fbpx

Βασίλης Μπαρμπαρίγος «Χρειαζόμαστε λίγο περισσότερο ήλιο»,

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Με τον Βασίλη Μπαρμπαρίγο δεν γνωριζόμασταν, παρότι ένα Σάββατο απόγευμα –λίγες μέρες πριν συστηθούμε -καθόμασταν σε διπλανά τραπεζάκια, πίνοντας το ίδιο κρασί. Εκείνος με μια φίλη του, εγώ με μια δική μου. Το μόνο που ήξερα για αυτόν, ήταν τα βραβεία ενδυματολογίας για τις ταινίες «Ξενία» και «Στρέλλα», μα και για τη συμμετοχή του στο ενδυματολογικό κομμάτι πολλών επιτυχημένων θεατρικών παραστάσεων.

Η επίσημη γνωριμία μας, έγινε στο τελευταίο γύρισμα της ταινίας του Αλέξη Καρδαρά «Φαντασία». Μέσα σε μισή και πλέον ώρα η αμηχανία εξαφανίστηκε και η ταύτιση, οι ενδυματολογικές προτιμήσεις, η ψιθυριστή κουβέντα για να μην ενοχλούμε το γύρισμα, μας έκανε συνένοχους του στιλ.

Ο σχεδιαστής ρούχων και ενδυματολόγος Βασίλης Μπαρμπαρίγος

Τα 90ς μου λέει, τόσο κοντά – τόσο μακρινά για μένα την ίδια, είναι πλέον μια ταινία εποχής. Το να φτιάξει και να επιμεληθεί τα κοστούμια της δεν ήταν ούτε πολύ εύκολο μα ούτε και τόσο δύσκολο. Το θετικό είναι πως η μόδα φέτος έχει αναφορές σε εκείνη τη δεκαετία, ώστε να βρεθούν τα αντικείμενα. Απ την άλλη ότι δεν μπορούσε να βρεθεί κατασκευάστηκε.

Ο Βασίλης δημιούργησε τρεις πρωταγωνιστές, τρεις διαφορετικούς χαρακτήρες με αυτά που θα μπορούσαν να φοράνε την εποχή εκείνη. Η αντιγραφή τραγουδιστών δεν υπάρχει στην ταινία. Οι θεατές δεν πρόκειται να δουν μια Άντζελα Δημητρίου ή μια Καίτη Γαρμπή.  Η Ρένα (Μόρφη), ο Γιάννης (Στάνκογλου) και ο Στέλιος (Μάινας), θα μπορούσαν να έχουν υπάρξουν τότε (ενδυματολογικά) μα στο σελιλόιντ είναι τελείως διαφορετικοί.

Σχεδιαστής μόδας ο ίδιος με σπουδές στο Λονδίνο, στην ταινία «Φαντασία», εκτός των έξι βασικών χαρακτήρων, είχε να ντύσει άλλους 138 ρόλους, οι οποίοι θα έπρεπε να αλλάζουν δύο και τρεις φορές κοστούμι (λουλουδούδες, μουσικοί, δικαστές). Πολλά από αυτά τα ρούχα βγήκαν από βεστιάρια, ντουλάπες φίλων μα και απ τη δική του γκαρνταρόμπα. Τα φορέματα των δύο πρωταγωνιστριών τα σχεδίασε ο ίδιος, έκοψε τα πατρόν και ράφτηκαν από τις μοδίστρες του αποκλειστικά πάνω τους.

Οι τρελοί ρυθμοί των γυρισμάτων αφήνουν χρόνο για «δέσιμο» με τους συνεργάτες;

Μου λέει, πως αρχικά με τον σκηνοθέτη έχεις μια κουβέντα και μια συνεννόηση από πριν. Πρέπει να πιστέψεις στο όραμα κάποιου, στο σενάριο και την ιδέα που θέλει να κάνει κινούμενη εικόνα. Τουλάχιστον έτσι έχω λειτουργήσει εγώ στον κινηματογράφο.

Η συγκεκριμένη παραγωγή ήταν τελείως διαφορετική από τις ταινίες που έκανα με τον Πάνο Κούτρα. Υπήρχε όμως μια τεράστια ελευθερία να δημιουργήσω, πάνω σε αυτό που μου ζητήθηκε και σε αυτό που είχα προτείνει.

Είναι μια διαδικασία γεμάτη με μικρά μυστικά που το ενδυματολογικό κομμάτι λειτουργεί σαν κώδικας.

Το εφήμερο της συνεργασίας, το τέλος των γυρισμάτων, το χάσιμο με τους ανθρώπους που βρίσκονται καθημερινά;

Δεν θα πω πως περνάω μια περίοδο πένθους (γελάμε). Με τη βοηθό μου και κάποιους ανθρώπους που συνεργαζόμαστε, κρατάμε χρόνια επικοινωνία. Αυτό που είναι ενοχλητικό είναι η αλλαγή των ρυθμών.

Τα γυρίσματα στην Ελλάδα δεν είναι όπως στο εξωτερικό που κάνεις μια δουλειά και μετά αποστασιοποιείσαι. Εδώ χρειάζεται να είσαι κάθε μέρα στα γυρίσματα, είσαι μέσα σε αυτό αποκλειστικά. Αυτό είναι λιγάκι στενάχωρο  σαν σταματά αυτή η τόσο έντονη δραστηριότητα.

Βλέπει ωραίους και προσεγμένους ανθρώπους στην καθημερινότητα, στο δρόμο;

Όχι ιδιαίτερα . Γενικά στο δρόμο δεν βλέπω. Αυτό δεν έχει σχέση με το ντύσιμο. Έχει να κάνει με όλη τη στάση μας απέναντι στη ζωή. Δεν έχει σημασία αν έχει πάει κάποιος  κομμωτήριο, είναι βαμμένος, είναι πολύ καλά ντυμένος. Είναι η διάθεση που έχει.

Τα τελευταία δέκα χρόνια δεν υπάρχει διάθεση στην Ελλάδα και αυτή που ίσως βλέπουμε τις περισσότερες φορές έχει κάτι το ψεύτικο. Νομίζω πως πρέπει να ξαναβρούμε τη ζωντάνια μας. Έχουμε χάσει το ταμπεραμέντο.

Χρειαζόμαστε λίγο παραπάνω ήλιο. Να γίνουμε λίγο παραπάνω φωτεινοί.