fbpx

«Επέλαση αστέρων σε ιστορικό, λόγιο δράμα και ντισνεϊκό παραμύθι», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Δεν υπάρχει χειρότερο για τον άνθρωπο από τον βομβαρδισμό της συνεχόμενης άρνησης, την μετάδοση δυσάρεστων γεγονότων, της μιζέριας, της κακοήθειας, της γκρίνιας, της νοσηρότητας και φυσικά της διαχείρισης ενός δεδομένου, προκατασκευασμένου καταστροφικού κλίματος απουσίας διεξόδων.

Το μυαλό βυθίζεται στην αρρώστια και η σκέψη παραλύει, η δε αντίδραση, που βρίσκεται σχεδόν σε κωματώδη κατάσταση από την αλλεπάλληλη, μοχθηρή στρατηγική της ανθρώπινης εξόντωσης σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικό-πολιτικής, πολιτισμικής και πολιτιστικής καθημερινότητας, αποκαμωμένη, φαινομενικά ηττημένη, γονατίζει και παραδίδεται δίχως όρους. Αναρωτιέμαι: Θα έπρεπε να συμβαίνει αυτό; Τα γεγονότα, πάντως, από την ανθρώπινη όχθη δείχνουν ότι συμβαίνει, όταν το κάθε απλό όνειρο μικρού, έφηβου, νέου, ενήλικα, μεσήλικα, υπερήλικα ανθρώπου μετασχηματίζεται, στο άψε σβήσε, σε εφιάλτη του Γουές Κρέιβεν να σουλατσάρει στον Δρόμο με τις Λεύκες.

Για τους παραπάνω σοβαρούς λόγους και μόνο θα σιωπήσω και δεν γράψω ούτε μια λέξη που να περιγράφει τους τρομερούς, εβδομαδιαίους προγραμματισμούς των νέων κινηματογραφικών ταινιών.

Δεν ωφελεί η γκρίνια και το ανάθεμα όταν πρόκειται για την ψυχαγωγία μας, αφού μηδέ ήχος, μηδέ βοή αντίδρασης γεννιέται. Όλα βρίσκονται παραχωμένα στο άνευρο ημιθανές, οπότε ως προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός; Άλλωστε ο χώρος των Τεχνών σήμερα μοιάζει με αχανή αλάνα γεμάτη κοκκινόχωμα, που μια βροχή την μετατρέπει ευθύς σε λάσπη, σε βάλτο και ο γόνιμος ορίζοντας χάνεται στην αχλή της μετριότητας και της ανοησίας. Κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα, όπως λένε, και οι καλλιτέχνες, πλάκα πλάκα, κοντεύουν να ξεπεράσουν σε αριθμό το ενεργό φιλοθεάμον κοινό.

Να, πρόσεξε τι γίνεται. 11 νέες ταινίες κυλούν στους διαδρόμους των σκοτεινών αιθουσών αυτήν την εβδομάδα. Είναι δυνατόν; Και τσαπαρί να ρίξεις αυγουστιάτικα επτά κομμάτια θα σηκώσεις στην καλύτερη των περιπτώσεων. Μόνο οι φοβερές τράτες σαρώνουν ανελέητα τους βυθούς, τους αποψιλώνουν, διαλύοντας την όποια ισορροπία τους και ότι ανεβάσουν τα καϊκια: από αριστερή γαλότσα αλίμενη στην πράσινη γλίτσα της πολυκαιρίας μαζί με εκλεκτά μπαρμπούνια, έως νάιλον τζαμποσακούλα μαζί με εύγευστα ροφούδια. «Βυθός» είναι αυτός. Πολλές φορές ανεξερεύνητος, γοητευτικός, ενίοτε άγριος, επικίνδυνος, που άμα τον πολυενοχλήσεις και τον βιάσεις θα αμυνθεί, γιατί… γιατί, δαίμονα έτσι είναι η φύση του, έτσι είναι φτιαγμένος.        

«Ντάμπο»

(Dumbo)

 

  • Είδος: Περιπέτεια δράμα και σε 3D – Μεταγλωττισμένη και στα ελληνικά
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τιμ Μπάρτον
  • Με τους: Κόλιν Φάρελ, Μάικλ Κίτον, Ντάνι ΝτεΒίτο, Εύα Γκρίν, Άλαν Αρκιν
  • Διάρκεια: 115’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Ολοκαίνουργια ταινία για τον υπέροχο, σύγχρονο παραμυθά της 7ης Τέχνης, Τιμ Μπάρτον. Αγαπημένο ενδιαφέρον στις ταινίες του τα πάσης φύσεως «τέρατα» με το ρυθμικό συναίσθημα στον καρδιακό μυ τους και τις παράξενες ιστορίες τους. Τούτη τη φορά, ο 61χρονος πια, Αμερικανός σκηνοθέτης, σε ήπιο διάδρομο κινούμενος, αγκίστρωσε το παραμύθι της Έλεν Άμπερσον, που αφορά το καλόκαρδο και γενναίο, ελεφαντάκι με τα μεγάλα αυτιά που ίπταται. Μια ιστορία που πριν από 78 χρόνια σχεδιάστηκε στα στούντιο της Ντίσνεϊ και πρωτοπαρουσιάστηκε το 1941 σε κινούμενο σχέδιο με μεγάλη επιτυχία.

Ο Μπάρτον συντηρεί την καρτουνίστικη ατμόσφαιρα, το φαντασμαγορικό, πολύχρωμο διάκοσμο και σε live-action σκοτεινιάζει «μπαρτονικά», όσο το δυνατόν, την ιστορία. Με αγαπημένους ηθοποιούς στο σινεφίλ κοινό «σχεδίασε» την προσωπική του εκδοχή του ιπτάμενου Ντάμπο, που δεν είναι σπαραξικάρδια όπως εκείνη του 1941, φτιάχνοντας μια μεγάλη αγκαλιά ικανή να χωρά όχι μόνο τους μικρούς, αλλά και τους μεγάλους θεατές.

Εντάξει, δεν είναι ο Μπάρτον των ευάερων περιπάτων στους ερεβώδεις, ευωδιαστούς κήπους του κινηματογραφικού του παρελθόντος, είναι όμως μια ενδιαφέρουσα και μεγαλειώδης παραγωγή – ένεκα της πανίσχυρης Ντίσνεϊ -, που κρατά τον ρυθμό της καλής αφήγησης (σενάριο του Έρεν Κρούγκερ) και την μαγεία της εικόνας σε απόλυτη ισορροπία με την μουσική του αδιάσπαστου στοιχείου του Μπάρτον, που ονομάζεται Ντάνι Έλφμαν.

Ο Μπάτμαν – Μάικλ Κίτον με τον Πιγκουίνο – Ντάνι Ντε Βίτο συναντιούνται ξανά, έπειτα από 27 χρόνια, στο πλατό του παραμυθά Μπάρτον για να δώσουν αυτή την ενθουσιαστική χρυσόσκονη στην ιστορία του ιπτάμενου, μικρού ελέφαντα. Ειδικά ο Κίτον, που ορισμένες στιγμές θυμάται τον «Σκαθαροζούμη», αλλά και ο γίγαντας, μίνι διατάσεων, Ντε Βίτο κλέβουν την ματιά σου.  Ναι, είναι εκπληκτικοί και οι δύο. Ακολουθούν ο Κόλιν Φάρελ, η Εύα Γκριν, ο Άλαν Άρκιν, πλαισιώνοντας ικανοποιητικά το υπερθέαμα, που είναι και το ζητούμενο του Μπάρτον.

Δεν υπάρχει κακολογία να γραφτεί για τον αγαπημένο σκηνοθέτη, που περί τα 31 χρόνια κινηματογραφικής παρουσίας έχει προσφέρει αριστουργήματα στην μεγάλη οθόνη. Ο Μπάρτον ουδέποτε «έκλεψε» χρόνο από τον θεατή και οι ταινίες του, κάθε μια ξεχωριστά, έχει την δική της λάμψη. Οι αριστουργηματικοί καμβάδες του Πικάσο, που τον καθιέρωσαν στο καλλιτεχνικό στερέωμα δεν ξεπέρασαν τους 10 σε αριθμό. Οι υπόλοιποι είναι απλά Πικάσο.     

Ο Ντάμπο, ένα γλυκό, νεογέννητο ελεφαντάκι με τεράστια αυτιά, είναι η πιο πρόσφατη προσθήκη στο ρημαγμένο τσίρκο του Μαξ Μέντιτσι (Ντάνι Ντε Βίτο). Αρχικά, η διαφορετικότητα του είναι πηγή προβληματισμού για τον Μέντιτσι, που υπολόγιζε σε ένα χαριτωμένο ελεφαντάκι για να προσελκύσει τα πλήθη, μέχρι που ο Ντάμπο ανακαλύπτει ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτά τα τεράστια αυτιά για να πετάξει. Ικανότητα που την πρωτοείδαν τα δυο τέκνα ενός πρώην δεινού ιππέα, σταρ του τσίρκου και νυν ακρωτηριασμένου στο αριστερό χέρι λόγω πολέμου του Χολτ Φάριερ (Κόλιν Φάρελ).

Ο Ντάμπο δεν προλαβαίνει να χαρεί τις πτήσεις του, όταν του στερούν την πολυαγαπημένη του μητέρα, με αποτέλεσμα να καταλήξει μόνος και φοβισμένος, αλλά και στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος ενός φιλόδοξου, δαιμόνιου, οραματιστή επιχειρηματία, του  Βι-Έι Βάντεβιρ (Μάικλ Κίτον), που θα υλοποιήσει το μεγαλεπήβολο όραμα του: Ένα φαντασμαγορικό κόσμο διασκέδασης το όνομα «Dreamland» με συνέταιρο τον Μαξ Μέντιτσι και πρώτο νούμερο στην ατραξιόν τον Ντάμπο που πετάει.

«Ο Καθηγητής και ο Τρελός»

(The Professor and The Madman)

 

  • Είδος: Δραματική βιογραφία ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α, Ιρλανδία (2019)
  • Σκηνοθεσία : Φάρχαντ Σαφίνια
  • Με τους: Μελ Γκίμπσον, Σον Πεν, Νάταλι Ντόρμερ, Έντι Μάρσαν, Τζένιφερ Ιλ, Τζέρεμι Ιρβιν, Ιοαν Γκρούφονρτ, Ντέιβιντ Ο’ Χάρα, Στίβεν Ντιλέιν, Στιβ Κούγκα
  • Διάρκεια: 124’
  • Διανομή: Tanweer

Όταν η ισχυρή και κραταιά βικτωριανή αυτοκρατορία της Αγγλίας αποφάσισε να καθιερώσει, εκτός των αποικιοκρατικών δεινών της, την δύναμη της γλώσσας της στα πέρατα του κόσμου, ξεκίνησε το 1879 την σύνταξη του πρώτου αγγλικού, ετυμολογικού λεξικού σε έκδοση του πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

Ως επιμελητής αυτού του μεγαλόπνοου έργου, γνωστό σήμερα το 20τομο «O.E.D» (Oxford English Dictionary) επιλέχθηκε, από το αλύγιστο και άκαμπτο, ελιτίστικο συμβούλιο της Βασιλικής Φιλολογικής Εταιρείας, ο πολύγλωσσος, άνευ πτυχίου, Σκωτσέζος, αυτοδίδακτος, καθηγητής Τζέιμς Μάρεϊ. Αδιαμφισβήτητος βοηθός του, ο άνθρωπος που «ξεκόλλησε» την μικρή ομάδα του Μάρεϊ στο να συλλέξει με ακρίβεια στην λεπτομέρεια την προέλευση και την ετυμολογία της κάθε αγγλικής λέξης, ήταν ο Αμερικανός, στρατιωτικός γιατρός Γουίλιαμ Τσέστερ Μάινορ.

Ο δρ. Μάινορ ο οποίος ήταν τρόφιμος σε άσυλο φρενοβλαβών εγκληματιών, γατί σκότωσε στο Λονδίνο έναν αθώο άνθρωπο που έμοιαζε με την μορφή που τον καταδίωκε στα σκοτεινά παρανοϊκά οράματα του, ήταν δεινός βιβλιοφάγος, μια ιδιοφυία. Το ότι υπάρχει σήμερα το οξφορδιανό λεξικό οφείλεται σε αυτόν τον άνθρωπο, αλλά και στον καθηγητή Μάρεϊ που τον θαύμαζε για το πνεύμα και την πολυμάθεια του. Αυτή η συνεργασία-σχέση των δυο ιδιαίτερων ανδρών, αποτυπώνεται στο ντεμπούτο σε μεγάλου μήκους ταινία του Ιρανού σεναριογράφου Φάρχαντ Σαφίνια (Apocalypto).

Ακαδημαϊσμός στην κινηματογράφηση, καλή ατμόσφαιρα με πολλές ιστορικές ανακρίβειες, ως προς τον βίο του Αμερικανού δρ. Γουίλιαμ Τσέστερ Μάινορ σε σενάριο των:  Τοντ Κομάρνικι, Τζον Μπούρμαν και του ίδιου του σκηνοθέτη, βασισμένο στο ομότιτλο, best seller των N.Y.Times του Αγγλο-Αμερικανού δημοσιογράφου και συγγραφέα Σάιμον Γουίντσεστερ (The Professor and the Madman – 1998). Ο συγγραφέας πρωτίστως και εν συνέχεια οι σεναριογράφοι που ακολούθησαν την μυθιστορηματική ροή του συγγραφέα ενταφιάστηκαν στην ανάγκη αγιοποίησης των ηρώων, αλλάζοντας εντελώς το υπόβαθρο της παρανοϊκής μορφής του Αμερικανού γιατρού και έγκλειστου στο άσυλο.

Στην πραγματικότητα ο Γουίλιαμ Τσέστερ Μάινορ (Σον Πεν) ήταν παιδόφιλος και για να τερματίσει αυτή την «αμαρτία» επέλεξε να αυτοευνουχιστεί, γεγονός που εξαφανίζεται εντελώς, πιθανώς και από το βιβλίο (το υποθέτω, γιατί δεν το έχω διαβάσει), όσο και από το σενάριο της ταινίας.

Η ακραία επιθυμία του να συνευρίσκεται σεξουαλικά με ανήλικα άτομα, κινηματογραφικά αντικαθίσταται από τις ενοχές και τις τύψεις που ένοιωθε απέναντι στην χήρα του αδικοχαμένου συζύγου της που δολοφόνησε σε κατάσταση τρέλας. Και εκεί χάνεται το τόπι, που θα μπορούσε να μας οδηγήσει σε άλλα απάτητα και αδιερεύνητα μονοπάτια. Ποιος ηθοποιός κλάσης όμως, όπως ο Πεν θα στραπατσάριζε το προφίλ του με την απόδοση ενός ιδιοφυούς παιδόφιλου, που αν δεν συμμετείχε ενεργά δεν θα υπήρχε το περίφημο λεξικό.    

Ο Μελ Γκίμπσον και ο Σον Πεν είναι καλοί σε αυτό που διεκπεραιώνουν, αν και ο Πεν παίρνει αρκετά «βαριά» τον ρόλο του σχιζοφρενή και συνάμα ιδιοφυούς δρ Μάινορ.      

Λονδίνο, 1872. Ο πολύτεκνος και πολυμαθής καθηγητής Τζέιμς Μάρεϊ (Μελ Γκίμπσον – καλός) τίθεται επί κεφαλής από το Συμβούλιο της βασιλικής φιλολογικής εταιρείας στο να δημιουργήσει το πρώτο αγγλικό λεξικό, το οποίο υποστηρίζεται από τις εκδόσεις του πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

 Για βοήθεια ζητάει – μέσω των βιβλιοπωλείων – από τους Άγγλους πολίτες του νησιού αλλά και των αποικιών να στέλνουν στην ομάδα του την ετυμολογία και την προέλευση των λέξεων που απαρτίζουν το παλαιό και το σύγχρονο λεξιλόγιο της αυτοκρατορίας.

Αρχίζει να συγκεντρώνει ορισμούς, λήμματα, ώσπου η εργασία τελματώνει στην προέλευση των λέξεων «Art» (Τέχνη) και «Architecture» (Αρχιτεκτονική) με κίνδυνο να σταματήσει η έκδοση. Τις απαντήσεις θα τις δώσει ένας τρόφιμος σε άσυλο φρενοβλαβών εγκληματιών, ο Αμερικανός γιατρός Γουίλιαμ Τσέστερ Μάινορ Σον Πέν – καλός), που βασανίζεται από παράξενα οράματα και εμμονές, που αφορούν το βίαιο, στρατιωτικό του παρελθόν αλλά και την πρόσφατη δολοφονία ενός αθώου.

Ο καθηγητής Τζέιμς Μάρεϊ λαμβάνει πάνω από 10.000 λήμματα από τον ευρυμαθή δόκτορα και οι δυο άνδρες αναπτύσσουν μια σχέση θαυμασμού και εκτίμησης.  

«Ευτυχισμένος Λάζαρος»

(Lazzaro Felice)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Ιταλία, Ελβετία, Γαλλία, Γερμανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Αλίτσε Ρορβάχερ
  • Με τους: Άλμπα Ρορβάχερ, Ντείβιντ Μπένεντ, Σερζί Λοπέζ, Νικολέτα Μπράσκι
  • Διάρκεια: 125’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Σεναρίου 70o Φεστιβάλ Καννών

Η τρίτη κατά σειρά ταινία της βραβευμένης Αλίτσε Ρορβάχερ, κυριολεκτικώς, είναι χαμένη στην μετάφραση. Θέμα που λειτουργεί σε δυο διαφορετικά επίπεδα και εποχές με τον ίδιο ήρωα να διατρέχει χρονικά και ανέπαφα με την ουσία, τους προβληματισμούς και τις σκέψεις της σκηνοθέτιδας. Σενάριο που δεν παίρνει ανάσα και η απλοϊκότητα της κατασκευής της  – με την καλή φωτογραφία της  Ελέν Λουβάρ – βυθίζεται άδοξα στην λόπη του βαρετού λόγω της μεγάλης διάρκειας.

Απ΄ όπου κι αν την πιάσεις τα τοιχώματα της θρυμματίζονται και κάποιες καλές στιγμές της κονιορτοποιούνται στην δίνη της φλυαρίας και του θρησκευτικού σουρεαλισμού. Ώιμέ! Πουθενά δεν δουλεύει στρωτά το σενάριο, καθώς ο Φόρεστ Γκαμπ έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με τον σοβαροφανή μιμητισμό του Φελίνι και του Ντε Σίκα, ενώ ο Παζολίνι δεν θέλει ούτε να κοιτάξει από την γωνία.

Ο συμβολισμός και η αλληγορική διάθεση της Ρορβάχερ προκαλούν βωβό γέλωτα και η επιθυμία για κοινονικοπολιτικό σχόλιο σκοντάφτει στην παιδιάστικη αφήγηση της. Το σχόλιο για την Ιταλία του χθες και του σήμερα είναι αφαιρετικό, ούτε καν φανταστικό, και οι ανύπαρκτες εξηγήσεις για το πως, το τι και τι έγινε βρε παιδιά εδώ, λαμβάνουν το καλλιτεχνίζον συγχωροχάρτι… όχι από εμάς, αλλά από το κονκλάβιο που παρέδωσε βραβείο σεναρίου. Βοήθεια μας!!!       

Είναι η ιστορία του Λάζαρο, ενός νεαρού χωρικού τόσο καλόκαρδου που περνιέται για αφελής και του Τανκρέντι, ενός νέου αριστοκρατικής καταγωγής, καταραμένου από την ίδια του την φαντασία. Ένας ισχυρός δεσμός δημιουργείται μεταξύ τους, όταν ο Τανκρέντι ζητά από τον Λάζαρο να τον βοηθήσει να σκηνοθετήσει την ίδια του την απαγωγή.

Αυτή η περίεργη κι απρόσμενη συμμαχία είναι μια αποκάλυψη για τον Λάζαρο. Μια φιλία τόσο πολύτιμη που θα ταξιδέψει τον Λάζαρο στον χώρο – και τον χρόνο –  σε αναζήτηση του Τανκρέντι. Στην πρώτη του φορά στη σύγχρονη μεγαλούπολη ο Λάζαρο είναι σαν ένα θραύσμα του παρελθόντος, χαμένο στο μοντέρνο κόσμο.

«Κωδικός Κολιμπρί»

(The Hummingbird Project)     

 

  • Είδος: Δράμα, Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Καναδάς, Βέλγιο (2019)
  • Σκηνοθεσία: Κιμ Νγκούγιεν
  • Με τους: Τζέσι Αϊζενμπεργκ, Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ, Σάλμα Χάγιεκ
  • Διάρκεια: 111΄
  • Διανομή: Odeon

Σύμφωνα με την επιστήμη το κολιμπρί χρειάζεται 16 χιλιοστά του δευτερολέπτου για μία μόνο κίνηση των φτερών του. Εξίσου γρήγορα μεταφέρεται η πληροφορία που μπορεί να χαρίσει εξωφρενικά ποσά μέσω μιας οπτικής ίνας από το Νιου Τζέρσι στο Κάνσας, μόνο που δεν είναι ακριβώς το ίδιο αλλά ένα χιλιοστό πιο αργά στη νέα ταινία του Κιμ Νουέν. Τι θα άλλαζε αν οι ήρωες της ταινίας έβρισκαν τρόπο να κερδίσουν αυτό το χιλιοστό του δευτερολέπτου;

Ο Κιμ Νουέν εκθέτει και ξεσκεπάζει την αδίστακτη εποχή του ψηφιακού μας κόσμου με κυνικό, σκληρό και τρυφερό τρόπο ενώ ταυτόχρονα περιγράφει στοιχεία της ανθρωπότητας μέσα από το πρίσμα των μικροκυμάτων και των νετρονίων, των στοιχείων δηλαδή που μας ενώνουν με ταχύτατους ρυθμούς αλλά και μας χωρίζουν. Καθώς ο τεχνολογικά εξελιγμένος κόσμος μάς καταβροχθίζει, εμείς με τη σειρά μας βυθιζόμαστε μέσα σε αυτόν χωρίς να ενδιαφερόμαστε για το περιβάλλον, την υγεία μας ή για τον διπλανό μας.

«Είναι ενδιαφέρον γιατί οι περισσότερες ταινίες που ασχολούνται με αυτό το θέμα διαδραματίζονται σε ψυχρά γραφεία της Wall Street ενώ η συγκεκριμένη διασχίζει βουνά, χτυπάει πόρτες τις γειτονιάς και κυκλοφορεί. Ο βασικός μου σκοπός με αυτή την ταινία ήταν όχι να γίνω αυθεντία στο θέμα αλλά να εισάγω στην ιστορία την ανθρωπιά και το χιούμορ ώστε να μην είναι μια δύσκολη και ψυχρή, γεμάτη πληροφορίες ταινία», σχολιάζει ο υποψήφιος για Όσκαρ Τζέσι Άιζενμπεργκ (The Social Network). «Η ιδέα είναι περίφημη. Αυτοί οι δύο τύποι, τα outsider της ιστορίας, ξεκινάνε και μπλέκονται σε μια συναρπαστική περιπέτεια», προσθέτει ο βραβευμένος με Χρυσή Σφαίρα Αλεξάντερ Σκαρσγκαρντ (Big Little Lies).

Η χημεία των ηθοποιών είναι μοναδική σύμφωνα με τον σκηνοθέτη Κιμ Νουέν. «Για εμένα χημεία σημαίνει να μπορούν να είναι γενναιόδωροι μεταξύ τους οι ηθοποιοί, και αυτοί οι δύο τα πάνε περίφημα», σχολιάζει.

Δύο ξαδέρφια από τη Νέα Υόρκη, ο Βίνσεντ (Τζέσι Άιζενμπεργκ) και ο Άντον (Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ) δραστηριοποιούνται στις διεθνείς αγορές και στις Συναλλαγές Υψηλής Συχνότητας, όπου το κέρδος βγαίνει μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου.

Το όνειρό τους; Να φτιάξουν μια οπτική ίνα από το Κάνσας μέχρι το Νιου Τζέρσι που θα τους προσφέρει εκατομμύρια. Σε αυτό θα τους εμποδίσει η Εύα Τόρες, μια παρανοϊκή επενδύτρια και πρώην εργοδότριά τους, η οποία βρίσκεται συνεχώς πίσω τους και δεν θα σταματήσει μέχρι να τους δει να καταστρέφονται.

Ο Βίνσεντ και ο Άντον όμως είναι αποφασισμένοι να διασχίσουν την Αμερική για να βρουν τη λύτρωση, όχι μέσω χρημάτων, αλλά μέσω της οικογένειας και της επανασύνδεσής τους με τη γη.

«Στιγμιαία Οικογένεια»

(Instant Family)

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία : Σον Άντερς
  • Με τους: Μαρκ Γουόλμπεργ, Ρόουζ Μπερν, Ιζαμπέλα Μονέρ, Γκουστάβο Κιρό
  • Διάρκεια: 118’
  • Διανομή: Odeon

Αν και ο θεσμός της ανάδοχης οικογένειας είναι ένα εξαιρετικά σοβαρό θέμα, ο Σον Άντερς νιώθει άνετα να αναδείξει τις ευχάριστες και ελαφριές πλευρές του μιας και πρόκειται για ένα προσωπικό του ζήτημα.

Όταν εκείνος και η γυναίκα του αποφάσισαν να υιοθετήσουν τρία αδέρφια, τα περιστατικά που αντιμετώπισαν ήταν από φοβερά αστεία μέχρι και εξαιρετικά κουραστικά. «Σκέφτηκα ότι θα ήταν υπέροχο αν ο Τζον Μόρις κι εγώ μπορούσαμε να κάνουμε μια κωμωδία γι’αυτό το θέμα και όχι ένα βαρύ δράμα που ο κόσμος θα φοβόταν να δει. Ελπίζω αυτή η ταινία να βοηθήσει τα παιδιά που το έχουν ανάγκη να βρουν ένα σπίτι και μια οικογένεια», σχολιάζει ο Άντερς.

Πολλά από τα περιστατικά έχουν βασιστεί στις ιστορίες του Άντερς και στην ιστορία της Μαρίντ Γκριν, μιας νεαρής κοπέλας που υιοθετήθηκε στα 13 της.

Οι Άντερς και Μόρις την έχρισαν βοηθό τους για το σενάριο και την είχαν κοντά τους καθ’όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων. «Υιοθετήθηκα στα 13 μου. Μέχρι τότε ήμουν εκτός συστήματος. Με πήραν από τη μητέρα μου όταν ήμουν 8 χρονών γιατί εκείνη έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών και είχε βίαιους συντρόφους. Έζησα σε διάφορα σπίτια μέχρι να επιστρέψω πίσω μαζί της και να ξεκινήσει ξανά τη χρήση. Επέστρεψα στην αναδοχή και ευτυχώς βρέθηκαν άνθρωποι που με υιοθέτησαν. Έτσι απέκτησα αδέρφια και γονείς. Πλέον είμαι 20 χρονών και σπουδάζω στο UCLA», σχολιάζει η Γκριν.

Ο Πιτ (Μαρκ Γουόλμπεργκ) και η Έλι (Ρόουζ Μπερν) αποφασίζουν να κάνουν οικογένεια, οπότε, εξετάζουν την επιλογή της υιοθεσίας.

Όταν θα γνωρίσουν τρία αδέρφια, συμπεριλαμβανομένης μιας 15χρονης που κάνει την επανάστασή της (Ιζαμπέλα Μόνερ), θα διαπιστώσουν ότι από εκεί που δεν είχαν κανένα παιδί βρέθηκαν μέσα σε μια νύχτα με τρία. Τώρα, ο Πιτ και η Έλι θα προσπαθήσουν να μάθουν τα κατατόπια του να είσαι γονιός με ξεκαρδιστικό τρόπο με την ελπίδα να γίνουν οικογένεια.