fbpx

banner αεροδρομίου

«Δύση Ηλίου»

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 (Napszállta  / Sunset)

 

  • Είδος: Δράμα ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Γαλλία, Ουγγαρία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Λάζλο Νέμες
  • Με τους: Τζούλι Τζάκαμπ, Σούζαν Γουέστ, Βλαντ Ιβάνοφ, Ουρς Ρεχν
  • Διάρκεια: 148’
  • Διανομή: Filmtrade
  • Διακρίσεις: Βραβείο Κριτικών Fipresci 75ου Φεστιβάλ Βενετίας

Από το ζενίθ στο ναδίρ. Μόνο με αυτές τις δύο λέξεις κατορθώνω να προσεγγίσω την πρώτη και την δεύτερη κινηματογραφική δουλειά του βραβευμένου Ούγγρου σκηνοθέτη, με το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας, Λάζλο Νέμες.  Πραγματικά, αδημονούσα να παρακολουθήσω την επόμενη ταινία του μετά τον αφοπλιστικό, τον μοναδικό για τα κινηματογραφικά δεδομένα «Γιό του Σαούλ» του 2015. Τι ταινία, τι δύναμη, τι ερεβώδης ποίηση, τι ελευθερία κίνησης στην κάμερα, τι σινεμά φιλμαρισμένο στα 35 mm, τι διείσδυση στην ανθρώπινη κόλαση και συνάμα στην εύοσμη λύτρωση. Έπος! Και τώρα στην «Δύση Ήλιου», την απόλυτα εξαρθρωμένη ταινία, όπως ακριβώς και η απόδοση του τίτλου της στα ελληνικά.

Φλύαρος, φοβισμένος, μονότονος, περισσότερο χαμένος και καθόλου συγκεντρωμένος ο Νέμες, για 148 λεπτά της ώρας παίζει με τα φωτογραφικά κάδρα, γυρισμένη και αυτή σε 35 mm, παίζει με τα σκηνικά του, παίζει με την ίδια, ασταμάτητη κίνηση της κάμερας, όπως και στον «Γιό του Σαούλ», παίζει αλληγορικά με το επιτηδευμένα πειραγμένο, έντονο φως του πρωινού ήλιου και το σκοτάδι της νύχτας, παίζει με τα πορτρέτα της  Τζούλι Τζάκαμπ, για να μας επικοινωνήσει, αν δεν κάνω λάθος, κάτι για την ματαίωση, κάτι για την απώλεια, κάτι που κάποτε ήταν η χώρα του και τώρα δεν είναι. Απλά και ξάστερα, περί όνου σκιάς η αφήγηση του.

Ο Νέμες ξεκάθαρα αγαπάει το σινεμά και την εικόνα της τέχνης που υπηρετεί. Στην ταινία αποδεικνύει περίτρανα αυτή την λατρεία, αλλά με τόσο κάλλος και καλλιτεχνία αμελεί την βασική ουσία που είναι το σενάριο και στο κουβάρι των τόσων πληροφοριών – οι περισσότερες από αυτές άχρηστες – και την πληθώρα των στοιχείων που συσσωρεύονται, το μόνο που καταφέρνει είναι να αποσυντονίσει το ενδιαφέρον και να κουράσει τον θεατή. Ελπίζω να μην είναι ο σκηνοθέτης πυροτέχνημα και να μην παρακολουθήσαμε την προσωπική, καλλιτεχνική του δύση.    

Βουδαπέστη 1913, στην καρδιά της Ευρώπης, ιστορικά τοποθετημένη πριν την έναρξη του Α’  μεγάλου πολέμου, στην τελευταία φάση της κραταιής Αυστρο-ουγγρικής αυτοκρατορίας. Η νεαρή Ίριζ Λάιτερ (Τζούλι Τζάκαμπ  – καλή) φτάνει στην Βουδαπέστη ελπίζοντας να εργαστεί ως καπελού στο θρυλικό κατάστημα- πιλοποιείο που κάποτε ανήκε στους γονείς της.

Παρόλα αυτά ο νέος ιδιοκτήτης  Όσκαρ Μπρίλλ (Βλαντ Ιβάνοφ  – καλός)  δεν δέχεται να την προσλάβει. Τη στιγμή της άφιξής της στο κατάστημα, γίνονται προετοιμασίες για την υποδοχή σημαντικών καλεσμένων της ουγγρικής αριστοκρατίας ένας άνδρας προσεγγίζει την Ίριζ αναζητώντας κάποιον Κάλμαν Λάιτερ, για τον οποίο – και παρόλο που φέρει το ίδιο επώνυμο με εκείνην- η Ίριζ δεν έχει ακούσει ποτέ τίποτε.

Αρνούμενη να φύγει από την πόλη, η Ίριζ  αρχίζει να αναζητά τον Κάλμαν Λάιτερ, τον μοναδικό συνδετικό κρίκο με το χαμένο παρελθόν της.  Αυτή η αναζήτηση την οδηγεί μακριά από τα λαμπερά φώτα του καταστήματος Λάιτερ, στους σκοτεινούς δρόμους μιας Βουδαπέστης που αρχίζει να αντανακλά την αναστάτωση ενός πολιτισμού που ετοιμάζεται να βυθιστεί στο χάος.