fbpx

banner αεροδρομίου

«Δεύτερος γύρος για την «Λάμψη» και την χώρα των ζόμπι», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 11

Είμαστε γεμάτοι ιστορίες. Από δημιουργίας του ανθρώπου είναι σαν εκδίδονται λογής περιπέτειες σε βιβλίο, άλλοτε σε αυτοτελή επεισόδια και άλλοτε σε συνέχειες, όμοια με κινηματογραφικά σενάρια να διαδραματίζονται πότε στην σφαίρα του ακραίου ρεαλισμού και πότε στα βασίλεια του παράδοξου. Καμιά από αυτές δεν είναι ίδια με την άλλη. Όλες όμως διαθέτουν ένα φινάλε. Το τέλος του ήρωα ή των ηρώων της κάθε διαφορετικής ιστορίας ως προς την πραγμάτωση του σκοπού.

Τα μυθιστορήματα ή τα κινηματογραφικά σενάρια φτάνουν την ιστορία μέχρι του σημείου που, συνήθως, διαγράφεται ένα αίσιο τέλος στην όποια περιπέτεια των πρωταγωνιστών, κάτι σαν κάθαρση, σαν ένας ολόφωτος ήλιος στα δεινά, απλά για να αφήνουν μια γλυκιά γεύση στον συναισθηματικό ουρανίσκο του αναγνώστη ή του θεατή. Στην δράση της κοινωνικότητας της κάθε ιστορίας το δίκιο λαμβάνει τον θώκο που του αξίζει, ενώ το άδικο κουτρουβαλιάζεται στα σκοτεινά ερέβη ως η σκοτεινή ανταμοιβή των απεχθών πράξεων, εάν υπάρχουν. Ως μικροί άνθρωποι μάθαμε από τα παραμύθια το ζαχαρένιο τέλος της κάθε ιστορίας να εκφωνείται κάπως έτσι: «…και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα».

Ακόμα και στους μυητικούς μύθους με τα λογής τέρατα και τις απόκοσμες, δαιμονικές παρουσίες το καλό πρυτανεύει στο τέλος και επέρχεται η ποθητή ισορροπία. Στις δε αστυνομικές ή κοινωνικές ιστορίες, εκεί δηλαδή όπου υπάρχει συνήθως η αφαίρεση ανθρώπινης ζωής, προερχόμενη από ιδιοτελείς σκοπούς είτε από θυμό, είτε από οργή, το ηθικό δίδαγμα κάθε αναγνώσματος ή κινηματογραφικού έργου που αναδύεται διαλαλεί, ότι τέλειο έγκλημα δεν υπάρχει και αργά ή γρήγορα η δικαιοσύνη θα αποδοθεί στον θύτη.

Έρχεται, λοιπόν, ο Γούντι Άλεν με το «Match Point» και ανατρέπει τα δεδομένα, προσφέροντας στον θύτη την ευκαιρία να διασωθεί και να μην πληρώσει για το έγκλημά του. Ένα τέτοιου είδους κινηματογραφικό σενάριο θέλει κότσια, από την στιγμή που, παιδιόθεν, έχουμε διδαχθεί και στην συνέχεια διαιωνίζουμε διδακτικά στους απογόνους μας την πορεία του ορατού ή του αθέατου αντιτίμου των πράξεων μας. Πόσο μάλλον να βλέπεις στο μεγάλο πανί, ότι ο άτιμος δολοφόνος τις σκαπουλάρει, βγαίνει λάδι και τελικώς «έζησε αυτός καλά και εμείς…».

Ο θάνατος, το ανθρώπινο τέλος δηλαδή, ήταν, είναι και θα είναι ο δεύτερος, ισχυρότερος εχθρός του ανθρώπου. Ο πρώτος είναι ο εαυτός του. Όλοι μας, ουδεμίας και ουδενός εξαιρουμένου, στο άκουσμα και μόνο του βιολογικού τέλους μας παγώνει το αίμα μας, ενώ το έξω μας βιώνει ακραίες πολικές συνθήκες σε σημείο παράλυσης. Ελάχιστοι είναι οι άνθρωποι που συνειδητοποιούν ως μια σοφή σκέψη το ενδεχόμενο, ότι τα πάντα στον απέραντο Κόσμο που έχουν μια αρχή, συνεπώς έχουν και ένα τέλος. Όταν δε, είμαστε νέοι, ενεργοί, ακμαίαοι, με σώας τα φρένας και μας πληροφορήσει ο δείνα γιατρός, ότι τελείωσε το λαδάκι μας και ήγγικεν το τέλος μας, τότε αρχίζει το γλέντι.   

Άπασες οι θρησκείες στο θέμα του θανάτου συμπεριφέρονται, αποκλειστικά για τους ενάρετους ανθρώπους, σαν ταξιδιωτικά γραφεία μοιράζοντας πολλά υποσχόμενες μπροσούρες περιγράφοντας ειδυλλιακούς, χλοερούς τόπους αναψυχής, κρυστάλλινα νερά, χαλαρωτικές μουσικές, πιλάφια, ουρί, πολύχρωμα, ουράνια φώτα, νιρβάνες, ηρεμία και μια ζηλευτή γαλήνη, που όμοια της δεν υπάρχει πουθενά.

Μαρτυρίες ανθρώπων που πήγαν και ήρθαν έπειτα από ολιγόλεπτο ταξίδι στο επέκεινα αναφέρουν, πραγματικά, για μια πρωτόγνωρη ανακούφιση, μια απαλλαγή από τα γήινα βάρη, ένα ξελάφρωμα από έννοιες και άγχη, καθώς βάδιζαν σε ένα φωτεινό τούνελ μόνοι τους ή με συντροφιά προς άγνωστη κατεύθυνση.

Τα στρατόπεδα που έχουν στηθεί πέριξ αυτής της αντίληψης είναι δυο και τρίτο δεν χωρεί. Αυτό των διάφορων θρησκευτικών δογμάτων που κυριαρχούν στον πλανήτη, ότι η ψυχή δεν χάνεται και συνεχίζει το ταξίδι των μετεμψυχώσεων της (Βουδισμός-Ινδουισμός). Η ψυχή πηγαίνει στο παραδεισένιο αναψυκτήριο, περιμένοντας την δεύτερη παρουσία για να κατέλθει στο ίδιο σώμα, που φυσικά έχει γίνει σκόνη (Χριστιανισμός). Η ψυχή εντάσσεται στην ροή της θεϊκής ουσίας ες αεί (Εβραϊσμός) και ακόμα, ότι τοποθετείται σε χώρους με τρισθεόρατα βουνά από πιλάφι και εκπάγλου ομορφιάς ουρί (μόνο για άνδρες το Ισλάμ). Η αντιπέρα όχθη, βέβαια, για τους μη θρησκευόμενους και ενάρετους είναι η κόλαση με τις γνωστές, καυτές παροχές της.

Υπάρχει και το δεύτερο στρατόπεδο, επίσης ισχυρό όπως και το προηγούμενο, αυτό που ελληνιστί χαρακτηρίζουμε ως «one and out life», δηλαδή «ζωή μια και έξω», άνευ των παραπάνω ονειρεμένων διαμονών στα πεντάστερα καταλύματα και, φυσικά, άνευ επιστροφής στο γήινο θέατρο. «Ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε και ό,τι αρπάξει η έδρα μας», διατυμπανίζουν με παρρησία οι διάφοροι ζηλωτές του απτού ρεαλισμού και του αθεϊσμού.

Μετά θάνατον, δηλαδή, σκορπίζεται το αόρατο της ανθρώπινης οντότητας σε οξυγόνο, υδρογόνο και άζωτο προς το άπειρο του σύμπαντος, είτε αυτό είναι η αποθηκευμένη σκέψη μας σε υλοποιημένη δράση και οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες, είτε είναι το αδάμαστο, συσσωρευμένο συναίσθημα μας. Μηδέ παράδεισοι, μηδέ τάρταρα, μηδέ θεία δίκη και καθαρτήρια, βλέπε το ανήθικο «Match Point», του Γούντι Άλεν. Σε αυτό που συμφωνούν απόλυτα οι δυο διαφορετικές απόψεις για το ανθρώπινο τέλος είναι στο θέμα της ύλης, όπου το σαρκίο μας τοποθετείται ευλαβικά στην αγκαλιά της γης για να αφομοιωθεί από την δύναμη της.

Σημαντικό είναι, πως ο ημιμαθής άνθρωπος ουδέποτε θα συμβιβαστεί με το ζήτημα του τέλους του σε αυτό τον πλανήτη και ο λόγος είναι, ότι ουδείς από τους παραπάνω, πολλά υποσχόμενους προορισμούς των θρησκευτικών δογμάτων δεν μπορεί να τον πείσει για το τι ακριβώς είναι το «τέλος». Ο φόβος του θανάτου θα ροκανίζει βασανιστικά τον πολύτιμο, μικρό χρόνο της ζωής του και ως φενάκη, μη μπορώντας διαφορετικά, θα χρησιμοποιεί αστεία και κωμικά όλα τα παραπάνω «δεκανίκια» όχι για να απελευθερωθεί, αλλά για να ζήσει κι άλλο, κι άλλο, πανάθεμά τον.

Μόλις εμφανιστεί το μοιραίο, ως ο συνεπής προγραμματισμός της ειμαρμένης, σε όποιο έτος της ηλικίας κι αν διανύουμε, συνειδητά θα κατουρηθούμε επάνω μας, για να μην περιγράψω κάτι το σκληρότερο. Αμέσως κατανοώ παράλληλα και την εύλογη απορία μας. Οι «αθώοι», μικροί άνθρωποι, τα βρέφη, πού στο καλό εντάσσονται σε όλο αυτό το σχέδιο ζωής και θανάτου, όταν εγκαταλείπουν τα γήινα πριν ακόμα δοκιμάσουν τις γεύσεις τις ζωής, τεστάροντας τις δυναμικές τους ως ανθρώπινα όντα; Σε αυτή την απορία επιτρέψτε μου να γράψω, πως ο καθένας μας ας ανακαλύψει τις απαντήσεις κατά την διάρκεια της σύντομης διαδρομής μας. Γνωρίζουμε, όμως πολύ καλά, πως στις βρεφικές και τις μικρές ηλικίες υπάρχει πλούσια συνείδηση, ολοκάθαρη μάλιστα σαν διαυγές κρύσταλλο, συνείδηση ενταγμένη ακέραια και ολοκληρωτικά στην Αλήθεια και την Ελευθερία, καθώς δεν έχουν προλάβει να αλλοτριωθούν από την ανθρώπινη ανοησία.

Στον πυρήνα της ουσίας, τελικά, δεν γνωρίζουμε τον εαυτό μας, πως, δαίμονα, αναζητούμε το σπουδαίο νόημα του «τέλους» μας, αφού έχουμε χάσει την ιστορία μας με πρωταγωνιστές εμάς τους ίδιους; Είναι ένα ερώτημα που με βασανίζει πολλά χρόνια. Δεν συμφιλιωθήκαμε με τα λάθη μας, ούτε καν παρατηρήσαμε τις ανοησίες μας και διαρκώς επαναλαμβάνουμε το ίδιο μοτίβο σε διαφορετικό διάκοσμο, ενώ ως «ευλογημένοι» σέρνουμε σισύφια το βαρύ άρμα της θρησκευτικής «αμαρτίας». Ταπεινοί και χειραγωγήσιμοι «δούλοι» είμαστε ενός παντοκράτορα, αυτοκράτορα, δικτάτορα…

Αξιολόγηση Ταινιών

 

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

 

«Δόκτωρ Ύπνος»

(Doctor Sleep)

 

 

  • Είδος: Τρόμος, δράση
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Μάικ Φλάναγκαν
  • Με τους: Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, Ρεμπέκα Φέργκιουσον, Κάιλεχ Κάραν, Κλιφ Κέρτις Νατάλια Ρέγιες
  • Διάρκεια: 153’
  • Διανομή: Tanweer

Με αρκετά ψυχολογικά τραύματα από την εξωφρενική, παιδική εμπειρία του στο ξενοδοχείο «Overlook», ο Ντάνι Τόρανς (Γιούαν ΜακΓκρέγκορ – καλός) προσπαθεί να βρει την εσωτερική του ηρεμία. Αλκοολικός και κοινωνικά χαμένος, σε μια αναπάντεχη, μεταφυσική συνάντηση με την μικρή και θαρραλέα Άμπρα (Κάιλεχ Κάραν – καλή), θα αλλάξει η ζωή του.

Η Άμπρα διαθέτει τις ίδιες ακριβώς πνευματικές ιδιότητες με τον Ντάνι, την γνωστή ως «λάμψη» και οι δυο τους θα επιστρατεύσουν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν την δαιμονική Rose the Hat (Ρεμπέκα Φέργκιουσον – καλή), την αρχηγό μιας συμμορίας μεταφυσικών δολοφόνων, με την ονομασία «The True Knot» (ο Δεσμός), που αναζητούν προικισμένους ανθρώπους με υπερφυσικές δυνάμεις, απλά για να «ρουφήξουν» την αύρα τους και να γίνουν αθάνατοι.

Να θεωρήσουμε, πως αυτή η ταινία – βασιζόμενο το σενάριο στο ομότιτλο βίβλο (ημερομηνία έκδοσης 2013) -, είναι ο απόλυτος «εξορκισμός» του Στίβεν Κινγκ στην ταινία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Οι λάτρεις της «Λάμψης» του 1980, γνωρίζουν, πάραυτα, την επί δεκαετιών διαμάχη ως προς την αντιπάθεια που τρέφει ο Κινγκ στον Κιούμπρικ, λόγω της «άστοχης» σεναριακής, διαχείρισης των χαρακτήρων του βιβλίου από τον αξέχαστο σκηνοθέτη, κάτι που ο συγγραφέας δεν «χώνεψε» ποτέ και, μάλιστα, ποτέ δεν το συγχώρεσε στον Στάνλεϊ, καθώς το μυθιστόρημα εμπεριέχει πλείστα βιογραφικά στοιχεία του Κινγκ, όπως ο αλκοολισμός του, τα οποία ο σκηνοθέτης, αυτοκρατορικά, τα μετέθεσε στον κάλαθο των αχρήστων. Η «Λάμψη» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, πάντως είναι το φιλμ ορόσημο στο κινηματογραφικό είδος του μεταφυσικού τρόμου, παρότι ο Κίνγκ γεννά φλύκταινες στο άκουσμα της.    

Να, λοιπόν και η συνέχεια της, που οι φανατικοί του συγγραφέα περιμένουν να απολαύσουν. Άλλο στόρι και άλλο ύφος. Αναλογιστείτε μόνο το δυσβάσταχτο βάρος και την πίεση μεγατόνων που ένοιωσε ο Αμερικανός Μάικ Φλάναγκαν όταν σκηνοθετούσε το sequel ενός θέματος, που ο κατά τα άλλα ο προσηνής και συνεργάσιμος Στίβεν Κινγκ, προφανώς θα φιλούσε καραούλι μην και συμβούν στον «Doctor Sleep» τα ίδια παρατράγουδα με αυτά της «Λάμψης». Η συγγραφή του βιβλίου, ως συνέχεια, είναι εμφανώς μια εσωτερική εντολή του Κινγκ, ένας φόρος τιμής για να δικαιώσει το αγαπημένο του πρώτο μέρος, που «κακόπεσε» κινηματογραφικά στα χέρια του Στάνλεϊ Κιούμπρικ.   

Ο Φλάναγκαν με αυτή την ταινία δεν αγγίζει παρθενικά τα «ιερά» γραπτά του μετρ του τρόμου. Σκηνοθέτησε ικανοποιητικά το νετφλιξιακό «Το Παιχνίδι του Τζέραλντ», ενώ οι περγαμηνές του πίσω από τον φακό μαρτυρούν κινηματογραφιστή που εργάζεται αποκλειστικά στο σινεμά του τρόμου: («Ouija: Η Πηγή του Κακού», «Somnia», «Hush», «Ο Καθρέφτης της Κολάσεως»), συνοδεύοντας, μάλιστα, τις ταινίες του τόσο στη σεναριακή εκπόνηση, όσο και στην επίπονη δουλειά του μοντάζ. Έτσι και εδώ, στην μεταφορά του βιβλίου σε σενάριο και στο μοντάζ ηγείται ο ίδιος ο σκηνοθέτης και δεν τα πηγαίνει διόλου άσχημα, καθώς όλες οι ταινίες που αφορούν τον Κινγκ ως προς την παράδοξη και μεταφυσική τους γραφή, κινηματογραφικά είναι, άπασες, προβληματικές, έως αποτυχημένες.

Οι ερμηνείες είναι συμπαγείς, η φωτογραφία του Μάικλ Φιμογκνάρι άψογη και η σεκάνς του φινάλε στο γνωστό, ορεινό ξενοδοχείο «Overlook», για τους παλαιότερους, θα οργανώσει ένα νοσταλγικό ταξίδι ήχου και εικόνας στην, τότε, παράνοια του Τζακ Τόρενς. Το σίγουρο είναι, ότι δεν θα ενταχθείτε στην ψυχρή και ανατριχιαστική, κιουμπρικιανή ατμόσφαιρα της προ 39ετίας «Λάμψης», αλλά σε μια μοντέρνα, καλοστημένη ταινία τρόμου, που τα στοιχεία της πλοκής διαθέτουν την απαιτούμενη θριλερική αγωνία και η δράση της χαϊδεύει με άποψη και διακριτικά την διαλεκτική και το στιλ των «X-Men», αλλά και του υπέροχου, τηλεοπτικού «Sense 8».

Πάντως, αυτά που ο Κίνγκ θέλει να περάσει στο μεγάλο πανί, και αφορούν το κτίσιμο των χαρακτήρων, ο Φλάναγκαν τα υπηρετεί ευλαβικά και με ζήλο. Σε μια περίοδο που το κινηματογραφικό είδος του τρόμου βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση ο «Δόκτωρ Ύπνος» είναι μια καλή πρόταση, που δεν «κοιμάσαι».

«Zombieland: Διπλή Βολή»

(Zombieland: Double Tap)

 

 

  • Είδος: Τρόμος, κωμωδία
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ρούμπεν Φλάισερ
  • Με τους: Γούντι Χάρελσον, Τζέσι Άιζενμπεργκ, Άμπιγκεϊλ Μπρέσλιν, Έμα Στόουν, Λουκ Γουίλσον, Ροζάριο Ντόουσον, Ζόι Ντόιτς
  • Διάρκεια: 99’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Χάος και τρελές καταστάσεις, που εκτυλίσσονται από τον Λευκό Οίκο μέχρι την ενδοχώρα, φέρνουν αντιμέτωπους: τον Ταλαχάσι (Γουντι Χάρλεσον – δεν έχασε διόλου το κέφι του), τον Κολόμπους (Τζέσι Άιζενμπεργκ – σαν να μην πέρασε μέρα από πάνω του), την Γουίτσιτα (Έμα Στόουν – απαραίτητη η παρουσία της) και την Λίτλ Ροκ (Άμπιγκεϊλ Μπρέσλιν – ενηλικιώθηκε), με τα νέα είδη ζόμπι, τα οποία έχουν εξελιχθεί εντός της δεκαετίας που πέρασε.

Καινούριοι επιζήσαντες του σπάνιου πια ανθρώπινου είδους ανακαλύπτονται και νέα καταφύγια έρχονται στο προσκήνιο της περιπέτειας των τεσσάρων φίλων. Πάνω απ’ όλα, όμως, το παρεάκι πρέπει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της δικής του αυτοσχέδιας οικογένειας, καθώς τα χρόνια πέρασαν και εκείνοι μεγάλωσαν.

Ο κινηματογραφικός θρίαμβος του cult «Zombieland» εν έτει 2009, προφανώς απαιτούσε μια συνέχεια. Συνήθως, όταν μια μεγάλη επιτυχία, ως προϊόν που αναπάντεχα έκοψε άφθονη μονέδα και έπειτα από μια δεκαετία ρίχνεται στο χυτήριο για να κραματοποιηθεί σε μορφή sequel, τότε είσαι προετοιμασμένος για να αντιμετωπίσεις την ενδεχόμενη τραγωδία. Το πρώτο που σκέφτεσαι είναι, ότι η υπέροχη, πρωτογενής ιδέα θα σαλατοποιηθεί ξανά στον βωμό του χρήματος. Κι όμως, το sequel «Zombieland: Double Tap» κρατάει σταθερά το ύψος και την διάθεση του, δίχως, βέβαια, να ανεβάζει κλίμακες στα πεδία της υπέρβασης, αλλά είναι το ίδιο σαρκαστικό, το ίδιο ξεκαρδιστικό και το ίδιο περιπετειώδες.  

Στο σκηνοθετικό τιμόνι παραμένει ο ίδιος καπετάνιος, αφού ο Αμερικανός Ρούμπεν Φλάισερ γνωρίζει τον σφυγμό και την ρότα του plot σαν την τσέπη του. Με τηλεοπτική θητεία σε διάφορες σειρές και με το «Venon» πίσω του, ο Φλάισερ χαράζει ξανά την σκηνοθετική διαδρομή ενός σεναρίου που τελικά έχει πλάκα και γελάς αβίαστα, από το πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα της έναρξης, κανιβαλίζοντας ακόμα και το screen logo της Columbia Pictures, έως το φινάλε έκπληξη, που προσφέρει αβίαστα μια φρεσκάδα στο φιλμ.

Το δεύτερο μέρος της κωμικής περιπέτειας τρόμου με ζόμπι, που έδωσε τον κινηματογραφικό νεολογισμό στο είδος ως «zomedy», κυλάει νερό, ενώ παράλληλα η γνωστή τετράδα διανθίζεται με έξτρα συμμετοχές-παρουσίες, αρχής γενομένης από τον Λουκ Γουίλσον, έως την Ζόι Ντόισον και την υπέροχη Ροζαριο Ντόουσον.

«Η Δύναμη της Αλήθειας»

(Donbass)

 

  • Είδος: Δράμα, πολιτικο-κοινωνική σάτιρα
  • Παραγωγή: Γερμανία, Ουκρανία, Γαλλία, Ολλανδία, Ρουμανία, Πολωνία (2019)
  • Σκηνοθεσία: Σεργκέι Λοζνίτσα
  • Με τους: Ταμάρα Γιατσένκο, Λουντμίλα Σμοροντίνα, Μπόρις Καμόρζιν
  • Διάρκεια: 122’
  • Διανομή: Ama Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Σκηνοθεσίας «Ένα Κάποιο Βλέμμα» στο φεστιβάλ Κανών 2018
  • Προβολή της ταινίας: Αποκλειστικά στον κινηματογράφο «Άστυ» (Κοραή 4)

Το Ντόνμπας (Donbass) είναι η περιοχή της Ανατολικής Ουκρανίας, που οι άνθρωποι του ζουν στις δυο πλευρές του χάσματος ενός εμφύλιου πολέμου.

Ο τακτικός στρατός της Ουκρανίας και οι εθελοντές μάχονται τις αυτονομιστικές ομάδες, υποστηριζόμενες από τη Ρωσία του Πούτιν. Η διαφθορά, η εγκληματικότητα όλων των ειδών, ο τρόμος και η προπαγάνδα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτής της σύρραξης. Η δε ταπείνωση είναι συνηθισμένη.

Το παλμαρέ του Λευκορώσου σκηνοθέτη  Σεργκέι Λοζνίτσα είναι στα ντοκιμαντέρ και μόνο τρεις ταινίες μεγάλου μήκους προηγούνται του «Donbass». Μέσα σε αυτές εντάσσεται και το βραβευμένο στις Κάνες από την Fripesci «Το Πρόσωπο της Ομίχλης» του 2012, που απόλαυσαν και οι Έλληνες κινηματογραφόφιλοι. Η τέταρτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του μυθοπλασίας είναι «Η Δύναμη της Αλήθειας», όπου η ρεαλιστική γραφή του Λοζνίτσα καταπιάνεται με τα δραματικά και συνάμα αιματηρά γεγονότα που έλαβαν χώρα στην συγκεκριμένη περιοχή της Ουκρανίας στο χρονικό διάστημα του 2014 κατά την εμφύλια σύρραξη ανάμεσα στον τακτικό στρατό της χώρας με την υποστήριξη της Δύσης και τους αντικυβερνητικούς φιλορώσους που απαιτούσαν την αυτονομία τους.

Η αλήθεια είναι, πως ένας πόλεμος και δη ένας εμφύλιος δύσκολα καταγράφεται αντικειμενικά, εφόσον είναι ένα ιστορικό γεγονός, που κόστισε σε νεκρούς και εδάφη, χωρίζοντας σε δυο αντίθετα μέρη τον λαό. Αν και οι δεκατρείς ιστορίες που πλαισιώνουν την ταινία βασίζονται σε αληθινά γεγονότα, πάλι, το όποιο μάτι πίσω από τον φακό μπορεί εύκολα να πολιορκηθεί από το συναίσθημα και την προσωπική άποψη του δημιουργού.

Το σενάριο είναι γραμμένο από τον ίδιο τον σκηνοθέτη και διακρίνεις έντονα την μεγαλύτερη εικόνα που θέλει να εδραιώσει ως βασικό ρυθμό της ταινίας, μετασχηματίζοντας κάποιες στιγμές το τραγικό σε κωμικό, στην χρωματική της μαύρης κωμωδίας, αλλά και το δραματικό σε σάτιρα. Πραγματική σχοινοβασία το εγχείρημα, καθώς υπάρχουν ιστορίες που πραγματικά σου κόβεται η αναπνοή. Τελικά το αποτέλεσμα κυβοποιείται αίσια και βγαίνει στον βαθμό του ρεαλισμού, ικανό να σε προβληματίσει, αφού πόλεμος και κοινωνία συνυπάρχουν στην βίαιη αντιπαράθεση τους.

Η ντοκιμαντερίστικη εμπειρία του Λοζνίτσα ταξινομεί ξεκάθαρα τα όρια και τις θέσεις ανάμεσα στο ντοκουμέντο και την μυθοπλασία. Η πολιτική διαφθορά, το χρήμα, οι ολιγάρχες, ο στρατός, οι αντάρτες, η προπαγάνδα και οι απλοί πολίτες στην μέση όλων των συμφερόντων Ανατολής και Δύσης είναι το τέλειο σκηνικό και συνάμα η μαγιά για τα καλοστημένα «σκετσάκια» τούτου του γλυκόπικρου και κωμικοτραγικού φιλμ με την καλή αφήγηση, που είτε αποτυπώνονται από την κινούμενη κάμερα, είτε με τα σταθερά πλάνα είναι μια ωμότατη καταγγελία στα αίσχη που διαπράχθηκαν και, πραγματικά, αξίζει να παρακολουθήσετε με ενδιαφέρον.

Ο κινηματογράφος δεν διδάσκει ιστορία, αλλά σίγουρα προσφέρει γεωγραφικά το ήθος και τις συνήθειες εθνών στον κατάλληλο χρόνο με όχημα ένα πραγματικό γεγονός ή μια ιστορία. Η χειμωνιάτικη απεικόνιση του Ντόνμπας στην ταινία του Σεργκέι Λοζνίτσα είναι ακριβώς όπως και οι καρδιές των ανθρώπων του: λασπωμένο, ερημωμένο, άλλοτε σκληρό και χυδαίο, άλλοτε πένθιμο και άλλοτε χαρούμενο όπως η διάθεση στην τελετή ενός γάμου.

«Ποτέ Δεν Είναι Αργά Κύριε Καθηγητά»

(Richard Says Goodbye)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Γουέιν Ρόμπερτς
  • Με τους: Τζόνι Ντεπ, Ρόζμαρι ΝτεΓουίτ, Ντάνι Χιούστο
  • Διάρκεια: 90’
  • Διανομή: Odeon

Ο καθηγητής πανεπιστημίου Ρίτσαρντ (Τζόνι Ντεπ – καλός),  διαγνώστηκε με μη αναστρέψιμο καρκίνο των πνευμόνων. Ο γιατρός τού δίνει ενάμιση χρόνο ζωής αν κάνει θεραπεία, όμως εκείνος αποφασίζει να μην κάνει, μειώνοντας τον χρόνο στους έξι μήνες. Μετά το σοκ εγκαταλείπει τα προσχήματα, τις κοινωνικές συμβάσεις για να ζήσει όσο του απομένει έντονα και ελεύθερα.

Πέφτει με τα μούτρα σε κάθε πιθανή «αμαρτία»: Πίνει, καπνίζει μαριχουάνα, κάνει σεξ με αγόρια και κορίτσια, ξεστομίζοντας αδιανόητες προσβολές, εισπράττοντας έτσι περισσότερη χαρά από ποτέ. Με τον νέο τρόπο ζωής και καθώς ο χρόνος του εξαντλείται, ο Ρίτσαρντ θα καταλάβει πολλά πράγματα για τη ζωή, ενώ θα έρθει κοντά με τους ανθρώπους που αγαπά, για ένα τελευταίο αντίο.

Η ρεαλιστική πληροφορία, η προερχόμενη από επίσημα ιατρικά χείλη, που κόβει τα ανθρώπινα ήπατα και έχει να κάνει με την ημερομηνία λήξης της βιολογικής μας ύπαρξης, πάντα θα είναι ένα περιζήτητο «γλύκισμα» για συγγραφείς και σκηνοθέτες. Ένα «γλύκισμα», βέβαια, καλυμμένο σε συνηθισμένο, απλό περιτύλιγμα, που το περιεχόμενο του, το «γλυκό» δηλαδή, διαφοροποιείται από τον τρόπο που θα το παρασκευάσει ο κάθε «patiser» για να προκύψει δελεαστικό.

Το μυστικό κρύβεται στην ουσία του εδέσματος και στα συστατικά που θα χρησιμοποιηθούν στην συνταγή, ώστε να αιχμαλωτίσουν αισθαντικά, γλυκά και με γνώση τον αναγνώστη ή τον θεατή στο νόημα του μεγαλείου της ανθρωπινής ζωής απέναντι στο επικείμενο τέλος και όχι στον ανθρωπάκο που όταν έλαβε την πληροφορία ότι θα εγκαταλείψει τα γήινα να επιδίδεται σε χοντράδες και βλακείες ως προς την στρεβλή έννοια της κοινωνικής απενοχοποίησης, επειδή τελειώνει η ζωή του. Αυτό ορίζει τον ημιμαθή και καταπιεσμένο άνθρωπο, που οδηγεί το στραπατσαρισμένο όχημα του θυμού, αντί του ανάλαφρου της ελευθερίας.

«Ελεύθερος» άνθρωπος δεν γίνεσαι όταν πληροφορηθείς ότι, οσονούπω φτάνει το τέλος σου, αλλά είσαι ελεύθερος και απολαμβάνεις με γνώση και φρόνηση τον ερχομό τού τέλους σου. Ο μοναδικός σκηνοθέτης που διαχειρίστηκε σωστά τούτο το δύσκολο και πολύπλοκο κινηματογραφικό «γλύκισμα», από διαφορετική γωνία θέασης είναι ο Πίτερ Γουίαρ στην ταινία «Σχέση Ζωής» (Fearless – 1993) με τον Τζεφ Μπρίτζες, σε σενάριο του συγγραφέα και σεναριογράφου, Ραφαέλ Ιγκλέσιας. Στην τρίτη ηλικία, που προκύπτει ξανά ο μετασχηματισμός της ανθρωπινής συμπεριφοράς στην πληροφορία του θανάτου, η ταινία του Ρομπ Ράινερ «Επιθυμίες… στο Παρά Πέντε!» (The Bucket List – 2007) με τον Τζακ Νίκολσον και τον Μόργκαν Φρίμαν, η ιστορία θα κινηθεί γλυκερά, χιουμοριστικά ανθρώπινα και ώριμα στην σφαίρα των ανθρώπινων επιθυμιών που δεν εκπληρώθηκαν.

Η ταινία του Γουέιν Ρόμπερτς «Ποτέ Δεν Είναι Αργά Κύριε Καθηγητά» είναι μια ανοησία για καταπιεσμένους, ανελεύθερους, ενήλικες μεσοαστούς που μαθαίνουν το νέο τού τέλους τους και αποφασίσουν να βγάλουν χολή και να δοκιμάσουν ανούσιες γεύσεις ζωής. Το δυσάρεστο είναι, ότι ο Τζόνι Ντεπ, βγάζει τον ρόλο καλά, υποδυόμενος τον καθηγητή αγγλικής λογοτεχνίας, που, διάολε, το διάβασμα, τουλάχιστον, ανοίγει ορίζοντες. Αντιθέτως, μεταμορφώνεται σε έναν ξινό, σημαιοφόρο της απάθειας και της βλακείας, ένα κακέκτυπο του μηδενιστή ήρωα Μερσό από τον «Ξένο» του Αλμπέρ Καμί.  Ρηχοί και  ανούσιοι προβληματισμοί σε ένα πολύ ευαίσθητο ζήτημα.

Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Γουέιν Ρόμπερτς στην δεύτερη ταινία του, για το πασάλειμμα του άκρως σημαντικού θέματος, αυτού της αναγγελίας του πρόωρου θανάτου που φέρνει τα επάνω κάτω, προσθέτει, εκτός των άλλων, ως βέρος θιασώτης της αμερικανιάς, άφθονη, παχυντική σαντιγί, οικογενειακών, συναισθηματικών εκκρεμοτήτων, ένεκα πατρικής και συζυγικής παρελθούσης αδιαφορίας, που πρέπει να κλείσουν άμεσα προ της αναχώρησης του ήρωα. Παχυντικό, κινηματογραφικό έδεσμα άπειρων θερμίδων, που δεν μεταβολίζεται με τίποτα.  

«Δυστυχώς Απουσιάζατε»

(Sorry We Missed You)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Αγγλία, Γαλλία Βέλγιο (2019)
  • Σκηνοθεσία: Κεν Λόουτς
  • Με τους: Κρις Χίτσεν, Ντέμπι Χάνιγουντ, Ρις Στόουν, Κέιτι Πρόκτορ
  • Διάρκεια: 113΄
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

O Ρίκι, η Άμπι και τα δύο τους παιδιά, ο Σεμπ και η Λίζα ζουν στο Νιούκαστλ. Είναι μια δεμένη οικογένεια και ο ένας νοιάζεται για τον άλλον. Ο Ρικι αλλάζει συνεχώς δουλειές, ενώ η Άμπι που αγαπά τη δική της, είναι να φροντίζει ηλικιωμένους. Παρόλο που δουλεύουν όλο και περισσότερες ώρες, όλο και πιο σκληρά, συνειδητοποιούν ότι ποτέ δεν θα αποκτήσουν το δικό τους σπίτι.

Όταν προκύπτει μια χρυσή ευκαιρία, η Άμπι πουλάει το αυτοκίνητο της και ο Ρίκι αγοράζει ένα ολοκαίνουριο φορτηγάκι για να δουλέψει ως αυτοαπασχολούμενος μεταφορέας. O μοντέρνος κόσμος έχει τις επιπτώσεις του σε αυτές τις τέσσερις ψυχές μέσα στην ίδια τους την κουζίνα.

Κατόπιν του βραβευμένου με τον Χρυσό Φοίνικα των Κανών «Εγώ ο Ντάνιελ Μπλέικ» (2016), ο Κεν Λόουτς επιστρέφει στους κόλπους της αποδεκατισμένης, αγγλικής εργατικής κοινωνίας σε τοξικούς καιρούς όσο αφορά την αξιοπρέπεια των ανθρώπων και το δικαίωμα μιας θέσης στο ήλιο. Ο Λόουτς στην σκηνοθεσία και ο στενός συνεργάτης του Πολ Λάβερτι στο σενάριο συνθέτουν ένα ακόμα κοινωνικό δράμα στην καρδιά των παραγωγικών τάξεων, ξανά στην καρδιά του πάλαι ποτέ ενεργού, βιομηχανικού Νιουκάστλ, που σήμερα μαστίζεται από την ανεργία και τον συνεχή, βασανιστικό αγώνα της επιβίωσης απλών ανθρώπων.

Αυτή την φορά ο 83χρονος, βραβευμένος, Άγγλος σκηνοθέτης καταπιάνεται με τα ζευγάρια και την οικογένεια, καθώς οι ήρωες της ιστορίας είναι σαραντάρηδες γονείς μαζί με τα δυο τέκνα τους, που ακόμα κολυμπούν απεγνωσμένα στα άχρωμα, άγρια νερά της κοινωνικής αβεβαιότητας και της επαγγελματικής ανασφάλειας. Στο προσκήνιο του σεναρίου και η δύναμη της τεχνολογίας, που ως αδίστακτο εξουσιαστικό μέσο στον επαγγελματικό στίβο, αλλά και πολύτιμος σύμμαχος-ρουφιάνος της παγκοσμιοποιημένης «αγοράς» μετασχηματίζει βάρβαρα τον καταναλωτή σε ένα αρνητικό, σκληρό και απαιτητικό ον, ενώ τον επαγγελματία μεροκαματιάρη σε δούλο υπερεργασίας άνευ ελπίδας, να λειτουργεί με το σκεπτικό ενός survivor: «ο θάνατος σου η ζωή μου».

Παρότι ο Λόουτς των αριστερών πολιτικών πεποιθήσεων, έφτασε να διανύει την όγδοη δεκαετία της ζωής του, καλά να είναι ο άνθρωπος να σκηνοθετεί ταινίες, πάλι καταγράφει ρεαλιστικά και περίτεχνα τα μαύρα και άραχνα γεγονότα της ζοφερής καθημερινότητας μιας ανθρωπότητας που βρίσκεται στα τελευταία στάδια της κατάρρευσης, καθ’ όλα γνώριμης σε εμάς. Το θέμα όμως παραμένει στην μεστή καταγραφή του και μάλιστα, ως αφήγηση φτάνει στο ύστατο πλατύσκαλο της δραματοποιημένης κλίμακας, ικανό να σου πλακώνει την ψυχή σαν βουνίσιος ογκόλιθος.

Όπως και στην ταινία «Εγώ ο Ντάνιελ Μπλέικ», ο σκηνοθέτης βαλτώνει για μια φορά ακόμα στα θλιβερά κοινωνικά, πολιτισμικά γεγονότα αυτά καθεαυτά, φωνάζοντας με την γέρικη φωνή του: «Να κοίτα καλά, αυτή είναι η κατάντια!», δίχως να ανοίγει, ως «σοφός» γέρων, έστω μια περσίδα να περάσει το ελάχιστο του φωτός. Άφθονο και ανεξέλεγκτο κινηματογραφικό δράμα!

Πέντε σπίτια παρακάτω από το δικό μου, ο 37χρονος, πτυχιούχος τοπογράφος και οικογενειάρχης Αντώνης, πατέρας δίδυμων κοριτσιών, με την σύζυγο του Ειρήνη να δουλεύει κυλιόμενο ωράριο στην γραμματεία μικροβιολογικού κέντρου, βιώνει ακριβώς το ίδιο θέμα με την ταινία. Μεταφορέας είναι, είλωτας, κούριερ αυτοαπασχολούμενος με σύμβαση σε εταιρεία και μπλοκάκι. Τις τελευταίες ημέρες που ανταμώνουμε είναι σαν ακούω τον Ρίκι. Να πάω να το δω και στο σινεμά;