fbpx

Γιώργος Συμπάρδης σε μια συζήτηση με την Τίνα Πανώριου

 

 

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…την ανακούφιση που προκαλούν τα βραβεία ας την ξεχάσουμε, καλύτερο θα ήταν να μπορούμε να μιλήσουμε για κάτι πιο συνηθισμένο: για τη ζήλια και τον φθόνο που δηλητηριάζουν τον αέρα που αναπνέουμε»

Ο Γιώργος Συμπάρδης είναι Έλληνας συγγραφέας, γεννημένος στην Ελευσίνα το 1955. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και στο Λονδίνο καθώς και σκηνοθεσία κινηματογράφου. Η συγγραφική του δραστηριότητα, έπειτα το 1987, τον τοποθέτησε στην σημαντική θέση της νεότερης πεζογραφίας της Ελλάδας, ώστε να χαρακτηριστεί, επαξίως, ως ένας από τους πέντε σημαντικότερους μυθιστοριογράφους της μεταδικτατορικής περιόδου.

Βιβλία του είναι «Το Μέντιουμ» (1987), που απέσπασε διθυραμβικές κριτικές, η «Υπόσχεση Γάμου», μυθιστόρημα που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο, με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη) και με το Βραβείο του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα. «Ο Άχρηστος Δημήτρης» (1998 και επανέκδοση το 2012), ενώ το 2013 τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη και το 2015 κυκλοφόρησε η νουβέλα «Μεγάλες Γυναίκες».

Στο InTownPost με τον βραβευμένο συγγραφέα μιλάμε για πέμπτο κατά σειρά πεζογραφικό του έργο με τον τίτλο: «Τα Αδέλφια», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Κ. Συμπάρδη πόσο «δική» σας, είναι αλήθεια, αυτή η τελευταία αισθαντική, συγκινητική, ανθρώπινη ιστορία σας; Μιλάτε για τη σχέση σας με έναν πραγματικό αδελφό σας και μοιάζει να είναι τόσο μα τόσο αληθινή (σς: Συγχωρέστε μου την αφέλεια),

Δικές μου είναι όλες οι ιστορίες των βιβλίων που γράφω, ιστορίες βιωμένες οι οποίες περιέχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία διάφορα. Για παράδειγμα στον «Άχρηστο Δημήτρη» ο αφηγητής είναι δικηγόρος και ονομάζεται Γιώργος όπως κι εγώ, που όμως δεν συγκατοίκησα ποτέ με τον οποιονδήποτε – ούτε φυσικά και με τον Δημήτρη  του μυθιστορήματος. Το ίδιο και στα «Αδέλφια»: ο παππούς ο Χρίστος πεθαίνει όταν ο εγγονός και αφηγητής είναι 12 χρονών, τη στιγμή που ο δικός μου παππούς, που επίσης λεγόταν Χρίστος, πέθανε το 1966, δηλαδή πολύ αργότερα, όταν εγώ ήμουν 21 ετών.

Εν πάση περιπτώσει η απαρχή όλων των προσώπων που εμφανίζονται στα «Αδέλφια» είναι υπαρκτή, μου έχει δοθεί μια αφορμή αλλά οι ιστορίες τους είναι όλες επινοημένες. Κυρίως τα βασικά πρόσωπα, και πρώτ’ απ’ όλα ο μεγάλος αδελφός, ο Θανάσης, έχουν «μυθοποιηθεί» με την έννοια ότι έχουν αναχθεί σε κάτι άλλο, διαφορετικό, μεγαλύτερο και σημαντικότερο, προκειμένου να «απαθανατιστούν» ως πρόσωπα μυθιστορήματος. «Ψευδοβιογραφία – ψευδο/αυτό/βιογραφία για την ακρίβεια» χαρακτήρισε το βιβλίο ο Δημήτρης Ραυτόπουλος σε ένα κείμενό του που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί κι εγώ θα συμφωνήσω απολύτως μαζί του.

Ο Θανάσης και ο κατά τρία χρόνια μικρότερος αδελφός του, δύο τόσο διαφορετικά παιδιά μέσα στην ίδια φαμίλια, βιώνουν έναν μικρό καθημερινό εμφύλιο, κι αναρωτιέμαι: Είναι τόσο άγριες και ανταγωνιστικές οι σχέσεις μεταξύ αγοριών – και των τότε και των τωρινών; Τόσο σκληρές  απαραίτητα;

Απαραίτητα σκληρές όχι, δεν είναι∙ ανταγωνιστικές όμως πολύ συχνά είναι. Η σύγκρουση ανάμεσα στ’ αδέλφια, στα αγόρια ιδιαίτερα, είναι στοιχείο αρχετυπικό, το συναντάμε από πολύ νωρίς στις πρώτες σελίδες της Βίβλου, και είναι ζήτημα υπαρκτό: Το βλέπουμε αν όχι μέσα στο σπίτι μας, λίγο πιο πέρα, στο φιλικό μας περιβάλλον, το βλέπουμε γύρω μας στον εμφύλιο που δεν λέει να τελειώσει και στην κοινωνία που διχάζεται, στο περίφημο εκείνο «τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν» και στο δίκιο που είναι πάντα και μόνο δικό μας.

Ο μεγάλος γιος εναντιώνεται στον μικροαστό νοικοκύρη πατέρα, ο μικρός παίρνει το μέρος της αστής μαμάς, της πιο μαλακής. Όμως ο πρωταγωνιστής δεν καταφέρνει να κόψει τον λώρο με τον πατέρα. Στα παπούτσια του μπαίνει, έστω και άθελά του; Μέχρι το τέλος;

Ο μεγάλος αδελφός, ο Θανάσης, στην αρχή επαναστατεί και αντιμάχεται τον πατέρα, στη συνέχεια συνδιαλέγεται και κατά κάποιο τρόπο «συμβασιλεύει» μαζί του κι αργότερα  (προφανώς μετά την απόλυσή του από τον στρατό, σε μια χρονική περίοδο της ζωής του που δεν περιέχεται στην αφήγηση) θα συμβιβαστεί πλήρως και θα τον διαδεχθεί.

Μέλημά μου υπήρξε μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος να υπαινιχθώ και ίσως ακόμα περισσότερο να καταδείξω τα πρώτα δειλά βήματα αυτής της σταδιακής μετάλλαξης του Θανάση και της εκ μέρους του προσέγγισης του πατέρα.

Ο Θανάσης πάλι χαρισματικό παιδί, ηγέτης. Μόνο που δεν του χαριζόσαστε καθόλου, σαν να στερείται αισθημάτων;

Ό,τι γνωρίζουμε για τον μεγάλο αδελφό το γνωρίζουμε από την αφήγηση του μικρού. Ο Θανάσης είναι όμορφος και έξυπνος, επαναστατημένος και χαρισματικός και στα μάτια του μικρού ιδιαίτερος και αξιοζήλευτος – είναι ένας ηγέτης, όπως και εσείς πολύ εύστοχα τον χαρακτηρίζετε. Όμως η ματιά του μικρού είναι μονομερής, ίσως και μονόπαντη, αυτός είναι που ενδεχομένως δεν χαρίζεται στον μεγάλο αδελφό. Του οποίου την πλευρά και τις απόψεις μέχρι τέλους αγνοούμε.

Γλυκιά παρουσία στα «Αδέλφια σας» η μάνα, κλασική φιγούρα των χρόνων του ’50-’60, λιγάκι πικραμένη, λιγάκι παρατημένη, πολύ στωική. Στυλοβάτης μοναδκή, όμως με τον ευγενικό της τρόπο, όπως τόσες άλλες κυρίες της εποχής;

Η μητέρα των δύο παιδιών υποστηρίζω ότι είναι ιδιαίτερη: καπνίζει στα κρυφά, της αρέσει η συντροφιά των νεότερων γυναικών και το μοντέρνο ντύσιμο –είναι σχεδόν μια αστή, θαρρώ– και ταυτόχρονα δίνει καταφύγιο σε μια αρκετά ελευθεριάζουσα τσιγγάνα, καθώς και στην Αγγέλα, μια μεγάλης ηλικίας γυναίκα με ερωτική συμπεριφορά και δραστηριότητες περίεργες και εύκολα παρεξηγήσιμες. Δεν θα έλεγα ότι είναι μια κλασική μάνα της εποχής, γιατί διαθέτει και μερικά ακόμα ανησυχητικά γνωρίσματα και εν σπέρματι στοιχεία που ίσως αργότερα θα έχουν δυσάρεστη εξέλιξη – το θέμα ενός άλλου βιβλίου ενδεχομένως.

«…οι φίλοι, ακόμα κι αν η επικοινωνία μας είναι πιο πολύ τηλεφωνική, οι φίλοι που αν δεν υπήρχαν δεν θα ήξερα τι να κάνω τον εαυτό μου»

Η ιστορία σας διαδραματίζεται στη δική σας πατρώα γη, την Ελευσίνα. Σας αρέσει να επανέρχεστε εκεί, ίσως γιατί η παιδική ηλικία χαράσσει ανεξίτηλα μέσα σας, μέσα μας;

Μόνο στο «Μέντιουμ» που είναι μια εκτεταμένη νουβέλα 200 περίπου σελίδων (ή ένα σύντομο μυθιστόρημα, αν προτιμάτε) υπάρχει μια σκηνή που διαδραματίζεται στην Ελευσίνα. Σε κανένα άλλο βιβλίο μου δεν υπάρχει κάποια παρόμοια σκηνή ή αναφορά.

Τώρα, για να επιστρέψουμε στα «Αδέλφια», η πόλη μπορεί να μην κατονομάζεται και να περιγράφεται όπως μ’ αρέσει να περιγράφονται οι χώροι ελλειπτικά, αλλά υπάρχει γιατί αποτελεί το σκηνικό όλων σχεδόν των επεισοδίων του μυθιστορήματος. Γράφοντας το βιβλίο την είχα διαρκώς κατά νου και μπροστά στα μάτια μου και με τη μόνη διαφορά ότι θέλησα να την «επανασυστήσω», παραλείποντας τα φιλοτεχνημένα εδώ και καιρό στερεότυπα της λαϊκής εργατούπολης με τα τσιμέντα, τη ρύπανση και τα αρχαία Μυστήρια.

Κοιτάζοντας πίσω: Ξεκινήσατε να γράφετε στα 42 χρόνια σας. Πώς δεν το αποφασίζατε νωρίτερα; Τι σας κρατούσε, αφού είχατε σχέση με την τέχνη μέσω κινηματογράφου;

Γράφω δεν σημαίνει και δημοσιεύω. Όχι απαραίτητα και αυτή είναι η περίπτωσή μου. Δεν λέω ότι έχω στο συρτάρι μου κάποιο αξιόλογο ανέκδοτο κείμενο. Όμως το «Μέντιουμ» άρχισε να γράφεται τον Αύγουστο του ’81, όταν ήμουν 36 ετών. Έβαλα τη λέξη «τέλος» τον Ιούνιο του ’84 και έκτοτε παρέμεινε ανέκδοτο για τρία χρόνια οπότε πρόλαβαν και το διάβασαν αρκετοί φίλοι. Παρά ταύτα δίσταζα να το εκδώσω.

Ένα προηγούμενο βιβλίο, αρκετά μεγάλο βιβλίο με μύθους και ιστορίες, που ήταν περιλήψεις μάλλον και προπλάσματα μυθιστοριών, με σκέψεις, σπαράγματα διαλόγων και τα παρόμοια, το κατέστρεψα αφού εκδόθηκε το «Μέντιουμ», γιατί αποτελούσε εύκολη λύση σε στιγμές συγγραφικής αμηχανίας. Και πάλι όμως θα πει κανείς ότι άργησα να αρχίσω. Δεν με ενδιέφερε το διήγημα και το μυθιστόρημα ήταν απαιτητικό, χρειαζόταν χρόνο, τον χρόνο που απαιτούσε και ο βιοπορισμός.

Κάθε έργο σας βραβεύεται, επιβραβεύεται με το που εκδίδεται. Τι σας λένε εσάς αυτά τα βραβεία; Σας ανακουφίζουν για τις μοναχικές ώρες γραψίματος; Προσπερνάτε;

Τα βραβεία και οι διακρίσεις, με την προϋπόθεση ότι έρχονται από μόνες τους, χωρίς να «εκμαιεύονται» από τον συγγραφέα (κι ο καθείς καταλαβαίνει τι εννοώ), είναι ευπρόσδεκτα, γιατί βοηθούν στο να γίνει γνωστό το έργο του. Την ανακούφιση που προκαλούν τα βραβεία ας την ξεχάσουμε, καλύτερο θα ήταν να μπορούμε να μιλήσουμε για κάτι πιο συνηθισμένο: για τη ζήλια και τον φθόνο που δηλητηριάζουν τον αέρα που αναπνέουμε.

Κλείνοντας: Μια καθημερινή σας μέρα τι περιλαμβάνει;

Πολύωρη αναμονή πάνω από το λευκό χαρτί, λίγο γράψιμο, αργότερα πολύ διάβασμα και περπάτημα επίσης αρκετό. Και μετά τι; Μα φυσικά οι φίλοι, ακόμα κι αν η επικοινωνία μας είναι πιο πολύ τηλεφωνική, οι φίλοι που αν δεν υπήρχαν δεν θα ήξερα τι να κάνω τον εαυτό μου, οι κινηματογραφικές ταινίες και η μουσική.

Και ακόμα: Αφιερώνετε τα «Αδέλφια» σας στον Γιάννη και τη Μαρία που είναι για σας…

…πρόσωπα αγαπητά, άλλο τίποτα δεν θα πω γιατί η αφιέρωση –το γνωρίζετε– είναι συνήθως υπόθεση προσωπική. Πάντως δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι το βιβλίο δεν αποβλέπει στο πρόσωπο ή στα πρόσωπα της αφιέρωσης, αλλά ότι απευθύνεται κι ακόμα ότι συνομιλεί με τον αναγνώστη.