fbpx

«Ζουν ανάμεσά μας: Τρολς, μεταλλαγμένοι, εξωγήινοι και κομπιναδόρισσες», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Μόλις βάλεις τα πόδια σου στο έδαφος της ασκεπούς κινηματογραφικής αίθουσας σε πιάνουν τα νοσταλγικά σου, όπως όταν ετοιμάζεσαι να ρίξεις το κέρμα σε πολύχρωμο, φωτισμένο juke box με 45άρια και την επιλογή στην τύχη. Απλά να ακούσεις το «γέρικο» ροκαμπίλι από στέρεο μεγάφωνα, κι όταν το μικρό βινύλιο αρχίσει τα «σκρατς» από την χρήση, τότε είναι που το μυαλό στήνει στο τσακ μπαμ τα γεφύρια του με το παρελθόν για να δεθεί με το ευάερο της ψυχής.

Το ίδιο συναίσθημα νοιώθεις  με το πρώτο σούρσιμο των ποδιών στο στρωμένο χαλίκι του θερινού σινεμά πριν καθίσεις στην καρέκλα. Μοιάζει να προσκαλείς την Μνημοσύνη στην τρανή συνέλευση των στιγμών μιας διαχρονικής αξίας, που σε μεταμορφώνει κυριολεκτικώς. Πρώτα ο ήχος μετά οι ευωδιές, έπειτα η συνολική εικόνα και τέλος η ατμόσφαιρα. Έτσι λειτουργεί το εσωτερικό κύκλωμα και οι αναμνήσεις ξεπηδούν σαν βεγγαλικά στον έναστρο ουρανό της ζωής. Σε περίπτωση δε, που η ταινία ανήκει σε χρονικές περιόδους παραγωγής περασμένων δεκαετιών, λίγο το ασπρόμαυρο στο πανί ή το ήρεμο ολίγον ξεθωριασμένο έγχρωμο σαν σχολική φωτογραφία Κόντακ, το πανηγύρι των αισθήσεων και των συναισθημάτων δε έχει τελειωμό.

Πήγατε θερινό σινεμά αυτές τις ημέρες; Αισθανθήκατε τον χωροχρονικό δίαυλο μέσα σας να φωτίζεται ξανά με τους φανούς άλλων εποχών και να πιάνει επαφή με τον προσωπικό σας ουρανό και τους δικούς σας, αδιάρρηκτους, μυστικούς μύθους; Είναι πάντως σφραγίδα άρρηκτη και συνάμα γλυκός, μεταλλικός ήχος, κάτι σαν κουδούνισμα, όλο αυτό που συμβαίνει όταν βρίσκεσαι μέσα στον ανοιχτό χώρο της καλοκαιρινής αίθουσας. Ακόμα κι όταν προβάλλεται στο άσπρο πανί η μεγαλειώδης χαζομάρα, ζημιωμένος δεν βγαίνεις στο τέλος. Μπορεί στα επόμενα πέντε λεπτά από το φινάλε της ταινίας να μην θυμάσαι τίποτα απ΄ ό,τι παρακολούθησες, η αίσθηση, όμως της δίωρης παραμονής σε αυτές τις εξαίσιες οάσεις με την συντροφιά σου ή και μόνος είναι απαράμιλλη και αναντικατάστατη.

Τις προάλλες πήγαμε σε θερινό σινεμά της Αθήνας μας και ενώ η ταινία ήταν πραγματικά αξιόλογη, εξομολογούμαι αβίαστα, ότι παράλληλα το βλέμμα και την προσοχή μου τα διεκδικούσε ανοιχτά η επιβλητική, φωτισμένη θωριά του Ιερού Βράχου της Ακροπόλεως, που στεκόταν αγέρωχα μια ανάσα απόσταση από τον κινηματογράφο, πάνω από την κεφαλή μας. Οπότε σκέφτεσαι, πως εάν τυχόν δεν γνωρίζεις το τι θα δεις και η κινηματογραφική επιλογή είναι στα κουτουρού, με το καρπούζι να καταλήγει μάπα στο τέλος όπως λένε, όλο κάτι το διαφορετικό θα μαγνητίσει το βλέμμα και την προσοχή σου.

Σε μικρό διάλογο με τον ελαφρύ και σωστά δροσερό, φρουτένιο οίνο, το αράπικο φιστίκι στο τραπεζάκι – όλοι πια οι θερινοί έχουν τραπέζια -, τις μεθυστικές μυρωδιές των γύρω λουλουδιών, να συναγωνίζονται εγωιστικά η μία ην άλλη και την ανοιχτωσιά του χώρου κερδίζεις ένα όμορφο, εποικοδομητικό βράδυ καθημερινής εξόδου. Άντε, να ρίχνεις πού και πού τις ματιές σου στην γαλλική, την ισπανική και την ιταλική σύγχρονη, βαρετή ταινία.   

Το επόμενο πρωί σίγουρα θα αφηγηθείς την έξοδο σου με τον σύντομο τίτλο «σινεμαδάκι» και όταν ερωτηθείς για το πόσο καλή ήταν ταινία, σίγουρα, θα απαντήσεις «τρωγόταν!» ακόμα κι αν δεν βλεπόταν, ακόμα κι αν δεν θυμάσαι τίποτα από αυτήν. Ήταν ο ήχος από το χαλικάκι, ήταν η ατμόσφαιρα, ήταν η βραδιά με την μουσική, τις εικόνες, τα σχόλια, το άπνοο της θερινής νύχτας, ήταν η διαδρομή της ψυχής στην ξεκούραση και οι μύριες καλαίσθητες αισθήσεις που σαν αποφασισμένοι αρσιβαρίστες, να φορέσουν το χρυσό μετάλλιο, σήκωσαν νικηφόρα όλο το φορτίο της ημέρας για να απαντήσεις μελένια, πως πέρασες ευχάριστα.

«Η Παράσταση Αρχίζει…» και, πανάθεμά την, είναι μια ολόκληρη ιστορία η ταινία της ζωής μας.                       

«Σύνορα»

(Gräns / Border)

 

  • Είδος: Ερωτικό δράμα φαντασίας
  • Παραγωγή: Σουηδία, Δανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Αλί Αμπάσι
  • Με τους: Εύα Μέλαντερ, Ίρο Μιλόνοφ, Τζόργκεν Θόρσον, Στεν Λούγκρεν
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Καλύτερης Ταινίας «Ένα Κάποιο Βλέμμα» του Φεστιβάλ Καννών

Η τερατόμορφη,  40χρονη Τίνα (Εύα Μέλαντερ – καταπληκτική!) εργάζεται στο τελωνείο του σουηδικού λιμένα, ελέγχοντας τους επιβάτες των πλοίων. Η εκ γενετής, βιολογική «ανωμαλία» της στα χρωμοσώματα δίνει την δυνατότητα στην γυναίκα να οσμίζεται, κυριολεκτικώς, από μακριά, όπως τα ζώα, την ανθρώπινη ντροπή, την ενοχή και την οργή, με αποτέλεσμα, δίχως να ψάξει τις αποσκευές των διερχομένων επιβατών, γνωρίζει για τον κάθε έναν ξεχωριστά εάν έχει διαπράξει κάποιο αδίκημα, όπως την μεταφορά λαθραίου αλκοόλ στις αποσκευές τους, που απαγορεύεται ρητώς και δια ροπάλου στην Σουηδία ή εάν πρόκειται να τελέσει κάποια εγκληματική πράξη. Η δε όσφρησή της είναι πάντα εύστοχη και αλάθητη.

 Η Τίνα συζεί στο σπίτι της με τον αραχτό, κατά τα άλλα ήσυχο ανθρωπάκο, τον Ρόλαντ (Τζόργκεν Θόρσον – καλός), που συστήνεται ως εκπαιδευτής σκύλων, συνεχώς ηττημένος στα καλλιστεία  των τετράποδων, που δεν την ενοχλεί και με ανύπαρκτη την μεταξύ τους ερωτική δραστηριότητα είναι μια συντροφιά κοντά της. Ο ηλικιωμένος χήρος, φερόμενος ως πατέρας της (Στεν Λούγκρεν – εξαιρετικός) βρίσκεται στην φροντίδα ενός οίκου ευγηρίας να πάσχει από ελαφριά μορφή γεροντικής άνοιας και η Τίνα, που τον αγαπάει τον επισκέπτεται αρκετά συχνά.

Το ετερόκλιτο ζευγάρι, Τίνα και Ρόλαντ, διαμένει σε σπίτι στο δάσος δίπλα στην λίμνη, όπου η απόλυτη επαφή της γυναίκας με την φύση, την γη (περπατάει συνεχώς ξυπόλυτη), το νερό και τα άγρια ζώα, αναζωογονεί τον ψυχισμό της. Κατά την διάρκεια της εργασίας της οσμίζεται έναν κοστουμάτο, «καθώς πρέπει» επιβάτη και στον έλεγχο που του γίνεται η Τίνα ανακαλύπτει πως ο εν λόγω κυριλέ τύπος μεταφέρει υλικό παιδικής πορνογραφίας. Ο ένοχος, έπειτα από τις ανακρίσεις, αποκαλύπτει την συμμετοχή του σε αισχρό κύκλωμα παιδόφιλων της χώρας. Η αστυνομία ζητάει την βοήθεια της Τίνας, που μπορεί και «μυρίζει» τους ενόχους και μαζί με τους ντεντέκτιβ θα ανακαλύψει την νοσηρή πηγή της σεξουαλικής κακοποίησης βρεφών.

Η ρουτίνα, αλλά και η ζωή της γυναίκας θα αλλάξουν συθέμελα όταν από το πόστο του ελέγχου της θα περάσει ένας όμοιος της, ένα «αρσενικό» δίχως μυρωδιά, ο επίσης τερατόμορφος Βορ (Ίρο Μιλόνοφ – πολύ καλός). Οι δυο τους θα κάνουν παρέα, θα του νοικιάζει το σπιτάκι δίπλα στο δικό της, θα ερωτευτούν και ο σκληροτράχηλος Βορ θα αρχίσει να αποκαλύπτει στην ευαίσθητη και φιλήσυχη Τίνα ποια ακριβώς είναι, από πού προέρχεται, το πως να συμπεριφέρεται στους κακούς ανθρώπους και ποιος τελικά είναι ο σκοπός της. Η Τίνα θα πρέπει να αποφασίσει να αποδεχθεί την φύση της ή να συνεχίσει να ζει όπως έχει μάθει ανάμεσα στους ανθρώπους.        

Ατόφιο διαμαντάκι του φανταστικού σινεμά, ένα απίθανο, τρομακτικό παραμύθι που αναπνέει και τρέφεται, εξ΄ ολοκλήρου, στο ρεαλιστικό, ανθρώπινο σύμπαν. Ταινία γεμάτη ζωή, ρυθμό, ένταση, αγωνία και έκδηλο συναίσθημα, ικανό να σου σφίξει το στομάχι κόμπο. Ένας υπέροχος μετασχηματισμός πανάρχαιων δοξασιών με επικίνδυνα τέρατα και ανατριχιαστικά πλάσματα της «φαντασίας», που όταν τα διαβάζουμε ή όταν τα ακούμε εν είδει αφήγησης μας δημιουργούν ρίγη. Υπάρχουν στην εποχή μας, ζουν ανάμεσά μας, φέρονται και ντύνονται ανθρώπινα για να καταφέρουν να επιβιώσουν, αλλά δεν ξεχνούν τι είναι, από που προέρχονται και τι πρέπει να κάνουν.

Ο 42χρονος, Ιρανός σκηνοθέτης Αλί Αμπάσι στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινίας του (Shelley -2016), δεν απομακρύνεται διόλου από το προσωπικό του ύφος και συνεχίζει όπως και στην πρώτη του ταινία να διευθετεί με ευφυΐα και μαστοριά την ευαίσθητη συνορογραμμή που πραγματεύεται ανάμεσα στον άνθρωπο και στο «τέρας». Πεδίο δράσης τρανό χρησιμοποιεί τον μυθικό τρόμο και την ανθρώπινη φρίκη, δίχως να υποπίπτει στα ολισθήματα του κλισέ, της χαοτικής δομής ή του παρωχημένου.

Δεν είναι αποκρουστικό το θέμα, αντιθέτως διακρίνεται από πρωτόγονο ερωτισμό, δεν στοχεύει στο λατρευτικό τέμενος του αίματος, διασχίζει διακριτικά το παράδοξο με πλούσιο συναίσθημα και γοητεύει με την ιδιαίτερη σχοινοβασία του στο πεδίο των επιλογών της σκοτεινής και της φωτεινής όχθης, αλλά και την συνύπαρξη των μυθικών πλασμάτων με τους ανθρώπους, γιατί εκτός από τις καλές νεράιδες, τους μονόκερους, τα καλοπροαίρετα ξωτικά και τους νάνους υπάρχει και η σκοτεινή πλευρά του παραμυθιού, που ποτέ δεν έγινε αποδεκτή από τα ανθρώπινα, φοβισμένα ώτα και τις «πειραγμένες» αισθήσεις.  

Καταπληκτικός μάστορας, σπουδαίος στυλίστας της εικόνας ο Αμπάσι, έχοντας στα χέρια του το διήγημα του άκρως εμπνευσμένου, Σουηδού συγγραφέα του μεταφυσικού τρόμου Τζον Αβίντε Λίντγκβιστ (το καταπληκτικό βιβλίο του «Άσε το Κακό να Μπει» – γυρίστηκε σε ταινία το 2008 σε σκηνοθεσία του Τόμας Άλφρεντσον), καταφέρνει να ισορροπήσει με ρεαλισμό την σεναριακή αφήγηση ακριβώς στο γράδο της αποδοχής της ιστορίας από τους θεατές, δίχως η πλοκή να χάσει χιλιοστό ενδιαφέροντος, από ρυθμό, αγωνία και τακτοποιημένη φαντασία, αλλά και να μην εμβαπτισθεί το θέμα του συγγραφέα Λίντγκβιστ στην κολυμπήθρα του παρατραβηγμένου.

Η δουλειά στο μακιγιάζ του Γκόραν Λάνστρομ και της Πάμελα Γκόλνταμερ, αλλά και στις αλλαγές σε πρόσωπο, μαλλιά και σώμα, τόσο πάνω στην υπέροχη, 44χρονη, Σουηδή ηθοποιό Εύα Μέλαντερ (υποδύεται την τερατόμορφη Τίνα) – η οποία παρεμπιπτόντως είναι μια χαρά γυναίκα -, όσο και στον πληθωρικό, Φιλανδό ηθοποιό Ίρο Μιλόνοφ («Η Πιο Ευτυχισμένη Μέρα στη Ζωή του Όλι Μάκι» – 2016), που υποδύεται τον, επίσης, τερατόμορφο Βορ και άλλα διάφορα κόλπα, χάρισαν στα «Σύνορα» του Αλί Αμπάσι μια υποψηφιότητα στα  Όσκαρ 2019 στην Κατηγορία του Μακιγιάζ –Κομμώσεις. Η ταινία δεν πέρασε απαρατήρητη στο φεστιβάλ των Κανών, αποσπώντας το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στην κατηγορία «Ένα Κάποιο Βλέμμα».

Στην ταινία του Αλί Αμπάσι διαισθάνθηκα μια βαθιά ζεστασιά τόσο στο φανταστικό, όσο και στο ρεαλιστικό πεδίο που κινείται η πλοκή. Άλλωστε τα πιο όμορφα και συναρπαστικά παραμύθια είναι πάντα τρομακτικά και διαβάζονται, ακούγονται ή βλέπονται, όπως στην περίπτωσή μας, είτε με βροχή και καταιγίδες, είτε κάτω από τον ήρεμο, έναστρο, καλοκαιρινό ουρανό.        

«X-Men: Ο Μαύρος Φοίνικας»

(X-Men: Dark Phoenix)

 

  • Είδος: Περιπέτεια, δράση, επιστημονικής φαντασίας (και σε 3D)
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Σάιμον Κίνμπεργκ
  • Με τους: Σόφι Τέρνερ, Τζένιφερ Λόρενς, Τζέσικα Τσαστέιν, Μάικλ Φασμπέντερ, Τζέιμς ΜακΑβόι.
  • Διάρκεια: 113΄
  • Διανομή: Odeon

Ο καθηγητής Χ-Τσάρλς Εξέβιερ (Τζέιμς ΜακΑβόι), δέκα χρόνια μετά τα γεγονότα της «Αποκάλυψης», απολαμβάνει την εύνοια και την προστασία του προέδρου των Η.Π.Α. ενώ οι μεταλλαγμένοι μαθητές του σπουδάζουν άφοβα στον hi-tech, χλιδάτο, πύργο-σπουδαστήριο με την βασική ομάδα των ηρώων να έχουν προαχθεί σε εθνικοί ήρωες. Από την άλλη, ο Έρικ-Μαγκνίτο (Μάικλ Φασμπέντερ) έχει χωρίσει τα τσανάκια του με τον Εξέβιερ και αποτραβηγμένος από όλο αυτό το φανφαρόνικο πλαίσιο βρίσκεται εγκατεστημένος με την δική του ομάδα μεταλλαγμένων σε λιτό, οικολογικό καταυλισμό να διάγουν ασκητικό βίο μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Μια σημαντική αποστολή των X-Men στο διάστημα, δοσμένη απευθείας από τον πρόεδρο της Αμερικής στον καθηγητή, που αφορά την διάσωση του πληρώματος του διαστημικού λεωφορείου Εντέβορ, η προικισμένη με τρομακτικές δυνάμεις Τζιν (Σόφι Τέρνερ – η Σάνσα του «Game of Thrones»), πέφτει θύμα μιας απειλητικής, ηλιακής έκρηξης με αποτέλεσμα οι δυνατότητες της να ξεπεράσουν κάθε προηγούμενο, φθάνοντας στο επίπεδο της Ολύμπιας θεάς. Οι συνέπειες είναι τραγικές καθώς οι νέες δυνάμεις στο σώμα της διχάζουν την προσωπικότητα της, αναδύοντας το κρυφό παρελθόν της απ΄ όταν ήταν μικρό κορίτσι και ο καθηγητής Εξέβιερ την ανέλαβε για την προστατεύσει από τον εαυτό της, αλλά και τους ανθρώπους από την Τζιν.

Παράλληλα με το υπαρξιακό ζήτημα της «θεάς», μια έκπτωτη, εξωγήινη φυλή δίχως πατρίδα, που αναζητά την πρωτογενή δύναμη της Τζιν, ώστε να ξαναφτιαχτεί ο πολιτισμός τους, βάζουν στο μάτι τον πλανήτη Γη ως χώρο για να φτιάξουν την νέα πατρίδα τους, φυσικά δίχως τους γήινους, αλλά και να κλέψουν την αήττητη υπερδύναμη της «θεάς» Τζιν. Ο αρχηγός των εξωγήινων, το άφυλο ον Βουκ, κατεβαίνει με την ομάδα του στον πλανήτη και για να αφομοιωθεί με τον πληθυσμό παίρνει το σώμα μιας τυχαίας γυναίκας (Τζέσικα Τσαστέιν).

Οι  X-Men έχουν να αντιμετωπίσουν δυο σοβαρές απειλές: Την σχιζοφρένεια της Τζιν που διαλύει και ισοπεδώνει τα πάντα στο πέρασμα της προσπαθώντας να ανακαλύψει το ποια τελικά είναι, αλλά και να ανατρέψουν τα καταστροφικά σχέδια των εξωγήινων.      

Η τελευταία ταινία των X-Men (main και prequel stories) που αποχώρησε από την μπαγκέτα της Marvel-Fox και ότι είδαμε είδαμε, καθώς το studio εξαγοράστηκε πέρυσι από τον κολοσσό Ντίσνεϊ. Για την ιστορία να αναφέρουμε, ότι όταν ολοκληρώθηκε η ταινία και ήδη είχε περάσει η εταιρεία στα χέρια της Ντίσνεϊ, το φινάλε ξαναγυρίστηκε, διορθώθηκαν κάποιες σεκάνς με άνωθεν εντολή του καινούργιου ιδιοκτήτη για να μην μοιάζει η ταινία με άλλη παραγωγή της Marvel-Disney, που ετοιμαζόταν να βγεί και μάλλον είναι αυτή της Captain Marvel.

Εκεί, λοιπόν, σε αυτά τα σβήσε γράψε δημιουργήθηκε και ο αχταρμάς της υπόθεσης, για να χάσει η ταινία από ειρμό, ενδιαφέρον και συναίσθημα στο τέταρτο και τελευταίο μέρος της prequel ιστορίας των X-Men, που ξεκίνησε το 2011 με τους ίδιους πρωταγωνιστές. Ένα άκεφο φινάλε των μαρβελικών μεταλλαγμένων, που μας κράτησε καλή κινηματογραφική συντροφιά κοντά είκοσι χρόνια.

Κανονικά το «X-Men: Ο Μαύρος Φοίνικας» είναι ένα αυτόνομο comic book στο οποίο βασίζεται και το ομώνυμο επικό, κινηματογραφικό franchise ως επιστέγασμα, γραμμένο από τον θρύλο του χώρου Κρις Κλερμόντ, ενώ η εικονογράφηση του ανήκει στον Τζον Μπερν με πρώτη έκδοση το 1980. Ο σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός Σάιμον Κίνμπεργκ («X-Men», «Λόγκαν», «Η Διάσωση»), που το έχει άνθρωπος να φιλμάρει δράση φαντασίας, χάνει τον μπούσουλα, προφανώς από τις διάφορες παρεμβάσεις και εν μέσω αρμαγεδδονικής καταστροφής βουτάει αδέξια το δημιούργημα του στο σύμπαν του δακρύβρεχτου μελό με τους υπέροχους ΜακΑβόι και Φασμπέντερ σε ρόλους Νίκου Ξανθόπουλου και Γιώργου Φούντα, αντιστοίχως (καταπληκτικοί οι Έλληνες ηθοποιοί στο κινηματογραφικό είδος που υπηρέτησαν επάξια).

Η Τζέσικα Τσαστέιν ως η μοχθηρή φιγούρα της ταινίας, την οποία εκτιμώ αφάνταστα, κατά πολύ αδυνατισμένη περιφέρεται με την συμμορία της σαν τον Φιλ Ντέφερ με πλατινέ μαλλί, μοιράζοντας θάνατο.

Η 23χρονη Σόφι Τέρνερ, μια χαρά κορίτσαρος, στον πρώτο της μεγάλο κινηματογραφικό ρόλο μετά την επιτυχία του «Game of Thrones», ρίχνουν όλη την ταινία επάνω της και πιστέψτε με, αδυνατεί να σύρει το απαιτητικό άρμα. Είναι άοσμη, άγευστη ως Τζιν (που είσαι μοναδική και δυναμική Φάμκε Γιάνσεν να δεις πως ήσουν νέα και να τρομάξεις), σχεδόν κομπλαρισμένη και ουδεμία κριτική πινελιά (θετική ή αρνητική) δεν πιάνει τόπο επάνω της, μηδέ σπουδαίο μέλλον διαβλέπω για την ηθοποιό Τέρνερ, τουλάχιστον για το συγκεκριμένο είδος των ταινιών. Η μουσική του Χανς Ζίμερ σκίζει.

Farewell X-Men… τουλάχιστον όπως σας ξέραμε!         

«Η Κομπίνα»

(The Hustle)

 

  • Είδος: Κωμωδία
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Κρις Άντισον
  • Με τους: Αν Χάθαγουεϊ, Ρέμπελ Γουίλσον, Άλεξ Σαρπ
  • Διάρκεια: 93’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Η Τζόσεφιν Τσέστερφιλντ (Αν Χάθαγουεϊ) είναι η μοιραία γυναίκα με τη χλιδάτη ζωή και το κομοπολίτικο lifestyle, η οποία λειτουργεί σαν κομψό αρπακτικό, ξαφρίζοντας διαμάντια και περιουσίες ευκατάστατων αντρών στην λουσάτη γαλλική Ριβιέρα, οι οποίοι πέφτουν στη γοητεία της μέσα από τις ευρηματικές της κομπίνες.

Στο δρόμο της θα βρεθεί η Πένι Ραστ (Ρέμπελ Γουίλσον), η οποία ειδικεύεται σε αυτοσχέδιες μικροκομπίνες, χωρίς στρατηγική και ιδιαίτερες φιλοδοξίες. – αρκεί η αρπαχτή να φτάνει για να τα βγάζει πέρα. Η Πένι αποφασίζει να «ανοίξει τις προοπτικές της και να ταξιδέψει στην Γαλλία με στόχο τα πορτοφόλια των ευκατάστατων Ευρωπαίων.

Η άξεστη και αχαλίνωτη συμπεριφορά της θα σταθεί εμπόδιο στα σχέδια ακριβείας της Τζόσεφιν, οπότε, αντί να απαλλαγεί από το «παράσιτο» αναλαμβάνει να την εκπαιδεύσει, μεταμορφώνοντας την χύμα και ευτραφή μικρο-απατεώνισσα  σε κυριλέ συνεργό, για να δημιουργήσουν ένα αταίριαστο ντουέτο, που σκοπεύει στο πουγκί ενός δισεκατομμυριούχου του επιχειρηματικού χώρου της τεχνολογίας.

Remake του εκπληκτικού «Απατεώνες και Τζέντλεμεν» (Dirty Rotten Scoundrels  – 1988) με τον Μάικλ Κέιν και τον Στιβ Μάρτιν, το οποίο ήταν remake των υπέροχων «Ιστοριών του Κρεβατιού» (Bedtime Story – 1964) με τον Μάρλον Μπράντο και τον Ντέιβιντ Νίβεν. Και οι δυο αξέχαστες ταινίες βασίστηκαν σε μια ιδέα του Στάνλεϊ Σαπίρο και του Πολ Χένινγκ, γράφοντας εποχή η κάθε μια για ξεχωριστούς λόγους.

Η εν λόγω «Κομπίνα» του 2019, δεν έχει άνδρες ήρωες-απατεώνες που ξελογιάζουν πλούσιες, ηλικιωμένες κυρίες, αλλά εφάπτεται στο γυναικείο ταπεραμέντο της λεπτεπίλεπτης Αν Χάθαγουεϊ να ενδύεται όλο χάρη και στιλ σούπερ ντούπερ ρούχα και αξεσουάρ και σε αυτόν του αμπλαούμπλα και ψιλοκαφριλέ χαρακτήρα της Ρέμπελ Γουίλσον που προσπαθεί να βγάλει γέλιο.

Η Αμερικάνα Χάθαγουεϊ στην ταινία, εμφανώς βασανίζεται με την αγγλική προφορά, ενώ επιδίδεται βουλιμικά στο σπορ της πασαρέλας.

Η Αυστραλή Γουίλσον, συμπαθέστατη κατά άλλα στον χώρο της κωμωδίας, απλά μιμείται τον Στιβ Μάρτιν στο θηλυκό του, χωρίς όμως το αέρινο και αεικίνητο στοιχείο του σπουδαίου, κωμικού ηθοποιού.  

Ο 49χρονος, Ουαλός ηθοποιός Κρις Άντισον ντεμπουτάρει σκηνοθετικά στην μεγάλη οθόνη με ένα φιλμ ορόσημο στον χώρο της αμερικάνικης κωμωδίας καταστάσεων (τεράστια τόλμη το εγχείρημα), διακοσμημένο ερμηνευτικά και στις δυο παλαιότερες εκδοχές του από αιθέριες μορφές του παγκόσμιου σινεμά.

Το αποτέλεσμα που γευτήκαμε είναι ένα άνευρο φιλμ, χωρίς έμπνευση που από τα χείλη μου δεν γλίστρησε ούτε μισό δράμι μειδιάματος. Πολύ κρίμα, όταν όμορφες ταινίες στραπατσάρονται με αυτόν τρόπο στο τέμενος της κονόμας.

«Ένα Αγγελικό Πρόσωπο»

(Gueule D Ange / Angel Face)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Βανέσα Φιλό
  • Με τους: Μαριόν Κοτιγιάρ, Αιλίν Ακσού – Ετέξ, Αλμπάν Λενουάρ
  • Διάρκεια: 108’
  • Διανομή: Weird Wave

Η Μαρλέν (Μαριόν Κοτιγιάρ) είναι  η μητέρα, που ζει και μεγαλώνει μόνη την οκτάχρονη κόρη της Έλι (Αιλίν Ακσού – Ετέξ). Αποφασίζει να παντρευτεί και κατά την διάρκεια της δεξίωσης του γάμου, ο νέος σύζυγος και η μικρή της κόρη πιάνουν στα πράσα την Μαρλέν να κάνει έρωτα με έναν άγνωστο καλεσμένο στην κουζίνα του μαγαζιού.

Παρατημένη από τον κερατωμένο σύζυγο συνεχίζει να ζει με την 8χρονη Ελί, πίνοντας και ξοδεύοντας την ζωή της σε μικρό απολαύσεις και διασκέδαση. Ένα βράδυ σε ένα κλαμπ που έχει πάει να διασκεδάσει με μια ελαφρόμυαλη φίλη της παίρνει την κόρη μαζί της και διαπιστώνει ότι το κοριτσάκι πίνει αβέρτα αλκοόλ. Της βάζει για λίγο τις φωνές και αφού την φλερτάρει ένας τύπος ρίχνει την πιτσιρίκα σε ένα ταξί με προορισμό το σπίτι και η Μαρλέν ακολουθεί νυχτιάτικα τον άγνωστο.

Η απουσία της μάνας κρατάει κάμποσες ημέρες, αδιαφορώντας για την ανήλικη κόρη της και η μικρή Έλι ολομόναχη αρχίζει έναν αγώνα επιβίωσης και προσπάθειας για να ενωθεί και πάλι με την μητέρα της.

Πρώτη ταινία μεγάλου μήκους για την Γαλλίδα Βανέσα Φίλο με την ερμηνευτική υποστήριξη της οσκαροβραβευμένης Μαριόν Κοτιγιάρ, που έχουμε καιρό να δούμε καλή ταινία της.

Δυστυχώς και σε αυτή την, τραβηγμένη από τα μαλλιά, δραματική ταινία η Κοτιγιάρ σπαταλάει το ταλέντο της. Η σκηνοθέτις Φιλό από τα μουσικά βίντεο κλιπ παίρνει βάρκα και ξεχύνεται στους φουρτουνιασμένους ωκεανούς του κινηματογραφικού δράματος, δίχως να δώσει σημασία στην κατάσταση του πλεούμενου. Το βαρκάκι μπάζει από παντού νερά και η απέλπιδη προσπάθεια της απρόσεκτης, νεόκοπης σκηνοθέτιδας καταλήγει σε ναυάγιο.

Σέβομαι τον εαυτό μου και τους αναγνώστες, οπότε αδυνατώ να γράψω ξανά τους μύριους λόγους που ακόμα μια γαλλική ταινία του είδους, θερινής κατανάλωσης, είναι εντελώς αδιάφορη, κενή ενδιαφέροντος.

Ό,τι διαδραματίζεται στο σενάριο με την μικρή Αιλίν Ακσού – Ετέξ – το κοριτσάκι μια χαρά βγάζει την δουλειά – δεν συμβαίνει ούτε στις ακραίες κοινωνίες των βαρβάρων.

Αδιάφορη μάνα, αδιάφορο το σχολείο, αδιάφορη η γειτονιά, αδιάφορο όλο το σύγχρονο, δομημένο κοινωνικό σύμπαν απέναντι σε μια 8χρονη που ζει ολομόναχη, μπεκροπίνει και τριγυρίζει στους δρόμους σαν φτωχοδιάβολος;

Το ζητούμενο της Φιλό και των υπολοίπων σεναριογράφων είναι η οδύσσεια της μικρής να ξανασυναντηθεί με την βλαμμένη μάνα της, αγνοώντας αυτοκρατορικά τα όποια αντανακλαστικά του αστικού περιβάλλοντος στην εικόνα ενός μοναχικού μικρού κοριτσιού.

Κορυφαία στιγμή, είναι όταν η μικρή βρίσκει έναν πρώην αθλητή των καταδύσεων, «κρεμιέται» επάνω του, κοιμάται στο τροχόσπιτο του, κι αυτός δεν παραδίδει την μικρή στην αστυνομία για να μεριμνήσει η πολιτεία. Και άλλα πολλά γεγονότα στραγγαλισμένα από την γαλλική, κινηματογραφική οπτική του ναρκισσισμού και της ρεαλιστικής διαστροφής, που μόνο οι Φράγκοι καταφέρνουν να τα μετασχηματίζουν σε ταινίες. Δραματικό το δράμα της Φιλό και η Μαριόν Κοτιγιάρ σφουγγαρίζει τις σκάλες.    

«Ποιος Σκότωσε τη Λαίδη Γουίνσλεϊ;»

(Who Killed Lady Winsley?)

 

  • Είδος: Αστυνομική περιπέτεια, κοινωνική
  • Παραγωγή: Γαλλία, Τουρκία, Βέλγιο (2018)
  • Σκηνοθεσία : Χινέρ Σαλίμ
  • Με τους: Μεχμέτ Κουρτουλούς, Εργκούν Κουγιουτσού, Εζγκί Μολά, Τουργκάι Αϊντίν, Αρίν Κουσακσιζόγλου, Μεσούτ Ακούστα
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films

Η Λαίδη Γουίνσλεϊ, μία Αμερικανίδα συγγραφέας, δολοφονείται σε ένα από τα Πριγκηπόνησα. Ο διάσημος επιθεωρητής Φεργκάν, απόμακρος αλλά και μεθοδικός στην δουλειά του, καταφθάνει από την Κωνσταντινούπολη για να αναλάβει την έρευνα.

Γρήγορα θα βρεθεί αντιμέτωπος με καλά κρυμμένα μυστικά σε αυτό το πανέμορφο νησί, όπου τα ταμπού αφθονούν, οι οικογενειακοί δεσμοί παραμένουν δυνατοί και οι παραδόσεις είναι ισχυρότερες απ’ οτιδήποτε άλλο.

Μετά το «γουέστερν» «My Sweet Pepper Land», o Χινέρ Σαλίμ θέλησε να κάνει το εντελώς αντίθετο, όταν ήρθε η ώρα να επιλέξει το νέο του πρότζεκτ. Αν και ο σκηνοθέτης αγαπάει τις νουάρ αμερικανικές ταινίες από τις δεκαετίες του ’40 και του ’50, δεν ήθελε να περιοριστεί στους κώδικες του είδους για την νέα του ταινία. Όπως λέει και ο ίδιος, «το σημείο εκκίνησης ήταν μια σταγόνα αίμα, αυτή που βρίσκεται στο μάτι της Λαίδης Γουίνσλεϊ και η οποία υποθέτουμε ότι ανήκει στον δολοφόνο της. Η Βερονίκ Βούτριχ, που έγραψε μαζί μου το σενάριο, αγαπάει τις ιστορίες της Άγκαθα Κρίστι και χάρη σε εκείνη πραγματοποιήθηκε, ενδεχομένως υποσυνείδητα, μία ολίσθηση προς μία “ρετρό” ατμόσφαιρα που αγάπησα αμέσως. Οι ταινίες μυστηρίου είναι ένα είδος, το οποίο έχει οικειοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό η τηλεόραση τα τελευταία χρόνια, οπότε χρειάστηκε να χαράξουμε την δική μας διαδρομή, με βάση την φαντασία μας, για να βρούμε τον σωστό τόνο για την ιστορία.»

Ο Χινέρ Σαλίμ επεδίωξε να πλησιάσει μετωπικά το ερώτημα της μοιχείας σε μια συντηρητική κοινωνία. Στην κοινωνία αυτή, η άπιστη γυναίκα συστηματικά θεωρείται ένοχη, την στιγμή που δεν συμβαίνει το ίδιο με τον άνδρα, όπως λέει ο σκηνοθέτης.

«Η απιστία μπορεί ακόμη και να ενισχύσει την αρρενωπότητά του άνδρα, ενώ η γυναίκα καταδικάζεται από όλους. Αυτή είναι μία από τις συνέπειες ενός πατριαρχικού συστήματος, που το συζητάμε λίγο ή και καθόλου. Παρόλ’ αυτά, δεν ήθελα να αναλωθώ στην κοινωνιολογική ανάλυση.  Έτσι λοιπόν, η οπτική γωνία της ταινίας μυστηρίου και της κωμωδίας ταίριαζαν απόλυτα με την αρχική μου πρόθεση. Υπάρχει κάτι το παράλογο σ’ αυτήν την απιστία που γενικεύεται για όλες τις γυναίκες του νησιού, αλλά η αντίδραση των συζύγων τους σηματοδοτεί την διάθεση ολόκληρης της κοινωνίας.»

«Αντίο Φίλε»

(Adieu l' Ami / Farewell Friend)

 

  • Είδος: Περιπέτεια (Σε επανέκδοση με νέες κόπιες)
  • Παραγωγή: Γαλλία, Ιταλία (1968)
  • Σκηνοθεσία : Ζαν Ερμάν
  • Με τους: Αλέν Ντελόν, Τσαρλς Μπρόνσον, Ολγά Ζορζ Πικό, Μπριζίτ Φοσέ, Μπερνάρ Φρεσόν
  • Διάρκεια: 95’
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Κινηματογράφοι και Ώρες Προβολών: (Ριβιέρα, Αθήνα: 08:45 & 11:00) –  (Όασις, Παγκράτι: 08:50 & 11:00) –  (Θησείο, Θησείο: 08:50 & 11:00) – (Αίγλη, Χαλάνδρι: 08:50 & 11:00) – (Ναταλί, Θεσ/νίκη: 08:50 & 11:00)

Μετά τον πόλεμο της Αλγερίας, δύο λεγεωνάριοι φίλοι φτάνουν στη Μασαλία για ένα νέο ξεκίνημα στην ζωή τους. Ο Ντίνο Μπαράν (Αλέν Ντελόν), γιατρός της Λεγεώνας των Ξένων, θα πεισθεί να βοηθήσει μια μυστηριώδη γυναίκα, την Ιζαμπέλ Μορό (Όλγκά Ζορζ Πικό), για να τοποθετήσει κάποια κλεμμένα ομόλογα μέσα στο χρηματοκιβώτιο της εταιρείας όπου εργάζεται. Θα προσληφθεί στην εταιρεία ως γιατρός, με βοηθό μία νεαρή που την αποκαλούν «Βατερλό» (Μπριζίτ Φοσέ).

Τα Χριστούγεννα επιδιώκει να διαρρήξει το χρηματοκιβώτιο, αλλά βρίσκεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον άλλο λεγεωνάριο, αντίπαλό του Φραντς Προπ (Τσάρλς Μπρόνσον). Κλειδωμένοι στο υπόγειο ανοίγουν τελικά το χρηματοκιβώτιο, αλλά ανακαλύπτουν ότι τους έχουν εξαπατήσει και τους έχουν στήσει ενέδρα.

Ο Γάλλος Αλέν Ντελόν, ένα χρόνο μετά από τον «Δολοφόνο με το Αγγελικό Πρόσωπο» συναντά τον Αμερικανό Τσάρλς Μπρόνσον σε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του γαλλικού σινεμά, καθιερώνοντας τον Μπρόνσον στον θόλο των αστέρων και τον Ντελόν πρωταγωνιστή πρώτου μεγέθους.  

Με κέντρο του σεναριακού κύκλου την φιλία ανάμεσα σε δυο άνδρες συμπολεμιστές, ο στυλίστας σκηνοθέτης Ζαν Ερμάν στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του κατασκευάζει ένα καλοβαλμένο heist film, που μοσχοβολά αξέχαστες στιγμές γαλλικού noir. Το σενάριο είναι του ίδιου του Ερμάν και του συγγραφέα Σεμπαστιέν Ζαπρισό.

Ο Τσάρλς Μπρόνσον έπειτα από την ταινία του Ρόμπερτ Άλντριτζ «Και Οι 12 Ήταν Καθάρματα» δένει με τον κατά 14 χρόνια μικρότερο του Αλέν Ντελόν και το αποτέλεσμα γράφει εποχή.