fbpx

banner αεροδρομίου

«Διαβόητος serial killer, κωμωδίες και η επιστροφή του Τσάκι», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Την διασκευή αριστουργημάτων ή σπουδαίων κομματιών από τον χώρο των Τεχνών, προσωπικά, ερμηνεύω την πράξη ως ένα νόμιμο βιασμό. Το σύμπαν της μουσικής, του κινηματογράφου και αυτό του θεάτρου υποφέρουν περισσότερο των υπολοίπων Τεχνών από την διαστροφική κυριαρχία της «διασκευής», που όταν διασκευάζεις σημαίνει ότι είσαι άδειος από έμπνευση και στείρος από ιδέες για πρωτογενή δημιουργία.

Ας αφήσουμε στην άκρη το εύκολο αφήγημα, που λέει: «εκφράζει μια άλλη άποψη ο καλλιτέχνης και για αυτό το διασκεύασε». Σε ποιο εκφράζει άποψη ο «καλλιτέχνης» στον ξένο αμπελώνα; Αν ο οποιοσδήποτε «καλλιτέχνης» έχει δική του άποψη, εμπρός, λοιπόν, ας γράψει δικό έργο.

Όποιοι «διασκευάζουν» το οτιδήποτε είναι στυγνοί βιαστές, ρηχοί καλλιτέχνες, τυχάρπαστοι, που για να ανεβάσουν ένα σκαλοπάτι την οντότητα τους αντλούν δύναμη και ενέργεια από τις πλάτες άλλων, μεγάλων δημιουργών που δυστυχώς έχουν αποχωρήσει από την Γη των ανθρώπων. Από τους Beatles μόνο ο Τζον Λένον αποδέχθηκε τον Τζο Κόκερ στην διασκευή του «With a Little Help from My Friends», που τραγούδησε στο Γούντστοκ το 1969, λέγοντας συμπαθητικά και καλοπροαίρετα, τότε, για τον Κόκερ: «πανάθεμα τον αυτός ο βραχνοκόκορας έχει ψυχή». Το αναφέρω διότι είναι, ίσως, η μόνη έντιμη, βαθιά εσωτερική – για πολλούς λόγους –  διασκευή, ολοκαινούργιου τραγουδιού, που ήταν ήδη διάσημο, αφού  ενάμιση χρόνο πριν το Γούντστοκ το άλμπουμ των Beatles: «Sgt. Peppers Lonely Hearts Club Band», γάζωνε στα τσαρτς και η μπάντα ετοιμαζόταν για το κύκνειο άσμα της: «Let it Be».  

Αρκετά ασπρόμαυρα b-movies της δεκαετίας του ‘50 πέρασαν τον ευρύχωρο σωλήνα της διασκευής και διακτινίστηκαν στα σαλόνια του mainstream με υψηλά budgets, γνωρίζοντας μεγαλύτερη επιτυχία και αναγνώριση από το κοινό, όπως η «Μύγα» (The Fly – 1986 ) του Ντέιβιντ Κρόνεμπεργκ ή  «Η Απειλή» (The Thing – 1982) του Τζον Κάρπεντερ. Δεν συμβαίνει τίποτα παραπάνω στις διασκευές, παρά η συμμετοχή της τεχνολογίας είναι αυτή που αλλάζει την ατμόσφαιρα του πρωταρχικού δημιουργήματος αλλιώς το νευρικό σύστημα παραμένει το ίδιο.     

Είναι εντελώς διαφορετικό το «μεταφέρω» ως έχει το αυθεντικό δημιούργημα και εντελώς διαφορετικό το «διασκευάζω», κοινώς του βγάζω τους οφθαλμούς, το κακοποιώ, ασελγώντας κατά το δοκούν πάνω σε κάτι που έχει αφήσει το δικό του, ιδιαίτερο στίγμα στην ιστορία της Τέχνης. Όλοι μας, πολλές φορές έχουμε βρεθεί σε καθεστώς ομηρίας, ουκ ολίγων διασκευών, άλλοτε ως αυτήκοοι και άλλοτε ως αυτόπτες μάρτυρες είτε στον κινηματογράφο, είτε στην μουσική, είτε στο θέατρο και, βέβαια, αμέτρητες είναι οι φορές που τραβήξαμε τις τρίχες της κεφαλής μας με αυτό που είδαμε και ακούσαμε.

Στην άνυδρη πλαγιά των «διασκευών» του σινεμά, του τραγουδιού και του θεάτρου στήθηκαν τρανές καριέρες, αναδείχθηκαν ερμηνευτές, στεφανώθηκαν ηθοποιοί του πάλκου και της μεγάλης οθόνης και όλα αυτά στην ράχη άλλων ανθρώπων, που κάποτε εμπνεύστηκαν να γυρίσουν μια θαυμάσια ταινία, να γράψουν όμορφους στίχους, να συνθέσουν μελωδίες για αξέχαστα τραγούδια και να σηκώσουν στην θεατρική σκηνή έργα που άφησαν εποχή.

Ο λόγος ύπαρξης της φασιστικής και φρικτής τακτικής που ονομάζεται «διασκευή», θεωρώ πως είναι ένας και μοναδικός: Να σβηστούν οι μνήμες της ιστορίας. Μνήμες που μέσα τους γεννήθηκε το όποιο δημιούργημα Τέχνης. Κι εκείνο το παλαιό, το υπέροχο και διαχρονικό, που φέρει μύρια αρώματα, ήχους, φωνές και σκέψεις άλλων στιγμών, το πλασάρουν οι βέβηλοι και οι αμύητοι ενδεδυμένο στην σύγχρονη οπτική, καταλήγοντας να μοιάζει με πεντάρφανο κλόουν πτωχευμένου τσίρκου.

Η κλασσική μουσική από την άλλη πλευρά είναι παγιδευμένη σε άλλου είδους διαστροφή, σε αυτή που ονομάζεται «περφεξιονισμός», έχοντας απολέσει την ψυχή της, καταλήγοντας ένα άνευρο σώμα να κινείται μηχανικά με έντονα τα σημάδια του αυτισμού, αναπνέοντας ξηρό, μουχλιασμένο αέρα ραντισμένο με φρεσκοκομμένα ροδοπέταλα.

Τα εικαστικά, η Τέχνη της συγγραφής και της ποίησης γλύτωσαν από τις διασκευές όχι όμως από τις πλαστογραφίες, ενώ η Τέχνη της ιστορίας, εδώ και αιώνες βρίσκεται σε μόνιμη παραχάραξη.   

 

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: Η.Π.Α (2018)
  • Σκηνοθεσία : Τζο Μπέρλιντζερ
  • Με τους: Ζακ ‘Εφρον, Λίλι Κόλινς, Χάλεϊ Τζόελ Όσμεντ, Τζον Μάλκοβιτς
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Spentzos Film

Ο Τεντ Μπάντι (Ζακ Έφρον – πολύ καλός!) είναι ωραίος, έξυπνος, μορφωμένος, αθλητικός, χαρισματικός, τρυφερός και ως φοιτητής της Νομικής γνωρίζει την νέα, ανύπαντρη μητέρα Λιζ Κένταλ (Λίλι Κόλινς –καλή!), ερωτεύονται και οι τρεις τους ζουν ως μια ευτυχισμένη οικογένεια.

Ένα βράδυ η αστυνομία σταματάει τον σκαραβαίο του Τεντ για έλεγχο ρουτίνας και ο αστυνομικός, βλέποντας στο πίσω κάθισμα διάφορα ύποπτα αντικείμενα  συλλαμβάνει τον Μπάντι και αμέσως στοιχειοθετείται κατηγορητήριο για μια σειρά από ειδεχθείς φόνους γυναικών σε πάνω από έξι πολιτείες των Η.Π.Α.

Όταν η  ανησυχία μετατρέπεται σιγά σιγά σε παράνοια η Λιζ αναγκάζεται να αναρωτηθεί πόσο καλά γνωρίζει τον άνδρα με τον οποίο μοιράζεται την ζωή της, καθώς όλο και περισσότερες αποδείξεις έρχονται στο φως, αλλά και να αποφασίσει αν ο Τεντ είναι αλήθεια αθώος ή ένοχος.

Παραγωγή της τηλεοπτικής πλατφόρμας Netflix, η οποία παίζεται ήδη στο αμερικάνικο streaming. Καλοφτιαγμένη σκηνοθετικά ταινία, η οποία διακρίνεται από δυο σημαντικά σημεία:

Πρώτον, ότι στα 110΄ λεπτά προβολής δεν βλέπεις ούτε έναν φόνο του Μπάντι, παρά μόνο στοιχεία και την δεκαετή προσπάθεια του πιο γνωστού, Αμερικάνου κατ΄ εξακολούθηση δολοφόνου γυναικών για να αθωωθεί στα δικαστικά έδρανα πριν καθίσει στην ηλεκτρική καρέκλα στις 24 Ιανουαρίου 1989 (42 ετών) στην κρατική φυλακή Μπράντφορντ Κάουντι της  Φλόριντα.

Δεύτερον: η άριστη ερμηνεία του Ζακ Έφρον («The Greatest Showman», «Baywatch», «Ανυπόφοροι Γείτονες», «Hairspray»), που κυριολεκτικώς τσαλακώνει το ανάλαφρο, γοητευτικό προφίλ του ωραίου, ηθοποιού απευθείας στο τραχύ δέρμα ενός υπαρκτού χαρακτήρα – διόλου ευχάριστου για το αμερικάνικο κοινό – να παίζει παλικαρίσια σε ρόλο απαιτήσεων και να αναδύεται με τις καλύτερες των εντυπώσεων και αλώβητος. Μπράβο του!

Το σενάριο του Μάικλ Βέρβι στηρίζεται στο βιβλίο της Ελίζαμπεθ Κένταλ: «The Phantom Prince: My Life With Ted Bundy» και λειτουργεί τόσο στην πλοκή, όσο και σκηνοθετικά σε πραγματικά γεγονότα, δίχως να γίνεται παραποίηση ή αλλοίωση των στοιχείων, αλλά να καταδεικνύει όχι το παρελθόν του διαταραγμένου ανθρώπου, αλλά το πόσο ασυνήθιστα ήταν οργανωμένος και υπολογιστικός ως εγκληματίας που χρησιμοποίησε τις εκτεταμένες γνώσεις του για τις μεθόδους επιβολής του νόμου, αποφεύγοντας την ταυτοποίηση για χρόνια, καθώς τα θύματα του (δυο ημέρες πριν εκτελεστεί ομολόγησε 30 δολοφονίες γυναικών από το 1974 έως το 1978) κάλυπταν επτά διαφορετικές πολιτείες.

Για την ιστορία να αναφέρουμε, ότι η πολυετής δίκη του Τεντ Μπάντι είναι η πρώτη στα τηλεοπτικά χρονικά των Η.Π.Α. που μεταδόθηκε απευθείας στους δέκτες του αμερικανικού λαού.

 

 

  • Είδος: Κωμωδία
  • Παραγωγή: Αργεντινή, Ισπανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Γκαστόν Ντουπράτ
  • Με τους: Αντρέα Ακάτο, Λουκάς Αράντο, Ραούλ Αρεβάλο
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Seven Films

Ο Αρτούρο είναι ένας γοητευτικός, εκλεπτυσμένος και αρκετά αδίστακτος γκαλερίστας. Έχει τη δική του γκαλερί στο κέντρο του Μπουένος Άιρες, μια πόλη που τον συναρπάζει.

Ο Ρένζο είναι ένας δύστροπος καλλιτέχνης, ένας πικρόχολος ζωγράφος σε σαφή παρακμή. Μισεί οποιαδήποτε μορφή κοινωνικότητας και ζει απομονωμένος σε ένα απεριποίητο σπίτι.

Παρόλο που τους δύο άντρες τους συνδέει  μια παλιά φιλία, δε συμφωνούν σχεδόν σε τίποτα. Οι απόψεις και οι ιδέες τους είναι τόσο αντίθετες, που δημιουργούν συνέχεια μεταξύ τους μεγάλες εντάσεις και συγκρούσεις. Ωστόσο, παρά τις διαφορές αυτές, είναι σπουδαίοι φίλοι. Και αυτή η κωμωδία είναι γι’ αυτή τη φιλία και τις συνέπειες της.

Μετά τη βραβευμένη στη Βενετία ταινία του, τον πραγματικά εξαιρετικό: «Επιφανή Πολίτη», ο Γκαστόν Ντουπράτ, επιλέγει την ίδια εγκεφαλική λίμνη του χιούμορ και της κωμωδίας που γελάς, αλλά πονάς και θλίβεσαι ταυτοχρόνως.

Ο τόνος αυτής της ταινίας ταιριάζει υπέροχα και στους δυο σπουδαίους ηθοποιούς (Γκιγιέρμο Φρανσέγια και Λουίς Μπραντόνι), που προσφέρουν στην ταινία δύο καλές ερμηνείες. Η ταινία έχει ένταση, δράμα, συγκίνηση αλλά και πολύ χιούμορ. Εκτός από την συναρπαστική ιστορία που συνδέεται με τις απάτες στον κόσμο της τέχνης, η ταινία αντικατοπτρίζει τις αντιφάσεις της καλλιτεχνικής δημιουργίας και τα όρια της.

Η παραγωγή ολοκληρώθηκε σε 8 εβδομάδες με γυρίσματα στο Μπουένος Άιρες, στο Ρίο Ντε Τζανέιρο και στο εντυπωσιακό φυσικό τοπίο του Σαν Σαλβαδόρ.

 

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Γαλλία, Η.Π.Α., Καναδάς (2019)
  • Σκηνοθεσία: Λαρς Κλέβμπεργκ
  • Με τους: Όμπρεϊ Πλάζα, Μαρκ Χάμιλ, Γκάμπριελ Μπέιτμα
  • Διάρκεια: 99’
  • Διανομή: Odeon

Η νεαρή μητέρα Κάρεν  (Όμπρεϊ Πλάζα), δωρίζει στον γιο της Άντι (Γκάμπριελ Μπέιτμαν) μια κούκλα Buddi, μη γνωρίζοντας την απειλητική και δολοφονική φύση που κρύβεται μέσα της.

H αιμοδιψής κούκλα, που πλέον διαθέτει τεχνητή νοημοσύνη, επιστρέφει για να σκορπίσει τον τρόμο και τον θάνατο, στοιχειώνοντας σκέψεις, ψυχές και παιχνίδια.

Reboot για την «Κούκλα του Σατανά», το γνωστό Τσάκι που σήκωσε κάγκελο τις τρίχες των θεατών το 1988 (Child’s Play), σε σκηνοθεσία, τότε, του Τομ Χόλαντ. Τώρα, στην εποχή της ψηφιακής εξουσίας και της τεχνητής νοημοσύνης η κούκλα τρόμος πρέπει να έχει το δικό της βήμα δράσης. Έτσι, γύρισαν τον ηλεκτρονικό δαιμονισμένο Τσάκι ξανά από την αρχή, δίνοντας μάλιστα και αρκετά στοιχεία για την αιτία που μεταμορφώθηκε σε σκοταδόψυχη κούκλα.

Εμείς νοσταλγικά επιλέγουμε τον Τσάκι των eighties, δαγκωτό, κι ας μπει ένα τέλος στις ανασυστάσεις των κινηματογραφικών ταινιών και στα remake. Νισάφι πια με αυτό το «βιολί», σε λίγο το σινεμά δεν θα διαθέτει ιστορία, αλλά θα καταντήσει μια αστραπιαία πληροφορία με ημερομηνία λήξης.   

(Qu’est-ce qu’on a encore fait au bon Dieu?)      

 

 

  • Είδος: Κωμωδία
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Φιλίπ ντε Σοβερόν
  • Με τους: Κριστιαν Κλαβιέ, Σαντάλ Λομπί
  • Διάρκεια: 99΄
  • Διανομή: Odeon

Στην πρώτη ταινία, ο υποψήφιος για Σεζάρ Κριστιάν Κλαβιέ (Αστερίξ και Οβελίξ: Επιχείρηση Κλεοπάτρα), υποδύεται τον Κλοντ, ο οποίος ζει μαζί με την γυναίκα του Μαρί που υποδύεται η Σαντάλ Λομπί (Τα Χέρια σου στα Γόνατά μου).

Οι αξιαγάπητες κόρες τους Οντίλ, Ιζαμπέλ και Σεγκολέν έχουν παντρευτεί τον Εβραίο Νταβίντ, τον Αλγερινό Ρασίντ και τον Κινέζο Τσάο, αντίστοιχα. Το κερασάκι στην τούρτα μπαίνει από την μικρότερη κόρη τους, Λορ, που τους ανακοινώνει ότι θα παντρευτεί τον Ιβοριανό Σαρλ. Όλα, βέβαια, τελειώνουν καλά και ο Κλοντ και η Μαρί μαθαίνουν να αγαπούν τη διαφορετικότητα των γαμπρών τους.

Στο σίκουελ, το πρόβλημά τους είναι ότι οι κόρες τους, όχι μόνο παντρεύτηκαν ξένους γαμπρούς, αλλά σχεδιάζουν να μεταναστεύσουν σε άλλες χώρες, είτε για προσωπικούς είτε για επαγγελματικούς λόγους. Την ίδια στιγμή, ο πατέρας του Σαρλ, Αντρέ Κοφί, θα έρθει αντιμέτωπος με μια έκπληξη.

Με την πρώτη ταινία να σπάει ταμεία στη Γαλλία με έσοδα 12 εκατομμύρια, και 174 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως, ήταν αναμενόμενο να γίνει και σίκουελ. «Ήταν έκπληξη η επιτυχία της πρώτης ταινίας και μου έκανε εντύπωση το πόσο καλά τα πήγε στο εξωτερικό. Όταν τα θέματα είναι παγκόσμια, το χιούμορ μπορεί να δουλέψει παντού», δηλώνει ο σκηνοθέτης της ταινίας Φιλίπ ντε Σοβερόν.

Την σκηνοθεσία αναλαμβάνει και πάλι ο υποψήφιος για Goya Φιλίπ ντε Σοβερόν, ο οποίος έχει αναλάβει και το σενάριο μαζί με τον Γκι Λοράν. «Ήμουν στην εξοχή την περίοδο των εκλογών. Άκουγα ανθρώπους να λένε ότι θα φύγουν από την Γαλλία αν βγει ένα συγκεκριμένο κόμμα και παρατήρησα ότι πολλές μειονότητες εξέφραζαν παράπονα για τις διακρίσεις που γίνονται εναντίον τους», αναφέρει ο ντε Σοβερόν περιγράφοντας το πώς του ήρθε η ιδέα για την ιστορία του σίκουελ.

Και συνεχίζει λέγοντας ότι εμπνέεται από πράγματα που βλέπει και που συμβαίνουν γύρω του. «Η πρώτη ταινία ήταν και η πρώτη πηγή έμπνευσης. Στόχος μου ήταν οι χαρακτήρες να αντιμετωπίσουν καινούργια προβλήματα».