fbpx

banner αεροδρομίου

«Εἰδωλολᾶτρες οἱ Ἕλληνες; Ἀπό ποῦ κι ὡς ποῦ», γράφει ο Ανδρέας Μπλαμούτσης, ο Εὐπάτωρ

 

 

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Πρώτιστον, μέγιστον καθῆκον παντός δημοκράτου, καί ὄχι μόνον, εἶναι ἡ πάσῃ θυσίᾳ διατήρησις τοῦ λόγου  ἐλευθέρου καί ἀπερισπάστου.

Πιστέψτε με ὅτι δέν θά βρῆτε στήν ζωή σας τίποτε σημαντικότερον ἀπό τήν δυνατότητα νά ἐκφράσετε τόν δικόν σας, προσωπικό, πνευματικό λόγο, χωρίς φόβο καί μισαλλοδοξία ἀπό τούς ἀκροατάς, ἀναγνώστας σας. Έτσι λοιπόν, καί μέ αυτά στό μυαλό μου, από καιρό μέ απασχολεί η έγνοια περί τίνος νά γράψω πρός ἀνθρώπους μέ ἐρευνητικό μυαλό καί κρίσι αύστηρή. Οἱ ὁποῖοι δέν ἀποδέχονται αὐτομάτως καί ἄνευ βασάνου ὅ,τι τούς προσφέρουν ὡς πνευματική τροφή ἀλλά ἐρευνοῦν ἐάν τό προσφερόμενον εἶναι πράγματι τροφή μέ οὐσία ἤ ἁπλῶς τροφική κατανάλωσις…

Κι ἐπειδή τά πλέον προσφιλῆ θέματα, ἀλλά καί αὐτά ἐπί τῶν ὁποίων ὑπάρχουν πάντοτε πολλαπλές ἀπόψεις ἤ θέσεις, εἶναι δύο, ἤτοι τό ἀρχαῖον ἀθάνατον Ἑλληνικόν πνεῦμα καί ἡ θρησκεία, ἐπιλέγω μία προσέγγισι καί τῶν δύο μαζί γιά νά μήν στενοχωρήσω καμμία από τίς δύο παρατάξεις. (Προσοχή: Τό «καμμία»  μέ δύο -μ.  Προέρχεται ἀπό : «οὔτε κἄν μία» καί τό -ν διά λόγους εὐφωνικούς γίνεται -μ. Ἡ νέα κ…δημοτική τό γράφει μέ ἕνα -μ γιά νά ἰκανοποιήση τούς άγραμμάτους, διά λόγους εὐ-φονικούς διά τήν γλῶσσα).

Ἔτσι λοιπόν, τό σημερινό μας θέμα εἶναι: «Εἰδωλολᾶτρες οἱ Έλληνες;  Ἀπό ποῦ κι ὡς ποῦ».

Πλειστάκις ἀκοῦμε διαφόρους νά μεγαλορρυμονοῦν καί νά ἐπιδιώκουν νά ἐπιχειρηματολογήσουν ὑπέρ μιᾶς μόνον πίστεως, τῆς χριστιανικῆς (ἀλλά θά μποροῦσε κάλλιστα νά εἶναι καί τῆς ἰσλαμικῆς ἤ τῆς ἑβραϊκῆς ἤ ὅποιας ἄλλης) λέγοντες τό αμίμητον: «οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἦσαν εἰδωλολᾶτρες», θά κάνω μίαν προσπάθεια νά ἀποδείξω ὅτι οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι δεν ἦσαν εἰδωλολᾶτρες, ἐν ἀντιθέσει μάλιστα πρός τούς συγχρόνους χριστιανούς οἱ ὁποῖοι, μετά τήν παλλινόρθωσιν τῶν εἰκόνων, ἔχουν μετατραπῆ σέ εἰκονολᾶτρες, τοὐτέστιν σέ πραγματικούς λάτρεις τοῦ εἰδώλου πού ἐκφράζεται  εἰκαστικῶς εἰς τήν είκόνα ἤ είς τό άγαλμα ἤ είς τό σύμβολον (ώς ὁ σταυρός κλπ).

Παραλλήλως, δέν πρέπει νά λησμονοῦμε ὅτι ἡ Θρησκεία τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων δέν εἶναι μόνον τό Δωδεκάθεον, τό ὁποῖον εἶναι δημιούργημα δύο ἀρχαίων ποιητῶν, τοῦ Ἠσιόδου καί τοῦ Ομήρου, ἀφοῦ ὑπῆρχαν καί  ἡ θρησκεῖα τῶν Καβείρων, τοῦ Διονύσου καί ἄλλες πού ἐλατρεύοντο σέ διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος καί ὄχι μόνον.

Αύτό πού πρέπει ἐπίσης νά σημειώσουμε εἶναι ὅτι ἡ ἀρχαία Ἑλληνική Γραμματεία ἀπό τήν ὁποίαν καί ἀντλοῦμε ὅλοι ὅλα τά στοιχεῖα δέν εἶναι μονοσήμαντη. Καί ἐννοῶ, ὅτι οἱ φιλοσοφικές ἤ ἄλλες θέσεις πού ἐκφράζονται ἀπό τούς διαφόρους πνευματικούς καί λοιπούς τρανούς ἄνδρας τῆς ἱστορίας εἶναι πάρα πολλές φορές ἀντιφατικές. Ἀντίθετες οἱ μέν τῶν δέ. Ὅλες οἱ ἀπόψεις τοῦ Πλάτωνος δέν εἶναι πανάκεια οὕτε ὅλες οἱ ἀπόψεις τοῦ Ἀριστοτέλους τελείως ἀντίθετες. Πολλές φορές συμπλέουν. Ἄλλοτε πάλι, ό κάθε ἔνας ἀπό τούς νόες τῆς ἀρχαιότητος συνέχιζε τήν σκέψι τοῦ προηγουμένου, ἐνῶ ἄλλη φορά ξεκινοῦσε ἀπό τελείως διαφορετική ἀφετηρία συλλογισμῶν καί ἀποδοχή διαφορετικῶν ἀρχῶν.

Ἕνα εἶναι ὅμως ἀδιαμφισβήτητον. Οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πνευματικοί ταγοί δέν εἶχαν μισαλλοδοξία.

Τό νά ἔχεις δική σου γνώμη δέν σημαίνει ὅτι πρέπει αὐτομάτως καί ἀπαραιτήτως νά ἀπορρίψης τήν γνώμη τοῦ ἄλλου. Ἄλλωστε, τό μέλλον μόνον, ἐπιβεβαιώνει τήν ἄποψιν τοῦ παρελθόντος. Ὁπότε, ἔτσι κι ἀλλοιῶς, εἴμαστε ὅλοι ἁπόντες ἀπό τήν ἀποδοχήν ἤ ὄχι τῶν ἀπόψεών μας ἀπό τήν ἱστορία.

Ἄλλο ἕνα θέμα πού ἐπίσης πρέπει νά ὑπενθυμίσουμε, εἶναι ὅτι, πλεῖστες ὅσες φορές, ἡ φιλοσοφική ἄποψις ἐμφανίζεται ὡς θρησκευτική καί ἡ θρησκευτική πίστις ὡς φιλοσοφία,  καί ὅτι θρησκευτική λατρεία καί θρησκευτική πίστις δέν εἶναι τό ἴδιο πρᾶγμα.

Μία φράσις ἡ ὁποία κάλλιστα θα μποροῦσε νά εἶναι ἡ ἀρχή τῆς σημερινῆς ἀναζητήσεώς μας εἶναι: «τό Θεῖον μέν χαλεπόν νοεῖν, φρᾶσαι δέ ἀδύνατον».

Κι ἐπειδή, ἡμεῖς οἱ σύγχρονοι νεοέλληνες, ἔχουμε ἐκ τῶν πραγμάτων κάποιες δυσκολίες εἰς τήν ἔκφρασιν λόγῳ τῆς λεξιπενίας τῆς νεοελληνικῆς δημοτικῆς, ἄς στηριχθοῦμε σ’ αὐτά πού ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι, κι ἄς δοῦμε πῶς ἐξέφραζαν  ἔννοιες  ἔχουσες σχέσιν μέ τήν θεότητα.

(Ὀρφέως, Ἀποσπασμάτια -fragmenta-ἀρ. 1)

…μοῦνον δ’ ἐσόρα κόσμοιο ἄνακτα είς ἔστ’, αὐτογενῆς, ἑνός πάντα τέκτυται, ἐν δ’ αὐτοῖς αὐτός περινίσσεται, οὑδέ τις αὐτόν εἰσοράα θνητῶν, αὐτός δέ γε πάντας ὁρᾶται. Οὑδέ τις ἔσθ’ ἕτερος χωρίς μεγάλου βασιλῆος.

…παρατήρει τόν μόνον Ἄνακτα τοῦ Κόσμου, Ἕνας ὑπάρχει, αὐτογέννητος, τά πάντα εἶναι γεννήματα αὐτοῦ τοῦ Ἑνός, κι Αὐτός περιφέρεται μέσα σ’ αὐτά, κανείς ἀπό τούς θνητούς δέν Τόν βλέπει. Αὐτός ὅμως βλέπει τούς πάντες. Οὕτε ὑπάρχει κανείς ἄλλος, χωριστά ἀπό τόν Μεγάλο Βασιλέα

(Ὀρφέως, Ἀποσπασμάτια ἀρ. 4)

Εἷς Ζεύς, εἷς Αΐδης, εἷς Ἥλιος, εἷς Διόνυσος,Εἷς Θεός έν πάντεσι, τί σοι δίχα ταῦτ’ ἀγορεύω;

Ἕνας ὁ Ζεῦς, ἕνας ὁ Ἅδης, ἕνας ὁ Ἥλιος (Ἀπόλλων), ἕνας ὁ Διόνυσος. Ἕνας ὁ Θεός στά πάντα, γιατί σοῦ τά λέω αὐτά χωριστά;

(Ὀρφέως, Ἀποσπασμάτια άρ.28)

Νῦμφαι-ὕδωρ, πῦρ-Ἥφαιστος, σῖτος-Δημήτηρ, ἡ δέ θάλασσα-Ποσειδάων μέγας ἥδ’ Ἐνοσίχθων, …Ἥλιος ὅν καλέουσιν Ἀπόλλωνα κλυτότοξον, ..ἰἱητήρα νόσων, Ἀσκληπιόν. Ἐν τᾶδε πᾶντα.

Οἱ Νῦμφες εἶναι τό νερό, ἡ φωτιά, ὁ Ἥφαιστος, ὁ σῖτος, ἡ Δήμητρα, ἡ δέ θάλασσα ὁ μέγας Ποσειδῶν πού σείει τήν γῆ, ..ὁ Ἥλιος πού ὀνομάζουν Ἀπόλλωνα μέ τό ξακουστό τόξο, …ἰατρό τῶν νόσων, τόν Ἀσκληπιό. Ἕνα εἶναι ὅλα αὐτά.

(Ὀρφικός Ὕμνος, ἀρ. 11, πρός Πᾶνα)

Πάνα καλῶ κρατερόν, νόμιον, κόσμοιο τό Σύμπαν, οὐρανόν ἡ δέ θάλασσαν ἰδέ χθόνα παμβασίλειαν καί πῦρ ἀθάνατον, τάδε γάρ μέλη ἐστί τά Πανός.

Προσκαλῶ τόν δυνατόν Πάνα, τόν ποιμένα, τοῦ Σύμπαντος Κόσμου, τόν οὐρανόν καί τήν θάλασσα, τήν παμβασίλισσα γῆ καί τό πῦρ τό ἀθάνατον, γιατί ὅλα αὐτά εἶναι μέλη τοῦ Πανός.

(Ἀριστοτέλους, περί Κόσμου 5, 396b, 20)

Ἐκ τῶν πάντων Ἕν καί ἐξ  Ἑνός τά πάντα.

(Ἡράκλειτος, Λόγος περί τοῦ Παντός, δ.)

Οὐκ ἑμοῦ, ἀλλά τοῦ Λόγου ἀκούσαντες ὁμολογεῖν σοφόν ἐστί Ἐν πάντα εἶναι.

Ὄχι ἐμένα, ἀλλά τόν Λόγον ἄν ἀκούσετε, εἶναι σοφόν νά πιστεύετε ὁτι τά Πάντα εἶναι Ἕν.

(Ἡράκλειτος, Λόγος Θεολογικός)

Ἐν τό σοφόν μοῦνον, λέγεσθαι ἐθέλει καί οὐκ ἐθέλει Ζηνός ὄνομα.

Τό Ἕν καί μοναδικόν Σοφόν θέλει καί δέν θέλει νά έχη τό  ὄνομα τοῦ Διός.

(Ἡράκλειτος, Λόγος περί Παντός)

Ἐν τό σοφόν μοῦνον, λέγεσθαι ἐθέλει καί οὐκ ἐθέλει Ζηνός ὄνομα.

Μία είναι ἡ σοφία: Νά κατέχη κανείς τήν Γνώσιν Αὐτοῦ πού κυβερνᾶ τά πάντα μέσῳ πάντων.

(Ἡράκλειτος, Λόγος Θεολογικός)

Ὁ Θεός ἡμέρη εὐφρόνη, χειμών-θέρος, πόλεμος-εἰρήνη, κόρος-λιμός, ἀλλοιοῦται δέ ὅκωσπερ οἶνος, ὁπόταν συμμιγῆ θυώμασιν, ὀνομάζεται δέ καθ’ ἡδονήν ἑκάστου.

Ὁ Θεός εἶναι ἡμέρα καί νύχτα, χειμώνας καί θέρος, πόλεμος καί εἰρήνη, χορτασμός καί πεῖνα, ἀλλάζει ὅμως ὅπως ὁ οἶνος, ὅταν ἀνακατευθῆ μέ μυρωδικά καί τότε παίρνει ὄνομα ἀνάλογα μέ τοῦ καθενός τήν εὐχαρίστησι.

(Ἡράκλειτος, Λόγος Θεολογικός)

Κόσμον τόνδε, τόν αὐτῶν ἁπάντων, οὕτε τις Θεῶν οὕτε ἀνθρώπων ἐποίησεν, ἀλλ’ ἥν ἀεί καί ἔστι καί ἕσται πῦρ ἀείζωον ἁπτόμενον μέτρα καί ἀποσβεννύμενον μέτρα.

Αὐτόν τόν Κόσμο, πού εἶναι ἴδιος γιά ὅλους, οὕτε καί κάποιος ἀπό τούς Θεούς οὕτε ἀπό τούς ἀνθρώπους ἐδημιούργησε, ἀλλ’ ἦταν πάντα καί εἶναι καί θά εἶναι αἰώνια, ζῶν πῦρ, πού μέ νόμους ἀνάβει καί μέ νόμους σβύνει.

(Φιλόλαος – Πυθαγόρειοι)

Ἐν ἀρχᾶ πάντων

Μία εἶναι ἡ ἀρχή τῶν πάντων

(Φιλόλαος – Πυθαγόρειοι)

Ἔστιν ἡγεμών καί ἄρχων ἁπάντων Θεός, εἷς ἀεί ἐών, μόνιμος, ἀκίνητος, αὐτός ἑαυτῶ ὅμοιος, ἕτερος τῶν ἄλλων.

Ὁ Θεός εἶναι Ἡγεμών καί Ἀρχων τῶν πάντων, Ἕνας, αἰώνιος, μόνιμος, ἀκίνητος, ὅμοιος μόνον με  τόν ἑαυτό του, διαφορετικός ἀπό κάθε τι ἄλλο.

(Πλάτων, Τίμαιος 31α

Πότερον οὕν ὁρθῶς Ἕναν οὐρανόν προσειρήκαμεν, ἤ πολλούς καί ἀπείρους λέγειν εἶναι τό ὁρθότερον; Ἕνα, εἶπερ, κατά τό παράδειγμα δεδημιουργημένος ἔσται.

Ὁρθά λοιπόν εἴπαμε πρίν ὅτι ὑπάρχει ἕνας οὐρανός, ἤ πρέπει νά λέγουμε ὁρθότερα ὅτι ὑπάρχουν πολλοί καί ἄπειροι; Ἕνας βέβαια, ἄν ἔχει δημιουργηθῆ κατά τό πρότυπο (τοῦ Ἕνός Δημιουργοῦ)

(Πλάτων, Τίμαιος 28c)

Τόν μέν οὕν ποιητήν καί πατέρα τοῦδε τοῦ παντός εὑρεῖν τε ἔργον καί εὑρόντα εἰς πάντας ἀδύνατον λέγειν.

Τό νά βρῆ λοιπόν κανείς τόν Δημιουργό καί Πατέρα τοῦ Σύμπαντος αὐτοῦ, εἶναι δύσκολο κι ἄν Τόν βρῆ εἶναι ἀδύνατον νά τό ἐκφράση λεκτικά σέ ὅλους τούς ἄλλους.

(Πλάτων, Τίμαιος 30b)

Τόνδε τόν κόσμον ζῶον ἔμψυχον ἔννουν τε τῆ ἀληθείᾳ διά τήν τοῦ Θεοῦ γενέσθαι πρόνοιαν.

Ὁ Κόσμος αὐτός, πού εἶναι ἀληθινά ὅν ἔνζωον καί ἔμψυχον καί ἔχων νοῦν, ἐγεννήθη διά τῆς Προνοίας τοῦ Θεοῦ.

(Ξενοφάνης, 23)

Εἷς Θεός ἐν τε Θεοίσι καί ἀνθρώποις μέγιστος οὕτε δέμας θνητοίσιν ὁμοίϊος οὑδέ νόημα.

Ἕνας Θεός μέγιστος σέ Θεούς κι ἀνθρώπους, οὑτε ὡς πρός τό σῶμα ὅμοιος μέ τούς θνητούς, οὕτε ὡς πρός τόν νοῦ.

(Παρμενίδης) 

 Ἕν τό Πάν.

(Διόδωρος Σικελιώτης, Β, 8,7)

Διός, ὅν καλοῦσιν οἱ Βαβηλώνιοι, βῆλον.

…τοῦ Διός, τόν ὁποῖον οἱ Βαβηλώνιοι ἀποκαλοῦν Βῆλον (Βάαλ).

(Πλούταρχος, Περί Ισιδος & Οσίριδος, 378α)

Θεούς ἐνομίσαμεν, οὑχ ἑτέρους παρ’ ἑτέροις, οὑδέ βαρβάρους καί  Ἕλληνας, οὑδέ νοτίους καί βορείους, ἀλλ’ ὥσπερ ἥλιος καί σελήνη καί οὐρανός καί γῆ καί θάλασσα κοινά πᾶσιν, ὀνομάζεται δ’ ἄλλως ὑπ’ ἄλλων, οὕτως ἕνός λόγου τοῦτ’ αὔτα κοσμοῦντος καί μίας προνοίας ἐπιτροπευούσης καί δυνάμεων ὑπουργῶν ἐπί πάντα τεταγμένων, ἕτεροι παρ’ ἑτέροις κατά νόμους γεγόνασι τιμαί καί προσηγορίαι.

Θεούς θεωρήσαμε, ὄχι διαφορετικούς  ἀπό ἄλλους (λαούς), οὔτε ἀπό βαρβάρους ἤ ἀπό  Ἕλληνες, οὕτε ἀπό νοτίους ἤ βορείους, ἀλλά ἀκριβῶς ὅπως   ὁ ἥλιος καί ἡ σελήνη κι ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ καί ἡ θάλασσα εἶναι κοινά σέ ὅλους, ὀνομάζονται ὅμως  διαφορετικά ἀπό τόν κάθε λαό, ἔτσι ἐνῶ    Ἕνας Λόγος συγκροτεῖ ὅλα αὐτά καί μία πρόνοια τά διευθύνει καί γιά τήν λειτουργία τῶν πάντων ἔχουν ὁρισθῆ δυνάμεις, ἐντούτοις διαφορετικές ἀπό τούς διαφόρους (λαούς) ὁρίσθησαν τιμές κι ἐπωνυμίες, συμφώνως πρός τούς νόμους (ἔθιμα) τους.

(Πλούταρχος, περί Ἰσιδος καί Ὀσιριδος,373F)

Ἡ δέ κρείττων καί Θειοτέρα φύσις ἐκ τριῶν ἔστι, τοῦ νοητοῦ καί τῆς ὕλης καί τοῦ ἐκ τούτων, ὅν κόσμον Ἕλληνες ὀνομάζουσιν.

Ἡ δέ καλυτέρα καί περισσότερον ἁρμόζουσα στό Θεῖον φύσις (ὑπόστασις) συνίσταται ἐκ τριῶν στοιχείων, ἀπό τό Νοητόν (τό προσεγγίσημον διά τῆς Νοήσεως), τό Ὑλικόν (τό προσεγγίσημον διά τῆς ἀντίλήψεως) κι ἀπ’ αὐτό πού προκύπτει ἀπό τήν σύνθεσι αὐτῶν καί πού οἱ Ἕλληνες ὀνομάζουν Κόσμον.

(Πλάτων, Τίμαιος, 18d(50))

Ἐν δ’ οὔν τῶ παρόντι χρῆ γένη διανοηθῆναι τριττά, τό μέν γιγνόμενον, τό δ’ ἔν ὦ γίγνεται, τό δ’ ὅθεν ἀφομοιούμενον φύεται τό γιγνόμενον καί δή καί προεικάσαι πρέπει τό μέν δεχόμενον μητρί, τό δ’ ὅθεν πατρί, τήν δέ μεταξύ τούτων φύσιν ἐκγόνῳ.

Κατά τό παρόν λοιπόν πρέπει νά ἔχουμε ὑπ’ όψιν τρία γένη, ἐκεῖνο πού γεννᾶται, ἐκεῖνο μέσα στό ὁποῖον αὐτό γεννᾶται, καί ἐκεῖνο, κατ’ ἀπομίμησιν τοῦ ὁποίου γεννᾶται τό γεννώμενον καί ἀκριβῶς τό μέν δεχόμενον ἁρμόζει νά παρομοιάσουμε μέ Μητέρα, ἐκεῖνο ἀπό τό ὁποῖο ἔρχεται ἡ γέννησις μέ Πατέρα καί τήν μεταξύ αὐτῶν φύσιν (τό γεννώμενον) μέ Υἱόν.

(Κέλσος ἐκ τοῦ Ώριγένους: κατά Κέλσου V,10)

Θεός ἐστίν ὁ πάντων τῶν ὅντων Λόγος.

 

Θεός εἶναι ἡ αἰτία δημιουργίας τῶν πάντων

Θαλής ἐρωτηθείς, τί πρεσβύτατον τῶν ὅντων; ἀπεκρίνατο: Θεός, ἀγέννητον γάρ.

Ἐρωτηθείς ὁ Θαλῆς ποιό ἐκ τῶν ὄντων εἶναι τὀ ἀρχαιότερον ἀπεκρίθη: ὁ Θεός, διότι εἶναι άγέννητος.

(Ἐπίκουρος, πρός Μενοικέα)

Πρώτον μέν τόν Θεόν ζώον άφθαρτον καί μακάριον νομίζων, ως η κοινή τού Θεού νόησις υπεγράφη, μηθέν μήτε τής αφθαρσίας αλλότριον μήτε τής μακαριότητος ανοίκιον αυτώ πρόσαπτε.

Πρώτον μέν θεωρών τόν Θεόν άφθαρτον καί ευτυχή (μακάριον), έτσι όπως η κοινή αντίληψις τού κόσμου περί Θεού είναι, ουδέποτε προσάπτων πρός αυτόν κάτι τό οποίον δεν συνάδει πρός τήν αφθαρσία του ή τήν μακαριότητά του.

(Ἐπίκουρος, πρός Μενοικέα)

Θεοί μεν γαρ εισίν.Εναργής γαρ αυτών η γνώσις. Οίους δ’ αυτούς “οι” πολλοί νομίζουσιν, ουκ εισίν

Διότι οι Θεοί υπάρχουν, η δε γνώσις περί αυτών είναι σαφής. Δεν είναι όμως έτσι όπως οι πολλοί νομίζουν. 

Ἀκόμη καί τό ὄνομα τοῦ Πατρός τῶν Θεῶν ἐνέχει μέσα του ὁλες τίς δυνάμεις τῆς φύσεως, δηλαδή, ὅλα εἶναι ἕνα. Ὁ Ζεύς, τοῦ Ζηνός, τῶ Ζηνί, τόν Ζήνα, ἀπό τήν ρίζα ζευγνύω καί ὁ Δεύς, τοῦ Διός, τῶ Διί, τόν Δία ἐκ τῆς ρίζης διασπῶ.

Ἐν μιᾶ λέξει οἱ ζευκτικές καί διασπαστικές δυνάμεις πού ἐνυπάρχουν εἰς τό μέχρι τότε ἀδιάσπαστον ἄτομον, ἐξ οὗ καί τό ὄνομα ἄτομον, μή τεμνόμενον περαιτέρω. Δέν θά μποροῦσε ποτέ ἕνας λαός νά δώσει στόν Θεόν του ὀνόματα πού ἐκφράζουν ἰδιότητες πού  δέν γνωρίζει καί δέν πιστεύει ὅτι αὐτές ἰσχύουν καί ὑπάρχουν εἰς τήν φύσιν καί οὗσες πέραν τῶν ἀνθρωπίνων, τίς ἀποδίδει  στόν πέραν αὐτῶν καί τῆς φύσεως Θεόν.

Δέν θά ἐχρειάζοντο, στά ἀνωτέρω ἀνθολογήματα τῆς Ἑλληνικῆς γραμματολογίας ἀλλά καί τῆς Φιλοσοφικῆς σκέψεως, νά κάνη κανείς κανενός εἴδους σχόλια. Εἶναι ἀπό μόνα τους σαφέστατα. 

Ἡ Ἑλληνική Γραμματεία (ὅση διεσώθη ἀπό τούς ἐμπρησμούς) φωνάζει, μέ πάμπολλες φωνές, τήν διαστρεβλωμένη Ἀλήθεια, ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια αύτή δύσκολα φτάνει στ’ αὐτιά τῶν σημερινῶν Ἑλλήνων, πού κουφάθηκαν ἀπό Βυζαντινές (στήν οὐσία Νεο-Ρωμαϊκές) δογματικές, ἀνθελληνικές μεθοδεύσεις κι ἀπό σκόπιμο παραπλανητική ἤ ἀνύπαρκτο, σημερινή Παιδεία.

Οἱ φωνές ὅμως αὐτές τῶν «ἱερῶν εἰδωλολατρῶν» ὑπάρχουν, καί ὅστις ἔχει ὥτα ἀκούειν, ἀκουέτω !