fbpx

banner αεροδρομίου

 

««Ευτυχία» κατ΄ όνομα και επί της ουσίας στο μεγάλο, άσπρο πανί», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 17

«Ο αδύναμος ή ο επιπόλαιος άνθρωπος είναι επικίνδυνος;», ρωτάει η ηλικιωμένη κυρία τον νεαρό που κάθεται δίπλα της, απολαμβάνοντας τον καφέ τους.

«Ο επιπόλαιος!», απαντάει ευθύς ο, περίπου, 25χρονος λιγνός με τα κατσαρά μαλλιά, τα σιδερένια, γυαλιά οράσεως καρφωμένα στη ράχη της μύτης του και την μαύρη, σταμπωτή μπλούζα με εικόνα από το «Game of Thrones».

«Σκέφτηκες καλά πριν απαντήσεις;», ξαναρωτάει η καλοστεκούμενη κυρία με τον περιποιημένο, καστανόλευκο κότσο στο κεφάλι της και την εκρού, μάλλινη ζακέτα ριγμένη στις πλάτες της.

«Ναι, γιατί ο επιπόλαιος είναι παρορμητικός και δεν ελέγχεται. Σημαίνει, πως λειτουργεί με ένστικτο και όχι με την λογική. Δεν κοντρολάρεται, κάνει του κεφαλιού του και μπορεί από το τίποτα να δημιουργήσει χάος». Ανάλυσε ο νεαρός αβίαστα με γρήγορο λόγο και με ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπο κοίταξε ανυπόμονα την γυναίκα δίπλα του.

«Ο αδύναμος βρίσκεις να είναι πιο ελεγχόμενος, κατά τα λεγόμενα σου; Θα μπορούσες, δηλαδή, να κάνεις ζάφτι, είναι πιο του χεριού σου, έναν άνθρωπο που το χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι ο φόβος;», τοποθετείται ήρεμα στην άποψη του συνομιλητή της η γυναίκα, φτιάχνοντας, πάλι, ακόμα μια ερώτηση.

«Ο φόβος; Γιατί βάζεις τον φόβο στον αδύναμο άνθρωπο; Θα μπορούσε ένας κοντός, εάν πλακωθεί στις μπουνιές με έναν ψηλό και δυνατότερο από αυτόν να το νικήσει; Όχι, γιατί είναι αδύναμος και ξέρει ότι θα χάσει, για αυτό αναγκαστικά υπάκουει στην έμφυτη δύναμη του αντιπάλου και την «κάνει» με μικρά πηδηματάκια στα γρήγορα». Ο διοπτροφόρος ομοτράπεζος της κυρίας βγάζει από την τσέπη του μπουφάν ένα πακέτο τσιγάρων, τραβάει ένα και το ανάβει πίνοντας πρώτα μια γερή γουλιά καφέ.

«Στο παράδειγμα σου, ως απάντηση, θα αντιπαραθέσω μια μικρή αλλά σημαντική ιστορία και θέλω ξανά να σκεφτείς την επιλογή σου ανάμεσα στον επιπόλαιο και τον αδύναμο άνθρωπο», είπε χαμογελώντας η κυρία.

«Ωραία, σε ακούω!», απάντησε ο νεαρός γεμάτος περιέργεια, δίνοντας χώρο στην τοποθέτηση της γυναίκας, ενώ παράλληλα το ύφος του προδίδει πως ήδη έχει ανάψει την θρυαλλίδα στον εκρηκτικό μηχανισμό του εγωισμού του.

«Λίγο πριν την σπουδαία για τον παγκόσμιο πολιτισμό μάχη του Μαραθώνα, εκεί προς το τέλος Αυγούστου, αρχές Σεπτεμβρίου του 490 π.Χ., ο στρατηγός Μιλτιάδης μπροστά στους Αθηναίους συμπολίτες του, γνωρίζοντας, ότι ο περσικός στρατός σε δύναμη ανδρών ήταν εκατονταπλάσιος των Ελλήνων και στατιστικά θα όδευαν σε μια ήττα, είπε με θάρρος το εξής: «Εάν καταφέρουμε και νικήσουμε, οι Πέρσες μπορούν να φύγουν και να γυρίσουν στην πατρίδα τους, αυτοί θα έχουν πατρίδα να γυρίσουν. Εάν όμως ηττηθούμε και νικήσουν οι Πέρσες, τότε εμείς δεν θα έχουμε πατρίδα να πάμε». Ένας, ας πούμε, «κοντός» τα έβαλε με έναν κατά πολύ δυνατότερο ψηλό και νίκησε. Ο λιγότερο δυνατός με ιδανικά, σκέψη, εσωτερική ρώμη, άριστη στρατηγική, ψύχραιμα και χωρίς φόβο αντιμετώπισε τον γίγαντα εχθρό και όχι μόνο τον συνέτριψε, αλλά τον έτρεψε και σε φυγή. Για πολλούς θα ήταν μια απερίσκεπτη ενέργεια, μια επιπόλαιη αντίδραση η απόφαση των Ελλήνων να αναμετρηθούν με τον πανίσχυρο κατακτητή».

Το πρώτο που πρόσφερε ο νεαρός στην κυρία ήταν το χαμόγελο του, αυτό το μειδίαμα που βωβά υπογράφει την ιερή συνθηκολόγηση στην σφοδρή αντεπίθεση, που λόγω έλλειψης επιχειρημάτων η διαλογική αντιπαράθεση λαμβάνει τέλος. Έστρεψε το βλέμμα του αλλού, ρίχνοντας το στην τζαμαρία της καφετέριας και για ελάχιστα δευτερόλεπτα κοίταζε την χειμωνιάτικη θάλασσα να συνομιλεί με τον αγριεμένο νοτιά. Πήρε βαθιά ανάσα και είπε: «Οπότε ο αδύναμος είναι ο επικίνδυνος άνθρωπος και όχι ο επιπόλαιος, έτσι γιαγιά;»

«Ακριβώς αστέρι μου!», απάντησε με τρυφερότητα και αγάπη η κυρία. «Ο επιπόλαιος διορθώνεται κάποια στιγμή και από τα στραπάτσα που θα γευτεί λόγω του ακαταλόγιστου, όπως πολύ όμορφα το έθεσες, καμάρι μου, θα γίνει φρονιμότερος και πιο σκεπτόμενος. Το θάρρος όμως και η δύναμη του να ορμάει στο πρόβλημα, ασχέτως εάν θα φάει τα μούτρα του, παραμένουν. Είναι τολμηρός από την φύση του. Ο αδύναμος άνθρωπος είναι ο δειλός άνθρωπος και αυτός δεν διορθώνεται ποτέ, φως μου, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Ο αιώνιος φόβος είναι ο προσωπικός του κατακτητής, που έχει αλώσει και στη συνέχεια αλλοτριώσει το εσωτερικό του σύμπαν. Ανήκεστος η βλάβη, όπως καταλαβαίνεις. Ο αδύναμος άνθρωπος είναι «καμένο» χαρτί. Είναι πέρα της έννοιας του καταπιεσμένου, είναι βαθιά δυστυχισμένος και ουδεμία απόλαυση της ζωής θα ευδοκιμήσει μέσα του. Μαθαίνει να συνυπάρχει με την δυστυχία, συμβιβάζεται με το άφωτο και σπάνια χαίρεται, ποτέ δεν ζει τον έρωτα, πανεύκολα μπορεί να προδώσει τον οποιοδήποτε, είτε αυτός είναι συνεργάτης, συμπολεμιστής, ερωτικός σύντροφος για να τα έχει καλά με το γεμάτος σκιές περιβάλλον του. Μέχρι να φύγει από την ζωή θα βρίσκεται σε ένα συμβιβασμό εις βάρος του, σε ένα ψέμα που ολοένα διογκώνεται. Οι αδύναμοι άνθρωποι είναι χαμένοι στην προσωπική τους ατολμία, που πληγώνουν, συνεχώς, άλλους ανθρώπους. Σκλάβοι μιας ψευδούς αιτίας, πειθήνια εργαλεία όχι ισχυρών, αλλά μοχθηρών ανθρώπων. Αυτοί είναι οι επικίνδυνοι άνθρωποι, οι φύσει αδύναμοι που ποτέ δεν αλλάζουν, ότι κι αν γίνει. Πάντα θα υπάρχει μια δικαιολογία στα χείλη τους που θα εκφράζει την καταστροφική αδυναμία τους, μια χαζή δικαιολογία που μοιάζει, λίγο πολύ, σαν σχολικό σκονάκι γραμμένο από την φοβική πατρόνα των σωθικών τους».

«Τώρα κατάλαβα, γαμώτο, γιατί άνοιξες αυτή την συζήτηση!», διέκοψε περιχαρής ο νέος την γυναίκα δίπλα του σαν να ανακάλυψε την χαμένη ήπειρο της Ατλαντίδας. «Δεν παίζεσαι! Για την αδελφή της μαμάς, την θεία Ουρανία εννοείς, που χώρισε τον τραμπούκο άντρα της και «έπεσαν» επάνω της τα ακατοίκητα ξαδέλφια μου, οι δυο 30άρηδες μπέμπηδες, πως δεν θα της ξαναμιλήσουν ποτέ αυτοί και τα εγγόνια της, εάν δεν γυρίσει στον πατέρα τους, που έκανε την ζωή της Ουρανίας αφόρητη. Και η ηλίθια παράτησε εκείνον τον χρυσό άνθρωπο, που γνώρισε μετά τον χωρισμό της με τον άθλιο θείο, έναν άνθρωπο δώρο Θεού, που, επιτέλους την αγάπησε αληθινά, την φρόντιζε σαν βασίλισσα, ήταν ευτυχισμένη μαζί του, ωραίος τύπος, μόνο δεν θυμάμαι πως τον λένε. Υπάκουσε η Ουρανία στα βλαμμένα της και επέστρεψε, χεσμένη επάνω της, στην κόλαση που είχε ετοιμάσει το περιβάλλον της. Πόλεμο ολόκληρο έστησαν εναντίον της και αντί να τους στείλει όλους στον διάολο, αυτή υπέκυψε στις απειλές τους. Ναι ρε θυμάμαι, άφησε στα κρύα του λουτρού τον άνθρωπο που δεν έφταιξε σε τίποτα και γύρισε στο κολαστήριο της. Να, η προδοσία του αδύναμου ανθρώπου λόγω του φόβου και δικαιολογία δεν υπάρχει. Καμία υποχρέωση δεν είχε στα παιδιά της, ενήλικοι με οικογένειες είναι και λόγος δεν τους έπεφτε για την ζωή της μάνας τους. Απειλές και φόβος, οπότε ο αδύναμος ισοπεδώθηκε, καίγοντας την ευτυχία του στην πυρά.  Ε ρε γιαγιά, είσαι φοβερή. Για αυτό η συζήτηση τα περί ανθρώπινης αδυναμίας και επιπολαιότητας;»

«Ας συνεχίσουμε, πίνοντας ήρεμα τον καφέ μας και να μιλήσουμε για την εργασία σου. Άλλωστε η ζωή είναι ένα τεράστιο βιβλίο υπέροχων ιστοριών, που απαιτεί προσεκτική ανάγνωση. Πες μου, τώρα, πότε αναχωρείς για το καινούργιο σου πόστο στην Κρήτη;», αποκρίθηκε με ολύμπια ηρεμία η ηλικιωμένη κυρία στον 25χρονο νέο δίπλα της, χαϊδεύοντας τους ώμους του στοργικά. Η στεναχώρια στα πράσινα μάτια της ήταν καλά φυλαγμένη. Και ‘γω ακριβώς απέναντι τους, μια παλάμη απόσταση τα τραπέζια μας, συνέχισα ανέκφραστος να γράφω στο laptop την κριτική των ταινιών αυτής της εβδομάδας, ξεκινώντας από την εσωτερική δύναμη της Ελληνίδας γυναίκας, της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου.

Αξιολόγηση Ταινιών

 

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

 

«Ευτυχία»

 

 

  • Είδος: Δραματική βιογραφία ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Ελλάδα (2019)
  • Σκηνοθεσία : Άγγελος Φραντζής
  • Με τους: Κάτια Γκουλιώνη, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, Θάνος Τοκάκης
  • Διάρκεια: 120’
  • Διανομή: Tanweer

Η Ευτυχία είναι μικροπαντρεμένη με έναν κατά πολύ μεγαλύτερο σε ηλικία άνδρα. Ταξιδεύει από το Αϊδίνι στην Ελλάδα με τη μητέρα και τις δύο κόρες της την περίοδο του μικρασιατικού, μεγάλου ξεριζωμού των Ελλήνων το 1922 για να συναντήσει τον σύζυγο της στην Αθήνα. Στο πλοίο του ξενιτεμού παίρνει την απόφαση να μην αφήσει τη ζωή να την προσπεράσει, αλλά να την ζήσει, όπως θέλει. Και τη ζει! Γράφει ακατάπαυστα σε ό,τι πιάνει το μελάνι, από χαρτοπετσέτες και κουτιά από τσιγάρα μέχρι υπόλοιπα λογαριασμών. Καπνίζει, ερωτεύεται με πάθος, χαρτοπαίζει με θράσος σε πολυτελή σαλόνια, αλλά και σε παράνομα υπόγεια.

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου μεγαλώνει. Μία δασκάλα που γίνεται  ηθοποιός στα μπουλούκια και στο θέατρο, μία ποιήτρια που γίνεται η πρώτη, μεγάλη Ελληνίδα στιχουργός του λαϊκού τραγουδιού. Συνεργάζεται με όλες τις διάσημες μουσικές προσωπικότητες της χώρας, από τον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Απόστολο Καλδάρα, ως τον Μανώλη Χιώτη, τον Αντώνη Ρεπάνη και τον Μάνο Χατζιδάκι, υψώνοντας θαρραλέα ανάστημα, σε έναν σκληρό και τυπικά ανδροκρατούμενο κόσμο. Αυτή είναι η ζωή της!

Αξιοπρεπέστατη καθ΄ όλα ελληνική παραγωγή, που δεν έχει να ζηλέψει απολύτως τίποτα από αντίστοιχες της αλλοδαπής. Μια σπουδαία, κινηματογραφική έκπληξη ξετυλίγεται στην μεγάλη οθόνη με δυο πρωταγωνίστριες πραγματική απόλαυση σε μια ιστορία που την απολαμβάνεις αγόγγυστα ξανά και ξανά. Η ζωή της ποιήτριας και κατόπιν της πρώτης σπουδαίας, Ελληνίδας στιχουργού του λαϊκού μας τραγουδιού Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, αναβιώνει ντόμπρα και ακομπλεξάριστα, το παλιό, καλό, λαϊκό σινεμά με όλη την μαστοριά του σήμερα. Ο σκηνοθέτης Άγγελος Φραντζής ορθώνει έναν κινηματογραφικό άθλο, διατυπώνοντας ξεκάθαρα, πως ο κινηματογράφος εκτός από τέχνη είναι και μεράκι, εκτός από μικροψυχία είναι μια ανοιχτωσιά καρδιάς ικανή να γράψει ιστορία.

Εγκλωβισμένοι οι θεατές στις ελληνικές, κινηματογραφικές παραγωγές του σκοταδισμού και της άρνησης, αιχμάλωτοι στην νεοελληνική μπαλαφάρα της δηθενιάς, ξαφνικά απελευθερώνονται από τον κακό δαίμονα της αρπαχτής και της «κουλτούρας» και τοποθετημένοι στο φως γίνονται αυτήκοοι και αυτόπτες μάρτυρες μιας υπέροχης, ελληνικής ταινίας με σημαντικό, ιστορικό και πολιτιστικό υπόβαθρο.

Σκιαγραφώντας άψογα και πειθαρχημένα τα έργα και τις ημέρες μιας γυναίκας σύμβολο, λατρεμένης απ΄ όλους τους Έλληνες, μιας ελεύθερης προσωπικότητας βγαλμένης από το άγριο βασίλειο των λαϊκών, πλην αγνών, ανθρώπων, που στιγμάτισε το ελληνικό τραγούδι, παρουσιάζεται επιτέλους σωστά, ατόφια και λαμπερά στο μεγάλο, άσπρο πανί. Το σενάριο της Κατερίνας Μπέη (βασισμένο στις μαρτυρίες και το βιβλίο της Ρέας Μανέλη, της εγγονής της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου), άνευ βερμπαλισμών και στείρας δραματουργίας, αλλά με χιούμορ και ζωντανό αγώνα επιβίωσης, αντάμα με όλα τα πάθη που κυριαρχούσαν στην ιδιοσυγκρασία της Ευτυχίας, υλοποιείται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στον φακό του Φραντζή.

Η σχέση μου με τον ταλαντούχο, Έλληνα σκηνοθέτη Άγγελο Φραντζή δεν χαρακτηρίζεται και η καλύτερη όχι στο επίπεδο της τεχνικής του που είναι σαφώς άριστος, όσο στην επιλογή των σεναρίων που σκηνοθετεί με κορύφωση την, προ «Ευτυχίας» ταινία του, το «Ακίνητο Ποτάμι» του 2018. Εδώ, πραγματικά βγάζω το καπέλο στην δουλειά του και διαβιβάζω ολόθερμα συγχαρητήρια. Τελευταία καλή ελληνική παραγωγή που απόλαυσα στην μεγάλη οθόνη ήταν το ιστορικό δράμα: «Τελευταίο Σημείωμα» του Παντελή Βούλγαρη του 2017.

Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, σε μια πόλη όπως η Αθήνα που έχει κακοποιηθεί εικαστικά και χωροταξικά τα μέγιστα, το να φιλμάρεις μια ταινία ιστορικής περιόδου με διάκοσμο την πόλη περασμένων δεκαετιών, δίχως να στήσεις σκηνικά, είναι ηράκλειο κατόρθωμα. Ο Φραντζής το καταφέρνει και η προσεγμένη παραγωγή, η επιλογή των χώρων, η σφιχτή σκηνοθεσία του, που αγκαλιάζει δυναμικά το στόρι της Μπέη και αφορά την πορεία της Παπαγιαννοπούλου στις δεκαετίες που έζησε και μεγαλούργησε, αποκαλύπτουν το ταλέντο του σκηνοθέτη.

Από την διεύθυνση φωτογραφίας του Γιάννη Δρακουλαράκου, το μοντάζ του Λάμπη Χαραλαμπίδη, την πρωτότυπη μουσική του Μίνωα Μάτσα, την καλλιτεχνική διεύθυνση του Μιχάλη Σαμιώτη και του Γιάννη Παπαδόπουλου, έως την ενδυματολογική άποψη της Ιουλίας Σταυρίδου και το μακιγιάζ της Δήμητρας Γιατράκου, στέλνω ένα τεράστιο μπράβο σε όλους για την υπέροχη εργασία τους. Τα δε τραγούδια της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου που έγιναν επιτυχίες και μέχρι σήμερα μας ακολουθούν και ακούγονται στην παραγωγή, μοιράζονται σωστά και προσεκτικά κατά την διάρκεια της ταινίας σε κομβικά γεγονότα στην ζωή της στιχουργού, δίχως να εκβιάζουν στο παραμικρό το συναίσθημα του θεατή.

Οι δυο πρωταγωνίστριες που υποδύονται την Ευτυχία, στις δυο διαφορετικές περιόδους της ζωής της, η Κάτια Γκουλιώνη σε νεώτερη ηλικία, και η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη σε μεγαλύτερη, κυρίες και κύριοι είναι χάρμα οφθαλμών και οι δύο τους. Η εκφραστικότατη Κάτια Γκουλιώνη κτίζει την δυναμική νεότητα της Ευτυχίας, κυριολεκτικώς, επάνω στο πρόσωπο της. Το σφρίγος και η αποφασιστικότητα της νέας γυναίκας με τις δυο κόρες που ξεριζώθηκε από τον τόπο της και δεν κιότεψε αλλά πήρε την ζωή στα χέρια της και άρχισε να παλεύει πρώτα με το ατίθασο του χαρακτήρας της σε ένα αφιλόξενο για την γυναίκα περιβάλλον, η Κάτια Γκουλιώνη το κυκλώνει σε απόλυτο βαθμό. Από την άλλη, η μοναδική Καριοφυλλιά Καραμπέτη επιβεβαιώνει για μια φορά ακόμα την στόφα της μεγάλης ηθοποιού. Όταν υποδύεται, με σφοδρό άνεμο θάλασσας και βουνού, την ελεύθερη ψυχή της ενήλικης και κατασταλαγμένης πια Ευτυχίας, που χαίρει εκτίμησης και σεβασμού από το «σινάφι» των μουσικών και των τραγουδοποιών, έως την Ευτυχία, που την ραπίζει αλύπητα η ανθρώπινη μοίρα, δεν μένει παρά να υποκλιθείς στην σαρωτική δύναμη της ηθοποιού.

Σπουδαία η Καριοφυλλιά, ακαταμάχητη στην τέχνη της υποκριτικής και αυτό δεν παζαρεύεται με τίποτα, ειδικά στην δραματουργία που πηγάζει από μέσα της, τόσο ουράνια, σε ένα πεντάλεπτο μόνο, όλη η επιδαύρεια εμπειρία της ξεχύνεται επάνω σου, κάνοντας την ανθρώπινη τρίχα να ορθώνεται λευκός ιστός στο ανθρώπινο δέρμα. Τι ηθοποιός Θεέ μου! Εύστοχη και η επιλογή του υπόλοιπου καστ, από ηθοποιούς που υποδύονται απλούς φίλους, συγγενικά πρόσωπα της Ευτυχίας, αλλά και μεγάλες μορφές του ελληνικού κινηματογράφου και του λαϊκού τραγουδιού, που πλαισίωσαν την περιπετειώδη ζωή της.

Και αυτό είναι η ταινία, μια συνταρακτική περιπέτεια, ένα ταξίδι ελευθερίας, αδέσμευτο στην ανθρώπινη «Ευτυχία», μιας εμπνευσμένης, πληθωρικής γυναίκας που δεν χαμπάριαζε τίποτα και αγάπησε όσο τίποτα τους ανθρώπους της και την ζωή. Μην την χάσετε, η ελληνική «Ευτυχία» είναι το σινεμά με ουσία, είναι το δικό μας σινεμά που απουσιάζει από τα φυλλοκάρδια μας και το έχουμε επιθυμήσει. Εύγε!

«Star Wars: Skywalker Η Άνοδος»  

«Star Wars: The Rise of the Skywalker»          

 

 

  • Είδος: Περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας (και σε 3D)
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζέι Τζέι Έιμπραμς
  • Με τους:, Άνταμ Ντράιβερ, Ντέιζι Ρίντλεϊ, Τζον Μπογιέγκα, Όσκαρ Αϊζακ, Κάρι Φίσερ, Μαρκ Χάμιλ
  • Διάρκεια: 142΄
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Η αποφασιστική και μαχητική Ρέι, με την δύναμη των Τζένταϊ μέσα της, ως καλά εκπαιδευμένη, ξεκινάει την αποστολή της μαζί με την υπόλοιπη συντροφιά των επαναστατών, που έχουν χάσει το κουράγιο τους, για να λυτρώσουν το σύμπαν από τις δυνάμεις του κακού.

Ο πιστός υπηρέτης των δυνάμεων της σκοτεινής πλευράς, ο Κάιλο Ρεν, αυτή τη φορά είναι κινούμενος από τις διαταγές του αυτοκράτορα Πάλπατιν, που ως νέος Λάζαρος, αναστήθηκε και συγκρότησε το τελευταίο μεγάλο τάγμα των Σιθ για να εξολοθρεύσουν τελειωτικά τους Τζένταϊ. Η Ρέι αναζητά τις ρίζες της, αντιμετωπίζοντας τον Ρεν, κινδυνεύοντας παράλληλα να περάσει στην κυριαρχία της σκοτεινής πλευράς και στον αδίστακτο Πάλπατιν.

Φινάλε για την μεγαλειώδη, κινηματογραφική saga επιστημονικής φαντασίας, που 42 χρόνια κυκλοφόρησε 9 βασικά τεύχη και 2 παράπλευρα επεισόδια, εμπνευσμένη και υλοποιημένη, αρχικά, από το Τζόρτζ Λούκας, για να μεταμορφωθεί σε ένα από τα πιο επιτυχημένα franchise του σινε-σύμπαντος. Το Star Wars κλείνει το μαγαζί του με το 9ο κατά σειρά επεισόδιο που φέρει τον τίτλο: «Star Wars: Skywalker Η Άνοδος». Το νοικοκυριό και το κατέβασμα των ρολών του καταστήματος – τουλάχιστον για το Star Wars, όπως το ξέρουμε – αναλαμβάνει ο Τζέι Τζέι Έιμπραμς, ο σκηνοθέτης που άνοιξε και το τρίτο μέρος της τριλογίας με το «Star Wars: Η Δύναμη Ξυπνάει».

Εάν ξεχωρίζει κάτι από το βαρετό, τελευταίο επειδόσιο είναι η δυναμική παρουσία της Ντέιζι Ρίντλεϊ στον ρόλο της Ρέι και μια καλοστημένη θαλασσομαχία ανάμεσα στην Ρέι και στον Κάιλο Ρεν, πάνω στα ερείπια του… δεν το αναφέρουμε για να μην χαλάσουμε την ατμόσφαιρα. Κατά άλλα τίποτα το πρωτότυπο και εμπνευσμένο, που θα χρειαζόταν ως σούπερ φινάλε αυτή η διαστημική όπερα δεν προτείνεται. Το άρωμα της, ο ρυθμός της είναι ήδη εξασθενισμένα από την έναρξη του δεύτερου επεισοδίου της τρίτης τριλογίας, καθώς ό,τι νοσταλγικό και ενθουσιατικό καταναλώθηκε με την μια στην ταινία «Star Wars: Η Δύναμη Ξυπνάει».

Έπειτα η διεκπεραίωση είναι εξόφθαλμη, αναμασώντας παλιά ξινά σταφύλια, βουρτσίζοντας στιγμές από προηγούμενα επεισόδια, απλά για να βγει το σενάριο με φαντασμαγορική σκηνοθεσία, ως είθισται και να μαζεύουν χρήμα. Τουλάχιστον η γενιά μου, εμείς που ζήσαμε την γέννηση αυτού του στόρι, στεκόμαστε, εντελώς, ανέπαφοι με την εξέλιξη και τον τρόπο που πέφτει η αυλαία. Όχι δυσαρεστημένοι, απλά αδιάφοροι, γιατί η δική μου γενιά έζησε χορταστικά δις την έκρηξη του Star Wars, μεγαλώσαμε με το αχαρτογράφητο, φανταστικό διάστημα και τους επαναστάτες, γέμισε το μέσα μας από την «δύναμη» των Τζένταϊ, οπότε η άσφαιρη επανάκαμψη του αυτοκρατορικού, Παλπατινέικου σογιού είναι ένα πρόχειρο εφεύρημα για να πάρουν γεύση τα νεαρά στελέχη αυτής της sci fi σαπουνόπερας, πια!

Τα τρία αστέρια στην αξιολόγηση της ταινίας είναι τιμής ένεκεν στο τέλος αυτής της περιπέτειας, ένα farewell and goodbye στις τέσσερις δεκαετίες που μας κράτησε συντροφιά και τίποτα παραπάνω. Το «μαγαζί», βέβαια, κατόπιν αποχωρήσεων σκηνοθετών, σκουπίστηκε από τον έμπειρο Τζέι Τζέι Έιμπραμς, τρέχοντας το σαν αδρανές υλικό στην σφαίρα της περιπέτειας και της δράσης και παραδόθηκε, μάλλον προσωρινά, στους ιδιοκτήτες, οπότε δεν πωλείται, μηδέ κατεδαφίζεται. Κάτι θα βρεθεί για να ανακαινιστεί και ο Πόλεμος των Άστρων που σημάδεψε μια ολόκληρη γενιά, θα είναι πανέτοιμος για να μαρκάρει μια καινούργια. Μην αγχώνεστε, γιατί «the force be with them, always»!     

  «Τρεις Αδερφές»

(Kiz Kardesler / A Tale of Three Sisters)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Τουρκία, Γερμανία, Ολλανδία, Ελλάδα (2019)
  • Σκηνοθεσία: Εμίν Αλπέρ
  • Με τους: Τσεμρέ Εμπουζίγια, Ετσέ Γιουκσέλ, Μουφίτ Καγιατσάν
  • Διάρκεια: 108’
  • Διανομή: Ama Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Σκηνοθεσίας, Βραβείο C.I.C.A.E. – Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σεράγεβο 2019, Χρυσή Τουλίπα για την Καλύτερη Τουρκική Ταινία, Βραβείο Σκηνοθεσίας, Βραβείο Καλύτερης Ηθοποιού για Τουρκική Ταινία, Βραβείο FIPRESCI για Τουρκική Ταινία, Βραβείο Μουσικής – Φεστιβάλ Κινηματογράφου Κωνσταντινούπολης 2019
  • Προβολή της ταινίας: Αποκλειστικά στον κινηματογράφο «Άστυ» (Κοραή 4)

Τρεις αδερφές, που είχαν σταλεί ως παρακόρες σε πλούσιες οικογένειες στην πόλη, συναντιούνται ξανά μετά από χρόνια, όταν αναγκάζονται, για διαφορετικούς λόγους, να επιστρέψουν στο πατρικό τους, σε ένα φτωχό χωριό της ορεινής Ανατολίας.

Στην σκιά των χιονισμένων βουνοκορφών, υπό το βλέμμα του αυταρχικού πατέρα, που έχει χάσει τον γιό του, οι τρεις γυναίκες μοιάζει να επαναλαμβάνουν τα λάθη του παρελθόντος.

Στη τρίτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του, ο 45χρονος, βραβευμένος Τούρκος σκηνοθέτης  Εμίν Αλπέρ, από τους πιο εμπνευσμένους κινηματογραφιστές της γενιάς του, βασισμένος στην τσεχοφική γραφή αποδίδει μια ιδιαίτερη, δυνατή ιστορία τριών κοριτσιών με φόντο τα ορεινά, άγρια τοπία της βαθιάς Ανατολίας.

Τρεις διαφορετικοί χαρακτήρες, η αποφασιστική μεγάλη Ρειγιάν, η ατίθαση μεσαία Νουρχάν και η μικρότερη, πειθαρχημένη Χάβα ανταμώνουν ξανά στο πατρικό τους σπίτι, αφού έχουν ζήσει ως παρακόρες σε οικογένειες της πόλης, για να αντιμετωπίσουν τα όνειρα τους. Εγκλωβισμένα όνειρα νέων θηλυκών στην αναπόδραστη σφαίρα της κλειστής κοινωνίας ενός απομακρυσμένου χωριού με λιγοστούς κατοίκους, που κάτω από σφοδρές καιρικές συνθήκες απομονώνεται για καιρό από τον όποιο, εγγύς πολιτισμό.

Ο Εμίν Αλπέρ ορθώνει μια ηθογραφία κλειστών κοινωνιών που αναπνέει και ζει κάτω από την καθοδήγηση του αρχηγού, κάτι σαν φύλαρχος, ενδεδυμένη στην τραγωδία και φωτισμένη από ανθρωπιά. Το στοιχείο των ανθρώπων, μαθημένων να ζουν κάτω από εντελώς πρωτόγονες συνθήκες ζωής έρχεται σε σύγκρουση με τις επιθυμίες των τριών κοριτσιών και η δραματουργία, δίχως να είναι μελό ή παρατραβηγμένη, στήνει τα χνάρια αναζήτησης προς το παραμύθι, διαθέτοντας, μάλιστα, και την κουζουλή του τόπου να επιδίδεται σε κωλοτούμπες στην φύση. Τα γεγονότα που εκτυλίσσονται μοιάζουν να διανύεις τις επιφάνειες ενός ατέρμονα κοχλία, όπου, κατά βάση, αγκαλιάζουν τον πόθο της απόδρασης σε ένα καλύτερο αύριο, κάπου στην Άγκυρα, ως σημείου έναρξης μιας καλύτερης ζωής. Η εξαιρετική φωτογραφία της ορεινής, φυσικής αγρίλας και αυτό του ανθρώπου που θέλει να γευτεί την πρόοδο εναρμονίζονται μαγευτικά στον φακό του Αλπέρ.

Ο βραβευμένος σκηνοθέτης κατόπιν του εξαιρετικού φιλμ «Υποψίες», έχοντας την επανασύνδεση ανθρώπων ως γέφυρα, εδώ, καταπιάνεται με την αναγκαστική «αιχμαλωσία» σε μια αβέβαιη συνθήκη επιβίωσης. Ο Τσέχοφ γίνεται, απλά, το όχημα, ενώ η εικόνα του φαινομενικά, καταπιεστικού πατέρα, είναι η μεταλλακτική χρυσόσκονη στην ιστορία του. Τα τρία κορίτσια μαγνητίζουν το ενδιαφέρον, ειδικά η πιο ανήσυχη, μεσαία αδελφή Νουρχάν, που είναι και το καταλυτικό συστατικό της υπόθεσης.

«Οι τρεις Αδελφές», άλλοτε λειτουργούν σοκαριστικά στις αισθήσεις του θεατή και άλλοτε σαν ηρωίδες σκοτεινού παραμυθιού. Το σημαντικό είναι, πως το τοπίο και η ιδιοσυγκρασία των σύγχρονων ανθρώπων με τις λογής δεισιδαιμονίες στην σκληρή, αλλά πανέμορφη, ορεινή φύση είναι οι κύριοι πρωταγωνιστές της ταινίας. Απολαύστε την!