fbpx

banner αεροδρομίου

Ελευθερία Κυρίμη, συνέντευξη στην Τίνα Πανώριου

 

 

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…Πολλοί είναι αυτοί που προτιμούν να εθελοτυφλούν, γιατί δυσκολεύονται να αμφισβητήσουν το κυρίαρχο εθνικό αφήγημα»

Η Ελευθερία Κυρίμη γεννήθηκε το 1968. Μεγάλωσε στον Πειραιά όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο ΕΚΠΑ και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Τι είναι εν ολίγοις η ιστορία σας αυτή, κα Κυρίμη; Μια προσπάθεια απάλυνσης βαθέων προσωπικών τραυμάτων της ηρωίδας σας ή μια πρόθεση να μην διαγραφούν αλλά να μαλακώσουν τραυματικές συλλογικές μνήμες;

Θα  έλεγα ότι είναι και τα δύο. Το ατομικό τραύμα της ηρωίδας, που έχει να κάνει κυρίως με την παιδική και εφηβική της ηλικία, συναντιέται με το συλλογικό τραύμα μιας ομάδας κατοίκων της Δυτικής Μακεδονίας που στο παρελθόν κυνηγήθηκαν για την καταγωγή και τη μητρική τους γλώσσα, ενώ ακόμα και σήμερα αντιμετωπίζονται τουλάχιστον με καχυποψία. Η συνάντηση αυτή, συλλογικού και ατομικού τραύματος, βοηθά εν τέλει και την ηρωίδα να κοιτάξει με μια άλλη ματιά το παρελθόν της, να συγχωρέσει και να καταφέρει έτσι να επουλώσει την πληγή.

Γράφετε τη «Θάλασσα στο χιόνι» επηρεασμένη από δικές σας μνήμες-αφηγήσεις γονέων ή οι σπουδές σας στη Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία σάς οδήγησαν σε αυτό το πεζογράφημα;

Άντλησα και από τις δύο δεξαμενές, οι οποίες όμως δεν είναι σε καμιά περίπτωση στεγανές. Στην ουσία πρόκειται για συγκοινωνούντα δοχεία. Δεν είναι επομένως πάντα εύκολο να προσδιορίσω επακριβώς την πηγή έμπνευσής μου.

Πόσα δικά σας στοιχεία δώσατε στην αιθεροβάμονα καθηγήτρια -καθημερινή γυναίκα, μητέρα, σύζυγο- που ανέβηκε να διδάξει στη Φλώρινα, να αφυπνίσει κάποια, λίγα έστω, παιδιά για την ιστορία τους;

Σίγουρα μοιράζομαι με την ηρωίδα του βιβλίου την αγάπη μου για την ιστορία και τη λαχτάρα για ένα διαφορετικό σχολείο που θα καλλιεργεί την ιστορική σκέψη των μαθητών. Από εκεί και πέρα οι ήρωες των ιστοριών που αφηγούμαστε αυτονομούνται και τραβάνε τις δικές τους πορείες.

«Σίγουρα είναι ευκολότερο να νοσταλγείς αυτούς που ξέρεις πως δεν πρόκειται να επιστρέψουν, παρά να κοιτάξεις κατάματα αυτούς που θέλεις να πιστεύεις πως δεν υπάρχουν», γράφετε κάπου και δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω. Πολύ πιο βολικό και «καλμαριστικό» δεν είναι  το πρώτο;

Είναι βολικό και ταυτόχρονα παραμυθητικό θα έλεγα, γιατί σε απαλλάσσει από κρίματα του παρελθόντος, χωρίς ιδιαίτερο κόστος. Η αποδοχή όμως του «άλλου», του διαφορετικού που στέκει δίπλα σου εδώ και τώρα, ζωντανός, με σάρκα και οστά, θέλει κότσια. Πολλοί είναι αυτοί που προτιμούν να εθελοτυφλούν, γιατί δυσκολεύονται να αμφισβητήσουν το κυρίαρχο εθνικό αφήγημα.

«Ήλθε στην Ελλάδα η δημοκρατία, έγινε νόμιμο το ΚΚΕ, έφυγε ο βασιλιάς, μπήκατε στην Ευρωπαϊκή Ένωση κι ακόμα κουβαλάμε τα κρίματα του Εμφυλίου», είναι ακόμα μια μαρτυρία του Στόγιαν στην έρευνα των παιδιών. Εσείς τι πραγματικά πιστεύετε; Μια μέρα η μακρινή πληγή αυτή θα κλείσει ή θα την «κουβαλάμε» εσαεί;

Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί σε μεγάλο βαθμό ο αριθμός των ερευνητών που ασχολούνται με τα συγκρουσιακά ζητήματα του Εμφυλίου αλλά και της Κατοχής. Αυτό δείχνει ότι τουλάχιστον στους κόλπους της επιστημονικής κοινότητας υπάρχει η διάθεση για συζήτηση. Το πρόβλημα όμως παραμένει για την υπόλοιπη κοινωνία. Στα σχολεία η περίοδος αυτή δεν διδάσκεται για να αποφευχθούν οι εντάσεις. Στα κεφάλια πολλών ανθρώπων –μεταξύ των οποίων και αρκετοί με δημόσιο βήμα– συνεχίζουν να επιβιώνουν απόψεις που φλερτάρουν ανοιχτά με μανιχαϊστικές, απλουστευτικές ή ακόμα και δογματικές λογικές. Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να ασχοληθούμε σοβαρά και με τα θέματα της νεότερης ιστορίας μας που αποτελούν ταμπού και όχι απλώς να βαυκαλιζόμαστε με το ένδοξο αρχαιοελληνικό παρελθόν.

Η συγχώρεση της εγκαταλελειμμένης κόρης προς την ωραία, παράξενη μάνα σάς προέκυψε γράφοντας την ιστορία ή την  είχατε στο μυαλό σας από την αρχή;

Εξαρχής γνώριζα την αρχή και το τέλος. Αυτό που θέλησα να αναδείξω είναι ότι τα πράγματα όχι μόνο σε μια επινοημένη ιστορία, αλλά και στη ζωή φυσικά, δεν είναι μονοσήμαντα. Η ηρωίδα βιώνει μια επαγγελματική ήττα, αλλά χάρη σε αυτή χτίζει τη γέφυρα που θα τη φέρει πάλι κοντά στη μητέρα της.

Η παρουσία μιας γιαγιάς σαν αυτής στο έργο σας, πολύτιμη σε κάθε οικογένεια, ανεξαρτήτως συνθηκών, δεν νομίζετε; (σσ και ευτυχώς που στην Ελλάδα εξακολουθούν κοντά μας να ζουν)

Μπορεί ενδεχομένως κανείς να κατηγορήσει την ελληνική οικογένεια για διάφορες αγκυλώσεις. Ωστόσο η φιγούρα της γιαγιάς παραμένει για πολλούς από εμάς ο φύλακας άγγελος των παιδικών μας χρόνων.

«Η θάλασσα στο χιόνι» είναι το πρώτο σας γραπτό. Θα ακολουθήσει σύντομα δεύτερο ή θα πάρετε τον χρόνο σας;

Άλλο είναι να πλάθεις ιστορίες με το μυαλό κι άλλο να αναμετριέσαι με τις λέξεις. Σκέψεις υπάρχουν. Χρειάζεται όμως χρόνος να ωριμάσουν, πριν ξεκινήσει η άνιση μάχη με τη γλώσσα.

Το βιβλίο: «Η Θάλασσα στο Χιόνι» κυκλοφορεί από το Μεταίχμιο