fbpx

«Γυναίκες πίσω από τις κάμερες και απολαυστικοί μπόμπιρες σε πρώτο πλάνο» οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Είναι πραγματικά ιλαρής αντιμετώπισης, για έναν σκεπτόμενο άνθρωπο, όλη αυτή η παρωδία που εκτυλίσσεται τα τελευταία δυο χρόνια στην πρώτη, μεγάλη βιομηχανία του διεθνούς σινεμά, το γνωστό Χόλιγουντ και έχει να κάνει με τις ερωτικές παρενοχλήσεις παντός φύλου, τις καταγγελίες για σεξουαλικές κακοποιήσεις και τα ροζ σκάνδαλα. Όλα αυτά τα τραγικά και βίαια συμβαίνουν στην κορυφή του πύργου, που αρκετοί ποθούν να κατακτήσουν. Εκεί… ναι εκεί, όπου οι χρηματικές αμοιβές για τους κορυφαίους είναι απόλυτα ταυτόσημες με βίο Ινδού χαλίφη, η εξουσία συναγωνίζεται Ολύμπιους θεούς, ενώ η παγκόσμια αναγνώριση και η δόξα των πάσης φύσεως πρωταγωνιστών του εν λόγω βασιλείου πιθανώς να ξεπερνούν με διαφορά στήθους αγίους, όσιους και γνωστούς ιερομάρτυρες.

Ας μην γελιόμαστε και ας κοιτάξουμε την αλήθεια κατάματα, άνευ αλληθωρισμού στους οφθαλμούς και τραυλίσματος στην γλώσσα μας. Άπαντες γνωρίζουμε τι σημαίνει δόξα, φήμη, χρήμα, Χόλιγουντ. Παρότι βρίσκεται πολύ κοντά στην πόλη των Αγγέλων, είναι ένα στιβαρό, κλειστό «κράτος» καθόλου πλασμένο αγγελικά από την δημιουργία του. Ο δρόμος της καλλιτεχνικής αναγνώρισης και οι εύρωστοι τραπεζικοί λογαριασμοί προϋποθέτουν τραχιά ανηφόρα, αντίξοες συνθήκες, «δώρα» και «ανταλλάγματα» διόλου ευχάριστα, ασυνήθιστες προσφορές, συμβιβασμούς και υποχωρήσεις μέχρι να φτάσει στο σημείο, που ο κάθε καλλιτέχνης έχει βάλει τον προσωπικό του πήχη. Βέβαια, τίποτα από τα παραπάνω δεν συνθέτουν τον υγιή, αξιακό γνώμονα μιας ανιδιοτελούς καριέρας με αρετές, γνώση και ταλέντο, αλλά – πάντα υπάρχει ένα «αλλά» –  το σύστημα, δυστυχώς, έτσι είναι δομημένο. Ή το διαλύεις εν μια νυκτί συθέμελα ή το ακολουθείς ή συνεχίζεις να πλένεις πιάτα και να βγάζεις τα σκουπίδια στη καφετέρια του Λάρι. Ξέρεις πολύ καλά, που πας να μπλέξεις όταν διαβείς τις πύλες της ψευδαίσθησης, ειδικά όταν είσαι γυναίκα.

Γνωστό τοις πάσι, ότι ο συγκεκριμένος χώρος είναι ανδροκρατούμενος, αδίστακτος, άκαμπτος, τερατώδης και άπασα θηλυκή ύπαρξη, εάν είναι φίνα και χαριτόβρυτη – ακόμα και ανδρική – κατά 97 τοις εκατό θα περάσει από την «κλίνη» του Προκρούστη ή από τα «πευκάκια» του Σίνη του Πιτυοκάμπτη. Όπως έχει το πράγμα, σήμερα που μιλάμε ξεκάθαρα, είτε το αποδέχεσαι και προχωράς, είτε κάνεις μια καταγγελία στο πρώτο μουντάρισμα που θα δεχθείς και αμέσως επιστρέφεις στο γλυκό σου σπίτι.

Τώρα, γιατί συνέβη όλο αυτό το νταβαντούρι με τις διώξεις, οι οποίες πολλές από αυτές ήταν συμβάντα προ 20ετίας και 15ετίας, δεν μένει παρά να ρίξουμε μια ήρεμη ματιά στο πως λειτουργεί η «συμπαθέστατη» σε πολλούς σινεφίλ ηθική της Μαφίας.

Ξεκαθαρίσματα, νέες περιοχές δράσης, αλλαγή φρουράς, μετατόπιση εδαφών, πλούτου και εξουσίας, όπου, φυσικά, σε έναν εσωτερικό πόλεμο τα κρυφά όπλα εξόντωσης είναι οι ανθρώπινες αδυναμίες και οι απώλειες σε αυτές τις περιπτώσεις είναι πάντα έμψυχο δυναμικό. Οι ισχυροί πατρόνοι, όπως μεγαλο-παραγωγοί, μεγαλο-σκηνοθέτες και ηθοποιοί ουράνιου βεληνεκούς, όλοι πρωτοκλασάτοι, από αυτούς τους σταθερούς, για πολλά χρόνια, ενοίκους του ψηλού πύργου της κινηματογραφικής μέκκας, έπεσαν υπέρ βωμών και εστιών, από υπαλληλάκια, σταρλετίτσες, επίδοξους ζεν πρεμιέ, καθότι τα λιανά και τα ημι-άσημα, οι αμελητέες μονάδες δηλαδή, έχουν κι αυτές τις «υπηρεσίες» και τα «καθήκοντα» τους.

Όταν είναι να «χυθεί αίμα» για τις ριζικές ενδο-αλλαγές και την μεταμόρφωση του παλαιού σε νέο τοπίο, οι αθέατοι, κυβερνήτες «δαίμονες» απαιτούν θυσίες «γαλαζοαίματων» και όχι πλέμπας χωρικών. Εξουσία, αγαπητοί μου φίλοι, «η ηδονή των ηδονών», όπως εύστοχα την περιγράφει ο Μακιαβέλι στον «Ηγεμόνα» του. Έτσι αναπνέουν και συμπεριφέρονται, δυστυχώς, τα κραταιά βασιλεία, από αρχαιοτάτων χρόνων.

Έχουν συμβεί, άλλωστε, αρκετές φορές στο παρελθόν και κατά την διάρκεια της «χρυσής» ιστορίας της κινηματογραφικής βιομηχανίας παρόμοια γεγονότα, σκάνδαλα, κακοποιήσεις απασχόλησαν τα κοινά. Κάποιοι, γυναίκες ως επί το πλείστον, έχοντας φήμη, δόξα και χρήμα, που αντιστάθηκαν με ηρωικό σθένος και σήκωσαν πραγματικά γενναίο ανάστημα στην σήψη, δίχως να χειραγωγούνται από μυστήρια κέντρα, ώιμε(!), τους έφαγε το μαύρο, άχαρο σκότος και η βουλιμική μαρμάγκα.

Ο νοσηρός κύκλος του Χόλιγουντ, δηλαδή του αμερικάνικου Βατικανού, δεν κλονίστηκε διόλου με τις φανφάρες, τις τυμπανοκρουσίες, τα κινήματα στιλ «#MeToo» στην Αμερική και «#BalanceTonPorc» στην Γαλλία και, πιστέψτε με, ακριβώς με το ίδιο και απαράλλαχτο μολυσμένο «οξυγόνο» όπως πριν, συνεχίζει ακλόνητα να ευθυγραμμίζει εξουσιατικά μέχρι σήμερα τα ερεβώδη πάθη και τις κολασμένες ακμές του.

Προσέξτε λίγο όμως, πως όλες οι βαριές καταγγελίες που εκθρόνισαν, πιθανώς ενοχλητικούς «βασιλιάδες» και «πρίγκιπες» της κινηματογραφικής και της τηλεοπτικής βιομηχανίας, στέλνοντας τους στο πυρ το εξώτερον, έγιναν από εντελώς άσημα ονόματα, που ναι μεν πέρασαν κάποια στιγμή ασυζητητί από την στενωπό των «ληστών»  – να είστε σίγουροι γι αυτό – και «ρολάκι» ή «θεσούλα», που τόσο πολύ ποθούσαν δεν πήραν για κάποιους λόγους. Απλά, τους χρησιμοποίησαν εποικοδομητικά στον σωστό χρόνο, όπως όταν περιμένεις στωικά και με την σοφία του μεγάλου παίχτη την κατάλληλη στιγμή, ώστε να θυσιάσεις σε μια παρτίδα σκάκι τρεις στρατιώτες και έναν στρατηγό για να φτάσεις με πύργο και βασίλισσα στο ποθητό ματ. Ο βασιλεύς απέθανε, ζήτω ο βασιλεύς!  

«Η Νηπιαγωγός»

(The Kindergarten Teacher)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Σάρα Κολαντζέλο
  • Με τους: Μάγκι Τζίλενχαλ, Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ, Πάρκερ Σέβακ
  • Διάρκεια: 96’
  • Διανομή: StraDa FIlms
  • Διακρίσεις: Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Sundance

Εκτιμώ, προσωπική άποψη εκφράζω, πως είναι από τις πλέον «ενοχλητικές» ταινίες των τελευταίων ετών, που έχω δει. Αυτό που λέμε, ότι θέλει δεύτερη και τρίτη ανάγνωση είναι αλήθεια και εξομολογούμαι, ότι θα την ξαναδώ αυτή την εβδομάδα με ηρεμία.

Η γεύση που άφησε στον πνευματικό μου ουρανίσκο, πάντως, τείνει προς το πικρό ως σφαιρική εικόνα του θέματος, μια πικρία όχι προς το θέμα που πραγματεύεται, αλλά στον τρόπο που συνέλαβε και πραγμάτωσε την «πικρή» αλήθεια η περίφημη σκηνοθέτις Σάρα Κολαντζέλο. Έπειτα από ένα βραβευμένο μικρού μήκους ντοκιμαντέρ (Halal Vivero) το 2006, η Κολαντζέλο γυρίζει το 2014 την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της (Little Accidents) για να έρθουμε σε απόλυτη επαφή σήμερα με την δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία, την «Νηπιαγωγό», που της χάρισε το βραβείο σκηνοθεσίας στο αμερικάνικο φεστιβάλ του  Sundance.

Γυναικεία ματιά σε μια ιστορία που σχοινοβατεί στην καλά ακονισμένη λεπίδα της ψυχικής ελευθερίας και της ψυχασθένειας του politically correct. Ο πυγμαχικός αγώνας μέχρι εξόντωσης ανάμεσα στην ανοησία και στην ανιδιοτέλεια της βούλησης στο να διασώσω από το τέλμα την διαφορετικότητα. Απίστευτα δύσκολη η χαρτογράφηση για την  Νεοϋορκέζα σεναριογράφο και σκηνοθέτιδα, όταν το υποκείμενο διάσωσης είναι ένας πεντάχρονος που σκαρφίζεται στοίχους και ξαφνικά, σαν θεία επιφοίτηση απαγγέλει ποίηση σαν να είναι ενήλικας.

Το ίδιο ζόρικο είναι και ο χαρακτήρας της αστής γυναίκας, μητέρας και συνάμα νηπιαγωγού με την κοινότυπη ζωή, την γεμάτη τοξικά προϊόντα εντός και εκτός του οίκου της, που αντιλαμβάνεται το παιδί θαύμα και δια μέσω του ταλέντου του προσπαθεί να χωρίσει στα δυο τον ωκεανό της σήψης, της αδιαφορίας και να αναδείξει τον πιτσιρικά.

Η Σάρα Κολαντζέλο κτίζει περίτεχνα τρία στέρεα ανισόπεδα επίπεδα στην ταινία της, που όμως με ανεμόσκαλα την ποίηση επικοινωνούν άψογα μεταξύ τους: αυτό της σημερινής, στείρας, πνευματικής κοινωνίας με τα μύρια αδιέξοδα, του ψυχολογικού δράματος, αλλά και του θρίλερ, κλιμακώνοντας παράλληλα την ένταση για να φτάσει στο φινάλε στα μη αποδεκτά, κοινωνικά μεγέθη της ακρότητας, σαν απονενοημένη ενέργεια, που θα αφήσει σε πολλούς πικρή γεύση. Στην εποχή των smartphones, των videogames, των όπλων και των πολέμων τι ρόλο μπορεί να παίξει η ποίηση, διερωτάται στο σενάριο της η  Κολαντζέλο. Και το ερώτημα μεταμορφώνεται αίφνης σε θυμωμένο τζίνι, που ήταν βασανιστικά κλεισμένο σε μια γυναίκα που ανακάλυψε ενδιαφέρον για την ζωή.

Για μια φορά ακόμα η εκπληκτική Μάγκι Τζίλενχαλ (αδελφή του Τζέικ), στοχεύει διάνα σε ρόλο («Η Γραμματέας», «Εξομολογήσεις Ενός Επικίνδυνου Μυαλού») και μαγεύει με την καθηλωτική της ερμηνεία. Ο δε πιτσιρικάς Πάρκερ Σέβακ είναι απόλαυση. Ταινία έκπληξη για καλή σκέψη και πολύ συζήτηση.      

H Λίζα Σπινέλι (Μάγκι Τζίλενχαλ – υπέροχη) είναι η σαραντάρα, ευαίσθητη δασκάλα σε νηπιαγωγείο που ζει μια συμβατική ζωή με την οικογένεια της στο Στέιετν Άιλαντ.

Μητέρα δυο τέκνων, ενός αγοριού που θέλει να καταταγεί στον αμερικανικό στρατό και μιας έφηβης κόρης που ασχολείται συνεχώς με το κινητό της, ξοδεύει την καθημερινότητα της, παρακολουθώντας μαθήματα ποίησης σε νυχτερινό σχολείο με δάσκαλο τον Σάιμον (Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ – πολύ καλός) , έχοντας πλήρη συναίσθηση της μετριότητάς της.

Ξαφνικά ανακαλύπτει τυχαία πως στην τάξη που διδάσκει, ο πεντάχρονος μαθητής της Τζίμι Ρόι (Πάρκερ Σέβακ – καταπληκτικός) έχει έμφυτο ταλέντο στην ποίηση.

Ερευνά το οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού και αντικρίζει την αλήθεια, πως ο μικρός ζει με τον πατέρα του, άνθρωπο της νύχτας και την αδιάφορη νταντά που θέλει να γίνει σταρ του σινεμά. Διαπιστώνει την πλήρη απάθεια της οικογένειας στο ταλέντο του Τζίμι Ρόι, παρά τις συστάσεις της, ότι ο πεντάχρονος είναι ένας Μότζαρτ της ποίησης.

Τότε βάζει σκοπό της ζωής της, φτάνοντας στα άκρα να αποκαλύψει το ταλέντο του μικρού στον κόσμο.

«Αλίτα: O Άγγελος της Μάχης»

(Alita: Battle Angel)

 

  • Είδος: Περιπέτεια Επιστημονικής Φαντασίας (3D)
  • Παραγωγή: Καναδάς, Αργεντινή, ΗΠΑ (2019)
  • Σκηνοθεσία : Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ
  • Με τους: Ρόζα Σαλαζάρ, Μαχερσάλα Αλι, Εϊζα Γκονζάλεζ, Τζένιφερ Κόνελι, Μισέλ Ροντρίγκεζ
  • Διάρκεια: 122’
  • Διανομή: Odeon

Ταινία βασισμένη στο επιτυχημένο manga του Γιουκίτο Κισίρο η «Αλίτα: Ο Άγγελος της Μάχης» ορμάει στην μεγάλη οθόνη σε ένα φαντασμαγορικό 3D γεμάτο δράση και περιπέτεια. Στην παραγωγή ο Τζέιμς Κάμερον («Τιτανικός», «Άβαταρ») και στην σκηνοθεσία ο Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ («Machete», «Αμαρτωλή Πόλη»). Ένα δίδυμο σε παραγωγή και σκηνοθεσία που πραγματικά το ευχαριστιέσαι.

Blockbuster παραγωγή με τα όλα της (η πρώτη του 2019 για εμάς), καθώς ο Κάμερον, όπως τουλάχιστον γράφουν οι αναφορές, ασχολείται με την Αλίτα από το 1999 για να την περάσει ως φλος ρουαγιάλ στο άσπρο πανί. Απομακρύνθηκε από τον φακό της κάμερας, λέμε τώρα, άφησε τον τρελάρα Ροντρίγκεζ να κάνει την φασίνα και ασχολήθηκε με το τεχνικό μέρος του θέματος που κυριολεκτικώς ζωγραφίζει.

Άριστο 3D, hi tech καταστάσεις, φουτουριστικός διάκοσμος, απαισιόδοξο μέλλον, φουλ περιπέτεια και δράση σαν να βρίσκεσαι κολλημένος σε κονσόλα video game. Όλη η ταινία είναι ένα εργόχειρο, μεγαλείο εικόνας και ήχου, που οι φανατικοί του είδους δεν θα αποχωρήσουν από την αίθουσα δυσαρεστημένοι.

Οι ερμηνείες είναι τοποθετημένες ακριβώς στο ζύγι των απαιτήσεων του συγκεκριμένου genre χωρίς ιδιαίτερο πλούτο υποκριτικής αλλά ούτε μιζέριας. Έντιμη διεκπεραίωση αφού τον πρώτο λόγο έχει η σύγχρονη ψηφιακή εξουσία της 7ης Τέχνης.    

Όταν η Αλίτα (Ρόζα Σάλαζαρ) ξυπνά χωρίς να θυμάται ποια είναι σε έναν δυστοπικό μέλλον, έναν κόσμο φτωχό και δύσκολο που δεν αναγνωρίζει, την περιμαζεύει ο Ίντο (Κριστόφ Βαλτς), ο ευγενικός βιο-μηχανικός επιστήμονας που έχει χάσει την κόρη του και αντιλαμβάνεται ότι κάπου μέσα σε αυτό το ανθρωποειδές (cyborg) κρύβεται η καρδιά και η ψυχή μιας νεαρής γυναίκας με ξεχωριστό παρελθόν, δίνοντας στο εαυτό του μια δεύτερη ευκαιρία πατρότητας.

Όταν η Αλίτα μαθαίνει να περιπλανιέται στη νέα της ζωή και στους επικίνδυνους δρόμους της Άιρον Σίτι, ο Ίντο προσπαθεί να την προφυλάξει από το αινιγματικό παρελθόν της, τη στιγμή που ο «περπατημένος» νέος της φίλος, το παιδί της πιάτσας, ο Χιούγκο (Κίαν Τζόνσον) είναι διατεθειμένος να τη βοηθήσει να επαναφέρει τις μνήμες της.

Εν τω μεταξύ στην πόλη, όπου είναι μαζεμένες φυλές από διάφορους πλανήτες κυριαρχεί ένα βάρβαρο παιχνίδι ζωής και θανάτου, που έχει τεράστια απήχηση στον λαό. Η Αλίτα ενθουσιάζεται και θέλει να λάβει μέρος.

Μόνο όταν οι φονικές και διεφθαρμένες δυνάμεις της πόλης καταδιώκουν την Αλίτα, εκείνη ανακαλύπτει ένα στοιχείο για το παρελθόν της, ότι διαθέτει μοναδικές γνώσεις στις πολεμικές ικανότητες και αυτοί που είναι στην εξουσία θα κάνουν τα πάντα για να τις υποτάξουν. Αν καταφέρει να τους ξεφύγει, ίσως να είναι το κλειδί για τη σωτηρία των φίλων της, της οικογένειάς της και του κόσμου που έμαθε να αγαπά.

«Καπερναούμ»

(Capernaum)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Λίβανος, Γαλλία, ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ναντίν Λαμπακί
  • Με τους: Ζαΐν Αλ Ραφέεα, Γιορντάνος Σιφεράβ, Μπολαγουατιφέ Τρέζερ Μπανκολέ
  • Διάρκεια: 126’
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Κριτικής Επιτροπής και Οικουμενικό Βραβείο στο Φεστιβάλ Καννών

Η θρησκευτική ιστορία, κατά τα γραφάς όπως συνηθίζουμε να λέμε, αναφέρει ότι στην Καπερναούμ ο μεσσίας έκανε θαύματα, θεραπεύοντας έναν δαιμονισμένο και έναν παραλυτικό. Στην «Καπερναούμ» της Ναντίν Λαμπακί, όμως, επικρατεί το χάος βασιλεύει ο κίνδυνος, οι φτωχοί μετανάστες, τα παντρολογήματα άγουρων, μικρών κοριτσιών με εύρωστους, οικονομικά ηλικιωμένους άνδρες, οι κλοπές τροφίμων από ανήλικους, η αλητεία, η παιδική θνησιμότητα, το σημαντικό «χαρτί» που πιστοποιεί ότι είσαι εσύ, η εκμετάλλευση ανηλίκων, η ένδεια, η ανυπαρξία, δηλαδή, ένας εμετικός κόσμος γεμάτος τρόμο, θλίψη, πόνο, θάνατο…Oh dear Jesus were are you?

Ταινία γροθιά στο στομάχι, καθώς μοιράζεται τεχνικά ανάμεσα στην μυθοπλασία και στην ντοκιμαντερίστικη καταγγελία, ένα καλοφτιαγμένο doc fiction, αφού όλοι οι πρωταγωνιστές είναι ερασιτέχνες. Όσα μας αφηγείται στο σενάριο της η πανέμορφη Λιβανέζα Λαμπακί είναι όλα αλήθεια και γίνονται ακόμα πιο ρεαλιστικά στον φακό της με την συμμετοχή του άφθαστου 10χρονου ή 12χρονου – ποιος γνωρίζει άλλωστε την ηλικία του – ερασιτέχνη ηθοποιού Ζαΐν Αλ Ραφέεα στον ρόλο του τρομερού Ζαΐν, που μας βουτάει στην σκατότρτυπα της μεγαλούπολης χωρίς ανάσα, εκεί που συμβαίνουν τα αδιανόητα.

Στενάχωρη, πραγματικά, ταινία, αλλά τόσο ρεαλιστικά φτιαγμένη, που σηκώνεσαι από το κάθισμα και ο κόμπος στο υπογάστριο έχει εξαπλωθεί πάνω από τον πυλωρό να καταλαμβάνει το μισό στέρνο. Τα έχουμε ακούσει, πήραμε γεύσεις από αναφορές δημοσιογραφικών ρεπορτάζ με θέματα που αφορούν την εκμετάλλευση ανήλικων ανθρώπων, αλλά τούτο εδώ ξεπερνάει κάθε όριο. Και, ω δαίμονα, είναι πέρα ως πέρα αληθινό, άνευ υπερβολών και τονωτικών ενέσεων. Είναι γυμνό, σκληρό, κολασμένα απάνθρωπο. Είναι και η απίστευτη φάτσα του Ζαΐν (στην πραγματικότητα είναι πρόσφυγας από τη Συρία και βρίσκεται στον Λίβανο για να γλιτώσει από τον πόλεμο στην χώρα του και ζει τα τελευταία 8 χρόνια σε πολύ δύσκολες συνθήκες), που αυτό το απίθανο, βρώμικο, λασπωμένο «μούτρο» με το βλέμμα φάρο σε τσαλακώνει πιότερο, είναι το ασμίλευτο της ερμηνείας του, είναι η τρεχάλα του για να μείνει ζωντανός, να επιβιώσει.

Έντονη και αξιόλογη η δουλειά της 45χρονης  Ναντίν Λαμπακί στην τέταρτη κατά σειρά ταινία της («Caramel», «Όταν Θέλουν οι Γυναίκες», «Ριο Σε Αγαπώ»), που σε αφήνει εντελώς εκτεθειμένο, ανυπεράσπιστο στην σύγχρονη ύβρη να σιχτιρίσεις ανερυθρίαστα το ανθρώπινο είδος. Μικροί άνθρωποι βάναυσα χυμένοι στο μολυσμένο ποτάμι της «μοντέρνας» κοινωνίας ανακαλύπτουν τις διόδους επιβίωσης μιας δολοφονικής καθημερινότητας χωρίς παρών. Ξεναγός μας ο Ζαΐν, ο αφανής ήρωας των αποτυχημένων κοινωνιών, ο άξιος εκπρόσωπος των κακοποιημένων και των παραμελημένων μικρών ανθρώπων στον πλανήτη,  που τον διάλεξε η Λαμπακί ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους υποψήφιους πιτσιρικάδες του δρόμου.

Και αυτός ο μικρός, ατίθασος Ηρακλής επαναστατεί και σέρνει την αδιάφορη οικογένεια του στο δικαστήριο κατηγορώντας τους γονείς του για έλλειψη αγάπης, προστασίας, θέτοντας το ουράνιο ερώτημα: «Γιατί με φέρατε στην ζωή, αφού δεν μπορείτε να με φροντίζετε;» Μοναδικό!!!!

Αξίζει να παρακολουθήσετε την ταινία παρότι είναι σκληρή η αφήγηση της και τα γεγονότα σε καταβάλουν, όμως γύρω από το πηχτό σκοτάδι του αφανισμού που τυλίγει την παιδική αθωότητα, η Ναντίν Λαμπακί διακριτικά αφήνει αμυδρά να διαφαίνεται ένα χρυσαφένιο ένδυμα προστασίας πλεγμένο με νήματα τρυφερότητας, δύναμης και ανθρωπιάς σαν την αθέατη αρματωσιά σπουδαίου, αθάνατου ήρωα

Λίβανος, αίθουσα δικαστηρίου. Ο 12χρονος Ζαΐν πρόσφυγας από τη Συρία, παρουσιάζεται ενώπιον του δικαστή, ο οποίος τον ρωτάει γιατί θέλει να μηνύσει τους ίδιους του τους γονείς. «Επειδή με έφεραν στον κόσμο!», απαντάει o μικρός, κάνοντας έτσι την δική του επανάσταση απέναντι στους γονείς του για τις άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους, για την παντελή αδυναμία τους να του παρέχουν ελάχιστη φροντίδα, βοήθεια και προστασία.

Αντιμέτωπος με αδιανόητες δυσκολίες και εμπόδια, ο μικρός Ζαΐν θα ξεκινήσει ένα απίστευτο, γεμάτο δυσκολίες ταξίδι για να αναζητήσει την δική του ταυτότητα, μέσα στον αμείλικτο κόσμο που έχουν φτιάξει γι’ αυτόν οι μεγάλοι.

Και για το ρεπορτάζ του θέματος να αναφέρουμε, ότι δύο μέρες μετά την ολοκλήρωση του Φεστιβάλ Καννών και την βράβευση της ταινίας, η παραγωγή πληροφορήθηκε ότι ο Ζαΐν και η οικογένειά του θα μετανάστευαν στη Νορβηγία. Πλέον, εκείνος και τα αδέρφια του πηγαίνουν σχολείο, ενώ ολόκληρη η οικογένεια πήρε νορβηγική υπηκοότητα.

Ζουν σήμερα σε ένα όμορφο διώροφο σπίτι με κήπο, που έχει θέα την θάλασσα, και συμμετέχουν σε ένα ειδικό πρόγραμμα ένταξης για να μάθουν νορβηγικά και να προσαρμοστούν στην κουλτούρα της χώρας.

Η ταινία της Ναντίν Λαμπακί είναι υποψήφια για το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας με πολλές πιθανότητες να το κερδίσει, από τους εξ΄  ίσου υπέροχους «Κλέφτες Καταστημάτων».

«Θα Μπορούσες Ποτέ να με Συγχωρέσεις;»

(Can You Ever Forgive Me?)     

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μάριελ Χέλερ
  • Με τους: Μελίσα ΜακΚάρθι, Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Odeon

Ταινία που κατεβαίνει ολοταχώς στην οσκαρική κούρσα, διεκδικώντας τρία αγαλματίδια: Διασκευασμένου Σεναρίου, Α’ Γυναικείου Ρόλου (Μελίσα ΜακΚάρθι) και Β’ Ανδρικού Ρόλου (Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ). Και στις τρεις κατηγορίες που είναι τοποθετημένη παίζει καθαρά, καθώς και το σενάριο και οι δυο ρόλοι είναι αξιοπρόσεκτα και όντως αξίζουν τις υποψηφιότητες. Βέβαια η Μελίσα ΜακΚάρθι έχει να αντιμετωπίσει την Ολίβια Κόλμαν της «Ευνοούμενης» και την Γκλεν Γκλόουζ της «Wife» στον Α΄ Γυναικείο Ρόλο, ενώ ο Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ στον Β΄ Ανδρικό θα «κονταροκτυπηθεί» με τους πιο σοβαρούς διεκδικητές της συγκεκριμένης κατηγορίας, όπως είναι ο Μαχερσάλα Αλί του «Πράσινου Βιβλίου» και ο Άνταμ Ντράιβερ του «BlacKkKlansman: H Παρείσφρηση».

Πάντως, τόσο η πληθωρική ΜακΚάρθι, όσο και ο μπριλάντε Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ είναι άψογοι στην δεύτερη ταινία της Καλιφορνέζας ηθοποιού και σκηνοθέτιδας Μάριελ Χέλερ. Είναι από αυτές, ρε γαμώτο, που μοσχοβολούν μπίτνικ, νεοϋρκέζικο άρωμα ανακατεμένο με νοθευμένο ουίσκι, κλεισούρα, αποτυχία και ξεθυμασμένη ναφθαλίνη, δηλαδή, ατμόσφαιρα μιας εποχής που αγαπάνε οι σινεφίλ. Με σωστό προσανατολισμό η σκηνοθεσία και δίχως να πλατσουρίζει σε ανοησίες, δίνει τον απαιτούμενο αέρα στην βροντερή, πλην όμως εκπληκτική ερμηνεία της ΜακΚάρθι και τον άπλετο χώρο στο ταπεραμέντο του υπέροχου, Άγγλου ηθοποιού Γκραντ, ο οποίος όταν πληροφορήθηκε την υποψηφιότητα του για το Όσκαρ Β΄ Ανδρικού Ρόλου βγήκε έξω στον δρόμο και πανηγύριζε, ο θεόμουρλος (υπάρχει σχετικό βίντεο).

Το προσεγμένο σενάριο της Νικόλ Χολοφσένερ και του Τζεφ Γουίτι (υποψήφιοι για Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου) βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο-αυτοβιογραφία της συγγραφέως Λι Ίσραελ (3 Δεκεμβρίου 1939 – 24 Δεκεμβρίου 2014), που από επιτυχημένη βιογράφος επιφανών γυναικών με ευπώλητες εκδόσεις, κατέληξε δεινή πλαστογράφος επιστολών αλληλογραφίας διάσημων, όπως των: Ντόροθι Πάρκερ, Ερνστ Χέμινγουεϊ, Τζορτζ Σ. Κάουφμαν, τις οποίες μοσχοπουλούσε σε συλλέκτες μέχρι που την «τσίμπησε» το FBI.   

Από τη λίστα των μεγάλων Αμερικανών πλαστογράφων ξεχωρίζει μια γυναίκα: η ειρωνική, η καυστική, η εγωίστρια, η άφιλη, η λεσβία, η γατόφιλη και ψιλο-αλκοολική Λι Ίσραελ (Μελίσα ΜακΚάρθι – πολύ καλή), νυν άφραγκη, τέως επιτυχημένη συγγραφέας βιογραφιών της Κάθριν Χέπμπορν, της Ταλούλα Μπάνκχεντ, της Εστέ Λόντερ και της δημοσιογράφου Ντόροθι Κιλγκάλεν κατά τη δεκαετία του ‘70 και του ‘80.

Στο μικρό της διαμέρισμα στο Μανχάταν, παρέα με την γάτα της, που δεν έχει ούτε το νοίκι να πληρώσει, η Ίσραελ δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα ήταν φτωχή και εξαθλιωμένη. Δεν μπορούσε να δεχθεί ότι μια τόσο ταλαντούχα συγγραφέας όσο η ίδια, θα κατέληγε τόσο χαμηλά. Μια συγγραφέας που δεν έβγαζε την δική της φωνή σε γραπτό, αλλά καταπιανόταν με τις ζωές διάσημων προσώπων.

Όταν δεν διέθετε τα χρήματα για μια εξέταση της γάτας της στον κτηνίατρο, πούλησε όλα τα αντικείμενα αξίας που είχε στην κατοχή της και μέσα σε αυτά ένα αυθεντικό γράμμα της Κάθριν Χέπμπορν για 200 δολάρια. Τότε ένας κόσμος με απέραντες δυνατότητες ανοίχτηκε μπροστά της.

Για να γλιτώσει τη χρεοκοπία άρχισε να δακτυλογραφεί σε αντίκες γραφομηχανές με παλιά επιστολόχαρτα διάφορες, πλαστές επιστολές διασήμων και να τις πουλάει στους συλλέκτες ως αυθεντικές. Βοηθό σε αυτή την απάτη έχρισε έναν φίλο της από τις παλιές καλές εποχές, τον μεσήλικα, ξοφλημένο, ομοφυλόφιλο, Άγγλο ηθοποιό Τζακ (Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ – επίσης πολύ καλός).

Η παράνομη φάμπρικα πήγαινε μια χαρά ώσπου μια πλαστή επιστολή εξετάστηκε ενδελεχώς από έναν αγοραστή συλλέκτη με αποτέλεσμα να αμφισβητηθεί η αυθεντικότητά της.

Η Λι Ίσραελ έγραψε το βιβλίο «Θα Μπορούσες Ποτέ να με Συγχωρέσεις;» (Can You Ever Forgive Me?) το 2008.        

«Έρωτας Χωρίς Τέλος»

(Sin Fin)

 

  • Είδος: Ερωτικό, επιστημονικής φαντασίας
  • Παραγωγή: Ισπανία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Σεζάρ Εστέμπαν Αλέντα και Χοσέ Εστέμπαν Αλέντα
  • Με τους: Χαβιέρ Ρέι, Μαρία Λεόν
  • Διάρκεια: 96’
  • Διανομή: Tanweer

Όταν ο ντροπαλός, κοινωνικά αμήχανος Χαβιέ συναντά τη Μαρία, ένα δραστήριο, εξωστρεφές και διασκεδαστικό κορίτσι, είναι η αρχή ενός πανέμορφου ρομάντζου. Δεκαπέντε χρόνια μετά και το τοπίο δεν είναι πια ειδυλλιακό. Η εμμονή του Χαβιέ για τη δουλειά του και τα ανεκπλήρωτα όνειρα της Μαρίας εμφανίζονται στο προσκήνιο και ειδικά στη Μαρία.  Η σχέση τους περνάει κρίση.

Ο Χαβιέ συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μόνο ένας τρόπος να την βοηθήσει. Πρέπει να ταξιδέψει πίσω στο χρόνο για να ξαναγράψουν τη μοίρα της Μαρίας και να αποφύγουν την άθλια πραγματικότητα που ζουν.  Μαζί, να ξαναζήσουν και να θυμηθούν τη μαγεία της πρώτης ημέρας που συναντήθηκαν, δεκαπέντε χρόνια πριν, με την ελπίδα ότι η Μαρία θα γίνει πάλι το χαρούμενο, ζωηρό κορίτσι που ερωτεύτηκε.

Θα ήθελε να είναι δακρύβρεχτο, θα ήθελε να είναι μελό, θα ήθελε να είναι ερωτικό και ρομαντικό, θα ήθελε να είναι επιστημονικής φαντασίας. Μα, τίποτα από αυτά δεν είναι.

Μονότονη, θλιβερή, ισπανική μπαλαφάρα αλυσοδεμένη γερά στην τηλεοπτική αντίληψη των σίριαλ ρομάντζας του συρμού και παρωχημένης σκηνοθεσίας άλλων εποχών, κάτι σε στιλ «Εκείνο το Καλοκαίρι», του αείμνηστου Βασίλη Γεωργιάδη με την Έλενα Ναθαναήλ και τον Λάκη Κομνηνό στα χειρότερά του.

Διάτρητο το σενάριο από όλες τις πλευρές και οι πρωταγωνιστές μουρμουράνε κοφτά και καταθλιπτικά κοιτάζονται στα μάτια πότε με τον αέρα στα μαλλιά τους, πότε με το κύμα να σκάει στην ακρογιαλιά και τον πορτοκαλόχρυσο ήλιο να φωτίζει τα πρόσωπα τους.

Τα δε ακόρντα του ως σιγόντο ηχούν φάλτσα και παράταιρα στο περιβάλλον της επιστημονικής φαντασίας και των ταξιδιών στον χρόνο, που όλο το κατασκεύασμα καταλήγει, σχεδόν, στο να μην βγάζεις νόημα. 

«Μια Προσωπική Ιστορία»

(Una Questione Privata)

 

  • Είδος: Ερωτικό δράμα ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Ιταλία, Γαλλία (2017)
  • Σκηνοθεσία : Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι
  • Με τους: Λούκα Μαρτινέλι, Λορέντζο Ριτσέλμι, Βαλεντίνα Μπελιέ
  • Διάρκεια: 84’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Βραβείο Συνδικάτου Ιταλών Κριτικών Κινηματογράφου

Εμπνευσμένο από την αυτοβιογραφική νουβέλα «Μία Προσωπική Ιστορία» του Μπέπε Φενόλιο, το κύκνειο άσμα των αδελφών Ταβιάνι μάς μεταφέρει στο καλοκαίρι του 1943, όταν ο νεαρός Μίλτον ερωτεύεται τη Φούλβια, η οποία, όπως φαίνεται δεν τρέφει ανάλογα συναισθήματα και απλώς, της αρέσει το βάθος της σκέψης του και τα γράμματα που της γράφει. 

Ένα χρόνο μετά, ο Μίλτον έχει μπει στην Αντίσταση και πολεμά στο πλάι των ανταρτών ενάντια στους Ναζί. Όταν, τυχαία, μαθαίνει ότι η Φούλβια ήταν κρυφά ερωτευμένη με τον επίσης αντάρτη και κοινό τους φίλο, Τζόρτζιο, ο Μίλτον αποφασίζει να πάει και να τον βρει και να του μιλήσει.

Ο Τζόρτζιο, όμως, έχει μόλις συλληφθεί από τους Φασίστες. Τώρα ο Μίλτον πρέπει να ισορροπήσει την επιθυμία του να πολεμήσει τους Ναζί, τη φιλία του με τους άλλους συμπολεμιστές του στην Αντίστασης μεταξύ των οποίων είναι και ο Τζόρτζιο, αλλά και την αγάπη του για την Φούλβια.

Οι αδελφοί Ταβιάνι, έχοντας ζήσει τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Ιταλική Αντίσταση, αποτυπώνουν ανάγλυφα και με μοναδική αυθεντικότητα την εποχή και σκηνοθετούν μια συναρπαστική ταινία για την αθωότητα της νιότης και τον έρωτα. Στο φόντο, μία Ιταλία χτυπημένη από τη φτώχεια και ένας αντάρτικος πόλεμος, ξένος για τα ειωθότα της δικής μας εποχής…

 Άλλωστε, ο έρωτας όταν συνοδεύεται από ζήλια, πάντα οδηγεί σε οριακές καταστάσεις (που έχουν εμπνεύσει μεγάλους τραγωδούς) πόσο μάλλον σε συνθήκες, ήδη εμπόλεμες, όπου το ΕΓΩ πρέπει να θυσιαστεί για το καλό του ΕΜΕΙΣ και για ιδανικά μεγαλύτερα από την προσωπική ευτυχία και αυτοπραγμάτωση.

Προβάλλονται επίσης:

Το animation «Η Ταινία Lego 2» του Μάικ Μίτσελ (Tanweer)