστήματος σε άλλους ήλιους και αστέρες, τότε, κάνε μου ξανά την ερώτηση. Ό,τι μας αφήσατε, αυτό πήραμε», αποκρίνεται με δυνατό άπερκατ απευθείας στο σαγόνι του ξαφνιασμένου πατέρα.

«Δηλαδή εμείς φταίμε που είσαστε άδειοι και η πνευματική σας κενότητα σας δημιουργεί μεγαλύτερο σαματά από τρύπιο γκαζοντενεκέ; Εμείς φταίμε που δεν ανοίγετε ένα βιβλίο να βγάλετε τα στραβά σας; Εμείς φταίμε, που είσαστε συνεχώς στην ζητιανιά για να αγοράζετε καλώδια και ηλεκτρονικές βλακείες; Εμείς φταίμε που αντί να έχεις το φλερτάκι σου στην ηλικία που είσαι με μια κοπελιά της προκοπής για να μοιράζεστε τους προβληματισμούς σας, έχεις παντρευτεί τον υπολογιστή και το κινητό τηλέφωνο; Η γενιά μου φταίει που από την καρέκλα του κομπιούτερ σηκώνεσαι και στον καναπέ της τηλεόρασης προσγειώνεσαι βλέποντας άθλιες ταινίες και να ακούς ακόμα πιο άθλια μουσική; Για όλα εμείς φταίμε; Του χρόνου το έθνος θα εμπιστευτεί την κρίση σου και εσύ, σίγουρα, κάποια μαλακία θα ψηφίσεις. Και εκεί εμείς φταίμε, η γενιά μου; Πραγματικά, προβληματίζομαι με σένα, περισσότερο όμως στεναχωριέμαι για τα μυαλά που κουβαλάς!», όρμησε ο πατέρας ακόμα πιο ορεξάτος και ξαναμμένος πάνω στο λεκτικό ρινγκ με τον γιό του περί προίκας και παρακαταθήκης των γενεών.

«Η αλήθεια, ρε συ πατέρα είναι, ότι πρέπει να στεναχωριέσαι, αλλά όχι τώρα. Σε πέντε χρονάκια όμως, που θα πάρω το πτυχίο μου από το Πολυτεχνείο, γιατί θα το πάρω, να είσαι θλιμμένος που θα την κοπανήσω από σένα, την μαμά, την αδελφή μου, τους φίλους μου αλλά και από την Ελλάδα που ξέρεις πόσο την λατρεύω, για να κάνω ένα μεταπτυχιακό στο εξωτερικό και φυσικά να βρω εργασία κάπου στα ξένα για να ζήσω με την οικογένεια μου. Γιατί η γενιά σου, που εσύ τόσο θαυμάζεις και συνεχώς νοσταλγείς σαν να είναι βασίλειο παραμυθιού, μας χάρισε μια διαλυμένη οικονομία, ανεργία, κλέφτες και προδότες πολιτικούς και πάνω απ΄ όλα την αβεβαιότητα για το παρόν και το μέλλον. Ένα είναι το σίγουρο φάδερ: τα δικά μου παιδιά δεν θα τα έχουν αυτά εκεί που θα είμαι».

Ο πατέρας δεν απάντησε. Σιωπηλός και με όψη κέρινου ομοιώματος γύρισε ξανά πλευρά, αυτή την φορά προς την δική μου μεριά και με κοίταξε, καθώς καθόμουν δίπλα του, κάνοντας πως διαβάζω το βιβλίο μου. Ο έφηβος δίχως να τον κοιτάξει, ατάραχος και αδιάφορος έβαλε και το δεύτερο ακουστικό στο άλλο αυτί, εκείνο το ελεύθερο και βούτηξε λαίμαργα τα μάτια του στην οθόνη του κινητού τηλεφώνου, τερματίζοντας με την μια την συζήτηση.  

«Ακούς ο μπαγάσας θράσος; Για όλα έχει μια δικαιολογία. Εμείς είμαστε οι υπεύθυνοι τώρα…», αποκρίνεται απογοητευμένος, με ένα θλιβερό χαμόγελο στα χείλη του να με κοιτά, αναζητώντας σανίδι συμπαράστασης.

«Ε, αφού είμαστε Θάνο μου υπεύθυνοι, είμαστε! Τράβα να ρίξεις μια βουτιά να συνέλθεις γιατί έχεις κορώσει και γυρνώντας θα πάμε για τάβλι και ουζάκι. Έμαθα πως το ταβερνάκι δίπλα έχει φίνο χειροποίητο ψωμί, ωραίο τσίρο και σπέσιαλ πετροσωλήνες με λαδορίγανι».              

 

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α., Σουηδία (2019)
  • Σκηνοθεσία : Άρι Άστερ
  • Με τους: Φλόρενς Που, Τζακ Ρέινορ, Γουίλιαμ Τζάκσον Χάρπερ
  • Διάρκεια: 147’
  • Διανομή: Tanweer

Η Ντάνι (Φλόρενς Πού – καταπληκτική!) και ο Κρίστιαν (Τζάκ Ρέινορ – καλός) είναι ένα νεαρό ζευγάρι από την Αμερική, του οποίου η σχέση είναι υπό διάλυση. Μετά από μία οικογενειακή τραγωδία (η αδελφή της αυτοκτονεί στο σπίτι σκοτώνοντας τους γονείς της), γεγονός που ταράζει την Ντάνι, το πένθος τους φέρνει πάλι κοντά.

Η αγοροπαρέα του Κρίστιαν έχει κανονίσει να ταξιδέψει στην Σουηδία την περίοδο των λευκών νυχτών για να παραστούν στις γιορτές του θερινού ηλιοστασίου ενός απομονωμένου χωριού που πιστεύει στα παλαιά έθιμα. Η Ντάνι για να είναι μαζί με τον Κρίστιαν αυτοπροσκαλείται.

Αυτό που ξεκινάει σαν μία ανέμελη καλοκαιρινή περιπέτεια σε ένα ηλιόλουστο, φυσικό καταφύγιο στα βορειοευρωπαϊκά δάση, λαμβάνει άλλη τροπή, όταν οι φιλόξενοι, χαμογελαστοί κάτοικοι, οι ντυμένοι στα λευκά με τα πλεγμένα στεφάνια λουλουδιών στα μαλλιά προσκαλούν τους καλεσμένους να συμμετέχουν σε εορτασμούς που μεταμορφώνουν αυτόν τον παράδεισο σε ένα όλο και πιο ανησυχητικό και ενοχλητικό μέρος.

Τόση νοσηρότητα και τόσο τρόμο κάτω από τον έντονο, γεμάτο ζωή και ομορφιά, δυνατό ήλιο πρώτη φορά έχω δει. Πιστέψτε με, είναι φοβερό, πανδύσκολο το μέσο που επιλέγει ο σκηνοθέτης για να εκφράζει το απόλυτο σκότος να είναι η φωτεινότητα του ήλιου. Μόνο από αυτό το σκεπτικό, την ασύλληπτη ιδέα και την άκρως στυλιζαρισμένη υλοποίηση της, όλες οι ταινίες τρόμου ξαφνικά γίνονται αλοιφή για τα μπρούτζα.

Τρανή και απέραντη η κινηματογραφική νίκη του Άρι Άστερ στην δεύτερη ταινία του, που κατάφερε να μας ρίξει από το βροχερό, μουντό και καταθλιπτικό άστυ, απαζάρευτα στα κατάφυτα, πολύχρωμα χωράφια, στα λουσμένα από το εκρηκτικό, καλοκαιρινό, βόρειο, σουηδικό φως και να γίνουμε μάρτυρες της πιο αλλόκοτης ιστορίας τρόμου, που δεν μοιάζει με καμιά άλλη. Η ψίχα της ταινίας είναι ανελέητα τρομακτική και ο σφυγμός της, που κτυπάει στην καρδιά της κοινωνικότητας, αγγίζει τα όρια του εμφράγματος. Πολλά χρόνια είχα να δω τέτοια δύναμη και ένταση σαν να βρισκόμουν εκεί, στις τελετές τους, στις μυήσεις τους, καταλυμένος από την ανικανότητα της απόδρασης, της φυγής για να σωθώ, ω δαίμονα. Απίθανο!

Το έγραψα παρακολουθώντας πέρσι την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία με τον τίτλο: «Η Διαδοχή» (Hereditary), το πόσο εντυπωσιακός, σωστός και ευφυής είναι αυτός ο 33χρονος σεναριογράφος και σκηνοθέτης που ακούει στο όνομα Άρι Άστερ και χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Όσο συγκρατημένος ήμουν στο ντεμπούτο του σε μεγάλου μήκους, η δεύτερη κατά σειρά ταινία του με κέρδισε καθολικά.

Ξεκινώντας από την παραλυτική φωτογραφία του 40χρονου, Πολωνού Πάβελ Πογκορζέλσκι και την μυσταγωγική μουσική να σου ξεριζώνει τρίχες, δια χειρός του 35χρονου, Άγγλου Χάξαν Κλοκ (κατά κόσμο Μπόμπι Κρλιψ), το σκηνικό που προτείνει ο ταλαντούχος Άστερ μοσχοβολά σεβεντίλα από την κορυφή έως τα νύχια των κάτω άκρων. Δική του σύνθεση μυθολογίας, δικός του σκοτεινός κόσμος ενταγμένος στην λάμψη του ηλιακού φωτός. Νέοι δημιουργοί στο set απόλυτα συγκεντρωμένοι, ολοκληρωτικά εμπνευσμένοι σε μια πρωτοποριακή δημιουργία στο βασανισμένο είδος του τρόμου γεμάτη φρεσκάδα και ήλιο.

Η δε 23χρονη, Αγγλίδα Φλόρενς Που, αυτό το εξαιρετικό πλάσμα, η ηθοποιός που μας καθήλωσε το 2016 ως σύγχρονη «Λαίδη Μάκμπεθ» στην ταινία του Γουίλιαμ Όλντροϊντ, είναι ό,τι καλύτερο ως επιλογή για τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Ντάνι. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί είναι μια χαρά βέβαια για τους ρόλους που έχουν αναλάβει από τον Άρι Άστερ και είναι ρόλοι έντεχνα αφομοιωτικοί στο σεναριακό, νοσηρό περιβάλλον που ταξιδεύει μοναδικά η Που.

Επίσης δύσκολο ως θέση δράσης στην αφήγηση, ώστε να αποδοθεί σωστά το στοιχειωμένο new age πνεύμα του έργου, που φλερτάρει πρόστυχα και αναιδέστατα τον απολυταρχισμό του 21ο αιώνα, θυμίζοντας άλλες σκοτεινές εποχές. Δεν έχει να κάνει με τις ανόητες, εφηβικές ταινίες τρόμου, τα splatter με τα προβλέψιμα, σαχλά jump scares. Το «Midsommar» εργάζεται σε άλλα επίπεδα, εσωτερικά και μύχια, βανδαλίζοντας ξενδιάντροπα την ψυχοσύνθεση και την ανάγκη του αδαή, δυτικού ανθρώπου για αλήθειες και νοητική κάθαρση. 

Μοναδική ταινία, που τα  147 λεπτά του χρόνου προβολής της σε έχει συνεχώς στην πρίζα. Αρχικά στο δυτικό, αστικό τοπίο της αποδεκατισμένης μεγαλούπολης με τις αυτοκτονικές τάσεις των ανθρώπων, ως αποτέλεσμα της μοναξιάς, της αδιαφορίας, τον φιλοτομαρισμό στο βασίλειο της αβεβαιότητας – εύστοχο ως κοινωνικό σχόλιο του Άστερ – και στην συνέχεια στην απλωσιά της εκπάγλου ομορφιάς φύσης και τις διάφορες, παγανιστικές αιρέσεις που τιμούν την μάνα Γη και τα δώρα της με ανταλλάγματα, αλλά και την χρήση ψυχότροπων, φυτικών ουσιών, εν είδει παγιδευτικού σαμανισμού …. Αν είναι δυνατόν! Πρώτα απ΄ όλα τα ανταλλάγματα είναι η ισοπέδωση του ανθρώπινου εγωισμού, η εξάλειψη του φόβου του θανάτου για να μετασχηματιστεί ξανά ο ανυπεράσπιστος άνθρωπος σε σκλάβο άλλων πεποιθήσεων. Ο διττός ορισμός της ανελευθερίας στην ταινία βρήκε τον καλύτερο αφηγητή της.

Ως νέος θεός του πολέμου, ο Άστερ, βεβηλώνει μεσοκαλοκαιριάτικα κάθε τι που ποτέ δεν αφυπνίζεται για να το στείλει καρσί και αδιάβαστο στον Άδη. Καθηλωτικό, ευφυές, απλά έξοχο!                        

 

 

  • Είδος: Κουέντιν Ταραντίνο
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Κουέντιν Ταραντίνο
  • Με τους: Λεονάρντο ΝτιΚάπριο, Μπραντ Πιτ, Μάργκο Ρόμπι, Αλ Πατσίνο
  • Διάρκεια: 161’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Στο Λος Άντζελες του 1969 τα πάντα είναι ρευστά και όλα αλλάζουν. Ο πρώην επιτυχημένος και νυν ξεπεσμένος, τηλεοπτικός αστέρας Ρικ Ντάλντον (Λεονάρντο ΝτιΚάπριο – θαυμάσιος!!!), που πρωταγωνιστούσε χρόνια στην γουέστερν σειρά «Bounty Law», των δεκαετιών ΄50 και ΄60, αλλά και ο επί πολλών χρόνων κασκαντέρ του, ήρωας του πολέμου, φίλος και ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές, Κλιφ Μπουθ (Μπραντ Πιτ – εξαιρετικός!!!) προσανατολίζονται προς στη νέα εποχή, που προστάζει η βιομηχανία του θεάματος και την οποία με δυσκολία αναγνωρίζουν πια.

Στην γειτονιά του ηθοποιού Ρικ Ντάλντον, δίπλα στο σπίτι του, στο 10050 Σιέλο Νράιβ του Μπένετικτ Κάνιον στην δυτική πλευρά του Λος Άντζελες, μετακομίζει το ζεύγος Ρομάν Πολάνσκι και Σάρον Τέιτ (η υποψήφια για Όσκαρ Μαργκότ Ρόμπι – μετά από δυο δυνατές ερμηνείες στις ταινίες: «Εγώ η Τόνια» και «Μαίρη, Η Βασίλισσα της Σκοτίας» εδώ είναι μια αέρινη figurant χωρίς να λέει πολλά), για να ζήσουν στην καρδιά του πολύβοου Χόλιγουντ των πάρτι και των ευκαιριών.

Ο νεαρός, Γάλλος «δανδής» σκηνοθέτης Πολάνσκι έχει γυρίσει «Την Νύχτα των Βρυκολάκων» (1967) και «Το Μωρό της Ροζ Μαρί» (1968), καθιερώνοντας τον στους σημαντικούς, νέους σκηνοθέτες της γενιάς του. Η αιθέρια, ξανθιά, Τεξανή Σάρον Τέιτ, το μοντέλο με την εύθραυστη, την διάφανη ομορφιά που μπήκε στο χώρο του κινηματογραφικού θεάματος με τις ταινίες «Η Νύχτα των Βρυκολάκων» και «Η Κοιλάδα με τις Κούκλες» (1967),  έχει τελειώσει τα γυρίσματα της κομεντί με πρωταγωνιστή τον Ντιν Μάρτιν: «Τα Μυστικά των Κατασκόπων» («The Wrecking Crew», 1968) και οι σινεκριτικοί ρίχνουν αχόρταγα τα βλέμματα τους επάνω της.

Ο ανασφαλής, ηθοποιός Ρικ και ο αφοσιωμένος κασκαντέρ του Μπουθ, ως τηλεοπτικά υποπροϊόντα μιας άλλης εποχής προσπαθούν να διασχίσουν τον δίαυλο με τις καταιγιστικές εξελίξεις στην βιομηχανία του κινηματογράφου και να συμμετέχουν στις μεγάλες αλλαγές, τις πιο καλλιτεχνικές και χίπικες, θεωρώντας ότι μάλλον, χάνουν το τρένο.

Η γειτόνισσα του Σάρον Τέιτ είναι έτοιμη για να την αγκαλιάσει θερμά η νέα φόρμα πραγμάτων της κινηματογραφικής Εδέμ, ενώ στο «σπίτι της αγάπης», όπως αποκαλούσε την νέα κατοικία της στο Λος Άντζελες, θα φέρει στον κόσμο των ανθρώπων τον καρπό του έρωτα της με τον σκηνοθέτη Ρομάν Πολάνσκι.     

Ώριμος κινηματογραφικά ο Ταραντίνο στην ένατη κατά σειρά ταινία του αφηγείται ένα παραμύθι με πραγματικούς και επινοημένους ήρωες, δροσίζοντας τις κινηματογραφικές μας μνήμες με ολόφρεσκο νερό αθωότητας και άκρατης ευαισθησίας.

Μια ταινία δίχως σενάριο κατά βάση λειτουργεί ερευνητικά, νοσταλγικά σαν ντοκιμαντέρ με πρωταγωνιστή το ίδιο το θέαμα, ως περιοδεύοντα προσκυνητή που επιστρέφει στον ιερό τόπο της ψευδαίσθησης για να αποτείνει φόρο τιμής στο τέμπλο του ονειρικού σκηνικού με βαθύ σεβασμό και εκτίμηση σε εκείνο που χάθηκε και δεν υπάρχει πια.

Ο Ντι Κάπριο και ο Πιτ είναι οι δυο φωτεινές σκιές μιας εποχής που η λαϊκή ψυχαγωγία, όπως είναι το σινεμά, βρίσκεται μεταξύ σφύρας και άκμονος, διανύοντας σοβαρότατη υπαρξιακή κρίση στο μέχρι τότε κινηματογραφικό μοντέλο της υπερβολής και της χλιδής. Είναι υπέροχοι και οι δυο τους και οι ρόλοι τους κινούνται σαν ηλεκτρόνια σε πρώτο και δεύτερο επίπεδο της ταινίας. Είναι οι μορφές του παρελθόντος που ξεθωριάζουν από την ανασφάλεια σε ένα κόσμο που η πολιτισμική ταυτότητα του αμερικανικού έθνους κομματιάζεται για μια φορά ακόμα στην εύφορη γη των ευκαιριών.   

Απαράμιλλη ατμόσφαιρα εποχής (καταπληκτική η φωτογραφία του βετεράνου Ρίτσαρντ Ρίτσαρσον), αναπλάθοντας ταυτόχρονα σημαντικά γεγονότα που καθιέρωσαν το φινάλε της σημαντικής, χολιγουτιανής περιόδου των σίξτις, ο Ταραντίνο λειτουργεί πίσω από την κάμερα ως ιστοριογράφος και συνάμα ως νοσταλγός. Δεν είναι άλλωστε πρωτόγνωρο φαινόμενο στο σινεμά του Κουέντιν, να «δαχτυλίζει» καταλυτικά τη ιστορική ροή μιας χρονικής περιόδου, σημαδεμένης καίρια από συμβάντα που καθιέρωσαν ένα εντελώς διαφορετικό, κοινωνικό και ιστορικό στάτους.

Το 2009 με την ταινία «Άδωξοι Μπάσταρδη» αποφάσισε να δολοφονήσει τον Αδόλφο Χίτλερ μέσα σε ένα κινηματογράφο του Παρισιού υπογράφοντας την δική του, προσωπική λήξη του δεύτερου μεγάλου πολέμου. Έτσι και εδώ, ο πολυπράγμων σκηνοθέτης ως απάντηση στο «Helter Skelter» και στην πιο διάσημη νεολαιίστικη «οικογένεια» του μηδενισμού, στην εκπνοή της εποχής εκείνης, χρησιμοποιεί τα πολύχρωμα και ονειρικά κάδρα της κινηματογραφικής δύναμης που ξεκίνησε να γκρεμίζει το «Bigger than Life» του αμερικανικού ονείρου. Κι όμως στην ψυχή της ταινίας εναποθέτει ως κυρίαρχο στοιχείο το ατόφιο, ανθρώπινο συναίσθημα να νικάει τους δράκους και τα σκοτεινά στοιχειά στο μαγεμένο δάσος. Το «Bigger Than Life» ενυπάρχει όμως ολοζώντανο στο μεντάλιτι του Ταραντίνο και πάλλεται ως ανήσυχο κύτταρο, κάτι που το βλέπουμε σε πλήρη ανάπτυξη σε όλες τις ταινίες του και δεν το προδίδει.

Αυτός είναι, φίλοι μου ο Κουέντιν! Θαρρώ πως δεν χρειάζεται πια την επιβεβαίωση κανενός. Είναι μια κατηγορία από μόνος του σε ένα κινηματογραφικό είδος εντελώς δικό του που το κόπιαραν δεκάδες μεταγενέστεροι δημιουργοί της 7ης Τέχνης. Είτε τον γουστάρεις ως σκηνοθέτη, είτε δεν τον γουστάρεις, ποτέ δεν σακάτεψε την υπογραφή του και φυσικά ακόμα ξέρει να αφηγείται γοητευτικές ιστορίες. Βίαιος ξε-βίαος ο κόσμος του Ταρντίνο – εδώ είναι ήρεμος και γλυκός όσο ποτέ – τα κινηματογραφικά του παραμύθια, πάντα, ξεκινούν κάπως έτσι: «Once Upon a Time… in Hollywood»! 

 

 

  • Είδος: Ρομαντική κομεντί
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Γούντι Άλεν
  • Με τους: Τίμοθι Σαλαμέ, Ελ Φάνινγκ, Σελένα Γκομέζ, Τζουντ Λο, Ρεμπέκα Χολ. Ντιέγκο Λούνα, Λιβ Σράιμπερ
  • Διάρκεια: 95’
  • Διανομή: Odeon

Ο πλούσιος νεαρός Γκάτσμπι (Τιμοτέ Σαλαμέ) γεννημένος στην Νέα Υόρκη που του αρέσει η παλιά μουσική, οι παλιές ταινίες του Χόλυγουντ και οι βροχερές μέρες στην πόλη και η επίσης πλούσια και ανέμελη Άσλεϊ (Ελ Φάνινγκ) από την Αριζόνα, που θέλει να γίνει δημοσιογράφος είναι το νεαρό ζευγάρι φοιτητών που φτάνουν στη «πόλη που δεν κοιμάται ποτέ» με σκοπό να περάσουν ξέγνοιαστα το Σαββατοκύριακο τους σ ένα πολυτελές ξενοδοχείο της πόλης.  

Η όμορφη Άσλεϊ κανονίζει να πάρει συνέντευξη από τον γνωστό σκηνοθέτη του Χόλιγουντ Ρόναλντ Πόλαρντ (Λιβ Σράιμπερ), ο οποίος, κατά την διάρκεια της συνέντευξης προτείνει στην νεαρή κοπέλα να δουν μαζί την νέα του ταινία. Η Άσλεϊ ακυρώνει το πρόγραμμα που είχε με τον Γκάτσμπι και ακολουθεί στο στούντιο τον σκηνοθέτη, εκτιμώντας πως είναι μια σπουδαία στιγμή της ζωής της.

Ο Γκάτσμπι βγαίνει μόνος του βόλτα στην Νέα Υόρκη και ως πρωταγωνιστής σε μια πειραματική ταινία φίλου συναντά την αδελφή μιας πρώην κοπέλας του, την Σάνον (Σελίνα Γκομέζ). Όλα τα σχέδια της Άσλεϊ και του Γκάτσμπι  θα ανατραπούν για τα καλά και θα περάσουν ο καθένας μόνος του τις επόμενες ώρες περιπλανώμενοι στην βροχερή πόλη συναντώντας διάφορους ανθρώπους. Στη διάρκεια αυτής της περιπλάνησης στην Νέα Υόρκη οι δυο νέοι θα μάθουν πολλά περισσότερα από αυτά που φαντάζονταν

Κατόπιν της αναζωπύρωσης των καταγγελιών της θετής κόρης του Γούντι Άλεν, που ισχυρίζεται ότι την κακοποιούσε σεξουαλικά σε ηλικία επτά ετών και την κατακραυγή των πρωταγωνιστών της ταινίας: Τίμοθι Σαλαμέ και Ρεμπέκα Χολ ως προς την αισχρή συμπεριφορά του Άλεν στην κόρη του – δήλωσαν ότι μετάνιωσαν για την συνεργασία τους με τον γνωστό σκηνοθέτη, δωρίζοντας μάλιστα τις αμοιβές τους από την ταινία σε μη κερδοσκοπικές οργανώσεις – η παραγωγός εταιρία Amazon, έβαλε την ταινία στα αζήτητα για να μην πιάσει πάτο στο box office. Τελικά, η ταινία αγοράστηκε από μια ευρωπαϊκή εταιρία διανομής και έτσι «ξεκλείδωσε» η προβολής της, τουλάχιστον για την Ευρώπη.

Και να μην απελευθερωνόταν η τελευταία ταινία του Άλεν σε ευρωπαϊκό δίκτυο προβολής δεν θα χάναμε κάτι το σπουδαίο. Ο σκηνοθέτης επαναλαμβανόμενος οικτρά στα γνωστά, ρομαντικά και αγαπησιάρικα κλισέ του περί Νέας Υόρκης και με τον νεαρό πρωταγωνιστή και υποψήφιο για Όσκαρ Τίμοθι Σαλαμέ στο «Να με Φωνάζεις με τ’ Όνομά σου» να παίζει λες και είναι ο Γούντι Άλεν σε ηλικία 24 χρόνων δεν παραδίδει κάτι το καινούργιο και ενδιαφέρον.

Βαρετό μέχρι εξάντλησης, κοινότυπο μέχρι αηδίας, με σπαρτιάτικο σενάριο στο όριο του ανέμπνευστου, η ταινία είναι ένα πρόχειρο κολάζ από «Νευρικό Εραστή», «Μανχάταν» και «Ημέρες Ραδιοφώνου». Ούτε η εξαιρετική φωτογραφία του μετρ Στοράρο σώζει την κατάσταση.

Η τελευταία μεγάλη και εμπνευσμένη ταινία του Άλεν, προσωπική εκτίμηση αυτή, είναι το «Μια Νύχτα στο Παρίσι» (2011). Από εκεί και έπειτα γινόμαστε θεατές των επαναλαμβανομένων γεροντικών εμμονών του Γούντι.    

(Höstsonaten / Autumn Sonata)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Σουηδία, Γαλλία, Αγγλία, Γερμανία (1978), κόπια σε πλήρη ψηφιακή αποκατάσταση
  • Σκηνοθεσία: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν
  • Με τους: Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Λιβ Ούλμαν, Λένα Νίμαν, Χάλβαρ Μπγιόρκ
  • Διάρκεια: 90΄
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας (1979)

Η Σαρλότ (Ίνγκριντ Μπέργκμαν – υπέροχη), μια πιανίστρια διεθνούς φήμης που βρίσκεται σε κατάθλιψη συναντά έπειτα από επτά χρόνια την κόρη της Εύα (Λιβ Ούλμαν – καταπληκτική) η οποία ζει με τον πάστορα σύζυγό της Βίκτωρ (Χάλβαρ Μπγιόρκ – πολύ καλός), αναζητώντας επιβεβαίωση και συναισθηματική κάλυψη από το ταπεινωμένο κορίτσι. Η συνάντηση μάνας και κόρης εξελίσσεται σε μια τρομερή σύγκρουση, μέσα από μια σειρά εξομολογήσεων που ξεχειλίζουν ταυτόχρονα από αγάπη και μίσος.

Δύο χαρακτήρες, της μάνας και της κόρης, που είναι δύο κόσμοι εκ διαμέτρου αντίθετοι. Η κόρη της οποίας είναι εύκολο να αγαπήσει και δύσκολο να αγαπηθεί και η μάνα της οποίας είναι εύκολο να αγαπηθεί και δύσκολο να αγαπήσει.

Όταν τα ψέματα και οι ωραιοποιήσεις εξαφανιστούν, οι αλήθειες θα εμφανιστούν και θα πληγώσουν όλους τους εμπλεκομένους ανεπανόρθωτα. Όλοι θύτες και θύματα της μοιραίας απόφασης που συνωμοτικά πήραν: να ζήσουν μια ζωή γεμάτη υπεκφυγές, φόβο και υπέρμετρο εγωισμό.

Μοναδική και αξεπέραστη κινηματογραφική συνάντηση της Ίνγκριντ Μπέργκμαν, της Λιβ Ούλμαν και του σκηνοθέτη Ίγκμαρ Μπέργκμαν σε μια ταινία που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στο είδος του «κλειστού» δράματος ή δράματος δωματίου, που ο Μπέργκμαν γνωρίζει να διαχειρίζεται ενδοσκοπικά. Το δυνατό σενάριο του Σουηδού σκηνοθέτη, το γεμάτο εξομολογήσεις και μετατοπίσεις ευθυνών στις οικογενειακές σχέσεις είναι μια προσωπική κατάθεση ψυχής, ευλαβικά τοποθετημένη πάνω στην μελαγχολική σύνθεση του πρελούδιου του Σοπέν, ώστε να μοιάζει με αποχαιρετισμό στην υπέροχη Ίνγκριντ από τα κινηματογραφικά πλατό, καθώς είναι η τελευταία ταινία τής 46χρονης, σπουδαίας θητεία της στην 7η Τέχνη, γυρισμένη, μάλιστα, στην χώρα της.

Ο Ίγκμαρ Μπέργκμαν, που βρισκόταν τότε στην Γερμανία, αποφεύγοντας τις σουηδικές αρχές λόγω προσωπικών φορολογικών εκκρεμοτήτων για να φτιάξει την ταινία θεώρησε ως βασική προϋπόθεση την συμμετοχή της Ίνγκριντ και της Λιβ. Πρώτη ταινία μαζί, οι δυο Μπέργκμαν έγραψαν ιστορία με την «Φθινοπωρινή Σονάτα». Γνωστή η σχέση αγάπη και μίσους ανάμεσα στον σκηνοθέτη και την ηθοποιό κατά την διάρκεια του φιλμαρίσματος. Η Μπέργκμαν εκείνη την περίοδο της ζωής της είχε εγχειριστεί προσφάτως για καρκίνο και μερικές ημέρες μετά την έναρξη των γυρισμάτων οι γιατροί διαπίστωσαν μετάσταση.  

Η ταινία είναι ο ίδιος ο Μπέργκμαν τον οποίο ενσαρκώνει εξαίσια η Ίνγκριντ ως μάνα που αδιαφόρησε για την κόρη της επτά ολόκληρα χρόνια για να ζήσει ελεύθερη, κάτι αντίστοιχο με τον σκηνοθέτη και τα δικά του τέκνα. Όπως και η Μπέργκμαν, όταν εγκατέλειψε τον πρώτο της σύζυγο για να ζήσει με τον Ροσελίνι, είχε να δει την κόρη της από τον πρώτο γάμο αρκετά χρόνια.

Βαθιά ανθρώπινη, βασανιστικά αληθινή, ένα διαρκές παιχνίδι συναισθηματικής εξουσίας από έναν σπουδαίο σκηνοθέτη. Εάν δεν την έχετε δει μην την χάσετε!  

 

 

  • Είδος: Κωμωδία
  • Παραγωγή: Ιταλία (1988), με κόπια ψηφιακά αποκατεστημένη
  • Σκηνοθεσία: Ρομπέρτο Μπενίνι
  • Με τους: Γουόλτερ Ματάου, Ρομπέρτο Μπενίνι
  • Διάρκεια: 104’
  • Διανομή: Danaos Films

Στη Ρώμη, ο Αμερικανός ιερέας Μορίς (Γουόλτερ Ματάου – απολαυστικός!), προσπαθεί να βρει ισορροπία μεταξύ της προσωπικής και πνευματικής του ζωής, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Μια μέρα τον καλούν για τον εξορκισμό μιας γυναίκας, της Τζουντίνας και το δαιμόνιο που φαίνεται να την είχε καταλάβει δεν είναι παρά ένας φοβισμένος διαβολάκος (Ρομπέρτο Μπενίνι).

Το ανήσυχο, πλακατζίδικο δαιμόνιο θέλει να ανακαλύψει και να απολαύσει τις χαρές της γήινης ζωής και έτσι ακολουθεί παντού τον ιερέα. Όταν όμως συναντήσει τυχαία τη Νίνα, θα νιώσει ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα. Ερωτευμένος τώρα ο διαβολάκος, θα αποδεσμεύσει τον Μορίς από την παρουσία του και θα τρέξει πίσω της.

Η τρίτη σκηνοθετική δουλειά του βραβευμένου με Όσκαρ για την ερμηνεία του στην ταινία «Η Ζωή είναι Ωραία», Ρομπέρτο Μπενίνι. Στον «Διαβολάκο», ο Μπενίνι εμπνέεται από την καθολική του οικογένεια και δομεί την ιστορία γύρω από τον αυστηρό και πειθαρχημένο ιερέα και τον ανήσυχο διαβολάκο που διψά για τα απολαυστικά δώρα της γήινης ζωής.

Λογοπαίγνια, παρανοήσεις, κωμικές καταστάσεις και η μανιέρα του Μπενίνι στην πρώτη γραμμή. Ιταλική ταινία φάρσας και σάτιρας με ένα απολαυστικό Γουόλτερ Ματάου να περνά τα πάνδεινα από τον εκμαυλιστή δαίμονα Μπενίνι.

Η ταινία σύστησε τον Ιταλό σκηνοθέτη και ηθοποιό στο ευρύτερο, ευρωπαϊκό κινηματογραφόφιλο κοινό και παρά τον ρόλο του Γουόλτερ Ματάου, αλλά και την συμμετοχή του Μπενίνι στην ταινία του Τζιμ Τζάρμους το 1986 «Στην Παγίδα του Νόμου», ο άτακτος «διαβολάκος» δεν προβλήθηκε ποτέ στις Η.Π.Α.