fbpx

Δέσποινα Χατζή, μια κουβέντα με την Τίνα Πανώριου

 

 

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…Σχετικά με τις ανθρώπινες σχέσεις, όλα τα ίδια μένουν. Ίσως γιατί δεν έχουμε νιώσει, ότι η κοινωνία για την οποία παραπονιόμαστε, είμαστε εμείς οι ίδιοι»

Η Δέσποινα Χατζή γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Τεχνολόγος Ιατρικών Εργαστηρίων. Εκπαιδεύτηκε στα κέντρα Αιμοδοσίας των Νοσοκομείων Γ.Ν.Α «Λαϊκό» και Ν. Παίδων «Αγία Σοφία» και εξειδικεύτηκε στον ιολογικό έλεγχο. Εργάστηκε στην Αιμοδοσία του Νοσοκομείου Παίδων «Αγία Σοφία» και στην Αιμοδοσία του Γ.Α.Ο.Ν.Α  «Άγιος Σάββας». Συμμετείχε σε ιατρικά συνέδρια, επιμορφωτικά προγράμματα ιατρικών εργαστηρίων και εκπαιδευτικές ημερίδες.

Παράλληλα ασχολήθηκε με τις εναλλακτικές θεραπείες, ρεφλεξολογία και ρέικι, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Σήμερα εργάζεται εθελοντικά στους Γιατρούς του Κόσμου. Μιλάει αγγλικά και ιταλικά. Είναι παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών.

Έργα της ίδιας: Μοιρογιασεμόλαδο (μυθιστόρημα), Ζωή σαν κρύσταλλο (μυθιστόρημα), Ο Λαέρτης και το μολύβι του σε ρυθμούς τανγκό (νουβέλα). Από τις Εκδόσεις Μίνωας έχουν εκδοθεί τα βιβλία της:  Έρωτας μαΐστρος (μυθιστόρημα) και Σμαρώ-Από τον Βόσπορο στον Σηκουάνα (μυθιστόρημα, 2017)

Να υποθέσω κ Χατζή ,ότι εμπνευστήκατε αυτή την ωραία-ρομαντική- στο βάθος ιστορία σας ,από κουβέντες και αναμνήσεις του Αιγυπτιώτη   παππού σας Δημήτριου;

Η  έμπνευση είναι βασισμένη κυρίως  στη  γονιδιακή αλληλουχία, για την ακρίβεια, η ιδέα γεννήθηκε όταν ξεκίνησα μια  προσωπική έρευνα  γύρω από τις ρίζες μου και τον Ελληνισμό της Αιγύπτου.

Ακόμα να φανταστώ, ότι έστω μια φορά, έχετε κι εσείς επισκεφτεί την μαγική αυτή χώρα του Νείλου; Έχετε πάρει έστω μια γεύση από την «αγαπημένη πολιτεία»;

Αρκετές φορές την έχω επισκεφθεί  και πάντα νοσταλγώ «ολίγη αγαπημένη πολιτεία»

Στη συγγραφή σας βοήθησαν, εκτός των πηγών που αναφέρετε, και κάποιοι άνθρωποι που έζησαν κι αγάπησαν αυτή την παράξενη δεύτερη πατρίδα;

Ναι, είναι γεγονός. Οι μαρτυρίες των ανθρώπων που έζησαν εκεί είναι  πολύτιμες  για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του βιβλίου.

Η ιστορία ας ξεκινά το 1905 και φτάνει έως  στις μέρες μας. Δυο παγκόσμιοι πόλεμοι φέρνουν τα πάνω κάτω στον κόσμο, όμως σε επίπεδο ανθρώπων και σχέσεων , «στις  γειτονιές εκείνες όλα τα ίδια μένουν» ; Έρωτες αδιέξοδοι, αλλά κι άλλοι που δεν σβήνουν ποτέ, πάθη, δάκρυα που αναβλύζουν πίσω από κλειστές πόρτες εν όψει εγκατάλειψης, Άνθρωποι που κοιμίζουν τις ενοχές τους μέσω μιας υποτιθέμενης θρησκευτικής ζωής;

Σχετικά με τις ανθρώπινες σχέσεις, όλα τα ίδια μένουν. Ίσως γιατί δεν έχουμε νιώσει, ότι η κοινωνία για την οποία παραπονιόμαστε, είμαστε εμείς οι ίδιοι. Συμπερασματικά λοιπόν, αν εμείς δεν αλλάζουμε, δεν αλλάζει τίποτα σε βάθος χρόνου.

 «Όταν αντιμετωπίζεις τον ανθρώπινο πόνο με ανοιχτή καρδιά, δεν τίθεται θέμα καλής ή κακής διάθεσης»

Στις 639 σελίδες του βιβλίου σας σκιαγραφείτε τη ζωή των Ελλήνων στην Αλεξάνδρεια. Από την  χαρούμενη εποχή της Μπελ επόκ, περνάτε  σε εποχές βάναυσες, μιλάτε για αντιθέσεις, για τύπους εστέτ αλλά και άλλους του κόσμου των χαμαιτυπείων. Πουθενά όμως  μέσα σε όλα αυτά δεν διακρίνουμε μια εμπάθεια, μια σκληρότητα. Ίσως γιατί όσοι άνθρωποι πέρασαν από αυτή την μυθιστορηματική χώρα, για λίγο ή για πολύ, κράτησαν μόνο την καλή της αύρα;

Έτσι ακριβώς… δεν διακρίνουμε εμπάθεια ή σκληρότητα αλλά  τον ανθρώπινο πόνο σε βάθος.

Αλλάζοντας σελίδα πέρα της συγγραφής στη ζωή σας υπήρξατε τεχνολόγος ιατρικών εργαστηρίων στον Άγιο Σάββα στην Αγία Σοφία. Πώς συνάδει λοιπόν, σκέπτομαι κι εγώ  φωναχτά, μια γυναίκα καθημερινά, αντιμέτωπη  με τον  πόνο,  να αλλάζει διάθεση και να γράφει ιστορίες τρυφερές;

Όταν αντιμετωπίζεις τον ανθρώπινο πόνο με ανοιχτή καρδιά, δεν τίθεται θέμα καλής ή κακής διάθεσης.

Σήμερα εργάζεστε στους Γιατρούς του Κόσμου. Μια πτυχή της καρδιάς σας καλύπτεται  από αυτή τη εθελοντική σας απασχόληση, έτσι δεν είναι;

Φυσικά και καλύπτεται, ειδάλλως δεν θα ‘ταν εθελοντισμός αλλά  μια άνιση σχέση υπό μορφή «φιλανθρωπίας»

Μετά τις Αλεξανδρινές θα ακολουθήσει κάτι ή θα αφήσετε χρόνο, έως ότου αφήσετε πίσω σας την Αναστασία, την Αικατερίνη, την Κλειώ, τις ηρωίδες σας;

Πάντα αφήνω ένα διάστημα μέχρι να σβήσουν εντελώς τα απόνερα του προηγούμενου βιβλίου. Ωστόσο η ιδέα σχετικά με το επόμενο έχει ήδη ωριμάσει.