fbpx

banner αεροδρομίου

«Δέν Μάθαμε Τίποτε ἀπό την Ἱστορία μας;», γράφει ό Ἀνδρέας Μπλαμούτσης, Ὁ Εὐπάτωρ

 

 

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Ἄντε καί μιά φορά, ἀντί γιά πολιτισμικό μήνυμα νά γράψω καί μιά πολιτική κριτική ἀλλά μέ πολιτισμική ὑπόκρουσι.

Ἐφέτος ὁ καιρός μᾶς παίζει ἄσχημα παιχνίδια. Κι ἀντί οἱ Ἀλκυονίδες νἀ διαρκέσουν 10-15 μέρες στό δεύτερο δεκαπενθήμερο τοῦ Ίανουαρίου, συνεχίζουν ἀκόμη και σήμερα τέλος Μαρτίου.

Κι ὅπως ὁ καιρός μᾶς κάνει σκωτσέζικα ντούς μέχρι σήμερα, ἔτσι αἰσθανόμαστε κι ἐμεῖς. Κι ἐκεῖ πού πάει νά γελάση κάπως τ’ἀχείλι μας, ὅτι μαθές τελειώσαμε ἐπιτέλους μέ τά μνημόνια, – τό γκουβέρνο αὐτό ἰσχυρίζεται-, νἄσου καί πιάνει ἀντάρα φοβερή κι ὁ ἀγέρας δυνατός, σηκώνει τά καθίσματα καί μιά καρέκλα πάνινη, καλοκαιρινή μᾶς ἔρχεται στό κεφάλι. Κάπως ἔτσι πῆρε τ’ ὄνομα «καρεκλᾶτος». Βγῆκε τό παλληκαράκι, τ’ άπαίδευτο, ν’ ἀμφισβητήση τήν Μακεδονία μας. Ἀκόμη ὅμως δέν ἔφθασε στό σημεῖο νά κερδίση τό κεφαλαῖο στ’ ὄνομά του.  Γιατί; Πολλές οἱ αἰτίες…

 

Κάποτε, ὁ Ἀριστοτέλης (μπάς κι ἦταν κι αὐτός Σκοπιανός;;) έγραψε, ὅτι οἱ πολῖτες ὀφείλουν νά ἀσχολοῦνται μέ τήν πλέον ὑψηλόφρονα «αρετήν», τήν πολιτικήν, ἡ ὁποία ἀνεβάζει τό ἐπίπεδον τοῦ πολίτου, ἀλλά καί ὅτι τήν προδοσίαν πολλοί ἠγάπησαν (συνήθως οἱ ἐχθροί !!!), τόν προδότην ὅμως οὐδείς.

Τό 1917 ἔγινε ἡ μεγάλη Ρωσική Ἐπανάστασις κατά τοῦ Τσαρισμοῦ ἀπό τήν μεγαλύτερη φάρσα τῆς παγκοσμίου ἱστορίας, τόν Κομμουνισμό τοῦ Λένιν καί μετά ἀπό λίγο καί τοῦ Στάλιν. Ὅλη ἡ περίφημη δῆθεν φιλοσοφία τῶν Marx και Engels ἀπεδήχθη μία τεραστία φούσκα, πού ἀφ’ ἑνός ὡδήγησε πἀνω ἀπό 40.000.000 ταλαίπωρους Ρώσους στό μαχαίρι τῶν κομμουνιστικῶν κυβερνήσεων καί ἄλλους τόσους  στά γκούλαγκ τῆς Σιβηρίας. Ἐπειδή κάποιες φιλοσοφικές ἀπόψεις τοῦ Μάρξ ταίριαζαν ἤ ἀκόμη καί υἱοθετήθησαν ἀπό τά μηνύματα τῆς μεγίστης παγκοσμίως Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, άπό την κομμούνα τῶν Παρισίων καί ἐκείνου τοῦ πολιτικοῦ σχηματισμοῦ ὁ ὁποῖος κατέλαβε τήν  ἀριστερά πτέρυγα τῆς Γαλλικής Ἐθνοσυνελεύσεως, ὠνομάσθηκε ἡ πολιτική αὐτή «γραμμή»:  «ἀριστερά»

Στήν Ἑλλάδα, περί τό 1918, 19, 20 ἔφθασαν καί οἱ  ἰνστρούχτορες, οἱ πολιτικοί κομμισσάριοι τοῦ ΚΚΕ (δέν πρόλαβε καλά-καλά νά στηθῆ τό μεγάλο μαγαζί τῆς Ρωσίας και ἀπέκτησε τό παραρτηματάκι του, ἕνα θλιβερό φερέφωνο, 100 χρόνια τώρα τήν ἴδια καραμέλα πιπιλάει καί ὑπάρχουν ἄνθρωποι – διερωτῶμαι μέ τί μυαλό ἄραγε – πού ἀκόμη τά ἴδια λένε, τά ἴδια σκέπτονται. Καμμία ἐξέλιξις, καμμία βελτίωσις, ἐξ οὖ καί σταθερά 4 – 6 %  ἐπί ἕναν αἰῶνα.

Μοῦ ἐδιηγεῖτο ὁ πατέρας μου ὅτι τό 1916, εἰς ἡλικίαν 7 ἐτῶν, ἔφυγε ἀπό τό χωριό του, μέ δύο ἀριστερά παπούτσια καί χρωστῶντας τό φέρετρο τῆς μάννας του, ἀνέβηκε στήν Ἀθήνα νά δουλέψη καί νά σπουδάση, φαίνεται ἀπό τότε ἡ δουλειά τοῦ βοηθοῦ σερβιτώρου ἦταν ἡ πλέον πρόσφορη γιά παιδιά. Στό ταβερνεῖο πού ἐργαζόταν ἐμφανίστηκε κάποια στιγμή καί ἕνας ἰνστρούχτορας, κι ἀφοῦ μετά ἀπό κάποιες ἐπισκέψεις κατάφερε νά κερδίση τήν συμπάθεια τῶν θαμώνων κερνῶντας κἄνα καρτοῦτσο, ἄρχισε σιγά-σιγά τήν προπαγάνδα γιά τό μεγάλο ὄραμα. Γιά τήν μεγάλη πατρίδα ὅπου ἐκεῖ θα γίνη ἡ μεγάλη κοινωνική ἀλλαγή καί γιατί νά μήν ἐπωφεληθούμε κι ἐδῶ στήν Ἑλλαδίτσα;  

«Ἐμεῖς θέλουμε νά χτίσουμε παλάτια γιά τόν κοσμάκι, τόν λαουτζῖκο, γι αὐτό καί θά  κατεδαφίσουμε ὅλα τά παλαιά, για να φτιάξουμε τά καινούργια, τά χρυσά, τά μαρμαρένια…»

Σηκώθηκε τό παιδόπουλο,  10, 11 χρόνων, και με άπορία ρώτησε:

 «Γιατί πρέπει νά  καταστρέψουμε τήν καλύβα μας; Δέν μποροῦμε νά μένουμε ἐκεῖ ἀντί στόν δρόμο, μέχρι νά φτιαχτοῦν τά παλάτια μέ τά λούσα τους και τότε, νά πᾶμε ἐμεῖς στά καινούργια καί νά βάλουμε τά ζωντανά μας στήν καλύβα, νά μήν τά χτυπάη ὁ καιρός, νά μήν τά βρέχει ἡ βροχή, νά μήν ξεπαγιάζουν στό κρῦο;»

Βουβός ὁ ἰνστροῦχτορας, παγωνιά στο μαγαζί. Μετά ἀπό λίγο, σἄν τον μαλωμένο σκῦλο, μέ τήν οὐρά κάτω ἀπ’τά σκέλη ξεγλύστρησε ἀπό τήν πόρτα τοῦ μαγαζιοῦ και χάθηκε στήν νύχτα. Δέν ξαναπάτησε ποτέ.

Δέν μπορεῖ ἡ ἱστορία αὐτή νά ἦταν ἡ μοναδική. Το ἴδιο θα γινόταν και σ’ άλλες γειτονιές.

Τά χαστούκια σ’αὐτήν τήν πολιτική  ἦλθαν ἀπό τόν ἴδιο τόν λαό πού θέλανε να πάρουν μέ τό μέρος τους.

Μέσα στο πλαίσιο τῆς κομμουνιστικὴς πολιτικῆς περιελαμβάνοντο καί δύο θέματα στά ὁποία οἱ ἀπαντήσεις όλων τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων ἦταν ἡ κλασική πλέον Ἑλληνική ἀπάντησις: «Ἔλα, βρέ αδελφέ, δεν μᾶς νοιάζει ἐμᾶς τί λένε οἱ ἄλλοι, χ…ς τους.».

Ἀποτέλεσμα: οὐδέποτε ἔδωσαν σημασία καί δυναμική ἀπάντησι, ἀντιμετώπισι, στίς ἐκδηλώσεις ἐπιθυμίας τῶν Σλαβικῶν Φυλῶν νά κατέβουν καί νά βγοῦν στό Αἰγαῖο. Θυμίζω τούς Βουλγάρους 1912 με τούς κομμιτατζῆδες. Εὐτυχῶς πού ὑπῆρξε ὁ Μεγάλος Παῦλος Μελᾶς (διαβᾶστε τήν Πηνελόπη Δέλτα: «Στα Μυστικά τοῦ Βάλτου»).

Οὔτε ἔλαβαν ποτέ στα σοβαρά τὀν ἕτερο Σλάβο, δῆθεν φίλο τῶν Ἑλλήνων Τίτο, ὁ ὁποῖον δημιούργησε αὐτό τό ἐκτόπλασμα τήν Δημοκρατία Βόρεια τῆς Μακεδονίας, τό ὁποῖον φυσικά, εὑρίσκεται εἰς τήν περιοχήν τῆς ἀρχαίας Παιωνίας.

Μετά τήν Καταστροφική Ἐκστρατεία τῆς Μικράς Ἀσίας πού ἔληξε μέ τίς σφαγές τοῦ Ἐλληνισμοῦ ἀπό τίς ὀρδές τοῦ Κεμάλ καί τήν καταστροφή τῆς Σμύρνης άπό πυρκαγιά τόν Σπτέμβριο τοῦ 1922, ἐπακολούθησε ἡ δίκη τῶν ἕξι (όκτώ τελικῶς) κριθέντων ὡς ὑπευθύνων τῆς Μικρασιατικῆς Καταστροφῆς ἀπό Ἔκτακτο Στρατοδικεῖο:

Γεώργιος Χατζανέστης, Αχιστράτηγος,διοικητής τῆς στρατιᾶς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας,

Δημήτριος Γούναρης, πρώην πρωθυπουργός, 

Νικόλαος Στράτος, πρώην πρωθυπουργός, 

Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, πρώην πρωθυπουργός, 

Νικόλαος Θεοτόκης, υπουργός επί τῶν στρατιωτικών Κυβερνήσεως Γούναρη

Γεώργιος Μπαλτατζής, υπουργός επί των οικονομικών Κυβερνήσεως Γούναρη.

* Μιχαήλ Γούδας, υποναύαρχος και πρώην υπουργός, 

* Ξενοφών Στρατηγός, υποστράτηγος και πρώην υπουργός, 

Οἱ ἕξι ἐκρίθησαν ἔνοχοι Ἐσχάτης Προδοσίας, καί ἐτυφεκίσθησαν αὐθημερόν στοῦ Γουδῆ, ὄχι γιατί ἐπρόδωσαν, ἀλλά διότι λόγῳ ἐσφαλμένων ἀποφάσεων ὡδήγησαν τήν Πατρίδα σέ ἀτιμωτική ἦττα καί ὑποχώρησι. ( Οἱ δύο με ἀστερῖσκο δέν ἐθανατώθησαν).

Φυσικά, τήν εὐθύνη γιά τό Ἔκτακτο Στρατοδικεῖο εἶχε ἡ Ἐπαναστατική Ἐπιτροπή τοῦ Συνδέσμου Ἀξιωματικῶν, μέ ἐπί κεφαλῆς τούς Συνταγματάρχες Γούναρη καί Γονατᾶ, καί Πολιτικό Ἐπίτροπο τό πρωτοπαλλήκαρο τοῦ Ἐλ.Βενιζέλου, Γεώργιο Παπανδρέου. 

Εἶναι περίεργο ἀλλά ἀνέκαθεν ἀποροῦσα: Πῶς γίνεται, μονίμως, οἱ προερχόμενοι ἀπό αὐτό τό δῆθεν δημοκρατικό τμῆμα τῆς κοινωνίας, τῶν κομμάτων, νά ξεγλυστροῦν καί νά παραμένουν ἀτιμώρητοι παρά τίς ἀντιπατριωτικές και ἀντισυνταγματικές ἑκάστοτε ἐνέργειες τῶν δήθεν Δημοκρατῶν;

Τά γεγονότα τοῦ 1922 εἶναι τά πλέον πρόσφατα, πρίν ἀπό τήν ἦττα στήν Κύπρο τό 1974. Τότε, εἶχε ἁρθῆ ἀπό τόν Κωνσταντῖνο Καραμανλῆ ἡ ἐσχάτη τῶν ποινῶν μέ μετατροπή σέ ἰσόβια. Τά  ὑπέστησαν δικαίως οἱ Ἰωάννίδης και σία ὡς ὑπεύθυνοι τῆς Κυπριακῆς Τραγωδίας. Ὁ Παπαδόπουλος ἐτελείωσε στήν φυλακή γιά τήν πραξικοπηματική κατάληψι τῆς ἐξουσίας.

Ἀλλάζοντας ἱστορικό περιβάλλον, ἐρχόμαστε στά μεταπολεμικά χρόνια, ὅπου ἡ Ἑλλάς παθαίνει τό μεγαλύτερο κακό πού μποροῦσε ποτέ νά τῆς συμβῆ. Τό  ΚΚΕ ἀποφασίζει νά διεκδικήσῃ τήν διακυβέρνησι τῆς χώρας καταλαμβάνοντας τήν ἐξουσία διά τῶν ὅπλων. Κηρύχτηκε ἐμφύλιος πόλεμος. Εὐτυχὼς γιά τήν πατρίδα μας δεν ἐκέρδισε τό ΚΚΕ. Κι ἀφοῦ προφανῶς ὑπέστη τά δεινά τῆς ἦττας του ἀπό το ἐπίσημο κρᾶτος, παρέμενε παράνομο πλέον μέχρι τό 1974, πού ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός τοῦ κομμουνισμοῦ καί τοῦ ΚΚΕ, ὁ Κ. Καραμανλῆς ἐκήρυξε μεγαλόθυμα τήν νομιμοποίησι τοῦ ΚΚΕ, διευκολύνοντάς το νά παίξη ἰσοτίμως καί αὐτό, τό παιχνίδι τῆς διεκδικήσεως τῆς πολιτικῆς νίκης μέσῳ δημοκρατικῶν διαδικασιῶν, δηλ. ἐκλογῶν.

Ἔτσι ἡ Ἑλληνική Ἀριστερά, λόγῳ ὀλιγωρίας τῶν ἄλλων πολιτικῶν δυνάμεων, ἄρχισε νά ἐπηρεάζη τούς νεωτέρους, διότι αὐτοί δύσκολα μποροῦν νά μείνουν ἤρεμοι καί νά μήν ἀντιδροῦν ἐκκρηκτικά, ἐπαναστατικά, ριζοσπαστικά, ἀνατρεπτικά.

Μέ δεδομένο ὅτι μετά τό 1974 ἡ κοινωνία χωρίσθηκε σέ τρείς μεγάλες πολιτικές παρατάξεις: Ὅλες οἱ παραγωγικές τάξεις, (ἔμποροι, ἐλεύθεροι ἐπαγγελματίες, βιοτέχνες, βιομήχανοι κλπ) θεώρησαν ὅτι καλύπτονται πολιτικῶς ἀπό την Νέα Δημοκρατία. Ὅλοι οἱ κρατικοί λειτουργοί, ἐργατοπατέρες καί συνδικαλιστές ἀφομοιώθησαν στο ΠΑ.ΣΟ.Κ., και δυστυχῶς το σημαντικώτερο κομμάτι τῆς κοινωνίας, ἡ παιδεία καί ἡ ἐκπαίδευσις ἔμειναν νά τά λυμαίνεται τό Κ.Κ.Ε. καί ἡ αριστερά.

Καί φυσικά πῶς θά μποροῦσε τό ΚΚΕ νά ἀποκτήση πιστούς ὀπαδούς ἄν εἶχε νά κάνη μέ μορφωμένους καί ἐξύπνους; Κατεβάζει λοιπόν τόν πήχυ τῆς παιδείας τόσον χαμηλά ὥστε ἀφ’ ἑνός νά μήν ἀποζητᾶ τήν «άριστεία» ἀλλά τό ἐλάχιστον δυνατόν, τήν μειωμένη ἀπόδοσι, τήν ἰκανοποίησι ἀπό τήν μετριότητα.

Αλλά, ὅλοι αὐτοί ἔχουν στήν σκέψι τους ὅτι ἕνα ἔθνος, το ἔθνος μας το Ἑλληνικό, ἕνα ὁμοιογενές ἔθνος (μέ τίς έλάχιστες δυνατές προσμείξεις ἀπό ἑκάστοτε εἰσβολεῖς καί κατακτητές, ἀπό ἀρχαιότητος) πρέπει νά πάψη νά ἐπιδιώκη τήν αὐτονομία του, τήν ἀκεραιότητά του, τήν πατρίδα του, τόν χῶρο του, τήν ἱστορία του, τόν  πολιτισμό του καί νά ἐπιτρέψη τήν ἀλλοτρίωσί του ἀπό ἄλλους λαούς.

Καί τελικῶς μέ μία ἀπόλυτο βλακεία νά ἔχουν ἀποδεχθῆ ώς ἡγἐτη ἕναν μέ ἀριστερές ἐμμονές, νά προδίδη τήν Πατρίδα του μέ ἐπαίσχυντες συμφωνίες, καί τήν ἰδεολογία του μέ τό νά παίζη τόν ρόλο τοῦ ὑποτακτικοῦ σέ κακόφημους πολιτικούς συνεταίρους στήν Εὐρώπη, ὕπουλους λύκους μέ προβιά άρνιοῦ, ἀνεντίμους πολιτικούς Ἑταίρους καί Συνεταίρους, ἀχρήστους άγραμμάτους ὑπουργούς παιδείας, με περισσό θρᾶσσος καί ἐκδικητική μανία καταστροφῆς.

Διαπίστωσις εἶναι ὅτι: Κανείς δεν διαβάζει την ίστορία για μάθει από αύτήν. 

Πιστέψτε με δέν εἶναι ἀπώλεια μαθητικοῦ χρόνου. Εἶναι ἡ σύνδεσις τοῦ παρόντος μέ τό παρελθόν ἀλλά καί τό μέλλον. Ἄς σεβασθούμε καί τά δύο. Γιά τό καλό τῶν παιδιῶν μας, καί τῶν ἐγγονῶν μας.