fbpx

«Εφ’ ενός ζυγού ο ναζί Λοχαγός και η Τζούλια Ρόμπερτς» οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Το φιεστοχώρι των Χρυσών Σφαιρών τελείωσε, το ξενοδοχείο Beverly Hilton στην Καλιφόρνια διευθέτησε τον χώρο του, τα φορέματα και τα πανάκριβα σύνολα μοστραρίστηκαν δεόντως στην αρένα του «άρτου και των θεαμάτων», για να ξεροκαταπίνει και να ονειρεύεται ένδοξα ο κάθε οικουμενικός λιγούρης θεατής, τα  βραβεία, ως έκρινε η επιτροπή, απιθώθηκαν σε άξια χέρια, οι λόγοι των ευχαριστιών εκφωνήθηκαν προς πάσα κατεύθυνση – «σε ευχαριστώ ώ εταιρεία», που άδει και ο Νιόνιος -, ο Τζεφ Μπρίτζες, τελικά μεγάλωσε αρκετά, ρε γαμώτο, για να «φορτωθεί» το βραβείο Σεσίλ ΝτεΜιλ για την συνεισφορά του στην μεγάλη οθόνη και τέλος οι απαραίτητες φωτογραφίες των πρωταγωνιστών με την «σφαίρα» υπό μάλης ή ανά χείρας τραβήχτηκαν για να τοποθετηθούν τελετουργικά στο ιστορικό άλμπουμ της εν λόγω Τέχνης.

Αυτοί, βέβαια, που χαμογελούν φαρδιά πλατεία είναι οι άοκνα εργαζόμενοι λομπίστες και οι δημοσιοσχεσίτες της απαστράπτουσας γιορτής. Δηλαδή, όσοι οργάνωσαν και καθοδήγησαν αθέατα μεν, ορθά δε, προς ποία όχθη θα κυλήσει ασφαλώς το νεράκι, δίχως υπερχειλίσεις, ξενερίσματα και παρατράγουδα. Γιατί, αγαπητοί μου, συμβαίνουν και αυτά στον γόνιμο πλανήτη Χόλιγουντ ή καλύτερα ας γράψουμε, ότι μόνο αυτά συμβαίνουν. Δίχως σωστό προσανατολισμό, αδιάσπαστη κατεύθυνση και καίρια στόχευση δεν γίνεται τίποτα στην μεγάλη βιομηχανία του αμερικανικού σινεμά, πόσο, μάλιστα, όταν πρόκειται για τέτοιου είδους «βαριά» βραβεία.

Τί νομίζετε, ότι τα 90 και κάτι μέλη της Επιτροπής της Ένωσης Ανταποκριτών Ξένου Τύπου πετούν την ετυμηγορία τους όπου τους καπνίσει ή όπου λάχει μοιράζουν τις Χρυσές Σφαίρες; Θα πρέπει να είμαστε ή ρομαντικά αφελείς ή αγαπησιάρικα μπουμπουνοκέφαλοι για να θεωρούμε, πως συμβαίνει κάτι τέτοιο. «Τα λεφτά είναι πολλά Άρη!», υπενθυμίζει άγρια ο αείμνηστος Σπύρος Καλογήρου και όπου χρήμα ίσον συμφέρον. Και όπου συμφέρον ίσον ξανά χρήμα για να καταλήξει η μικρή, καπιταλιστική εξίσωση στην χρήση της εξουσίας, δηλαδή της χειραγώγησης, δηλαδή στον επηρεασμό γνώμης και διαμόρφωσης κοινωνικού περιβάλλοντος δια μέσω της ψυχαγωγίας. Και το παγκόσμιο χρήμα σήμερα στην ψυχαγωγία και την διασκέδαση είναι μεγέθους μυθικού Ελντοράντο.

Όπως και να το κάνουμε, από δημιουργίας του το σινεμά έχει μια υπολογίσιμη δύναμη προς τις μάζες, όπως δηλαδή μια θρησκεία. Γι  αυτό σε μεγάλες βραβεύσεις περιώνυμων φεστιβάλ, αρχής γενομένης από την ευρωπαϊκή πλευρά, αλλά και στις δυο μεγάλες αμερικανικές γιορτές της 7ης Τέχνης οι ταινίες ή οι πρωταγωνιστές και οι συντελεστές που βραβεύονται είναι απόλυτα μεθοδευμένες εργασίες ομάδων, που λειτουργούν νυχθημερόν βάσει εντεταλμένου σχεδίου και άκαμπτου προγραμματισμού μήνες πριν. Όσο πιο ισχυρή είναι η ομάδα επηρεασμού, τόσο πιο κοντά είναι η κινηματογραφική παραγωγή στο μεγάλο βραβείο. Οπωσδήποτε θα έχετε παρατηρήσει – τουλάχιστον εσείς που ψιλο-παρακολουθείτε ή εσείς που φανατικά ακολουθείται τα φεστιβάλ – πόσες αδικίες έχουν σημειωθεί σε ταινίες στους αντίστοιχους θεσμούς, που αντικειμενικά άξιζαν μαλάματα και δάφνες  και για κάποιους λόγους έκατσαν μαρμαρωμένες στον πάγκο του εξωφυλαρούχα.

Το πως παίζεται το παιχνίδι σε αυτό το όχι και τόσο παράξενο, φωτισμένο βασίλειο, είναι μια διαδικασία που πρέπει να την παρακολουθήσεις εξ΄ αρχής, από τα μικρά φεστιβάλ και τις διάφορες βραβεύσεις από συντεχνίες του Τύπου και των επαγγελματιών τεχνικών, πλην όμως έγκυρες και υπολογίσιμες, που λαμβάνουν χώρα πριν η ταινία καταλήξει να φιγουράρει στις «χρυσές» λίστες των υποψηφιοτήτων μεγάλων βραβείων παγκόσμιας αποδοχής. Μια ολόκληρη κινητοποίηση από λομπίστες και δημοσιοσχεσίτες εκτοξεύονται σαν φλεγόμενες σαΐτες με στόχους τους διάφορους πυρήνες που διαθέτουν το δικαίωμα ψήφου, για να αρχίσουν τα σου μου του, τα παζάρια, ενώ οι υποσχετικές παίρνουν και δίνουν.

Μια ταινία από την στιγμή της ετοιμασίας της, εάν αποφασίσουν για κάποιους λόγους, ότι πρέπει να την τρέξουν σε Ευρώπη και Αμερική φθάνοντας την έως το υπέρτατον άκρον της αναγνώρισης και της βράβευσης, να είστε σίγουροι ότι θα το κάνουν. Γι  αυτό μην παραξενευτείτε εάν δείτε φέτος στα Όσκαρ, λέμε τώρα, τον μαρβελικό «Black Panther» υποψήφιο στην κατηγορία Καλύτερης Ταινίας ή Σκηνοθεσίας, κερδίζοντας μάλιστα, και το αγαλματίδιο, ενώ για μια φορά ακόμα εκτός λίστας θα βρεθούν σπουδαίες δουλειές.

Έχουμε αναφερθεί στο θέμα, γράφοντας, πως όλα τα κινηματογραφικά γιορτάσια ένθεν και εκείθεν των πλευρών του Ατλαντικού, ενδεχομένως να αφορούν ορισμένους και να τα παρακολουθούν φανατικά με στρατιωτική πειθαρχεία ή να σε αφήνουν παγερά αδιάφορο, συνεχίζοντας απρόσκοπτα τον δρόμο σου, εμπιστευόμενος την προσωπική σου αισθητική και την αγάπη στην Τέχνη του σινεμά.

Βουρ για το μεγάλο πανηγύρι της 9ης Φεβρουαρίου 2019, που τον πρώτο λόγο θα έχει ο αγέλαστος και χρυσόδερμος θείος Όσκαρ. Το Χόλιγουντ, είτε έτσι, είτε αλλιώς είναι το «Βατικανό» της Βόρειας αμερικανικής ηπείρου και ως imperium in imperio (κράτος εν κράτει), εκτός του όποιου κάλλους και της όποιας ισχύος προωθεί έξωθεν, διαθέτει μέγιστη, εσωτερική σοφία. Τίποτα, λοιπόν, στην τύχη του. Τώρα, το τι υπηρετεί και τί εξυπηρετεί, αυτό είναι κάτι που απασχολεί τον ιστορικό και τον εκάστοτε θεατή.              

«Η Στολή του Λοχαγού»

(Der Hauptmann / The Captain)

 

  • Είδος: Πολεμικό δράμα εποχής (A/M)
  • Παραγωγή: Γερμανία, Γαλλία, Πολωνία (2017)
  • Σκηνοθεσία: Ρόμπερτ Σβένκε
  • Με τους: Μαξ Χουμπάχερ, Φρέντεριχ Λάου, Μιλάν Πεσέλ, Αλεξάντερ Φέλινγκ
  • Διάρκεια: 118’
  • Διανομή: Weird Wave

Ανατρεπτικό και συγχρόνως ανατριχιαστικό. Προβοκατόρικο αλλά πέρα για πέρα γοητευτικό. Ειδικά το φινάλε είναι ένα σκαμπίλι που καθηλωμένος το αποδέχεσαι με το στόμα ανοιχτό. Η ταινία σε αρκετά μεγάλο μέρος της στηρίζεται στην αληθινή ιστορία του 19χρονου, Γερμανού δεκανέα Γουυίλι Χέρολντ (Μαξ Χουμπάχερ – πολύ καλός!) που μεταμορφώθηκε πρώτα σε απατεώνα και έπειτα σε σαδιστή εγκληματία, από την στιγμή που ανακάλυψε και ενδύθηκε την ολοκάθαρη και ατσαλάκωτη στολή ενός λοχαγού των Ες Ες, στις 3 Απριλίου του 1945.

Πως έχουν τα πράγματα;  Ελάχιστες εβδομάδες πριν την λήξη του 2ου μεγάλου πολέμου, ο δεκανέας του γερμανικού στρατού Χέρολντ, εντός γερμανικού εδάφους, την κοπανάει από το στράτευμα και με βορεινή κατεύθυνση λιποτακτεί, καθώς όλοι πια αντιλαμβάνονται πως οι σύμμαχοι τελειώνουν τον πόλεμο και ο σώζων εαυτόν σωθήτω! Φυσικά, ως λιποτάκτης που είναι τον καταδιώκουν οι συμπολεμιστές του για τον σκοτώσουν. Ο τρομερός και ισχυρός γερμανικός στρατός σε πλήρη διάλυση και τρόμο. Κουρελής, πεινασμένος, κουρασμένος, ξυπόλητος και με το κρύο να τον παγώνει αρχίζει τα πλιάτσικα σε αγροικίες, κάτι όμως που δεν έχει επιτυχία γιατί οι ιδιοκτήτες δολοφονούν επί τόπου τους λιποτάκτες πλιατσικολόγους.  Βυθισμένος στην απόγνωση για το πως θα γλυτώσει ανακαλύπτει ένα ημί-κατεστραμμένο, στρατιωτικό αυτοκίνητο,  και μέσα σε αυτό το κουτί ενός αξιωματικού που περιέχει τη πεντακάθαρη στολή του λοχαγού με πολλές διακρίσεις, μεταξύ άλλων και τον Σιδηρούν Σταυρό ανδρείας.

Ο στρατιώτης Χέρολντ ενδύεται την στολή, ψιλοσενιάρει το παρουσιαστικό του, αποκτά σκληροτράχηλο ύφος κι αρχίζει να υποδύεται τον παρασημοφορημένο λοχαγό των Ες Ες. Συναντά κι έναν μοναχικό Γερμανό και βαμμένο χιτλερικό αλεξιπτωτιστή που έχασε την μονάδα του, τον Φράιταγκ (Μιλάν Πεσέλ – άψογος) τον κάνει οδηγό του κι ο Χέρολντ αρχίζει να ασκεί εξουσία, πάντα με ασπίδα, χαράκωμα και απόρθητο πύργο την νέα του αμφίεση.

Στην ανάγκη του, όμως, να ξεφύγει βυθίζεται όλο και περισσότερο στην μορφή που του προσδίδει η τιμημένη, παρασημοφορημένη στολή και δίχως να το επιδιώκει έρχεται σε επαφή με ομοιόβαθμους, αλλά και με κατώτερους αξιωματικούς, που έχουν αιχμαλωτίσει σε στρατόπεδο συγκέντρωσης τους λιποτάκτες εν καιρώ πολέμου .  

Λέγεται, πως συνολικά, ο Χέρολντ ηγήθηκε περί των 80 στρατιωτών, με 12 στρατιώτες να παραμένουν μαζί του, πιστοί μέχρι το τέλος. Ο τυχάρπαστος  δεκανέας, που μεταμορφώθηκε σε λοχαγό έμεινε στην ιστορία για τα στυγερά του εγκλήματα και τις αναίτιες εκτελέσεις στρατιωτών και αθώων πολιτών, με την ψευδή δικαιολογία πως εκτελούσε εντολές του ίδιου του Αδόλφου Χίτλερ, γεγονός που όλοι γύρω του προσποιούνταν πως πίστευαν, παρόλο που δεν υπήρχε καμία γραπτή απόδειξη ανάλογων διαταγών.

Αυτή είναι η πρώτη ανάγνωση της ταινίας του βραβευμένου 50χρονου Ρόμπερτ Σβένκε, σκηνοθέτη του «RED: Πράκτορες Παροπλισμένοι αλλά Πάντα Επικίνδυνοι», του «Σχεδίου Πτήσης» και των δυο μερών της «Τριλογίας της Απόκλισης». Το αμέσως επόμενο «κείμενο», που πλασάρεται ελάχιστα χιλιοστά κάτω από την σεναριακή επιδερμίδα, θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι το «κέλυφος» και πως μπορεί ένα «κέφυλος» να επιδράσει στον ψυχισμό μας. Δηλαδή, εκεί που δεν μπορείς να αρθρώσεις λόγο, γιατί υπάρχει η συμπίεση ή η ψυχολογική βία, ένα ένδυμα έχει την ιδιότητα τού απόλυτου μετασχηματισμού. Και εν δυνάμει αυτός ο μετασχηματισμός θα αναδύσει τον πραγματικό σου εαυτό, αυτόν που ήταν καταχωνιασμένος λόγω θέσης, χαμηλής αυτοεκτίμησης ή και φόβου.

Γίνεται πραγματικός χαμός. Ο πρωταγωνιστής Μαξ Χουμπάχερ ταξιδεύει υπέροχα στην σκοτεινή μετουσίωση, ξαφνιάζει και συνάμα σφηνώνει στο κεφάλι του θεατή το: «διάολε κάτω από συνθήκες εξουσίας πόσο κτήνος μπορεί να γίνει ο άνθρωπος;» Ο ήρωας είναι σαν να ξεχνάει τι ήταν και μαγικά η στολή – κέλυφος του προσθέτει μια δύναμη, ικανή να αποκαλύψει την γενεσιουργό του προσωπικότητα και να αγκαλιαστεί με την δαιμονική ιδιότητα που αντιπροσωπεύει η φορεσιά -κέλυφος. Άλλωστε το πως ορθώθηκε και καθιερώθηκε το Γ΄ Ράιχ είναι γνωστό σε όλους όσους διαβάζουν ιστορία. Η κτηνωδία στο μεγαλείο της και όσο πιο υψηλό βαθμό έφεραν εκείνοι οι δαίμονες, εγκληματίες στρατιωτικοί, τόσο βαθύτερο και απάνθρωπο ήταν το έρεβος που εκδήλωναν. Αυτό είναι ντιενεϊκό και δεν αλλάζει.

«Η Στολή του Λοχαγού» είναι μια άριστη άσκηση στο αθέατο, ανθρώπινο εμβαδόν, που σοκάρει. Η ασπρόμαυρη επιλογή της εικόνας διαμορφώνει κατάλληλα την ατμόσφαιρα της ταινίας, την φέρνει στην εποχή που πραγματεύεται, ταυτόχρονα δε, την εναποθέτει στο πιο ψηλό σημείο της κλίμακας της ύβρεως για να κατρακυλήσει θανάσιμα και αιματοβαμμένη μέχρι το σκοτεινό υπόγειο, ενώ η υπέροχη φωτογραφία του  Φλόριαν Μπάλχαους πραγματικά σε δένει με ό,τι ο σκηνοθέτης θέλει να εκφράσει προβοκατόρικα.

Προσέξτε όσοι θα δείτε την ταινία, εύχομαι να είστε πολλοί, μην αποχωρήσετε από την αίθουσα μετά το τέλος της, αλλά περιμένετε και παρακολουθήσετε τους τίτλους, κι εκεί πραγματικά θα μείνετε σύξυλοι. Ουρανομήκης έμπνευση και όλη η σύγχρονη αλήθεια για το κράτος που ονομάζεται Γερμανία.        

«Η Επιστροφή του Μπεν»

(Ben is Back)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Πίτερ Χέτζες
  • Με τους: Λούκας Χέτζες, Τζούλια Ρόμπερτς, Κόρντεϊ Μπ. Βάνς
  • Διάρκεια: 103’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Μελόδραμα καραμπινάτο, από αυτά που γίνεται κόμπος όλο το εντερικό σύστημα, σφραγίζει το ηλιακό πλέγμα και μαυρίζει η διάθεση αυτοστιγμής. Οικογενειακή ιστορία με την αποφασιστική μητέρα που είναι ικανή να φτάσει έως τις πύλες της κολάσεως για να διασώσει το βλαστάρι της, γένους αρσενικού. Στο κέντρο του δράματος η οσκαροβραβευμένη Τζούλια Ρόμπερτς (Έριν Μπρόκοβιτς) να λοξοκοιτάει για μια ακόμη φορά τις οσκαρικές υποψηφιότητες.

Ταινία ερμηνειών και σενάριο προσεγμένο ως προς την δραματοποίηση της ιστορίας, να εξελίσσεται όμοιο με κατάβαση στα σκοτάδια της ανθρώπινης κατάρρευσης. Όλα είναι μαύρα και κατάμαυρα σε αυτή εδώ την δουλειά του Αμερικανού σεναριογράφου και σκηνοθέτη Πίτερ Χέτζες  («Ο Νταν Έφαγε Κόλλημα», «Η Παράξενη Ζωή του Τίμοθι Γκριν»), ο οποίος είχε προταθεί  το 2002 για το Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου της ταινίας «Για Ένα Αγόρι». Και σε αυτή την ταινία το σενάριο, εκτός της σκηνοθεσίας  είναι δικό του.

Δεν υπάρχουν μεμπτά σημεία ή κακοτοπιές στην ταινία, ανοίγει, μάλιστα, με τσαμπουκά και τις πόρτες του θρίλερ, της αγωνίας στο τελευταίο μέρος, για να ολοκληρωθεί το ήδη υπάρχον ψυχοπλάκωμα και να βγεις από την αίθουσα κουρέλι. Το περίβλημα της δεν είναι γυάλινο και εξωπραγματικό έτοιμο να διαλυθεί, καθώς αρκετές, δυστυχώς, οικογένειες που έχουν βαδίσει το συγκεκριμένο μονοπάτι με κάποιο αγαπημένο μέλος της μικρής τους κοινωνίας γνωρίζουν άριστα τι θα πει βερίκοκο και τους κινδύνους που ελλοχεύουν στο να χάσεις τον άνθρωπο σου σε μηδενικούς χρόνους.

Ο ρεαλισμός είναι το βασικό συστατικό αυτής της ταινίας, που ναι μεν βρίσκεται διπλωμένος στην πλάστιγγα των αγγλοσαξωνικών αξιών, από την άλλη όμως είναι μια τραγική, αληθινή καταγραφή που δεν αμφισβητείται. Η Τζούλια Ρόμπερτς ως «καμένη» φιγούρα, μάνας, αγαπημένου, ναρκομανούς γιού σε απεξάρτηση, ανεβάζει το στροφόμετρο στα κόκκινα με τέτοιο τρόπο, αποδεικνύοντας την πολύχρονη πείρα της στον χώρο του σινεμά. Ούτε υπερβολική είναι, ούτε αδιάφορη, απλά ερμηνεύει μια μάνα που η ανησυχία της μετατρέπεται σε απόγνωση και αυτό το βγάζει. Το δεύτερο, ενδιαφέρον συστατικό είναι ένταση και ο αρνητικός ηλεκτρισμός που σκορπά η παρουσία του πολύ καλού, 22χρόνου ηθοποιού Λούκας Χέτζες (γιός του σκηνοθέτη) – είναι ο πιτσιρικάς στην ταινία του  Κένεθ Λόνεργκαν «Μια Πόλη Δίπλα στη Θάλασσα» -, όταν εισέρχεται στην οικογένεια, ταράζοντας με την απρόσμενη παρουσία του τα φαινομενικά ήρεμα νερά τις ημέρες των χριστουγεννιάτικων γιορτών.

Ο  Πίτερ Χέτζες δεν αφήνει το θέμα του να ξεχειλώσει και το διεκπεραιώνει, σχεδόν αποστασιοποιημένος από διδακτισμούς, πονετικά, έντονα, άλλοτε ψυχρά, σκληρά και άλλοτε συναισθηματικά, απλώνοντας ένα ευαίσθητο και συνάμα εκρηκτικό, νευρικό σύστημα διάρκειας χρόνου ενός μόνο εικοσιτετραώρου, ικανό να σε κρατήσει στην μαύρη τσίτα.

Η διαχείριση ενός νέου ανθρώπου που περνάει από το μάτι της βελόνας για να καταφέρει να απεξαρτηθεί, μαχόμενος με το παρελθόν και το πάθος του, αλλά και η συμβολή της οικογένειας σε αυτόν τον αγώνα ζωής και θανάτου είναι η επικίνδυνη εξέδρα, όπου επάνω της στήνεται η ταινία του Χέτζες.

Η κορυφαία, προσωπική μου στιγμή στην ταινία, είναι όταν η διαλυμένη μάνα, η γεμάτη ανθρώπινο πόνο, θυμό και οργή έρχεται τυχαία αντιμέτωπη με το κτήνος που άνοιξε στον γιο της την θύρα του εθισμού στις ναρκωτικές ουσίες. Ακίνδυνη φαινομενικά, διακριτική στο όριο, αλλά μαινάδα εσωτερικά, κατασπαράζει λεκτικά αυτό το τέρας, που βρίσκεται στο απυρόβλητο, λόγω της ιδιότητας του. Η Ρόμπερτς σε αυτή την σκηνή προσφέρει απλόχερα την εμπειρία της με ερμηνευτικό ηχόχρωμα πολλών καρατίων ικανό να σε οδηγήσει για το υπόλοιπο της ώρας στα σκοτεινά δώματα του Άδη. Και μόνο για αυτή την σεκάνς θα άξιζε το Όσκαρ. Απλά απίθανη!!!

Η λευκή Χόλι (Τζούλια Ρόμπερτς – πολύ καλή) είναι παντρεμένη σε δεύτερο γάμο με τον αφροαμερικανό Νιλ (Κόρντεϊ Μπ. Βάνς – καλός), που εκτός των δυο τέκνων της από τον πρώτο γάμο της, έχει ακόμα δυο μικρά με τον Νιλ. Ο μεγάλος της γιος, ο 19χρονος Μπεν (Λούκας Χέτζες – πολύ καλός) πρώην ναρκομανής, βαποράκι με βαρύ, εγκληματικό παρελθόν, αφήνει το κέντρο απεξάρτησης και επισκέπτεται ξαφνικά την οικογένεια του για το διήμερο των Χριστουγέννων. Η απρογραμμάτιστη άφιξη του προκαλεί σύγχυση στην αδελφή και τον πατριό του, καθότι γνωρίζουν, πως κάθε επίσκεψη του Μπεν στο σπίτι προκαλεί προβλήματα.

Η Χόλι όμως, ως μάνα που είναι, ευχαριστιέται με την καρδιά της από τον ερχομό του, τον υποδέχεται ενθουσιασμένη, συμπεριφέρεται χαζά και αδέξια, ενώ πληροφορείται από τον Μπεν, πως είναι πανέτοιμος ψυχολογικά και νοητικά να ξεπεράσει τον εθισμό του στα ναρκωτικά.

Ο Νιλ, που δεν μασάει από τέτοιου είδους συμπεριφορές, αποστασιοποιημένος και λογικός ταρακουνάει την γυναίκα του, υπενθυμίζοντας στην Χόλι, πως ο νεαρός είναι ακόμα μια ρυθμισμένη ωρολογιακή βόμβα έτοιμη να εκραγεί ανά πάσα στιγμή και πρέπει να επιστρέψει άμεσα στο κέντρο. Η ανησυχία της μάνας μετατρέπεται σε πειθαρχεία, έχοντας τον γιο της υπό στενή παρακολούθηση. Το παρελθόν όμως δεν ξεχνάει και το ένα γεγονός πυροδοτεί το άλλο. Η παλιά συμμορία και ο αρχηγός της, ο διακινητής ναρκωτικών που είχε στην δούλεψη του τον νεαρό πληροφορείται την επιστροφή του Μπεν και για τον φέρει πίσω, με αφορμή ένα παλιό χρηματικό χρέος, απάγει τον σκύλο της οικογένειας. Ο Μπεν που γνωρίζει ποιος είναι αναλαμβάνει με την μητέρα του να φέρουν τον σκύλο πίσω.  Μια κρίσιμη νύχτα ξεκινάει, με νέες συνταρακτικές αλήθειες να έρχονται στο φως, και την αγάπη της μητέρας για τον γιο της να δοκιμάζεται μέσα από σοβαρές προκλήσεις τις οποίες πασχίζει να πολεμήσει κάνοντας τα αδύνατα δυνατά.

«Το Βράδυ που Έφαγε τον Κόσμο»

(La Nuit a Dévoré le Monde / The Night Eats the World)

 

  • Είδος: Θρίλερ, Τρόμου
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Ντομινίκ Ροσέρ
  • Με τους: Αντερς Ντάνιελσεν Λι, Γκολσιφτέ Φαραχανί, Ντενίς Λαβά
  • Διάρκεια: 93‘
  • Διανομή: Odeon

Ζόμπι παντού… ακόμα και στο Παρίσι! Βέβαια, όταν διαβάζεις από τον Γάλλο σκηνοθέτη Ντομινίκ Ροσέρ στο σημείωμα του, ότι έφτιαξε μια ταινία με ανθρωποφάγα ζόμπι για να τονίσει την σύγχρονη, ανθρώπινη μοναχικότητα με έναν ήρωα, που πριν αποκαλυφθούν μπροστά του τα ανεγκέφαλα, κανίβαλα δίποδα, αποκαλούσε τους ανθρώπους τέρατα, τότε αναφωνείς περίτρανα: «ε, αυτό μόνο Γάλλος θα το έφτιαχνε!»

Βρε διάολε, για την απομόνωση και την μοναξιά στο ξεκάρφωτο σκαρφίστηκες ζόμπι; Και μάλιστα δεν εξηγείς με ποιόν τρόπο ο πληθυσμός του Παρισιού και προφανώς όλης της Γαλλίας, μολύνθηκε και μεταμορφώθηκε σε τεράτογλου. Αυτά τα αεράτα μόνοι οι Γάλλοι τα εμπνέονται κατά την διάρκεια βρώσης κρουτόν σκόρδου με πατέ χήνας, εκλεκτού, λευκού τυριού δυτικών Άλπεων, κάτι όπως το Σαν Μαρσελάν Ντοφίν και βραστών λαχανικών, πίνοντας μποζολέ. Ε, μα…..

Ενώ η ταινία είναι υποφερτά σκηνοθετημένη με το σενάριο της να βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Πιτ Αγκερμέν – Pit Agarmen (αναγραμματισμός και ψευδώνυμο του Martin Page) – όλο το plot είναι στο κενό, κοινώς είναι άδετο, εντελώς ξέμπαρκο, δίχως σημεία στήριξης, απλά και μόνο για να ζήσουμε ως θεατές, εν μέσω αλληγορίας, τις μοναχικές ημέρες και τον αγώνα επιβίωσης ενός ανθρώπου που δεν έγινε ζόμπι σε μια νύχτα, αλλά κινδυνεύει από τα ζόμπι, βιώνοντας το: «μόνος είμαι και ότι γουστάρω κάνω», κλεισμένος σε ένα διαμέρισμα πολυκατοικίας, καπνίζοντας πούρα, πίνοντας κρασάκι συντροφιά με ζόμπι φυλακισμένο στο καγκελωτό του ανελκυστήρα.  

Για να μην φλυαρούμε, η ταινία του Ροσέρ, η οποία είναι δίγλωσση (εμείς είδαμε την αγγλική και όχι την γαλλική version) είναι η πρώτη του μεγάλου μήκους. Ως ντεμπούτο στην μεγάλη οθόνη του εν λόγω μικρομηκά σκηνοθέτη, αναφερόμενος στο τεχνικό κομμάτι δομής του φιλμ, είναι καλό και προσεγμένο, αλλά εάν δεν υπήρχαν στο σενάριο τα ζόμπι (καλό μακιγιάζ) για να με κρατήσουν κάπως ξύπνιο, περιμένοντας εάν θα τον λιανίσουν ή όχι, θα είχα γύρει ηττημένος στου καραβιού την πλώρη με βαθύ χασμουρητό από την βαρεμάρα.

Ο μοναχικός και σχεδόν μισάνθρωπος Σαμ (Αντερς Ντάνιελσεν Λι  – όκεϊ, τον βγάζει καλά τον ρόλο) πηγαίνει στο σπίτι της πρώην σχέσης του για να πάρει μια χαρτόκουτα με κασέτες μουσικής που του ανήκουν (νοσταλγική πινελιά, αναφορά σε άλλες δεκαετίες η κασέτα). Πετυχαίνει, όμως, την κοπελιά να δίνει πάρτι του χαμού με καμιά πενηνταριά καλεσμένους, να πίνουν και να ερωτοτροπούν σε διαδρόμους και δωμάτια. Ο Σαμ είναι αρκετή ώρα στο περίμενε για τις κασέτες, οπότε παίρνει την πρωτοβουλία να τις μαζέψει μόνος του. Εισβάλλει στο γραφείο τις ανακαλύπτει, αλλά ξαφνικά κλειδώνει την πόρτα και πέφτει για ύπνο σε μια καρέκλα. Άσχετο!

Το πρωί που ξυπνάει είναι ολομόναχος και ο μόνος ζωντανός, καθώς όλο το Παρίσι είναι γεμάτο από ανθρωποφάγα ζόμπι, τα οποία δεν περπατούν αργά όπως μας έχουν συνηθίσει, αλλά τρέχουν σαν διάολοι, πανάθεματα, έτοιμα να κατασπαράξουν κάθε τι ζωντανό και ανθρώπινο. Δεύτερο άσχετο!

Ο Σαμ πρέπει να επιβιώσει σε αυτό το κακό και αρχίζει να οργανώνεται στο διαμέρισμα, δίχως να προγραμματίζει να αφήσει το Παρίσι και να ψάξει για άλλους επιζήσαντες. Συνηθισμένος στην μοναξιά του είναι οι καλύτερες συνθήκες που θα μπορούσε να βρει για να συνεχίσει την ζωή του. Πάλι ξαφνικά, μια άζομπι κοπέλα από το πουθενά, η Σάρα (η όμορφη Περσίδα Γκολσιφτέ Φαραχανί – μικρή χρονικής διάρκειας η παρουσία της) εισβάλλει στο διαμέρισμα, πανικοβάλλει τον Σαμ και την πυροβολεί κατά λάθος. Προσπαθεί να την σώσει και εδώ ακριβώς η ταινία πηδάει διάσταση για να περάσουμε σε άλλα μονοπάτια, τέτοια που σκοπό έχουν να ξεκουνήσουν τον μονήρη ήρωα από το διαμέρισμα φυλακή και να ψάξει για ζωή στα πέριξ. Άσχετον είς τον κύβο! Θα ήθελα ένα κρουτόν με Σαν Μαρσελάν Ντοφίν, θα ήθελα με τρέλα, ρε γαμώτο, να έπινα ένα κρασάκι με τον αείμνηστο Τζορτζ Ρομέρο για να πάνε τα φαρμακοζόμπια κάτω.      

 

 

 

«Το Παιχνίδι με τη Φωτιά»

(Beoning / Burning)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Νότια Κορέα (2018)
  • Σκηνοθεσία : Λι Τσανγκ-ντογκ
  • Με τους: Στίβεν Γιούν, Γιου Αχ-ιν, Τζουν Τζονγκ-σέο
  • Διάρκεια: 148’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο FIPRESCI Φεστιβάλ Καννών 2018

Η έκτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του πολυφερόμενου Νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη Λι Τσανγκ-ντογκ («Κρυφή Ηλιαχτίδα», «Ποίηση»), έφτασε και στην χώρα μας, ενώ η φήμη της προηγήθηκε εν οργάνοις, νοητών κότινων, δαφνών και εξαπτέρυγων, που ακόμα και ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Μπαράκ Ομπάμα, την ενέταξε στις δέκα καλύτερες της χρονιάς μαζί με τον μαρβελικό «Black Panther» στην σινεφίλ λίστα του. Αυτό, λοιπόν, το «θείον» έργο, που βασίζεται στο διήγημα «Φλεγόμενος Αχυρώνας» του Χαρούκι Μουρακάμι και το υμνολόγησε, το λιβάνισε η παγκοσμία κοινότητα κριτικών κινηματογράφου, αυτό που παραλίγο να «κλέψει» τον Χρυσό Φοίνικα από τους υπέροχους Ιάπωνες, «Κλέφτες Καταστημάτων» (ευτυχώς!), είναι μια μπούρδα με περγαμηνές.

Μην απορείτε. Και οι σαχλαμάρες διαθέτουν περγαμηνές και όσο περισσότερες και λαμπερότερες είναι οι διαπιστεύσεις ενός καλλιτεχνήματος, τόσο ο άπειρος θεατής θέτει την κρίση του σε αμφισβήτηση. Το ένστικτο, όμως, η εμπειρία και η μακρόχρονη, ανιδιοτελής γνώση δεν μπορούν να καμφθούν, ούτε τα ανούσια 148 λεπτά της ώρας που θα ξοδέψεις μέσα σε μια σκοτεινή αίθουσα παρακολουθώντας έναν νάρκισσο σκηνοθέτη να αυτοθαυμάζεται στα πλάνα που σουτάρισε, δημιουργώντας τέχνη, μπορούν να αντικατασταθούν. Είναι μια ταινία άρτια τεχνικά, που σέρνει για πάνω από διόμιση ώρες ένα σκιώδες, ασυνάρτητο σενάριο που μπάζει από χίλιες μεριές σαν χιλιοτρυπημένη σαμπρέλα.

Οι σειρήνες που περιτριγυρίζουν τούτο το φιλμ μοιάζουν καλά εκπαιδευμένες στην σαγήνη, μα ο σκηνοθέτης έχει ήδη θαφτεί ζωντανός στον δικό του τύμβο και δεν υπάρχει καμία περίπτωση διάσωσης. Προσκαλώ οποιονδήποτε που θα δει το φιλμ να το συζητήσουμε και πέραν των εκπληκτικών πλάνων, των ωραίων, νεαρών πρωταγωνιστών και ενός μαστόρικου, ας πούμε, σε οπτική φινάλε, επιθυμώ να εκφράσει πραγματιστικά, λογικά και ρεαλιστικά τί κατάλαβε από την δημιουργία του βραβευμένου, Νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη και πρώην υπουργού Πολιτισμού της χώρας του, Λι Τσανγκ-ντογκ, που θα παρελάσει θριαμβευτικά και στα πρόσφατα Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας. Ε, αφού αρέσει στον ex President! Όχι, όμως να ακούσω εικασίες και αμφιλεγόμενες αμπελοφιλοσοφίες, αλλά αντικειμενικά, τεκμηριωμένα και συνειδητοποιημένα να μου μιλήσετε για την ψυχή και την ουσία αυτής της ταινίας.

Η τροφή για σκέψη που εκπορεύεται από ένα καλλιτέχνημα δεν είναι φλου και εκτεθειμένη στην όποια εγκεφαλική, εγωπαθή θολούρα του δημιουργού, αλλά στο μεγαλείο να καθιστά ο δημιουργός στον παρατηρητή το σοφόν σαφές, ώστε ο θεατής να μετουσιώνει μέσα του τον λόγο ύπαρξης του δημιουργήματος.   

«Το Παιχνίδι με τη Φωτιά», εκτός της απαράδεκτης διάρκειας του σε χρόνο, μόλις εγκαταλείψεις την αίθουσα, με το πέρας της ταινίας, θα χρειαστείς ακόμα λίγα λεπτά για να καταλάβεις, ότι τελικά δεν είδες τίποτα. Στιγμές, εικόνες, μια αρχή ιστορίας που οδηγείται σε ολισθηρούς λεωφόρους μυστηρίου και ξαφνικά το χάσιμο. Βασανιστική ταλαιπωρία, απορίες, άλυτα ερωτήματα, ασύνδετες κινηματογραφικές συλλαβές, που καλείσαι να ταιριάξεις αυτά κάπως μεταξύ τους και να δώσεις το δικό σου νόημα μπας και βγάλεις κάποια άκρη από το χάος.

Το βιβλίο δεν το έχω διαβάσει, αλλά η συγκεκριμένη παράλειψη δεν νομίζω πως έχει σημασία. Τα διασκευασμένα, κινηματογραφικά σενάρια που αφορούν μυθιστορήματα ή διηγήματα δεν απαιτούν από τον σινεφίλ να είναι διαβασμένος για να διασωθεί από τον σεναριακό και σκηνοθετικό κυκεώνα. Το περιεχόμενο ενός βιβλίου και η ιστορία μιας ταινία, που πηγάζει από το βιβλίο μπορεί να είναι ίδια, είναι όμως δυο ξεχωριστές και αυτόνομες οντότητες.             

Ο Γιόνγκσου που σπούδασε δημιουργική γραφή, θέλει να γίνει συγγραφέας. Ο κτηνοτρόφος πατέρας του ετοιμάζεται να καταδικαστεί γιατί απείλησε και βιαιοπράγησε σε κάποιον που είχαν διαφορές, ενώ η αδιάφορη μητέρα του που τον εγκατέλειψε, τον συναντάει έπειτα από χρόνια. Ο  Γιόνγκσου, μόνος, άνεργος όπως είναι τυχαία θα συναντήσει τη ομορφούλα και ελαφρόμυαλη  Χάεμι, ένα κορίτσι που έμενε κάποτε στη γειτονιά του. Η Χάεμι ζητάει από τον νεαρό να προσέχει τον γάτο της όσο θα λείπει σε ταξίδι.

Στο μικρούλη σπίτι της όμως ο Γιόνγκσου δεν βλέπει γάτο και η Χάεμι του εξηγεί πως ο Μπόιλ είναι αυτιστικός και δεν εμφανίζεται σε ξένους. Αμέσως η κοπέλα ορμάει στο αγόρι και κάνουν έρωτα. Η Χάεμι φεύγει για την Αφρική για να συναντήσει, όπως λέει, την μεγάλη πείνα και ο Γιόνγκσου πηγαίνει στο σπίτι της για να ταΐζει τον γάτο Μπόιλ, που ποτέ δεν βλέπει.

Με την επιστροφή της από την Μαύρη Ήπειρο συστήνει στο Γιόνγκσου τον μυστηριώδη, πλούσιο και γοητευτικό νεαρό με το όνομα Μπεν, που γνώρισε στην Αφρική και διαθέτει Πόρσε και πολυτελές διαμέρισμα σε σικ περιοχή της Σεούλ. Ο Μπεν μιλάει στο Γιόνγκσου για τις περίεργες συνήθειες του, όπως το να βάζει φωτιές σε θερμοκήπια. Ένα ερωτικό τρίο (;) δημιουργείται, αλλά ο Γιόνγκσου δείχνει ενδιαφέρον για την Χάεμι, αγνοώντας (:), ζηλεύοντας (;) τον ευκατάστατο Μπεν που είναι πολύ ήρεμος, παρότι εμπρηστής. Η Χάεμι κάποια στιγμή δεν δίνει σημεία ζωής και ο Γιόνγκσου αρχίζει να παρακολουθεί τον Μπεν.