fbpx

banner αεροδρομίου

«Αυτή, Αυτό και τα Μυστήρια», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 2

Η Αλίκη των ογδόντα επτά Μάηδων, η ψιλόλιγνη μορφή με το συγκαταβατικό χαμόγελο, το άπληστα δεμένο στα πλούσια, σαρκώδη χείλη της, να μοιάζει με αρματωμένο, πειρατικό καράβι έπειτα από σπουδαία κουρσέματα στα Αρχιπελάγη της ζωής, έλεγε με την απαλή και θρεπτική σαν μητρικό γάλα φωνή της: «Να ξέρεις Γιώργο μου, είσαι αυτό που σκέφτεσαι. Βλέπεις τον εαυτό σου σκλάβο, σκλάβος είσαι. Βλέπεις τον εαυτό σου αποτυχημένο, άτυχο, αδικημένο ή ριγμένο, όλα αυτά είσαι. Σε σκέφτεσαι, ελεύθερο, μαχητή, δίκαιο, μετρημένο και ήρεμο; Ε, αυτά θα είσαι και έτσι θα συναλλάσσεσαι με τα απειλητικά στίφη των ηλιθίων. Η ανθρώπινη ζωή είναι ο μέγας πόλεμος της ψυχής και οι νικητές ελάχιστοι. Το πέρασμα από την μια όχθη του άγριου και ορμητικού ποταμού στην άλλη είναι δύσκολο και να γνωρίζεις πως δεν είναι για όλους. Να το θυμάσαι όταν θα έχω αποχωρήσει από τα γήινα και θελήσεις να το διασχίσεις. Πνίγονται αμέτρητοι, χάνονται μυριάδες στα μαύρα, φουσκωμένα νερά του και όσοι βγαίνουν σώοι απέναντι είναι οι εκλεκτοί, μετρημένοι στα μισά δάχτυλα του ενός χεριού».

Αυτή ήταν η Αλίκη μου. Έφυγε από την ζωή των ανθρώπων, μόλις προχθές, ημέρα Κυριακή, την πρώτη του Σεπτεμβρίου του έτους 2019 σαν μεταφυσικό, κλεισμένο ραντεβού με την ημερομηνία του ερχομού της: 1η Σεπτεμβρίου 1932.

Η Αλίκη ήταν η τρίτη, κατά σειρά, θυγατέρα μεγαλοαστικής, αθηναϊκής οικογένειας, που γνώρισε απέραντες χαρές, πλούτη, δύναμη, αναγνώριση, αλλά και βαθιές, κατασκότεινες λύπες, οικονομικές καταστροφές, ένδεια, αβεβαιότητα, γευόμενη συνάμα την ανθρώπινη απόρριψη γιατί ήταν καλύτερη τους. Πάντα, όμως στεκόταν αλύγιστη και άκαμπτη σαν εκείνους τους μεγαλοπρεπείς, ακατέργαστους ψηλούς, πέτρινους όγκους, τους φυτεμένους στα σώματα των άγριων νερών, τους εκτεθειμένους στο μένος του υγρού στοιχείου, ψιθυρίζοντας συνεχώς στις δύσκολες στιγμές της, ως άντληση εσωτερικής δύναμης, μια κρητική μαντινάδα που την υπεραγαπούσε: «Η κορφή είναι πάντα κορφή κι ας είναι χιονισμένη. Τον βράχο δέρνει η θάλασσα μα πάντα βράχος μένει».

Οι απώλειες αγαπημένων της ανθρώπων, οι περισσότεροι σε νεαρά ηλικία, την σημάδεψαν καίρια και με απέραντη γνώση κράτησε τις προσωπικές της αποστάσεις από το λεγόμενο μοιραίο, το προδιαγεγραμμένο, το ανεξήγητο, ακολουθώντας αισιόδοξα και ανθρώπινα όλες τις προκλήσεις. Πουθενά δεν κιότεψε και ουδέποτε χαρακτηρίστηκε ως ρίψασπις. Αδιαμαρτύρητα μαχόταν μέχρις εσχάτων στα τραγικά γεγονότα που την αντάμωναν σαν να δοκίμαζε η ίδια η φύση της ζωής τις αντοχές της, την πίστη της και την πνευματικής της ρώμη. Έπειτα από τις μακροχρόνιες, πάσης φύσεως, μάχες της αναφωνούσε συνειδητοποιημένα με ελαφρό μειδίαμα: «όπαλακια, δεν πειράζει!», να έρχεται όμως στα χείλη της σαν ελεγεία, βγαλμένη από την βοή της μάχης και τις οπλές των ματωμένων αλόγων.

Κάπνιζε ένα πακέτο Καρέλια την ημέρα και έπινε ως σώφρων και μόνο με παρέα, μέχρι τα τελευταία μέτρα της γήινης πορείας της. Αθεράπευτη κοκέτα, ποτέ ατημέλητη, ήταν η θρυλική, δυναμική ξανθομαλλούσα θεά στα νιάτα της με την θανατική κορμάρα και τα αστραφτερά μάτια στο χρώμα του νεφρίτη, δημιουργώντας παρανάλωμα σε εκατοντάδες ανδρικές καρδιές στα κολαστήρια του έρωτα. Διέθετε, όμως μια μαλαματένια κουβέντα για τον κάθε έναν επίδοξο εραστή.

Γνώρισε πολέμους, εμφύλιους, τις εφιαλτικές, πολιτικές καταστάσεις και την πολιτιστική, ιστορική χρεοκοπία της Ελλάδας, αναφέροντας γλυκόπικρα: «Είναι τραγικό, ο μεγαλύτερος δοσίλογος του σκότους να είναι ο ίδιος ο ελληνικός λαός». Σπούδασε στο Κέιμπριτζ, Αγγλική Λογοτεχνία, παρότι επιθυμούσε τις Η.Π.Α., αλλά οι γονείς της θεωρούσαν μακρινή, οπότε και απαγορευτική την μεταξύ τους απόσταση.

Το μεταπτυχιακό της το πήρε στο Παρίσι σε ηλικία 38 ετών και στα 43 της κέρδισε το διδακτορικό της. Εργάσθηκε 23 χρόνια σε κάποιο πανεπιστήμιο του Μπορντό, που δεν ενθυμούμαι ποιο, με απέραντες στερήσεις και ουρανομήκη εμπόδια, ως καθηγήτρια στην έδρα του Κλασικού Ελληνισμού, γράφοντας τέσσερα βιβλία, που ποτέ δεν τα εξέδωσε. «Η προίκα των τέκνων και των εγγονιών μου», είχε πει κάποτε για τα γραπτά της. Ρούφηξε μονοκοπανιά την γενιά του Μάη του ’68, προκαλώντας τήν, τότε, καλλιτεχνική, παρισινή νομενκλατούρα ως την φάρα των «πουλημένων αξιών» και της «ιδιοτελούς επανάστασης».

Γνώρισε προσωπικά τον Βάρναλη, τον Τσαρούχη, τον Βεντούρα, τον τρελο-Κερκυραίο όπως τον αποκαλούσε και σε ηλικία 37 χρόνων συνέφαγε με τον Τόλκιν, αλλά και με τον Ντερκ Μπόγκαρντ, τον εκθαμβωτικό, νεαρό Μάικλ Κέιν, τον Κλοντ Λελούς και άλλους γνωστούς, που δεν υπάρχει λόγος να αναφέρουμε γιατί θα θυμώσει. Η μεγάλη της αγάπη ήταν ο Δημήτρης Λιαντίνης, που συχνά καυγάδιζαν σαν χειμαρρώδη, έφηβα πνεύματα, άλλοτε τηλεφωνικώς και άλλοτε δια ζώσης, όπως μας εξιστορούσε η Μυρτώ, πάνω στις, «φαινομενικά», αγεφύρωτες απόψεις τους: «Κόντευε να με τρελάνει ο ξεροκέφαλος Λάκωνας», έλεγε και άναβε ένα τσιγάρο για να καλμάρει. Η «φυγή» του Λιαντίνη μάθαμε πως στοίχησε στην Αλίκη και πάντα τον ανέφερε στις συζητήσεις μας.    

Μετά το Νόμπελ του Ελύτη, οι Γάλλοι φοιτητές της την παρότρυνα να προσκαλέσει στο πανεπιστήμιο τον νομπελίστα και εκείνη αρνήθηκε κατηγορηματικά. Ο λόγος ήταν γιατί η Αλίκη θεώρησε, ότι ο μέγας, Έλλην ποιητής ξεπουλήθηκε στα θρησκευτικά ιερατεία για την δόξα.

Την Αλίκη την γνώρισα μέσω της θυγατέρας της, την Μυρτώ, πριν δεκα εννέα χρόνια σε μια εκδρομή στο ναό του Απόλλωνα στο Λύκειο Όρος της Μεγαλόπολης Αρκαδίας. Από τότε γίναμε αχώριστοι. Ποτέ δεν ήρθε σε γάμο με τον πατέρα των τέκνων της και ο γιός της, ο Ζαν, και η θυγατέρα της, η Μυρτώ, μεγάλωσαν μαζί της, απουσία πατρός. Τολμηρό για εκείνες τις εποχές όχι πάντως για την Αλίκη, που ήταν γυναικάρα στο έξω της και παλίκαρος στο μέσα της.            

Στα τέλη του Ιούλιου η Αλίκη κατέβηκε με τον εγγονό της, τον Έκτορα, σε μια από τις καθιερωμένες επισκέψεις της στην Βάρκιζα. Ξοδέψαμε ένα υπέροχο βράδυ με ούζο, που το λάτρευε, στον Ναυτικό Όμιλο, δίπλα στην θάλασσα, κουβεντιάζοντας για την Τύχη, την θέα Τύχη των δυο όψεων. Η ώρα έφτασε 4 το ξημέρωμα και οι εννιά τον αριθμό ομοτράπεζοι ήταν γαντζωμένοι ακούραστα από τα χείλη της, γερά δεμένοι στην δύναμη του νου της, το νεανικό σφρίγος της, την ανδρεία της σκέψης της, την γοητεία της ηλικίας της και την γλυκιά της αύρα. Πώς πέρασε η ώρα, ούτε που το νοιώσαμε. Ανανεώσαμε το ραντεβού μας για τα μέσα του Σεπτεμβρίου. Δεν προλάβαμε. Η συνάντηση της με την «απελευθέρωση» της γήινης αποστολής της είχε καθοριστεί και αναβολή, μάλλον, δεν έπαιρνε.

Καλό ταξίδι εύχομαι να έχεις πανέμορφη και αγαπημένη μου Αλίκη και είναι βέβαιον πως θα συναντηθούμε κάπου, κάποτε ξανά για να συνεχίσουμε. Η συλλεκτική αφίσα της ταινίας «Όσα Παίρνει ο Άνεμος» ως δώρο σου σε κάποια γενέθλια μου κοσμεί τον βορειοδυτικό τοίχο, εκ δεξιών του γραφείου μου, για να σε θυμάμαι. Όπως και το ξύλινο δελφίνι σου, το σουβενίρ από ένα ταξίδι σου στη Φαιστό, φυλάει, προσεκτικά τα νώτα μου. Και θα σε θυμάμαι πάντα, Δέσποινα και Αλικάκι μου, γιατί πρόσφερες ανιδιοτελώς, σε όποιον τις αναζητούσε, τις κρυφές, άρρητες μυσταγωγικές λέξεις, αυτές που σέρνουν τον βράχο της σπηλιάς για να φωτίσει την είσοδο και τα σκοτεινά δώματα ο Λαμπαδίας μας.    

Αξιολόγηση Ταινιών

* * * * *  Αριστούργημα

* * * * Εξαιρετική

* * * Ενδιαφέρουσα

* * Προβληματική

* Αδιάφορη

@ : Κάκιστη

 

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ
  • Με τους: Κέιτ Μπλάνσετ, Μπίλι Κρούνταπ, Κρίστεν Γουίγκ, Έμα Νέλσον
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Odeon

Η δυναμική και μποέμισα Μπερναντέτ Φοξ (Κέιτ Μπλάνσετ – απίθανη όπως πάντα!) ζει άεργη μια υπέροχη ζωή στο καινούργιο, τεράστιο σπίτι της στο Σιάτλ μαζί με τον σύζυγο της – ιδιοκτήτη εταιρείας λογισμικού -, τον  Έλγκι (Μπίλι Κρούνταπ – καλός) και την 13χρονη, έξυπνη κόρη της, Μπι (Έμα Νέλσον –καλή), η οποία είναι τάλε κουάλε η μητέρα της σε νεαρή ηλικία.

Το μόνο που απουσιάζει από την Μπερναντέτ είναι η περιπέτεια. Πρώην σπουδαία αρχιτέκτων, η μοναδική καταγεγραμμένη γυναίκα στην δεκάδα των σπουδαίων, Αμερικανών αρχιτεκτόνων, που άλλαξαν την φιλοσοφία στα οικιστικά δεδομένα, αποφάσισε κάποια στιγμή να αφήσει πίσω της το δημιουργικό της επάγγελμα, τα χρήματα, την δόξα και να απομονωθεί στο Σιάτλ.

Όταν η Μπερναντέτ εξαφανίζεται πριν από ένα προγραμματισμένο οικογενειακό ταξίδι στην Ανταρκτική, μπαϊλντισμένη από την μετριότητα και την ανθρώπινη βλακεία, η 13χρονη κόρη της θα κάνει τα πάντα για να την εντοπίσει, ανακαλύπτοντας στην πορεία συγκλονιστικά στοιχεία από το παρελθόν της μητέρας της.

Σενάριο βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Μαρία Σεμπλ, που κυκλοφόρησε το 2012 και ένα χρόνο μετά η Annapurna Pictures και η Color Force εξασφάλισαν τα δικαιώματα για την μεταφορά του βιβλίου στον κινηματογράφο, σε σκηνοθεσία και σενάριο του 59χρονου Τεξανού, υποψήφιου για Όσκαρ Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ («Μεγαλώνοντας» – 2014).

Το plot είναι βατό, απλό, κατανοητό και πραγματεύεται την εγκλωβισμένη δημιουργικότητα εμπνευσμένων, ευφυών ανθρώπων, που εγκατέλειψαν τον επαγγελματικό στίβο λόγω υπαρξιακών απόψεων – εδώ είναι η αρχιτέκτων Μπερναντέτ – και αναγκάστηκαν να βιώνουν μια συμβατική ζωή πολιορκούμενοι ανηλεώς από την βαρεμάρα και την κοινωνική ρηχότητα. Ο Λόρενς Φίσμπερν το διατυπώνει μοναδικά στην ταινία: «Όταν οι δημιουργικοί άνθρωποι σταματούν να δημιουργούν, είναι επικίνδυνοι για την κοινωνία». Και αυτό γίνεται. Η Μπερναντέτ είναι μια κινούμενη βόμβα που την ενοχλούν τα πάντα και οι πάντες.

Υπέροχα και ωραία έως εδώ και η Μπλάνσετ (μέγιστη κινηματογραφική περσόνα πια) ερμηνευτικά υποστηρίζει άψογα τον χαρακτήρα της ηρωίδας (ευκολάκι για την Κέιτ), με καλογραμμένους διαλόγους και πολιτισμένη, ενδιαφέρουσα κόντρα ανάμεσα στο καταξιωμένο θηλυκό και το επίσης, έξυπνο αρσενικό, που έχει δίπλα του μια θρυλική αρχιτέκτονα, ρισκάροντας, επίσης, επαγγελματικά στον χώρο της τεχνολογίας (παίζει αδιόρατα η ζήλεια από την πλευρά του αρσενικού, δίχως να είναι αυτοσκοπός). Μαζί με δυο τρία ευχάριστα και καλά κινηματογραφημένα περιστατικά, που εξηγούν τους λόγους της ανίας που νοιώθει η εγκλωβισμένη Μπερνανέτ, η ταινία του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ ρολάρει primavista, δίνοντας, μάλιστα, όμορφους τόνους στην ψυχοσύνθεση της ευφυούς γυναίκας, που βρίσκεται σε δημιουργική ακαμψία.

Η συνταγή χαλάει, όταν μετά από ένα σοβαρό γεγονός με το FBI, που κινδύνεψε το ζευγάρι να χάσει όλη την περιούσια του και ευθυνόταν η Μπερναντέτ, ξεκινάει η άνευ προηγουμένων αμερικανιά και το κινηματογραφικό όνειρο στοιχειώνεται άδοξα σε γλυκανάλατη περιπέτεια αναζήτησης της αρχιτεκτόνισσας κατά μεριά του Νότιου Πόλου και της Ανταρκτικής, ψάχνοντας εκεί η κυρία τον χαμένο της εαυτό.

Ενώ ο  Λινκλέιτερ το έχει το θέμα με τις οικογενειακές διαφορές, την σχέση του ζευγαριού που βρίσκεται σε ελώδη κατάσταση, όπως το «Πριν τα Μεσάνυχτα», καταφέρνοντας να βγάζει μια γλυκιά θεατρικότητα, στα τελευταία 45 λεπτά, περίπου, της ταινίας χάνει τον προσανατολισμό του και βουτάει λαίμαργα στα ζαχαρένια βάζα της κομεντί. Η Μπλάνσετ απτόητη, απλά κερδίζει επάξια τον μισθό της και τους θεατές.     

(It Chapter Two)         

 

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Άντι Μουσιέτι
  • Με τους: Τζέιμς ΜακΑβόι, Τζέσικα Τσάστεϊν, Μπιλ Χέιντερ, Αϊζέια Μουσταφά, Τζέι Ράιαν, Τζέιμς Ράνσον, Μπιλ Σκάρσγκαρντ, Άντι Μπιν, Τζάντεν Μαρτέλ, Γουάιτ Όλεφ, Σοφία Λίλις, Φιν Γούλφχαρντ, Τζέρεμι Ρέι Τέιλορ, Τσόουζεν Τζέικομπς, Τζακ Ντίλαν Γκρέιζερ, Ξαβιέ Ντολάν
  • Διάρκεια: 169’
  • Διανομή: Tanweer

Κάθε 27 χρόνια το κακό επισκέπτεται την πόλη του Ντέρι. Ο αιμοσταγής κλόουν Πέινγουαϊζ επέστρεψε. Οι δρόμοι των κεντρικών χαρακτήρων διασταυρώνονται και πάλι.

Μπορεί οι φίλοι από το «Κλαμπ των Χαμένων» να έχουν μεγαλώσει και να έχουν φύγει μακριά, ο όρκος, όμως, που έδωσαν ως προέφηβοι να συγκεντρωθούν όταν θα εμφανιστεί το κακό πρέπει να εκπληρωθεί. Και έτσι γίνεται.

Μια δολοφονία 27 χρόνια μετά από εκείνα τα τρομερά γεγονότα, το κρίσιμο τηλεφώνημα φέρνει πίσω την παρέα στο Ντέρι, εκεί όπου όλα ξεκίνησαν για να μάθουν την προέλευση του «Αυτού» και, φυσικά, να δώσουν το οριστικό τέλος .

Το να επαναλαμβάνεσαι ως γραφιάς δεν είναι ό,τι το καλύτερο και αναφέρομαι στον εαυτό μου. Το «Αυτό», το Πρώτο και το Δεύτερο βιβλίο, είναι από τα πιο δυνατά μυθιστορήματα φανταστικού τρόμου του «βασιλιά» της ανατριχίλας Στίβεν Κινγκ. Η πένα του Κινγκ στο πρώτο βιβλίο μεγαλουργεί και στο δεύτερο χάνεις τον ύπνο σου.

Επαναλαμβάνομαι, λοιπόν, γράφοντας, πως ο δημοφιλής και καθ΄ όλα αγαπητός και πολύ-βραβευμένος Αμερικανός παραμυθάς των σκοτεινών ιστοριών, που δημιούργησε μια τεράστια σχολή με μύριους μαθητές ανά τον κόσμο, είναι για να διαβάζεται και σπανίως, κάτω από ειδικές συνθήκες να βλέπεται. Ελάχιστοι σκηνοθέτες συν-ταξίδεψαν γόνιμα με την πνευματική πολυπλοκότητα του Κινγκ και όσοι το πέτυχαν οι ταινίες τους έγραψαν ιστορία στην 7η Τέχνη.

Επαναλαμβάνω: Ελάχιστοι και κάποια στιγμή θα γράψουμε ένα άρθρο για τις επιτυχημένες συζεύξεις των λίγων σκηνοθετών που ταυτίστηκαν με την πνευματική διάσταση του Κινγκ και ποια είναι τελικά τα «μαγικά» συστατικά που εκτόξευσαν στον ουρανό τις ταινίες τους. Ο Κίνγκ, αν και σούπερ εμπνευσμένος και φτασμένος συγγραφέας ιστοριών τρόμου, αλλά και άλλων μυθιστορημάτων, δεν στεφανώνεται με τον νικηφόρο, κινηματογραφικό κότινο ως προς τις μεταφορές των βιβλίων του στο άσπρο πανί. Σε αυτό, βέβαια, δεν φταίει ο συγγραφέας, αλλά ο σκηνοθέτης.

Οι υπόλοιποι, εκτός αυτών των ελαχίστων σκηνοθετών, που ονειρεύτηκαν να μεταφέρουν μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ στην μεγάλη οθόνη και, δυστυχώς, το όνειρό τους υλοποιήθηκε είναι για να πετάνε σουσαμάκι στα περιστέρια της πλατείας Συντάγματος.

Το ίδιο συμβαίνει και με τον εν λόγω σκηνοθέτη, Άντι Μουσιέτι, που φιλμάρισε και το Πρώτο μέρος του «Αυτού», το οποίο γνώρισε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία και κάπως βλεπόταν η ταινία. Στο Δεύτερο Κεφάλαιο του «Αυτού» η βαρεμάρα στην πλοκή σε συνδυασμό με την μεγάλη διάρκεια προβολής (169 λεπτά) σε στέλνουν κυριολεκτικώς αδιάβαστο. Η ταινία είναι εντελώς κλισαρισμένη και εκτός του ότι το μοντάζ έχει τον ασυμμάζευτο, λειτουργεί δίχως ρυθμό και ατμόσφαιρα σαν οι σεκάνς να είναι τοποθετημένες σε μια βάση όπως τα γνωστά τουβλάκια της Λέγκο, δίχως καμπύλες και στρογγυλάδες. Το δε σημαντικό στοιχείο που αφορά την προέλευση του κακού Πέινγουαϊζ είναι τόσο πρόχειρα δουλεμένο, που δεν ξέρεις από πια μεριά να γύρεις να κοιμηθείς.

Οι παρουσίες των, κατά τα άλλα, εξαιρετικών ηθοποιών: Τζέιμς ΜακΑβόι, Μπιλ Σκάρσγκαρντ και της Τζέσικα Τσάστεϊν, λειτουργούν ως κράχτες και όχι επί της ουσίας. Ο οποιοσδήποτε άπειρος ηθοποιός θα μπορούσε να ερμηνεύσει τους μονοδιάστατους και επίπεδους ρόλους σε αυτή την αδιάφορη ταινία τρόμου του Μουσιέτι, που ως βιβλίο έγραψε ιστορία. Κρίμα και πάλι κρίμα για την απουσία δυναμικής. Goodnight to everybody!

(The Last Movie)                                

 

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (1971) κόπια ψηφιακά αποκαταστημένη σε 4Κ
  • Σκηνοθεσία: Ντένις Χόπερ
  • Με τους: Ντένις Χόπερ, Στέλα Γκαρσία, Ντον Γκόρντον, Τζούλι Ανταμς, Σίλβια Μάιλς, Πίτερ Φόντα, Σάμιουελ Φούλερ, Κρις Κριστόφερσον
  • Διάρκεια: 108’
  • Διανομή: One from the Heart
  • Διακρίσεις: Βραβείο κριτικών στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας (1971)

Κατά τη διάρκεια γυρίσματος ενός χολιγουτιανού γουέστερν σε ένα απομακρυσμένο χωριό στο Περού ένας ηθοποιός χάνει την ζωή του από ατύχημα. Όταν η παραγωγή ολοκληρώνεται, ο κασκαντέρ Κάνσας (Ντένις Χόπερ –πολύ καλός!), παραμένει εκεί, προσπαθώντας να βρει τη λύτρωση στην απομόνωση του Περού και στην αγκαλιά μιας πρώην πόρνης.

Την ίδια στιγμή, οι ντόπιοι Προυβιανοί έχουν καταλάβει το εγκαταλειμμένο σκηνικό της ταινίας και ξεκινούν να στήσουν μια τελετουργική, ρεαλιστική αναπαράσταση της παραγωγής, με τον Κάνσας ως το εξιλαστήριο θύμα τους.

Για πρώτη φορά προβάλλεται στην Ελλάδα η ταινία του Ντένις Χόπερ σε δίκτυο διανομής (προβλήθηκε το 2004 στα 35 mm στο φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας), που ενώ καταχειροκροτήθηκε στην Βενετία το 1971, κερδίζοντας το βραβείο των Κριτικών, η Universal ακύρωσε την διανομή της, ως αντισυμβατική παραγωγή, τοποθετώντας το 35άρι φιλμ στο ράφι.

Η ταινία για δεκαετίες ήταν ο χαμένος θρύλος, το χρυσό Γκράαλ για τους κινηματογραφόφιλους και μόνο κάποιες προβολές γινόντουσαν από μια κακής ποιότητας βιντεοκασέτα VHS. Γι αυτό στις «Νύχτες Πρεμιέρας» και στην προβολή της «Τελευταίας Ταινίας» του Χόπερ είχε συμβεί το αδιαχώρητο.

Από μόνη της, λοιπόν, η δεύτερη σκηνοθετική απόπειρα του Χόπερ, έπειτα από τον «Ξένοιαστο Καβαλάρη» (Easy Rider) είχε αποκτήσει το ανεξίτηλο άρωμα του ακριβοθώρητου cult movie. Ανάμεσα στους φανατικούς της θαυμαστές και σε αυτούς που βοήθησαν όσο λίγοι στην διάσωσή της, συγκαταλέγεται και ο Άλεξ Κοξ («Repo Man», «Straight to Hell», «Σιντ και Νάνσι»).

Έτσι το 2018 ολοκληρώθηκε επιτέλους η ψηφιακή της αποκατάσταση σε ποιότητα 4Κ και προβλήθηκε με επιτυχία σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και στη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία. Σειρά και της Ελλάδας να απολαύσουν οι κινηματογραφόφιλοι το πραγματικά ενδιαφέρον δημιούργημα του Ντένις Χόπερ, που μαζί με τον σκηνοθέτη, παίζουν επίσης: ο Κρις Κριστόφερσον, αλλά και ο προσφάτως αποθανών, έτερος «Easy Rider», Πίτερ Φόντα.

 Η ιστορία είναι γραμμένη από τον Στιούαρτ Στερν, τον συγγραφέα του «Επαναστάτη Χωρίς Αιτία» (1955) με πρωταγωνιστή τον Τζέιμς Ντιν, όπου ο Ντένις Χόπερ έχει ένα μικρό ρόλο στην ταινία. Την σεναριακή μεταφορά της «Τελευταίας Ταινίας» ανέλαβε ο ίδιος ο Χόπερ, διαμορφώνοντας τα σκηνοθετικά στοιχεία, ώστε ο επηρεασμός από το αρτηριακό σύστημα της γαλλικής νουβέλ βαγκ να είναι εμφανής.

Δείτε την διότι, κατά πρώτον είναι σπουδαίο μουσειακό είδος και κατά δεύτερον για την εποχή της είναι, πραγματικά, καινοτόμος ταινία. Αναλογιστείτε, ότι γυρίστηκε το 1971 με προϋπολογισμό ενός εκατομμυρίου δολαρίων, εποχή που το Χόλιγουντ διένυε την μεγάλη, υπαρξιακή κρίση του. Δικαιολογημένα, λοιπόν, ένα από τα major studios, όπως είναι η Universal, να έπαθε καρδιακή εμβολή, βλέποντας την ταινία του Χόπερ με τους εύστοχους, πειραματικούς ακροβατισμούς της, αλλά και την καλλιτεχνική μεν, αυθάδεια δε, προς το χολιγουτιανό σύστημα. Όχι μόνο έβαλαν την ταινία του στα αζήτητα, αλλά για μια δεκαετία ο Ντένις Χόπερ ήταν εξόριστος από την μεγάλη «οικογένεια» της μέκκας του σινεμά.   

(Le Notti di Cabiria)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Ιταλία (1957) κόπια ψηφιακά αποκατεστημένη
  • Σκηνοθεσία: Φεντερίκο Φελίνι
  • Με τους: Τζουλιέτα Μασίνα, Φρανσουά Περιέ, Ενιο Γκιρολάμι, Μάριο Πασάντε
  • Διάρκεια: 110΄
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Διακρίσεις: Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας (1958) – Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας (Τζουλιέτα Μασίνα) και Ειδικό Βραβείο στον Φεντερίκο Φελίνι στο Φεστιβάλ Κανών (1957) – 4 Βραβεία της Ένωσης Ιταλών Κριτικών Κινηματογράφου Σκηνοθεσίας – Παραγωγής –Α΄και Β΄ Γυναικείου Ρόλου)

Η αγαθιάρα και φτωχιά, λαϊκή πόρνη, η Καμπίρια (Τζουλιέτα Μασίνα – καταπληκτική), που ζει κι επιβιώνει στις εργατικές συνοικίες της Ρώμης, μια νύχτα θα βρεθεί στην πολυτελή έπαυλη ενός σταρ του σινεμά. Από κει θα φύγει άπραγη, ενώ σε μια άλλη περίπτωση θα συμμετάσχει σε νούμερο ταχυδακτυλουργού ενός συνοικιακού βοντβίλ.

Εκεί θα την γνωρίσει ένας ομορφονιός, ο οποίος θα της πουλήσει έρωτα. Σε ένα τους ραντεβουδάκι θα την οδηγήσει σε ένα δασάκι δίπλα σε έναν γκρεμό, θα της αρπάξει όλες της τις οικονομίες και θα εξαφανιστεί. Η γλυκιά και αφελής Καμπίρια θα κλάψει για την εξαπάτησή της, αλλά στο συναρπαστικό φινάλε θα γίνει ένα με μια παρέα νέων αγοριών και κοριτσιών που κατηφορίζουν χαμογελαστοί, τραγουδώντας στον δρόμο. Η ζωή αποδεικνύεται υπέροχη ακόμα και μετά τη συντριβή.

Η «Καμπίρια» ως ταινία ανήκει στην πρώτη σκηνοθετική περίοδο του Φελίνι και είναι γυρισμένη ακριβώς μετά τους «Βιτελόνους» του 1953. Στο σενάριο είναι ο ίδιος ο σκηνοθέτης, στην παραγωγή βρίσκεται ο Ντίνο Ντε Λαουρέντις και στους διαλόγους πάλλεται η αιρετική και ευαίσθητη πένα του Πιέρ Πάολο Παζολίνι.

Η δε ερμηνεία της Μασίνα είναι έντονη, δυνατή, εσωτερική, ένα τεράστιο, ορμητικό κύμα στην μεγάλη οθόνη που κατακλύζει τον θεατή.

Ο Φελίνι στήνει στα έξι μέτρα το καθολικό ιερατείο, σατιρίζοντας τα ψευδοθαύματα και το ανηλεές, θρησκευτικό εμπόριο της ελπίδας σε απλούς ανθρώπους που αναζητούν σανίδα σωτηρίας. Το Βατικανό γύρισε επιδεκτικά την πλάτη του στην ταινία, ενώ αρκετές σκηνές από την υπόθεση μπήκαν στο χειρουργικό κρεβάτι της λογοκρισίας και άνευ αναισθητικού αφαιρέθηκαν.

Την επιτυχία της «Καμπίρια», βέβαια, ουδείς και με ουδένα τρόπο δεν μπορούσε να την αναχαιτίσει και όπου προβλήθηκε δέχθηκε διθυράμβους και αμέσως σηκώθηκε στο θεατρικό σανίδι του Μπρόντγουεϊ με τον τίτλο «Sweet Charity».

Η συνέχεια γνωστή στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, καθώς το 1968, γυρίστηκε το κινηματογραφικό remake με τον ίδιο τίτλο σε σκηνοθεσία του Μπομπ Φος, σενάριο του Νιλ Σάιμον και πρωταγωνιστές την Σίρλεϊ ΜακΛέιν, τον Ρικάρντο Μονταλμπάν, τον Σάμι Ντέιβις Τζ., την Μπάρμπαρα Μπουσέ και τον αειθαλή θεατράνθρωπο Τζον ΜακΜάρτιν.

Φυσικά η μουσική της ταινίας είναι του Νίνο Ρότα.

(Les Rivières Pourpres)     

 

 

  • Είδος: Αστυνομικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Γαλλία (2000)
  • Σκηνοθεσία: Ματιέ Κασοβίτς
  • Με τους: Ζαν Ρενό, Βενσάν Κασέλ
  • Διάρκεια: 106’
  • Διανομή: StraDa Films

Δυο διαφορετικές αστυνομικές έρευνες, 300 χιλιόμετρα μακριά η μια από την άλλη, προβληματίζουν τους αστυνομικούς επιθεωρητές που τις αναλαμβάνουν. Ο Πιέρ Νιμάνς (Ζαν Ρενό) είναι ο έμπειρος επαγγελματίας, που αναλαμβάνει μια περίεργη υπόθεση στη Γκερνόν, μια κωμόπολη στους πρόποδες των Άλπεων, όπου το πανεπιστήμιο αποτελεί τον πυρήνα της.

Αντικείμενό του ένας απίστευτα βίαιος και μεθοδικά εκτελεσμένος φόνος. Από την άλλη έχουμε τον νέο, πανέξυπνο, μοναχικό άλλα και βίαιο αστυνομικό Μαξ Κερκεριάν (Βενσάν Κασέλ), που διεξάγει έρευνες σχετικά με έναν βεβηλωμένο τάφο σε νεκροταφείο του Σαρζάκ, αλλά και μια διάρρηξη δημοτικού σχολείου.

Η έρευνά των δυο υποθέσεων τον οδηγεί στα χνάρια του μυστηριώδους θανάτου ενός κοριτσιού είκοσι χρόνια πριν. Η δύο έρευνες θα συγκλίνουν και τελικά θα συναντηθούν φέρνοντας στο φως ένα απίστευτο παρελθόν.

Το σενάριο είναι βασισμένο στο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα, μέτρ των αστυνομικών ιστοριών, Ζαν Κριστόφ Γκρανζέ σε σκηνοθεσία του Ματιέ Κασοβίτς (Μίσος). Τα  «Πορφυρά Ποτάμια»  ήρθαν ακριβώς τρία χρόνια μετά από την όχι και τόσο επιτυχημένη ταινία του Κασοβίτς «Δολοφόνοι» (1997) και ο σκηνοθέτης είναι φανερά συγκεντρωμένος στην προσπάθεια να κτίσει ένα αστυνομικό θρίλερ υψηλών προδιαγραφών για να πάρει τα πάνω του.

Δεν το πετυχαίνει, παρότι ακολουθεί, στο μέτρο του δυνατού, όλες τις απαραίτητες προδιαγραφές του κινηματογραφικού είδους, αρχής γενομένης από τα ειδεχθή εγκλήματα έως την ακολουθία των ερευνών, δυστυχώς, η ταινία, όσο έντιμη θέλει να δείχνει, πάσχει σοβαρά από ατμόσφαιρα, ρυθμό και εκπλήξεις. Όλα εκτυλίσσονται ταχύτατα και τα κλου ξοδεύονται επίσης γρήγορα με αποτέλεσμα ο δρόμος για το αποθεωτικό φινάλε να πλακώνεται από χιονοστιβάδα και χάνεται.