fbpx

banner αεροδρομίου

«Εμείς»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Us)     

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τζόρνταν Πιλ
  • Με τους: Ελίζαμπεθ Μος, Λουπίτα Νιόνγκο, Γουίνστον Ντιουκ, Τιμ Χάιντεκερ, Γιάγια Αμπντούλ-Ματίν II, Άνα Ντιόπ
  • Διάρκεια: 120’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Κατόπιν του βραβείου Όσκαρ Καλύτερου Σεναρίου για το κοινωνικό έργο τρόμου «Τρέξε» (Get Out) στον σκηνοθέτη Τζόρνταν Πιλ, ο 40χρονος Νεοϋρκέζος αφροαμερικανός κατέφθασε με την δεύτερη ταινία του παραμένοντας στο ίδιο μοτίβο θεματολογίας: Τρόμος και αίμα με κοινωνιολογική υπόσταση.

Το «Τρέξε» δεν είναι από τις ταινίες που αξίζουν Όσκαρ σεναρίου και δεν μας συνεπήρε, μηδέ γοητευτήκαμε, άλλωστε η περσινή χρονιά των βραβείων θα μείνει αξέχαστη στην ιστορία ως η τελετή των εκπλήξεων και των λαθών. Τέλος πάντων, ο Πιλ είναι καλός κινηματογραφιστής και η απλότητα της πρώτης ταινίας του μετασχηματίζεται εδώ σε κάτι πιο περίπλοκο, που δυστυχώς, ξεφεύγει του ελέγχου.

Η αλήθεια είναι εμφανής, πως θέλει πολλά να πει ο άνθρωπος για τους μαύρους, τους λευκούς, την αλλοτρίωση στον έγχρωμο πληθυσμό της Αμερικής, τον πρόεδρο Ντόναλντ, μόνο που απουσιάζει η ευταξία, ο καθαρός αέρας για να ανασάνει η φούρια του με αποτέλεσμα η όποια σταθερή σεναριακή πορεία, για να καταστεί το σοφόν σαφές, εξανεμίζεται σαν ταχυδακτυλουργικό τρικ. Ο θεατής δεν καταφέρνει να διατηρήσει στο σκεπτικό του το προφανές για να έχει την δυνατότητα να κατανοήσει το δεύτερο και το τρίτο επίπεδο της ιδέας του Πιλ, οπότε η κούραση βροντοκτυπά το κατώφλι σου και αφήνεις την υπόθεση στην τύχη της.

Ενώ ξεκινάει τζάμι το θέμα δίνοντας του έξυπνα το κοινωνικο-πολιτικό και ψυχολογικό στίγμα του «Εμείς», που είναι οι σκιώδεις, καταπιεσμένοι και νοσηροί εαυτοί μας να ζητούν εκδίκηση από τις πολιτικά ορθές και γεμάτες εγωισμούς και ανταγωνισμούς οντότητές μας, αίφνης και προς το τελευταίο μέρος της ταινίας ξεφουρνίζει το φαντασιακό και ακραία μεταφυσικό, σκοτεινό παραμύθι, ως νέο δεδομένο να πηγάζει από κάπου αλλού ξέμπαρκα, δοσμένο με εντελώς άτσαλο τρόπο που το φιλμικό οικοδόμημα καταρρέει σαν πύργος φτιαγμένος από τραπουλόχαρτα. Λες και ο Πιλ χάθηκε κάπου στην μετάφραση, λες και αποφάσισε στην πορεία να δημιουργήσει με το «Εμείς» το δικό του κινηματογραφικό franchise τρόμου, καθώς το φινάλε του παίρνει την στράτα από εκεί που πέρασαν τα ζόμπι. 

Κρίμα, γιατί οι εικόνες του είναι μεστές και ατυχώς πνίγονται σε μια ακατάσχετη φλυαρία, αποδυναμώνοντας κάθε λαμπρή πτυχή της ευφυούς σύλληψης. Θέλει δουλειά ακόμα ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος στο είδος που επέλεξε να υπηρετήσει, κι εμείς θα αναμένουμε υπομονετικά το αριστούργημά του.

Η βραβευμένη με Όσκαρ για το «12 Χρόνια Σκλάβος», η όμορφη Λουπίντα Νιόνγκο είναι καλή και τραβάει επάνω της όλη την ταινία.

Οι μάσκες, το αίμα, τα ψαλίδια, το δερμάτινο γάντι, οι φόνοι και οι κόκκινες, ολόσωμες φόρμες δημιουργούν το τρομακτικό, φετιχιστικό περιβάλλον του Πιλ σε μια ταινία που πάσχει από δέκατα και κομμάρες.    

Ένα απροσδιόριστο και σκοτεινό τραύμα στοιχειώνει την Αντελέιτ (Λουπίντα Νιόνγκο  – καλή), το οποίο μέσα στα χρόνια βρίσκει τρόπους να επανέρχεται και να διαταράσσει τη γαλήνια οικογενειακή ζωή. Είχε βρεθεί ως παιδί το 1986, σε ένα απομακρυσμένο παιχνίδι τρόμου, σε ένα μικρό λούνα παρκ κοντά στην παραλία. Το μακάβριο θα άλλαζε τη ζωή της για πάντα.

Εκείνο το ανεξήγητο συμβάν θα έρθει να στοιχειώσει τη σημερινή οικογένειά της και το «άγνωστο» θα έρθει να τη βρει, σχεδόν καρμικά, με «δολοφονικές» ορέξεις, απειλώντας έτσι το σύγχρονο Αμερικάνικο όνειρο στο οποίο ζει εφησυχασμένη.

Τα πάντα θα πάρουν μια ακατανόητη και εφιαλτική τροπή, όταν στο κατώφλι του εξοχικού σπιτιού της οικογένειας, θα εμφανιστεί μια «άλλη» τετραμελής οικογένεια που έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με την δική της και που μοιάζει να είναι το είδωλο του σκοτεινού καθρέφτη τους.