fbpx

«Για εκείνους που έφυγαν νωρίς…», της Μαρκέλλας Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

markella_ch@windowslive.com

Σε πολλά σπίτια και σε πολλές οικογένειες, η σκιά του καρκίνου κρατάει πολύ περισσότερο από μία μέρα το χρόνο. Οι «Παγκόσμιες μέρες» εφευρέθηκαν «τιμής ένεκεν» και αυτό είναι λογικό, όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε πώς τόσοι και τόσοι άνθρωποι παλεύουν καθημερινά, όχι μόνο να αντιταχθούν στη νόσο, αλλά και να παραμείνουν λίγο ακόμα εδώ μαζί μας.

Σήμερα γράφω λοιπόν, για όλους εκείνους που έφυγαν νωρίς από κοντά μας…

Πάντα θα υπάρχει κάτι μικρό μέσα στην καθημερινότητα για να μας θυμίζει όλους όσοι έφυγαν τόσο άδικα από δίπλα μας. Ένα χτένισμα ίδιο με αυτό που συνήθιζες να κάνεις. Μια φιγούρα που βαδίζει ή στέκεται με τρόπο τόσο ίδιο με τον δικό σου. Ένα παλτό σε χρώμα μουσταρδί, σαν εκείνο που είχες για να ρίχνεις στους ώμους σου τις τσουχτερές μέρες του Μαρτίου. Οι αναμνήσεις «ξυπνάνε» σαν αστραπή, κάθε φορά που θα αφεθώ σε αυτές.

Μια από εκείνες είναι και αυτή που θα περιγράψω. Η πιο έντονη απ’ όλες.

Βλέπω εσένα κι εμένα να κατεβαίνουμε εκείνη την απότομη κατηφόρα. Από το ένα χέρι κρατάς ένα ματσάκι με λουλούδια, στο άλλο σου χέρι κρατάς το δικό μου, μικροσκοπικό χεράκι.

Είναι Πρωτομαγιά.

Όλα τριγύρω μας είναι ανθισμένα και το χαμόγελο στο πρόσωπό σου είναι πλατύ…

Ίσως γιατί με κρατάς από το χέρι. Ποιος ξέρει; Εγώ πάντως σίγουρα ξέρω εσένα.

Το ότι με κρατάς απ’ το χέρι θα ήταν για σένα ένας λόγος να είσαι χαρούμενη εκείνη τη μέρα.

«Του παιδιού μου το παιδί, είναι δύο φορές παιδί μου», έλεγες.

Αυτή η λαϊκή ρήση σου ταίριαζε γάντι και ίσως τελικά να φτιάχτηκε εμπνευσμένη από σένα (ή για σένα).

Για σένα, που συνήθιζες να μου αφηγείσαι παραμύθια με χαρούμενο τέλος για να κοιμηθώ, μα πάντα σου ζήταγα ακόμα ένα.

Για σένα, που με έμαθες να τρώω το σπανακόρυζο «για να γίνω σαν τόσο δυνατή σαν τον Ποπάϊ».

Για σένα, που μου έλεγες «δεν θα το πούμε στη μαμά!».

Για σένα που κάθε φαγητό σου μύριζε αγάπη, κάθε συμβουλή σου πετύχαινε, κάθε σου μάλωμα με έκανε να νευριάζω, αλλά κάθε σου «ορμήνια» έμεινε για πάντα χαραγμένη στη μνήμη και στην καρδιά μου.

Για σένα που στάθηκες δυνατή μέχρι το τέλος και κανείς μας δεν θα ξεχάσει.

Γιατί όπως κάθε τι όμορφο, έτσι κι εσύ δεν θα ξεχαστείς.

Ήσουν και θα είσαι μοναδική σ’ έναν κόσμο γεμάτο με ανθρώπους που θα ήθελαν όσο τίποτα να μοιάζουν έστω στο μικρό σου δαχτυλάκι.

Όποιος σε ήξερε πάντως, θα συμφωνούσε μαζί μου.

Στην πιο δοτική, στην πιο δυναμική, στην πιο γλυκιά και στην πιο καλή γυναίκα που είχαμε την τιμή να συναναστραφούμε…

 

Στη γιαγιά μου.