fbpx

«Ατάραχα κινηματογραφικά νερά και ο Μπουνιουέλ τα φωτίζει με τον αιρετικό «Γαλαξία» τού 1969 σε επανέκδοση», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Σκέψη, που πιθανώς περνάει και από το δικό σας μυαλό, είναι το πως θα μας καταγράψει η ιστορία του μέλλοντος, εμάς τους σύγχρονους Έλληνες, ας πούμε, έπειτα από 150 ή 200 χρόνια. Μην μου πείτε, ότι δεν το έχετε σκεφτεί; Γιατί εάν απαντήσετε «όχι, δεν το σκέφτομαι καθόλου», τότε υφίσταται σοβαρό θέμα τόσο στα αντανακλαστικά μας, όσο και στην συμπεριφορά μας ως πολίτες ενός έθνους.

Παρακολουθώντας κινηματογραφικές ταινίες ιστορικής περιόδου (τις λεγόμενες και εποχής), διακρίνουμε, εκτός της υπόθεσης, συνολικά την ηθογραφία και τις συνήθειες της περιόδου που πραγματεύεται το σενάριο, αλλά και το σκεπτικό και το αξιακό σύστημα των ανθρώπων άλλων εποχών. Αν και το σινεμά δεν διδάσκει ιστορία, απλά προβάλει την ιστορία (ως επί το πλείστον υποκειμενικά), παρά ταύτα ως θεατές το συναίσθημα μας συλλέγει πάσης φύσεως εικόνες και πληροφορίες μιας συγκεκριμένης παρελθούσης, χρονικής στιγμής, που εμείς δεν υπήρχαμε ως οντότητες αλλά βιώνουμε σήμερα την εξέλιξη εκείνου του ιστορικού γεγονότος. Άλλοτε γοητευόμαστε από αυτή και άλλοτε απογοητευόμαστε.

Τί θα γράψουν οι ιστορικοί του μέλλοντος γι εμάς, τους Έλληνες του 20ου και του 21ου αιώνα; Τι θα προβάλλουν τα κινηματογραφικά σενάρια έπειτα από 200 – 250 χρόνια, εάν υπάρχει η 7η Τέχνη; Πόση ιστορική αλήθεια ή αντικειμενικότητα θα βασιλεύει στις ταινίες του μέλλοντος όταν θα αναφέρονται στην Ελλάδα και στους Έλληνες; Είμαστε, άραγε, υπεύθυνοι ως πολίτες για την ιστορία που ήδη γράφετε και πως θα μας χαρακτηρίζουν οι νέοι άνθρωποι που θα ασχολούνται με την επιστήμη της ιστορίας; Θα μας επευφημούν, όπως εμείς τους προγόνους μας ή θα γελάνε μαζί μας; Θα μας κράζουν και θα είμαστε οι κατάπτυστοι, το όνειδος στα αδιάβλητα κιτάπια της Κλειούς, που όσο κι αν τα «δαχτυλίσεις» η αλήθεια θα είναι μια και η αυτή; Είναι μια σκέψη που με καταδιώκει.

Κάποτε, ένας σπουδαίος άνθρωπος που γνώρισα πριν είκοσι πέντε χρόνια, σε ένα επαγγελματικό ταξίδι στην Ιβηρική χερσόνησο, όταν έμαθε πως είμαι Έλληνας με πλησίασε χαμογελώντας και ρώτησε ευθύς: «Το γνωρίζεις πως είσαι Έλληνας;»

Κοίταξα παράξενα την άγνωστη, ψιλόλιγνη, ηλικιωμένη φιγούρα απέναντι μου με τα πράσινα μάτια, το επιμελημένο υπογένειο και του απάντησα καταφατικά: «φυσικά και το γνωρίζω!» Με σκεπτικό βλέμμα, πεντακάθαρα αγγλικά, αν και Ισπανός – Βάσκος γέννημα θρέμμα – παρέμεινε σιωπηλός για λίγο πριν συνεχίσει: «Εάν η ψυχή σου έχει την ίδια σιγουριά με την απάντηση σου, τότε, τι κάνεις γι  αυτό;»

Ένοιωσα σαν μια δύναμη να αφαιρεί όλο τον οπλισμό από το πνεύμα μου και, διάολε δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την στιγμή, που αδρανής δεν έβρισκα τις λέξεις να δώσω απάντηση, λες και δεν υπήρχε απάντηση. Κοιτούσα τον άγνωστο άνθρωπο, προσπαθώντας να συμμαζέψω, εν τάχει, οτιδήποτε εύκαιρο ανακάλυπτα στο μυαλό μου, που να δικαιολογεί ή να αιτιολογεί την ελληνική μου προέλευση και το τι κάνω για αυτήν. Ξαναπήρε τον λόγο, καταλαβαίνοντας την αδυναμία μου: «Ενσαρκωμένος Έλληνας σημαίνει τεράστια ευθύνη για τον εαυτό του και ολόκληρη τη Γη. Η ιστορία, αν και γράφεται από τους νικητές, όπως καλά το γνωρίζεις, θα είναι αμείλικτη για εσάς τους Έλληνες». Ακούμπησε στοργικά την παλάμη του στον ώμο μου και αποχώρησε από εμένα όπως ακριβώς ήρθε, με χαμόγελο και άνευ συστάσεων για να συνεχίσει με την συντροφιά του παρακάτω.

Έμαθα για αυτόν άνθρωπο, καθηγητής αρχιτεκτονικής στο πανεπιστήμιο της Σαλαμάνγκα – συνταξιούχος σήμερα, περαιτέρω πληροφορίες που δεν είναι απαραίτητες να εκθέσω – και μόλις τελείωσε η επαγγελματική μου υποχρέωση εκείνο το βράδυ συναντηθήκαμε και μιλήσαμε. Μια φιλία που κρατάει έως σήμερα.

«Ο Γαλαξίας»

(La Voie Lactée / The Milky Way)

 

  • Είδος: Δράμα, σάτιρα (Σε επανέκδοση με νέες, ψηφιακές αποκατεστημένες κόπιες 2Κ, δίχως περικοπές ή κομμένες σκηνές από την ελληνική λογοκρισία)
  • Παραγωγή: Γαλλία, Δυτική Γερμανία, Ιταλία (1969)
  • Σκηνοθεσία: Λουίς Μπουνιουέλ
  • Με τους: Πολ Φρανκέρ, Λοράν Τερζιέφ, Μισέλ Πικολί
  • Διάρκεια: 91΄
  • Διανομή: Ama Films
  • Προβολή της ταινίας: Μόνο στον κινηματογράφο «Άστυ» – Κοραή 4, Αθήνα.

Δύο ζητιάνοι, ο Πιέρ και ο Ζαν (Πολ Φρανκέρ και Λοράν Τερζιέφ, αντιστοίχως) ακολουθούν τη γνωστή, ισπανική, θρησκευτική πορεία προς τον τάφο του αποστόλου Ιακώβου που βρίσκεται στην πόλη Σαντιάγο ντε Κομποστέλα.

Καθ’ οδόν και με μεταφυσικό ύφος αρχίζει ένα ταξίδι στον χρόνο για να συναντήσουν οι δυο προσκυνητές διάφορες μορφές οι οποίες εκπροσωπούν τις διδασκαλίες της Χριστιανικής πίστης και επεξηγούν ποικίλα δόγματα και αιρέσεις, πάντα με βάση τα έξι μεγάλα καθολικά δόγματα.

Ο αιρετικός, ο αριστερός, ο αναρχικός, ο πολέμιος του καθωσπρεπισμού της λερής αστικής τάξης και της εκκλησιαστικής υποκρισίας, ο υπέροχος ηγέτης του κινηματογραφικού σουρεαλισμού, ο σκηνοθέτης Λουίς Μπουνιουέλ στην πιο αβανγκάρντ ταινία του σε σενάριο δικό του και του συνεργάτη του, από το 1964, τον βραβευμένο με τιμητικό Όσκαρ για την προσφορά του στο σινεμά, Ζαν Κλοντ Καριέρ.

Πρωτοποριακός σε όλα του, τολμηρός, διαχρονικός και διαυγής σε ηλικία 69 χρόνων, ο Ισπανός σκηνοθέτης Λουίς Μπουνιουέλ ακριβώς μετά την «Ωραία της Ημέρας» («Belle de Jour» – 1967) και πριν την «Τριστάνα»(1970), ο ισοπεδωτής και εξορκιστής των ταμπού, φιλμάρει ένα μοναδικό  road movie, να τρέχει βολίδα και με την χριστιανική πίστη στο τιμόνι, ταινία σταθμό στα κινηματογραφικά πράγματα.

Ο «Γαλαξίας» του Μπουνιουέλ απαγορεύτηκε στην Ιταλία με απευθείας εντολή της καθολικής, χριστιανικής έδρας, ενώ στην Ελλάδα η κόπια πετσοκόφτηκε από την εγχώρια λογοκρισία. Κλασική ταινία, ένα αριστούργημα της 7ης Τέχνης, που δεν πρέπει να απουσιάζει από τις σινεφίλ αισθήσεις. Μια ταινία που ισορροπεί περίτεχνα στο τεντωμένο σχοινί της σοβαρότητας, της σάτιρας και του γνωστού μπουνιουελικού χιούμορ με όλους τους κοινωνικούς, πολιτικούς και θρησκευτικούς μηχανισμούς ξεμπροστιάσματος άψογα λαδωμένους, ακόμα κι αν έχουν περάσει 50 χρόνια από την πρώτη της προβολή.

Η διαχρονικότητα του σημαντικού, Ισπανού σκηνοθέτη είναι εμφανής και όλη ιστορία μοιάζει σαν να μην έχει περάσει ούτε μια μέρα από το 1969. Σε νέες, ψηφιακές αποκατεστημένες κόπιες 2Κ, δίχως περικοπές ή κομμένες σκηνές από την ελληνική λογοκρισία, θα απολαύσετε την προβολή μόνο στον κινηματογράφο «Άστυ». Μην την χάσετε!            

«Με Άλλο Πρόσωπο»

(Mug)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Πολωνία, (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μαλγκορζάτα Σουμόφσκα
  • Με τους: Ματέους Κοσκίκεβιτς, Ανιέσκα Πότσιαντλικ
  • Διάρκεια: 91’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Aργυρή Άρκτος – Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής 68o Φεστιβάλ Βερολίνου

Ο Γιάτσεκ (Ματέους Κοσκίκεβιτς  – καλός) αγαπά τη χέβι μέταλ μουσική, τον σκύλο και την μνηστή του. Απολαμβάνει τη ζωή και συντηρεί τους γυμνασμένους μυς του δουλεύοντας σε εργοτάξιο, κοντά στο σημείο όπου ανεγείρεται το μεγαλύτερο άγαλμα του Ιησού στον κόσμο (μεγαλύτερο και από αυτό του Ρίο Ντε Τζανέϊρο). Η εκκλησία με τους οβολούς των πιστών επιτηρεί το έργο, που φιλοδοξεί με την περάτωση τού γιγαντιαίου αγάλματος να αυξήσει τον θρησκευτικό τουρισμό και ο τόπος να ευημερήσει.

Η ζωή του Γιάτσεκ  είναι από μόνη της μια δύναμη, καθώς είναι ο ωραίος του χωριού, ο χαμογελαστός και προσηνής νέος που βοηθά φτωχούς, χορεύει έξαλα με την τσαπερδόνα μνηστή του (εργαζόμενη σε μπαρ), τρέχει με τον σκύλο του στην ύπαιθρο, είναι αγαπητός στην οικογένεια του. Ξαφνικά όλα βγαίνουν εκτός τροχιάς όταν ένα ατύχημα στη δουλειά παραμορφώνει ολότελα το πρόσωπο του.

Ο Γιάτσεκ θα γίνει ο πρώτος άνθρωπος στη χώρα που θα υποβληθεί σε μεταμόσχευση προσώπου στην Πολωνία από τους γιατρούς του Κέντρου Ογκολογίας στο Γκλίβιτσε (Gliwice). Μπορεί να έχει γίνει εθνικός ήρωας, καθώς το γεγονός αποκτά τεράστια δημοσιότητα από τα Μ.Μ.Ε. της χώρας,  αλλά ο ίδιος δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του στον καθρέφτη και οι άνθρωποι αλλάζουν άρδην την συμπεριφορά τους (ακόμα και η οικογένεια του, εκτός της αδελφής του) απέναντι στον πρώην ωραίο και «μάγκα» Γιάτσεκ, νυν διαφορετικό, φυσιογνωμικά Γιάτσεκ.

Το άγαλμα του Ιησού στο χωριό εν τω μεταξύ μεγαλώνει όλο και περισσότερο.

Από τις μικρού μήκους και τα ντοκιμαντέρ, η βραβευμένη Πολωνή σκηνοθέτις  Μαλγκορζάτα Σουμόφσκα, παρουσιάζει την τρίτη κατά σειρά ταινία της μεγάλου μήκους, «σκαλίζοντας» απαλά την επιδερμίδα του πολωνικού καθολικισμού.

Οικογένεια, ήθη και θρησκευτικότητα συγκρούονται αναίμακτα στην πρόσοψη του γεγονότος της αλλαγής εικόνας ενός νέου ανθρώπου που θαύμαζε η κλειστή κοινωνία του τόπου του, ενώ ο ίδιος, ως άνθρωπος εσωτερικά, παραμένει ο ίδιος.

Η Σουμόφσκα, βασισμένη σε αληθινή ιστορία, επιδερμικά και δίχως νεύρο καταγράφει τα προβλήματα του καθολικισμού στην Πολωνία του 21ου αιώνα και πόσο αυτά επηρεάζουν την κρίση στο ελεγχόμενο «ποίμνιο», καταλήγοντας, όπως θέλει ή ίδια να δώσει, ότι το φαίνεσθαι είναι πιο ισχυρό από το πραγματικό, αληθινό Είναι.

Ως vise versa σε πλοκή και ιστορία (ο άσχημος που μεταμορφώνεται σε ωραίο) υπάρχει η ενδιαφέρουσα ταινία του Γουότερ Χιλ «Ο Ωραίος Τζόνι» (Johnny Handsome – 1989) με τον Μίκι Ρούρκ και την Έλεν Μπάρκιν.

«Μετά»

(After)

 

  • Είδος: Ερωτικό
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τζένι Γκέιτζ
  • Με τους: Τζόζεφιν Λάνγκφορντ, Χίρο Φάινς-Τίφιν, Ντίλαν Άρνολντ
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Spentzos Film

Βασισμένο στο διεθνές best seller της Άνα Τοντ, που διαβάστηκε πάνω από 1,6 δισεκατομμύριο αναγνώστες, το «Μετά» είναι αυτό που ονομάζεται φαινόμενο στην κατηγορία των ερωτικών αναγνωσμάτων για τινέιτζερς.

Η πρωτοετής φοιτήτρια Τέσα Γιάνγκ (Τζόζεφιν Λάνγκφορντ- καλή) είναι η αφοσιωμένη κόρη της χωρισμένης μάνας (καμιά αναφορά σε πατέρα) και πιστή στον σχολικό της έρωτα με τον μικρότερό της Νόα (Ντίλαν Άρνολντ)  Η Τέσα ξεκινάει την πρώτη της χρονιά στο κολέγιο με μεγάλες φιλοδοξίες για το μέλλον. Περνάει τις μέρες της συγκεντρωμένη στο πρόγραμμα της και  με ισχυρή προσήλωση στον στόχο  και στα καθήκοντα της.

Ο οργανωμένος και ευπρεπής κόσμος της καταρρέει όταν γνωρίζει τον μυστηριώδη τυπά Χάρντιν Σκοτ (Χίρο Φάινς-Τίφιν – καλός) με τα μπερδεμένα καστανά μάτια του, την αλαζονική, αγγλική προφορά του και τα διάφορα τατουάζ στο σώμα του.

Ο Χάρντιν είναι ο άγριος και σκληρός τυπάκος που διαβάζει Άγγλους ρομαντικούς, έχει άποψη για την φύση του έρωτα και η Τέσα κανονικά θα τον αγνοούσε. Και έτσι έπραξε το κορίτσι, μέχρι που βρέθηκε μόνη της σε μία λίμνη, μαγνητισμένη από την μεθυστική του ενέργεια.

Καθώς η Τέσα βιώνει την πρώτη της επαφή με την ελευθερία, ξεκινάει ένα ταξίδι αυτογνωσίας και σεξουαλικής αφύπνισης που θα την αλλάξει για πάντα. Ο εφηβικός της έρωτας, ο Νόα πηγαίνει στον αγύριστο και η κοπέλα πλάι στον Χάρτιν ανακαλύπτει μία φωνή και ένα εσωτερικό πάθος που δεν ήξερε καν ότι είχε. Συνειδητοποιεί, μάλιστα, ότι υπάρχει η ζωή της πριν τον Χάρντιν και η ζωή της… «Μετά» τον Χάρτιν.

Από την εποχή της εφηβικής, σεξουαλικής ψηλάφησης της αθώας «Γαλάζιας Λίμνης» του 1980 με τον Κρίστοφερ Άτκινς και την Μπρουκ Σίλντς και καπάκι το 1981 με την «Ατέλειωτη Αγάπη» (Endless Love) με τον γόη Μάρτιν Χιούιτ (πάει αυτός εξαφανίστηκε από παντού) και πάλι την εκπάγλου ομορφιάς, την 16χρονη τότε Μπρουκ Σίλντς (πάει κι αυτή), μέχρι σήμερα στον κινηματογραφικό, εφηβικό ρομαντισμό και έρωτα χύθηκε αρκετό δάκρυ στα ρόδινα μάγουλα των εφήβων.

Κάθε γενιά έχει το δικό της σημείο αναφοράς. Το «Μετά» ως βιβλίο της Τοντ (το 2014 που το έγραψε, η συγγραφέας ήταν 25 χρόνων) και στη συνέχεια ως ντεμπούτο σε μεγάλου μήκους ταινία της 50χρονης σκηνοθέτιδας Τζένι Γκέιτς, έρχεται η ιστορία της μυξοπαρθένας για να σηκώσει λάβαρο στην κατηγορία του νεανικού romance. Στο μεταβατικό στάδιο της έφηβης σε νεαρή κοπέλα, ένα μεταβατικό στάδιο που πετυχαίνει την ηρωίδα να είναι η παρθένα που την ξεβγάζει ο «μάγκας» και ο «τσίφτης» σκληρούλης, αλλά ρομαντικός και ευαίσθητος, το «Μετά» δεν διαθέτει ίχνος πρωτοτυπίας, ενώ είναι αυτοκρατορικά βυθισμένο στα κλισέ του είδους.

Μουσικούλες με χιτάκια, ροδαλή ατμόσφαιρα, γνωριμία του πρώτου σαρκικού έρωτα, απογοητεύσεις, φρου φρου και αρώματα σε συννεφάκια δίχως ίχνη προβληματισμού. Δεν διάβασα το βιβλίο της Τοντ, αλλά η ταινία της Γκέιτζ είναι ένα προχειρότατο Άρλεκιν.

Βάζω να ακούσω Ντάιαν Ρος και Λάιονελ Ρίτσι…         

«Hellboy: Ξαναγύρισα από την Κόλαση»

(Hellboy)          

 

  • Είδος: Δράση περιπέτεια φαντασίας
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Νιλ Μάρσαλ
  • Με τους: Ντέιβιντ Χάρμπουρ, Μίλα Γιόβοβιτς, Ίαν ΜακΣέιν, Σάσα Λέιν
  • Διάρκεια: 120’
  • Διανομή: Odeon

Ο Hellboy στο reboot του Νιλ Μάρσαλ ταξιδεύει για την Αγγλία, που πρέπει να νικήσει την παντοδύναμη μάγισσα Νίμουε (Μίλα Γιόβοβιτς), που η σκούφια της κρατάει από τον μεσαιωνικό μύθο του βασιλιά Αρθούρου.

H Νίμουε βρίσκεται διαμελισμένη από το Εξκάλιμπερ του Αρθούρου λίγο πριν διαλύσει την οικουμένη και τα κομμάτια της φυλάσσονται σε διάφορα κρυφά μέρη για να μην ανακαλυφθούν και ανασυσταθεί, ώστε να ολοκληρώσει τον ανίερο σχέδιο της.

Με την βοήθεια σκοτεινών πλασμάτων η μάγισσα τελικά απελευθερώνεται στην σημερινή εποχή και ετοιμάζεται για μια μάχη ικανή να φέρει το τέλος του κόσμου. Στόχος της η καταστροφή της ανθρωπότητας και ο μόνος που μπορεί να την σταματήσει είναι το πλάσμα από την κόλαση με τα λιμαρισμένα κέρατα, που ονομάζεται Hellboy.

Η ταινία είναι ένα απύθμενο αλαλούμ βολεμένη φοβισμένα και αμήχανα στην σκιά του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο (σκηνοθέτης των δυο προηγούμενων Hellboy), που δεν μπορεί να ξεφύγει από την μπαλαφάρα και την δίνη της απλοϊκότητας και του προβλέψιμου.

Δεν είναι sequel, αλλά reboot του χάρτινου ήρωα του Μάικλ Τζόζεφ Μινόλα της Dark Horse Comics, καθώς επαναλαμβάνεται από άλλη οπτική η δημιουργία του «κολασμένου» ήρωα και ο Άγγλος σκηνοθέτης της επικής περιπέτειας, «Ο Σιωπηλός Εχθρός» (2010), Νιλ Μάρσαλ όχι μόνο δεν καταφέρνει να προσδώσει κάτι τις το παραπάνω από τα υπέροχα προηγούμενα δυο του Ντελ Τόρο, αλλά παραφουσκώνει το στόρι παντρεύοντας παράταιρα στοιχεία με άφθονο ταρατατζούμ.

Μηδενικής ατμόσφαιρας και ύφους η ταινία βυθίζεται αβοήθητη στο έλος του συμβιβασμού και μηδέ Γιοβοβιτς και Αρθούρος του Κάμελοτ καταφέρνουν να την διασώσουν.

Ο δε μικρών διαστάσεων ηθοποιός Ντέιβιντ Χάρμπουρ ως Hellboy προσπαθεί ο άνθρωπος να καλύψει το κενό απουσίας του Ρον Πέρλμαν, ο οποίος, λένε, ότι όταν του προτάθηκε να πρωταγωνιστήσει ξανά στην νέα ταινία, το πρώτο που ρώτησε ήταν: ποιος είναι ο σκηνοθέτης. Μόλις έλαβε την πληροφορία, πως Μεξικανός σκηνοθέτης Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο γιόκ, ο Πέρλμαν αρνήθηκε κατηγορηματικά.    

«Αμάντα»

(Amanda)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μίκαελ Χερς
  • Με τους: Βενσάν Λακόστ, Ισόρ Μουλτριέρ, Στέισι Μάρτιν
  • Διάρκεια: 106’
  • Διανομή: Danaos Films

Ένας νέος άνδρας χωρίς σταθερή δουλειά και σχέση, απολαμβάνει την ελαφρότητα της νεότητάς του στο Παρίσι. Σύντομα όμως, η ανεμελιά της ζωής του διακόπτεται βάναυσα από τον ξαφνικό χαμό της αδελφής του. Εκτός από το σοκ και τον πόνο, αναγκάζεται να διαχειριστεί και την κηδεμονία της μικρής ανιψιάς του.

Ο δεσμός ανάμεσα σ’ ένα παιδί που μεγαλώνει απότομα και σ’ έναν ενήλικα που δεν έχει ξεπεράσει την παιδική ηλικία είναι μία μόνο από τις αντιθέσεις που κινούν αυτή τη ταινία. Με φόντο το Παρίσι των πρόσφατων τρομοκρατικών επιθέσεων ο σκηνοθέτης επιχειρεί να αποδώσει την ευθραυστότητα και τη βιαιότητα των καιρών μας.

Εστιάζοντας στα συναισθήματα των χαρακτήρων του, ο Μίκαελ Χερς αποδίδει την τραγωδία τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

Ο Μίκαελ Χερς σπούδασε οικονομικά πριν φοιτήσει στο Τμήμα Παραγωγής της FEMIS. Σκηνοθετεί αρκετές ταινίες μικρού και μεσαίου μήκους, μεταξύ των οποίων και το «Charell», που συμμετείχε το 2006 στην Εβδομάδα Κριτικής των Καννών.

Το 2010, σκηνοθετεί το «Memory Lane», την πρώτη ταινία μεγάλου μήκους. Στις ταινίες του, η κάμερα επιχειρεί να ζωγραφίσει ένα πίνακα της σύγχρονης βίας μέσα από μια προσωπική τραγωδία, ένα οικογενειακό δράμα.

Αναφέρει ο σκηνοθέτης για την ταινία του: «Είναι η επείγουσα συγκυρία του σήμερα που με οδήγησε στο να δημιουργήσω αυτή την ταινία. Αισθάνθηκα την ανάγκη να αποτυπώσω κάτι εξαιρετικά εύθραυστο, σχεδόν ηλεκτρικό, που συμβαίνει αυτή τη χρονική στιγμή και συγκεκριμένα, στην πόλη μου, το Παρίσι. Χωρίς να θέλω να σκιαγραφήσω το πορτραίτο μιας κατακλυσμιαίας Γαλλίας, χρησιμοποίησα ως αφετηρία ένα μάλλον σκοτεινό σημείο… κι αποφάσισα να το πιάσω από εκεί, όχι μέσω του καταστροφισμού και της άρνησης της πραγματικότητας, αλλά μέσω των ανθρώπινων σχέσεων και τα συναισθημάτων. Ο μόνος δυνατός συνδυασμός δηλαδή, για έναν περισσότερο ανεκτό κόσμο, κατά την γνώμη μου.»