fbpx

«Γυναίκες μόνες, γυναίκες με τέκνα και γυναίκες «χήρες», ως δραματικές φιγούρες σε πρώτο πλάνο κόντρα στον απάνθρωπο αγώνα της σύγχρονης επιβίωσης», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Τα τραγούδια, οι μύθοι και οι ιστορίες της μεσαιωνικής Ευρώπης διέπονται από πράξεις απαράμιλλης ανδρείας, φλογερούς έρωτες και μακροχρόνιους, εξοντωτικούς πολέμους. Από την άλλη, ο ιστορικός μελετητής αυτής της σκοτεινής περιόδου ανακαλύπτει λασπουριά, φτώχεια, ένδεια, αρρώστιες, αμορφωσιά, ίντριγκες, βασανιστήρια, εκτελέσεις.

Σε ένα φανταστικό σενάριο, λέμε τώρα, εάν υπήρχε η τέχνη του σινεμά σε εκείνα τα κατάμαυρα χρόνια με τι νομίζετε ότι θα καταπιανόταν. Μα φυσικά, με τον παλμό και την ατμόσφαιρα της εποχής. Ο ρεαλισμός περασμένος από το μάτι της φαντασίας και της φιλοσοφίας, όπως ακριβώς το φίνο, πολύχρωμο νήμα στην τρύπα της βελόνας για να κεντηθεί ευφάνταστα η εικόνα. Ο Σαίξπηρ, ως γνωστόν, είναι ο σκηνοθέτης των μαύρων εποχών, που με όχημα την αρχαία, ελληνική φιλοσοφία αποτύπωσε θεατρικά την εικόνα εκείνης της περιόδου. Φαντασία, ρεαλισμός, αυτογνωσία, διδαχές, έρωτας, σάτιρα, φρίκη κυκλώνουν δημιουργικά τα έργα του, αναβιώνοντας την σχολή της ελληνικής τραγωδίας και της κωμωδίας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, σε μια Αγγλία που ακόμα δεν είχε αρχίσει, καν, να αναπνέει στην ατμόσφαιρα του πολιτισμού.

Αρκετοί είναι αυτοί, εντός και εκτός της ακαδημαϊκής κοινότητας, που πιστεύουν και μελετούν ενδελεχώς, ότι ο Γουίλιαμ Σαίξπηρ δεν ήταν υπαρκτό πρόσωπο, αλλά μια κλειστή και καλά προστατευμένη ομάδα λόγιων, πνευματικών και εμπνευσμένων ανθρώπων, που άναψαν ολόκληρο δαδί και όχι σπίρτο στο σκότος του μεσαίωνα. Και πάλι, είτε ήταν ένας, είτε ήταν μια κάστα ανθρώπων οι δημιουργοί όλων αυτών των θεατρικών έργων, το σημαντικό είναι ότι το βαρύ πέπλο της άρνησης αποτραβήχτηκε μερικώς με την λανθασμένα αναφερόμενη «Αναγέννηση» της Νότιας Ευρώπης και την συμμετοχή του Άγγλου Σαίξπηρ.

Λανθασμένος και ατυχής ο όρος «Αναγέννηση», καθώς ουδέποτε απέθανε το ελληνικό πνεύμα για να «αναγεννηθεί», παρότι ήταν βασανιστικά συμπιεσμένο κάτωθεν των αδίστακτων, φαιών ενδυμάτων των διαφόρων ιερατείων.

Στις μέρες μας, η οικουμενικότητα της ανθρώπινης κοινωνίας βρίσκεται ξεκάθαρα, ξανά, στον δικό της μεσαίωνα, αυτή την φορά να δοκιμάζεται σοβαρά επί ξηρού ακμής, εάν θα συνεχίσει να υφίσταται ή θα εξαφανιστεί από προσώπου Γης, δίνοντας την θέση της σε άλλα, πιο απάνθρωπα μοντέλα, σύγχρονων, χειραγωγήσιμων δίποδων. Ο προβληματισμός απορρέει ευθύς, από την παρατήρηση και την ανάγνωση των «προϊόντων» που προτείνουν οι αρχιτέκτονες και ιθύνοντες νόες των λαϊκών μέσων ψυχαγωγίας (διασκέδασης, δυστυχώς, τώρα πια!). Τηλεόραση, μουσική, θέατρο, βιβλίο και κινηματογράφος, δηλαδή, οι πιο διαδεδομένες μορφές καθημερινής, πνευματικής τροφής, εργάζονται ακούραστα, αποδομώντας την φυσιολογικότητα, τις αξίες, την ανθρωπιά και εν γένει ολόκληρο το σύστημα που με αίμα και θυσίες  όρθωσε ο άνθρωπος εκατοντάδες αιώνες, με γνώμονα την ελευθερία και την αξιοπρέπεια. Τα συμπτώματα είναι εμφανή και τα γεγονότα που διαδραματίζονται εντός και πέριξ των εαυτών μας είναι αδιάψευστα, θεωρώ, σε όλους μας. Το «ΜΗ» και το «ΔΕΝ», κυριαρχούν ολούθε των συμπεριφορών μας.

Η βία από άνθρωπο σε άνθρωπο εντείνεται με ταχύτητα φωτός και τα προϊόντα της «διασκέδασης» μας, είτε είναι οπτικά, είτε είναι ηχητικά βρίθουν κτηνωδίας. Ο παππούς Πλάτων έγραψε, ότι, «Όταν αλλάζουν οι νόμοι της μουσικής, αλλάζουν και οι Νόμοι της Πολιτείας». Ο κινηματογράφος τα τελευταία χρόνια μόνο την βία, την ανηθικότητα και την εικόνα της ανθρώπινης πτώσης προπαγανδίζει, γράψαμε πριν μερικές ημέρες, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων ο κορμός είναι τοξικός. Η τηλεόραση συμπορεύεται στον ίδιο δρόμο και το ανάστημα του ανθρώπου ολοένα και χαμηλώνει, δολοφονώντας εν ψυχρώ συνάνθρωπο εγκλωβισμένο, πανικοβλημένο να έρπει σε μια βιτρίνα καταστήματος με πολύτιμα αντικείμενα, ψάχνοντας να διαφύγει. Γιατί, λέει, ήθελε να κλέψει. Γιατί, λέει, ήταν πρεζόνι. Γιατί, λέει, ήταν πούστης. Γιατί, λέει ήταν ένα «απόβλητο» της κοινωνίας. Τα ικριώματα στήνονται ερήμην και τα συγχωρωχάρτια σφραγίζονται ελέω θεού του σκότους. Είναι ένα σύστημα, που θύτης και θύμα είναι πρωταγωνιστές και συνάμα θιασώτες του συγχρόνου μεσαίωνα που βιώνουμε. Ουδείς αθώος. Ένοχοι άπαντες!

Οι τροβαδούροι δεν συνθέτουν πια μπαλάντες με ερωτοχτυπημένες δεσποσύνες, μηδέ για ανδρείους πολεμιστές που επέστρεψαν από τις μάχες του πολέμου. Το σινεμά μόνο μεσαιωνική θλίψη, κατήφεια, μαυρίλα, πόνο, φρίκη αφηγείται. Οι κινηματογραφικές εικόνες ως πιστοί καταγραφείς της καθημερινότητας με σενάρια βουτηγμένα στο έρεβος, «διδάσκουν» τους νέους κώδικες συναναστροφής.

Καμιά «ηθική» δεν ασπάζομαι, από τις δοξασίες, τα «σπουδαία» συγγράμματα και τα πονήματα «περί ηθικής», αυτά που κυκλοφορούν τους τελευταίους αιώνες και είναι γραμμένα από τους πιο ανήθικους και βάρβαρους ανθρώπους που πέρασαν από τον πλανήτη Γη. Ούτε το λεγόμενο «διαφορετικό» οικειοποιούμαι, αυτή την τόσο παρεξηγημένη πινακίδα, που φοριέται τελευταίως αντιαισθητικά στην συνείδηση μου και ομοιάζει σαν Γερμανός τουρίστας με πέδιλο με κάλτσα. Στην αόρατη και ελεύθερη γραφή της λέξεως «διαφορετικό» διαβάζουμε: «Μην κολυμπάτε. Η ακτή είναι μολυσμένη!»                   

«Ανάσα Ελευθερίας»

(Andið Εðlilega / And Breathe Normally)

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Ισλανδία, Σουηδία, Βέλγιο (2017)
  • Σκηνοθεσία: Ισόλντ Ιγκατότιρ
  • Με τους: Κρίστιν Μπόρα Χαραλντσντότιρ, Μπαμπετίντα Σάντζο, Πάτρικ Νόκβι Πέτουρσον
  • Διάρκεια: 95’
  • Διανομή: Ama Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ του Σάντανς – Βραβείο Κοινού στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας» 2018

Ντεμπούτο στις ταινίες μεγάλου μήκους για την σκηνοθέτιδα Ισόλντ Ιγκατότιρ από την νησιωτική, ψυχρή Ισλανδία των αέρηδων, των θερμοπιδάκων και των ηφαιστείων. Δυο γυναίκες που παλεύουν ενάντια στην κοινωνική διάλυση, μετατρέπονται σε δίπολο επιβίωσης, φιλοξενώντας η μία την άλλη στους δικούς τους κόσμους, που φαινομενικά είναι μεν διαφορετικοί, αλλά στον πυρήνα τους είναι πανομοιότυποι. Πουθενά πια στην Γη δεν υπάρχει ελευθερία, ούτε στους λεγόμενους «πολιτισμένους» χώρους της Ευρώπης.

Η μαύρη Άντζα (Μπαμπετίντα Σάντζο – πολύ καλή) από την Γουινέα Μπισσάου της Δυτικής Αφρικής, κυνηγημένη από το καθεστώς της χώρας της λόγω των λεσβιακών της πεποιθήσεων, θέλει να «αποδράσει» από τον θάνατο, επιλέγοντας πιο ανοιχτόμυαλες χώρες γι αυτήν και την ανήλικη κόρη της. Η λευκή Λάρα (Κρίστιν Μπόρα Χαραλντσντότιρ – πολύ καλή εξ’ ίσου), μόνη με τον ανήλικο γιο της, ερωτικά προσκείμενη στο γυναίκειο φύλο, αδέκαρη, άνεργη και άστεγη (κοιμάται στο αυτοκίνητο με το παιδί της), λαμβάνει έγκριση  πρόσληψης για εργασία στο αεροδρόμιο στο ευαίσθητο πόστο ελέγχου των διαβατηρίων.

Η Λάρα πίσω από το ασφαλές κουβούκλιο του σημείο ελέγχου, ενδεδυμένη με την στολή του αυστηρού συνοριοφύλακα, παίρνει ζεστά τον ρόλο της και από την απροσεξία συναδέλφου της εμποδίζει την πρόσβαση της Άντζα στην ελευθερία, που θέλει να ταξιδέψει στον Καναδά με πλαστό διαβατήριο. Και ενώ η μικρή κόρης της Άντζα μπαίνει στο αεροπλάνο για να συνεχίσει το ταξίδι της, η λαθραία, Αφρικανή ταξιδιώτισσα εξηγεί στις Αρχές πως κινδυνεύει η ζωή της εάν επιστρέψει στην χώρας της.

Οι νόμοι όμως είναι νόμοι και δεν εγκρίνουν το αίτημα της, οπότε την οδηγούν σε κοντινό ισλανδικό hot spot (ευπρεπές όχι σαν τα δικά μας κολαστήρια) μαζί με άλλους, σε αναμονή για την απέλαση της.

Οι δυο γυναίκες συναντώνται ξανά και η Άντζα βοηθάει την Λάρα με το να προσέχει και να φροντίζει τον γιο της όσο εκείνη απουσιάζει στην δουλειά.  Αλλά, ω, τι ειρωνεία, την φιλοξενεί κιόλας, στο ισλανδικό hot spot (εκπληκτικό εύρημα της σκηνοθέτιδας), καθότι η ελεγκτής είναι ακόμα άστεγη και απένταρη.

Κάποιοι λαθραίοι μετανάστες είναι έτοιμοι να ταξιδέψουν παράνομα με φουσκωτή βάρκα από την Ισλανδία προς την ελευθερία. Στην ομάδα των Αφρικανών λαθρομεταναστών προστίθεται και η Άντζα. Ένα γεγονός, όμως στο λιμάνι, που φέρνει τις τρομακτικές αναμνήσεις από τον ανδροκρατούμενο, βίαιο πληθυσμό της χώρα της (είχαν σκοτώσει την ερωμένη της), αναθεωρεί τα σχέδια της και δεν εγκαταλείπει την χώρα, περιμένοντας την ημέρα, που θα την στείλουν πίσω στην Γουινέα Μπισσάου. Οι σχέσεις των δυο γυναικών γεφυρώνεται εσωτερικά και γόνιμα δίχως ερωτική συνεύρεση (έξυπνο αυτό) και καταλαβαίνοντας το λάθος της η Λάρα στον έλεγχο των διαβατηρίων θέλει να βοηθήσει την Άντζα για να βρεθεί ξανά με την κορούλα της στον Καναδά.          

Σε απλή κινηματογραφική φόρμα με άψογα, μελετημένα πλάνα γεμάτα συναίσθημα και την μουσική του Γκίσλι Γκάλντουρ, η 43χρονη Ισλανδή Ισόλντ Ιγκατότιρ σέβεται το είδος του κινηματογράφου που πραγματεύεται και στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της σε δικό της σενάριο, είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη. Απαλλαγμένη από κάθε είδους υπερβολή και μελοδράματος με την πανέμορφη φωτογραφία της βραβευμένης, Πολωνής Ίτα Ζμπρόνιεκ-Ζαζτ, η ταινία, εν πρώτοις, σε τοποθετεί στην κοινωνική αναλγησία και στην κρατική αδιαλαξία για να γίνει η μετάβαση στην αισιοδοξία ήρεμα και σκεπτικιστικά.

Οι ερμηνείες των δυο γυναικών υπέροχες και ο ρεαλιστικός βατήρας της Ιγκατότιρ είναι ανθεκτικός για το μεγάλο άλμα στο φινάλε. Αληθινό, τραγικό, επίκαιρο, αγαπησιάρικο και ζωντανό. Μια καλή ταινία, που δοκιμάζει αντοχές, κρίνει σιωπηλά, τεστάροντας την ανθρώπινη διάθεση.   

«Το Ξεκίνημα της Μέρας»

(Dita zë fill / Daybreak)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Αλβανία, Ελλάδα (2017)
  • Σκηνοθεσία: Τζεντιάν Κότσι
  • Με τους: Ορνέλα Καπετάνι, Σουζάνα Πρίφτι, Κασέμ Χόχσα, Ερμής Κασιμάτης
  • Διάρκεια: 85’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας για την Ορνέλα Καπετάνι στο Φεστιβάλ του Σαράγεβο

Βραβευμένος μικρομηκάς και νοκιμαντερίστας, ο Αλβανός σκηνοθέτης Τζεντιάν Κότσι κρούει την θύρα του σινεμά μεγάλου μήκους. Με διάκοσμο την αλβανική πρωτεύουσα του σήμερα και σενάριο δικό του, φέρνει σε πρώτο πλάνο την ανθρώπινη απόγνωση και δη της γυναίκας μάνας, που δεν έχει στο ήλιο μοίρα. Το όχημα, που είναι το απαραίτητο χρήμα για την επιβίωση, είναι άδειο από καύσιμα, εφιαλτικά τοποθετημένο όμως στο υψηλότερο σημείο του δρόμου. Από εκεί αφήνεται ελεύθερο, με το σύστημα πέδησης – που είναι ηθική – εντελώς κατεστραμμένο σε φρενήρη πορεία προς τον όλεθρο. Είναι το δίλλημα που σου γεννάει η ταινία του Κότσι και την κάνει να ξεχωρίσει, εάν τελικά είσαι υποστηρικτικά στο πλάι με το συγκεκριμένο σχέδιο της ηρωίδας ή εναντίον της. Το ενδιαφέρον στην ταινία είναι, ότι αυτή η νέα γυναίκα- μάνα δεν εγκληματεί με την ηθική αξιολόγηση του όρου. Η άρρωστη ηλικιωμένη που φρόντιζε κατ΄ οίκον πέθανε και η γυναίκα αυτή με ένα μωρό παιδί στα χέρια της, χωρίς στέγη, χρήματα, σύντροφο και εργασία, θάβει την πεθαμένη γριά σε έναν τοίχο και αφού προσφέρει έρωτα στον ταχυδρόμο παραλαμβάνει την κρατική σύνταξη της αποθανούσας, παραμένοντας στο σπίτι της σαν να είναι η ηλικιωμένη ακόμα ζωντανή. Το έγκλημα της βαθμολογείται αποκλειστικά από το σύστημα, που αντιδρά μόνο όταν αντιληφθεί, πως με κάποιο τρόπο το ληστεύεις.        

Η 30χρονη Λέττα (Ορνέλα Καπετάνι – εξαιρετική), μαζί με τον ενός έτους γιο της ζει σε ένα μικρό νοικιασμένο διαμέρισμα στα περίχωρα της αλβανικής πρωτεύουσας των Τιράνων. Χρωστάει ενοίκια και ο ιδιοκτήτης είναι έτοιμος να την πετάξει έξω από το σπίτι. Εργάζεται για την ευκατάστατη Αριάνα, φροντίζοντας καθημερινά την κατάκοιτη 80χρονη μητέρα της, Σοφία (Σουζάνα Πρίφτη – πολύ καλή), που είναι συνεχώς συνδεδεμένη με μια τεχνητή μηχανή αναπνοής.

Για την Λέττα η δουλειά αυτή είναι μερικής απασχόλησης, και τα χρήματα δεν είναι αρκετά για να τα φέρει βόλτα. Ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματός της, την προειδοποιεί ξανά για τα οφειλόμενα ενοίκια και η Αριάνα ανακοινώνει απροσδόκητα στην Λέττα, ότι πρέπει να φύγει για τη Γαλλία, ώστε να σώσει τον γάμος της. Για τη νυχτερινή βάρδια στην φροντίδα της Σοφίας, η Αριάνα προσλαμβάνει την Όλα, μια νεαρή κοπέλα στο τελευταίο έτος των σπουδών της νοσηλευτικής. Η Λέττα αισθάνεται να απειλείται από τη νέα πρόσληψη. Λίγες μέρες μετά που φεύγει η Αριάνα, η Λέττα φτάνει νωρίς το πρωί στο σπίτι της Σοφίας και έκπληκτη βρίσκει την Όλα στο διαμέρισμά με το φίλο της, ενώ η κατάκοιτη Σοφία αναπνέει με δυσκολία, καθώς είχε αφαιρέσει την μάσκα του οξυγόνου της. Η άρρωστη ηλικιωμένη θέλει να πεθάνει και ζητά από την Λέττα να την αφήσει αλλά η Λέττα δεν μπορεί. Έχει να μεγαλώσει ένα παιδί μόνη της και αυτή η εργασία είναι ζωτικής σημασίας γι ‘αυτήν.

Ο σπιτονοικοκύρης, τελικά, κάνει έξωση στην Λέττα και μη έχοντας πουθενά αλλού να πάει, καρφώνει στην αφεντικίνα την νεαρή κοπέλα, που είχε φέρει τον γκόμενο στο σπίτι. Η Όλα απολύεται, και η Λέττα προσλαμβάνεται με πλήρη απασχόληση. Τώρα έχει μια καλύτερα αμειβόμενη εργασία, καθώς και ένα νέο μέρος για να μένει. Ευτυχώς, η Σοφία φαίνεται επίσης να απολαμβάνει την παρουσία του μωρού και αρχίζει να είναι καλύτερα, ενώ ζουν όλοι μαζί.  Τα πράγματα βαίνουν καλά μέχρι που η Αριάνα σκοτώνεται στην Γαλλία σε αυτοκινητικό ατύχημα και ο σύζυγός της είναι σε κώμα.

Η Λέττα δεν τολμά να πει στην Σοφία την φρικτή είδηση. Επιπλέον, η Αριάνα δεν της είχε καταβάλει τον μισθό της. Η μόνη πηγή χρημάτων είναι η σύνταξη της Σοφίας, που παραδίδει ο ταχυδρόμος σε μετρητά κάθε μήνα μετά από έλεγχο για την κατάσταση της υγείας της Σοφίας. Για να διατηρήσει η Λέττα τη νέα της ζωή, πρέπει να κρατήσει ζωντανή την Σοφία με οποιοδήποτε κόστος, αλλά όταν η Σοφία ανακαλύπτει για το θάνατο της κόρης της, χάνει τη θέληση για ζωή και πεθαίνει. Η Λέττα, ανήσυχη για το μέλλον τους και φοβούμενη μην μείνουν άστεγοι χτίζει το πτώμα στον τοίχο και καταφέρνει να ξεγελάσει τον ταχυδρόμο για το συνταξιοδοτικό.

Κλειστοφοβική η ατμόσφαιρα του 39χρονου Τζεντιάν Κότσι. Δωμάτια, χώροι, πρόσωπα, καθημερινές συνήθειες, ίδιες κινήσεις, μικρές αλλά σημαντικές αποκαλύψεις, λίγα λόγια, πολλές σκέψεις. Δωρικά κινηματογραφημένη η ταινία με αφηγηματική λιτότητα και τις συναισθηματικές εναλλαγές έντονες στα πολύ καλά πλάνα, αλλά και στην συμμετοχή του στακάτου μοντάζ του Χρήστου Γιαννακόπουλου και της Μπονίτα Παπαστάθη, συντροφιά με την ατμοσφαιρική φωτογραφία του Ηλία Αδάμη.

Αλβανική και Ελληνική υπόθεση η παραγωγή είναι άξια προσοχής για πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη. Στην αυλή του ρεαλιστικού δράματος κινείται άνετα, εγκλωβίζοντας το ενδιαφέρον σου, ενώ το βλέμμα δεν αποχωρίζεται την πρωταγωνίστρια Ορνέλα Καπετάνι, που εκπέμπει δύναμη και έναν αδιόρατο μαγνητισμό στον φακό. Καλή ηθοποιός, γνωστή από τις ταινίες «Η Διόρθωση» και «Η Κόρη» του Θάνου Αναστόπουλου, αλλά και από τις «Παρέες» του Σωτήρη Γκορίτσα, η Καπετάνι  κέρδισε επάξια το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο φεστιβάλ του Σαράγεβο. Κυκλώνει τον ρόλο, τον δαμάζει, τον κάνει δικό της και τον βγάζει μέσα από την ψυχή της σαρωτικά. Είναι καταπληκτική και μπράβο της!

Η σχέση ανάμεσα στην κατάκοιτη ηλικιωμένη και στην ανέστια, φτωχή νεαρή που την φροντίζει, ως έδαφος για να αναδιπλώνεται το σενάριο θα μπορούσε να δουλευτεί ακόμα λίγο. Το ζητούμενο, βέβαια, του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Κότσι έχει άλλο κέντρο ενδιαφέροντος και λειτουργεί σε ένα άλλο πεδίο, που αφορά την σύγχρονη εικόνα των νέων ανθρώπων που διψούν για ζωή αλλά η ζωή είναι απούσα. Η ύπαρξη κοινωνικότητας, τουλάχιστον στα μεγάλα αστικά κέντρα, άγεται και φέρεται από τους κανόνες του χρήματος.

Το δε φαινόμενο που παρουσιάζει η ιστορία με τους γηραιούς να πεθαίνουν και να μην ανακοινώνεται ο θάνατός τους για να εισπράττουν τα όποια μέλη της οικογένειας τις συντάξεις τους, είναι μια κατάσταση που τελευταίως, ομοίως η χώρα μας την βιώνει. Κάθε τόσο μαθαίνουμε πως σπίτια έχουν μετασχηματιστεί σε μικρούς τύμβους ή πυραμίδες, που συντηρούν επί σειρά μηνών και με διάφορα μέσα τα νεκρά σώματα των μοναδικών «χρηματοδοτών» ολόκληρης της φαμίλιας. Ποιος, τελικά, είναι ο ανήθικος σε τέτοιες περιπτώσεις;     

«Οι Χήρες »

(Widows)

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια
  • Παραγωγή: Αγγλία, ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Στιβ ΜακΚουίν
  • Με τους: Βαϊόλα Ντέιβις, Μισέλ Ροντρίγκεζ, Ελίζαμπεθ Ντεμπίκι, Σίνθια Ερίβο, Κόλιν Φάρελ, Τζάκι Γουίβερ, Ντάνιελ Καλούγια, Ρόμπερτ Ντιβάλ, Λίαμ Νίσον, Τζέιμς Βίνσεντ Μέρεντιθ
  • Διάρκεια: 129’
  • Διανομή: Odeon

Τα γενναία θηλυκά, προερχόμενα εκ του βαθέως τόπου της Εσπερίας είναι πάντα έτοιμα, πάνοπλα για να ριχτούν στην μάχη, εξαργυρώνοντας με πονηριά, σβελτάδα, καπατσοσύνη και καυτό μολύβι, τις απειλές, τους εκβιασμούς και τις πάσης φύσεως εξαπατήσεις. Διαφορετικά κινηματογραφημένη ταινία ληστείας με φουλ καστ αστέρων η καινούργια δημιουργία του Αφροαμερικανού, βραβευμένου με το Όσκαρ σκηνοθεσίας για το «12 Χρόνια Σκλάβος», Στιβ ΜακΚουίν. Ταινία που εγγυάται καλές ερμηνείες, έντονη δράση, πλούσια περιπέτεια, έντεχνη πλοκή με καρέ του άσου σε κοινωνικά και πολιτικά σχόλια (δεν απουσιάζουν τα ρατσιστικά), ενώ σε πρώτο πλάνο παίζει το καυτό Σικάγο και οξυγόνο την απόλυτη πτώση των ανθρώπινων αξιών και των κρατικών θεσμών. Δελεαστικό;  

Στο σύγχρονο Σικάγο, μέσα σε μια περίοδο αναταραχής, μια ομάδα ληστών με αρχηγό τον διάσημο κακοποιό Χάρι Ρόουλινγκς (Λίαμ Νίσον – καλός στον μικρό του ρόλο), έπειτα από μια γερή μπάζα η συμμορία εξοντώνεται ολοκληρωτικά από τις αστυνομικές δυνάμεις. Άπαντες οι κακοποιοί είναι νεκροί, διαμελισμένοι.  Η σύζυγος του Χάρι, η sic, good looking δασκάλα Βερόνικα (η βραβευμένη με Όσκαρ Βαϊόλα Ντέιβις – πολύ καλή), ερωτευμένη χρόνια με τον σύζυγο της αρχιληστή, αλλά και πονεμένη από την πρόσφατη δολοφονία  του γιού τους  – από μια λάθος εκτίμηση ενός αστυνομικού πριν χρόνια τον πυροβόλησε– προσπαθεί τώρα να σταθεί στα πόδια της ως χαροκαμένη μάνα και σύζυγος.

Ο τοπικός μαύρος μαφιόζος Τζαμάλ Μάνινγκ (Μπράιαν Ταϊρί Χένρι – καλός) κατεβαίνει ως υποψήφιος δήμαρχος της περιφέρειας, έχοντας ως πολιτικό αντίπαλο τον Τζακ Μάλιγκαν (Κόλιν Φάρελ – καλός), που κατάγεται από πολιτική οικογένεια του τόπου και με σημαία τον γερόλυκο, λαδιάρη, πολιτικό πατέρα του Τομ Μάλιγκαν (Ρόμπερτ Ντιβάλ – άριστος!!!). Ο μαύρος υποψήφιος έχει και ένα αδελφό φονιά, ημίτρελο, εκτελεστή, τον Ζετέμ (Ντάνιελ Καλούγια – εξαιρετικός και εντελώς διαφορετικός από τον ρόλο του στο περσινό, βραβευμένο με Όσκαρ σεναρίου «Get Out»), ο οποίος «καθαρίζει» τα εμπόδια στις βρωμοδουλειές του Τζαμάλ.

Οι ληστές που σκοτώθηκαν από τις αστυνομικές δυνάμεις είχαν κλέψει το ποσό των 2 εκατομμυρίων δολαρίων από τον μαύρο μαφιόζο, που τώρα απειλεί την Βερόνικα, πως εάν δεν του το επιστρέψει σε ένα μήνα θα της φάει το χλιδάτο σπίτι, αλλά και την ίδια. Η άμοιρη σύζυγος, που ποτέ δεν εμπλεκόταν στην εγκληματική δράση του άνδρα της, το παίρνει μανιάτικα, ανακαλύπτει το ημερολόγιο του νεκρού Χάρι, όπου στις σελίδες του είναι γραμμένη λεπτομερώς η επόμενη δουλειά – ληστεία του. Η Βερόνικα προσκαλεί για καφέ τις χήρες των δυο συνεργατών ληστών του άνδρα της για να τις γνωρίσει πρώτη φορά και να μοιραστεί μαζί τους το σχέδιο για την ληστεία που βρήκε στο ημερολόγιο του Χάρι. Καταφθάνει η δυναμική Πορτορικάνα, μητέρα Λίντα (Μισέλ Ροντρίγκεζ – πάντα υπέροχη), η άβουλη και αδύναμη πολωνικής καταγωγής, ξανθιά Άλις (Ελίζαμπεθ Ντεμπίκι – πολύ καλή) και στην ομάδα μπαίνει και η τσαμπουκαλού κομμώτρια Μπελ (Σίνθια Ερίβο – για δεύτερη φορά τζάμι ερμηνεία). Με σκοπό την διάσωση των ζωών τους, την επιτυχία της ληστείας, αλλά και την εκδίκηση οι «Χήρες» αναλαμβάνουν δράση.      

 

 

Το σενάριο της ταινίας είναι γραμμένο από τον ίδιο τον σκηνοθέτη και την συγγραφέα Τζίλιαν Φλιν (Το Κορίτσι που Εξαφανίστηκε). Η δουλειά τους είναι στιβαρή και η σκηνοθεσία του ΜακΚουίν προσεκτική και κατατοπιστική. Με την δυνατότητα των ρομαντικών και πονεσιάρικων φλας μπακ, το παρελθόν της Βερόνικα έρχεται σε επαφή με το θεατή, ενώ ο σκηνοθέτης δεν εστιάζει μόνο στην δράση, αλλά μοιράζει εύστοχα πολιτικά και ρατσιστικά σχόλια προς κάθε κατεύθυνση (βλέπε λευκούς προέδρους).

Η ταινία απλώνει τα κανιά της στην περιφέρεια του εγκλήματος και σε αυτή της πολιτικής, ενώ έξυπνα τα βάζει σταυροπόδι ακριβώς στην γραμμή της ταύτισης, εκεί που ανοίγει το χάσμα και τα ηθικά στολίδια του πολιτικού συστήματος βυθίζονται στην άβυσσο σε πλήρη εναγκαλισμό με το οργανωμένο έγκλημα. Τα είχε δώσει, βέβαια, τόσο όμορφα ο συγχωρεμένος Μάριο Πούτζο στο «Νονό» του Κόπολα το 1972.

Ο ΜακΚουίν φτιάχνει ατμόσφαιρα, δίνει ρυθμό στην ταινία του, τονίζει τις ερμηνείες των εκπληκτικών κυριών και αλατοπιπερίζει, εκεί που πρέπει, με την απαραίτητη δράση. Τα μεγάλα ονόματα, όπως του Νίσον, του Φάρελ και του Ντιβάλ είναι δεν είναι τίποτα άλλο παρά τα διακοσμητικά έπιπλα στον όμορφο γυναικείο κήπο.      

« Kyrsyä - Tuftland»

 

  • Είδος: Θρίλερ
  • Παραγωγή: Φινλανδία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ρούπε Ολένιους
  • Με τους: Βίρα Β. Βίλο, Σάαρ Ελίνα, Μίικα Τζ. Αντίλα
  • Διάρκεια: 89’
  • Διανομή: Filmboy

Από ποιό σημείο να πιάσω αυτή την ταινία και σε ποιό να τελειώσω, για να σας περιγράψω την απίστευτου μεγέθους μπαλαφάρα αυτού του Ρούπε Ολέντιους από την Φινλανδία. Και τον χρόνο μου θα χάσω και εσάς θα σας απασχολήσω άδικα. Δεν ξέρει τι θέλει, τι αναζητάει, τι σκέφτεται ο σκηνοθέτης. Να λοιπόν, που τα αδέξια και τα πρόχειρα δημιουργήματα ενυπάρχουν παντού. Καλά, δεν την είδαν την ταινία πριν την βγάλουν στην διανομή; Απίστευτο, ακαταλαβίστικο, ερασιτεχνικό, απροσανατόλιστο κατασκεύασμα, φτιαγμένο στο γόνυ εν μέσω μπύροκατάνυξης και σκανδιναβικών σναπς.

Τρόμος, θρίλερ, οικολογική καταγγελία, δράμα, φαντασία, ένα κοκτέιλ που δεν έχει χρώμα, γεύση, σώμα. Και για μικροβιολογική εξέταση να στείλεις την ταινία, πάλι, τίποτα δεν θα της βρουν άξιου ενδιαφέροντος. Άνοσο, ψυχρό και πάνω απ΄  όλα ανερμάτιστο. Όλα παίζουν μέσα της φύρδην μίγδην, από τον αστικό προβληματισμό, έως την προσφορά της μητέρας φύσης (λέω, τώρα…). Και από την θριλερική δραματουργία της απομονωμένη σέκτας των κεραυνοκτυπημένων, θεόμουρλων, κολλημένων στην παράδοση των Βίκινγκς (ξαναλέω, τώρα…) έως την αιμομικτική βία και τον ψιλοκανιβαλισμό. Και όλα αυτά για μερικά, χειροποίητα μάλλινα πον πον… Μόνο ο σκηνοθέτης ξέρει το νόημα και δεν το μας μαρτυράει, ο μπαγάσας. Βασισμένο, λέει, σε θεατρικό έργο   

Απογοητευμένη από μια σχέση που έληξε, η νεαρή φοιτήτρια Ιρίνα απελπίζεται με τον τρόπο που λειτουργεί ο σύγχρονος κόσμος. Η δουλειά που της προσφέρεται από το χωριό της Κιρσία (στην καρδιά του πουθενά) στον χώρο της κλωστοϋφαντουργίας, είναι κάτι παραπάνω από καλοδεχούμενη, δεδομένου ότι θα της δώσει την ευκαιρία να ζήσει μέσα σε ένα απέραντο δάσος, μακριά από τον πολιτισμό.

Με το που φτάνει, όμως, στο μικρό χωριό διαπιστώνει το πόσο αποκομμένο είναι από τον υπόλοιπο κόσμο. Οι χωρικοί, όλοι τους ζουρλοί και ντυμένοι όπως οι άνθρωποι στις αρχές του 20ου αιώνα, ζούν δίχως αυτοκίνητα και τεχνολογικά μέσα τα οποία τα θεωρούν περιττά και μετά βίας διαθέτουν ηλεκτρικό ρεύμα. Μαζεύονται και κάποιοι φεγγαροκτυπημένοι επιβήτορες με μούσια και μαλλιά που θέλουν θηλυκό για να αυξήσουν τον πληθυσμό του μικρού χωριού, εμφανίζεται και ένα ανθρωπο-τερας που ήταν καταχωνιασμένο σε μια αποθήκη, κάνοντας ορθοπεταλιά στην γεννήτρια παράγοντας ηλεκτρική ενέργεια, έρχονται και τα μάλλινα πον πον που κατασκευάζουν με τα χεράκια τους οι σαλεμένες κυράδες και η ιστορία κλείνει με μια τρελαμένη, τυφλή μάγισσα που τρώει τα μάτια της. Η Ιρίνα δεν πτοείται από όλα αυτά, αλλά επιπλήττει την απόκοσμη κοινότητα, πως η παραγωγή των πον πον τους έχει λανθασμένη στόχευση και πεπαλαιωμένο μάρκετινγκ…

«Dogman»

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Ιταλία, Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ματέο Γκαρόν
  • Με τους: Μαρτσέλο Φόντε, Αντάμο Ντιονίζι, Εντοάρντο Πέσε, Νούνζια Σιάνο
  • Διάρκεια: 103’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment
  • Διακρίσεις: Βραβείο Αντρικής Ερμηνείας, 71ο Φεστιβάλ Καννών

Η ιστορία, η οποία βασίζεται σε ένα πραγματικό περιστατικό που συγκλόνισε την Ιταλία και τον διεθνή τύπο με την αγριότητα της, βρίσκει στη μεθοδική προσέγγιση του Ματέο Γκαρόν μία ανεπιτήδευτη εξιστόρηση με πρωταγωνιστή τον εξαιρετικό Μαρτσέλο Φόντε που απέσπασε το Βραβείο Αντρικής Ερμηνείας στις Κάννες. Με φόντο τις παρακμιακές και την ίδια στιγμή καθηλωτικές παρυφές μιας μεγάλης πόλης, ο σκηνοθέτης επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος –μία διαδρομή που ξεκίνησε με τη διαβόητη ιταλική μαφία στο «Γομόρα» – για να εστιάσει σε ένα πιο μικρής κλίμακας δράμα για την συντριβή της αξιοπρέπειας και την εκδικητικότητα που γρυλίζει μέσα από τα δόντια του πιο αδύναμου κρίκου.

 

Στις παρυφές μιας μητρόπολης, όπου ισχύει μόνο ο νόμος του πιο δυνατού, ο Μαρτσέλο (Μαρτσέλο Φόντε), ένας μικροκαμωμένος και ευγενικός άντρας, μοιράζει τις μέρες του ανάμεσα σε ένα κομμωτήριο για σκύλους, την αγάπη του για την κόρη του και μία αμφιλεγόμενη σχέση υποταγής με τον Σιμόνε (Εντοάρντο Πέσε), έναν πρώην πυγμάχο που τρομοκρατεί όλη τη γειτονιά. Αποφασισμένος να προφυλάξει την αξιοπρέπεια του, μετά από συνεχή ταπείνωση, ο Μαρτσέλο καταστρώνει σχέδιο εκδίκησης με αναπάντεχη έκβαση.

 

Αξίζει να αναφέρουμε το πως ο σκηνοθέτης της ταινίας Ματέο Γκαρόν επέλεξε τον ερασιτέχνη ηθοποιό Μαρτσέλο Φόντε για να υποδυθεί τον «Dogman», ρόλο για τον οποίο βραβεύτηκε στις Κάνες.: «Ο Μαρτσέλο ζει σε ένα κοινωνικό κέντρο κοντά σε μία φυλακή, όπου δουλεύει ως φύλακας.

Σε αυτό το μέρος, γίνονται πρόβες για θεατρικές παραστάσεις. Λειτουργεί εκεί μία θεατρική ομάδα από αποφυλακισμένους και ο Μαρτσέλο τους παρακολουθούσε να κάνουν πρόβες. Μερικές μέρες πριν ο υπεύθυνος του κάστινγκ της ταινίας ταξιδέψει για να συναντήσει αυτή την ομάδα στο θέατρο, ένας από τους τύπους πήγε στην τουαλέτα και πέθανε.

»O Μαρτσέλο πήρε τη θέση του στην ομάδα, αφού παρακολουθούσε τις πρόβες κάθε μέρα και μπόρεσε να μπει στο πετσί του ρόλου σχετικά εύκολα. Οπότε όταν o υπεύθυνος έφτασε να συναντήσει την ομάδα, ο Μαρτσέλο ήταν εκεί. Είναι μία τραγική σύμπτωση, αλλά έτσι διασταυρωθήκαμε μαζί του.

Αυτό που με τράβηξε στο Μαρτσέλο είναι, ότι έφερε την ανθρωπιά και τον φυσικό κωμικό συγχρονισμό. Για μένα, ήταν σαν ένας νέος Μπάστερ Κίτον. Και η ιδέα της ταινίας αποτίνει φόρο τιμής στις βουβές ταινίες, στον σπουδαίο Κίτον ή τον Τσάπλιν. Ειδικά, στο πρώτο μέρος όπου παίζει με τα σκυλιά, είναι τόσο τρυφερός με την κόρη του και προσπαθεί να τον αγαπάνε όλοι στην κοινότητα. Είχε μεγάλη σημασία γιατί φώτισε την ιστορία».

   Προβάλλονται επίσης:

Το animation  «Ραλφ εναντίον Ίντερνετ», των:  Ριτς Μουρ, Φιλ Τζόνστον (Feelgood Entertainmen)