fbpx

«Αστυνομικό θρίλερ από την Δανία, τεράπαχος ο Κρίστιαν Μπέιλ, η Κρουζ και ο Μπαρδέμ στον φακό του Φαραντί» οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Το μεσημέρι της προηγούμενης Παρασκευής κατόπιν των δημοσιογραφικών προβολών βρέθηκα σε επαγγελματική συνάντηση με συναδέλφους δημοσιογράφους, όπου ομοτράπεζοι μας ήταν δυο νέοι συνάδελφοι ηλικίας 25 με 26 χρόνων. Η συζήτηση, έτσι όπως γίνεται συνήθως, γέννησε από το πουθενά το όνομα της δοξασμένης Θράκης και ο ανθρώπινος λόγος ήρεμα και περήφανα ξετύλιξε την ιστορία αυτού του μοναδικού στον κόσμο σημείου της ελληνικής επικράτειας.

Οι δυο νέοι άνθρωποι κοντά μας, σπουδαγμένοι Έλληνες, μορφωμένοι με πτυχία, γηγενείς έως το μεδούλι των οστών τους, από γονείς Έλληνες δεν γνώριζαν τίποτα για την ιστορία της Θράκης. Ηχούσε σαν μια άγνωστη λέξη στα αυτιά και την γνώση τους. Παρά μόνο ό,τι βρίσκεται στα βορειοανατολικά της χώρας μας και την λανθασμένη πληροφόρηση, ότι στην Ανατολική Θράκη υπάρχει τουρκική μειονότητα. Αυτά ήξεραν. Διακριτικά διόρθωσα τους βιαστικούς παίδες, ότι δεν υπάρχει τουρκική μειονότητα, αλλά μουσουλμανική μειονότητα και εκείνοι εκεί οι κάτοικοι είναι Έλληνες μουσουλμάνοι.

Βαθύς πόνος βγαίνει από τα σωθικά όταν η γενιά των μνημονίων, των 200, των 300 και των 400 ευρώ μηνιαίου μισθού δεν κατέχει την βασική ιστορία της πατρίδος μας. Κανείς από τους δύο δεν γνώριζε, ότι η Θράκη ξεκινούσε από τον Δούναβη περιλαμβάνοντας την Χαλκιδική και την Κωνσταντινούπολη, φθάνοντας έως κάτω το Αιγαίο Πέλαγος. Δεν γνώριζαν ότι τον 17ον αιώνα την τριχοτόμησαν και αυτό που μας απέμεινε είναι το 1/9 από την σπουδαία ομηρική Θράκη. Ένα κομμάτι πήρε η Τουρκία για να αποκτήσει ευρωπαϊκή οντότητα, και ένα κομμάτι δόθηκε στην Βουλγαρία, τη γνωστή Ανατολική Ρωμυλία.

Δεν ήξεραν επίσης, ότι η Θράκη είναι η πατρίδα του Αβδηρίτη Δημόκριτου, του φιλόσοφου Λεύκιππου και γενέτειρα του μύστη των μυστών, του Ορφέα, αλλά και η πατρίδα του πιο αγαπητού και όμορφου θεού, του Διονύσου. Και έφτασα στον επαναστάτη και πολεμιστή Σπάρτακο, τον σκλάβο που εξ΄ αιτίας του κινδύνευσε να πέσει η παντοκράτειρα Ρώμη. Τον Σπάρτακο τον γνώριζαν από την ομότιτλη κινηματογραφική ταινία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ με τον Κέρκ Ντάγκλας, που την προβάλλει την μεγαλοβδομάδα η μικρή οθόνη, αλλά και από το σύγχρονο αιμοσταγές, πορνό τηλεοπτικό σήριαλ, αλλά όχι το ό,τι ο γενναίος Έλληνας σκλάβος ήταν Θράξ. Ούτε για τα θρακικά Καβίρεια μυστήρια της Σαμοθράκης γνώριζαν, τα εφάμιλλα των Ελευσίνιων Μυστηρίων, που μυήθηκαν όλοι οι σπουδαίοι και τρανοί άρχοντες του τότε κόσμου, ανάμεσά τους ο Φίλιππος ο Β΄ ο Μακεδών, η Ολυμπιάδα, ο στρατηλάτης Αλέξανδρος και άπαντες οι στρατηγοί Εταίροι του.

 Ω δαίμονες τι θλίψη, σκέφτηκα χριστουγεννιάτικα, το νέο αίμα της χώρας μας να έχει πλήρη άγνοια της ιστορίας της πατρίδος του. Κοιτούσαν τον συνάδελφο μου και εμένα στα μάτια, καθώς τους  μιλούσαμε για την Ελληνική Θράκη και τα πρόσωπα τους έμοιαζαν σαν να άκουγαν δυο σκονισμένους παραμυθάδες να αφηγούνται μια μυθική ιστορία κάποια άλλης χώρας, που το ιστορικό μάκρος του χρόνου την έχει σβήσει από τον χάρτη. Εντάξει, έχω αποδεχθεί ότι η πρωτοβάθμια και η δευτεροβάθμια εκπαίδευση ξεπετάει στο γόνυ κάθε τι το ελληνικό και η πανεπιστημιακή κατάρτιση (Νομική Σχολή ο μεν, Φιλοσοφική Σχολή ο έτερος) δεν οπλίζει τους νόες των νέων ανθρώπων.

Αισθανθήκαμε, μάλιστα, εντελώς άβολα όταν οι δυο νέοι συνάδελφοί μας δημοσιογράφοι ζήτησαν να τους γράψουμε σε ένα χαρτί τίτλους βιβλίων που να αναφέρονται σε τέτοιου είδους ιστορικά θέματα. Μια δροσιά όμως γεμάτη αναμνήσεις, νοσταλγία και δύναμη τόνωσε προσωπικά τα σωθικά μου, πως οι υπέροχοι και όχι οι αδιάφοροι νέοι, αντέδρασαν ακριβώς όπως εμένα όταν ήμουν στην ηλικία τους και αναζητούσα, παρομοίως, ένα ό,τι κι ό,τι κομμάτι χαρτί, ένα στυλογράφο για να γράψουν κάποιοι «σκονισμένοι παραμυθάδες» εκείνα τα σημαντικά που σκοπίμως πετούσαν στην άκρη οι «δάσκαλοι» στις τάξεις, στα αμφιθέατρα και τα διδακτήρια διαμόρφωσης συνειδήσεων.              

Αν και η πιο βασανιστική εφεύρεση, από την δημιουργία του ανθρώπινου είδους, είναι αυτή του χρόνου, που στην αδιάκοπη και άκαμπτη γραμμική του πορεία δεν γνωρίζει αλλαγές, καλοπιάσματα και φιέστες, εύχομαι ολόψυχα σε όλους μας Καλή Χρονιά!      

«Ο Ένοχος»

(Den skyldige / Guilty)

 

  • Είδος: Αστυνομικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Δανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Γκούσταβ Μέλερ
  • Με τους: Γιάκομπ Σέντεργκρεν, Τζέσικα Ντίναντζ
  • Διάρκεια: 85’
  • Διανομή: One From the Heart
  • Διακρίσεις: Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ Sundance, στο Φεστιβάλ του Ρότερνταμ και στο Φεστιβάλ της Τρανσιλβάνια – Βραβείο Κοινού και Α΄ Ανδρικής Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Κρύος, ευρωπαϊκός βορράς, τουτέστιν αστυνομική περιπέτεια εμβαπτισμένη στο θριλερικό σύμπαν και μάλιστα με μαεστρία φτιαγμένη, όπως προστάζει παραδοσιακά η σύγχρονη κοιτίδα των δημιουργών ανάλογων ιστοριών από τις ψυχρές χώρες, που ολοένα κατακτούν το συγκεκριμένο συγγραφικό και φιλμικό είδος.  

Στα 85 λεπτά διάρκειας της ταινίας πρωταγωνιστεί μόνο ένας άνθρωπος, η συσκευή τηλεφώνου αποκλειστικά στον χώρο του τηλεφωνικού κέντρου της αστυνομίας και οι απεγνωσμένες, οι ύποπτες και οι ανυποψίαστες φωνές στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Είναι αρκετά για να δημιουργηθεί η απαραίτητη ατμόσφαιρα, εφόσον ως προϋπόθεση υφίσταται η σωστή σκηνοθετική δομή, η σεναριακή ευρηματικότητα και η ερμηνεία για να αναδειχθούν οι ανατροπές της υπόθεσης και να σφίξουν την κοιλιακή χωρα. Το ντεμπούτο σε μεγάλου μήκους ταινίες του Σουηδού μικρομηκά Γκούσταβ Μέλερ είναι άκρως ζωηρό και προσεγμένο, κάτι που πιθανώς να προδιαγράψει ένα ευοίωνο κινηματογραφικό μέλλον.

Δύσκολο μονοπάτι το μονόρολο και δη σε θρίλερ αγωνίας. Θυμηθείτε την ταινία «Phone Booth» (Τηλε…φονικός Θάλαμος -2002) του τεχνίτη Τζοέλ Σουμάχερ με τον Κόλιν Φάρελ στα πρώτα του σημαντικά, κινηματογραφικά βήματα εγκλωβισμένο σε τηλεφωνικό θάλαμο ή το «Locke» (Σε Λάθος Χρόνο – 2013) του μάστορα σεναριογράφου και σκηνοθέτη Στίβεν Νάιτ με πρωταγωνιστή τον σαρωτικό Τομ Χάρντι μέσα στο αυτοκίνητο. Ταινίες ιδίου ύφους, με άριστη αφήγηση, σασπένς και δυνατές ερμηνείες, που ξεδιπλώνουν τον πυρήνα και τα άκρα του χαρακτήρα του πρωταγωνιστή.

Ο φέρελπις, 30χρονος σκηνοθέτης Γκούσταβ Μέλερ, που συνυπογράφει και το σενάριο του «Ενόχου» πετυχαίνει όλα τα παραπάνω και μαζί με το πρόσωπο και την πολύ καλή ερμηνεία του Σουηδού ηθοποιού Γιάκομπ Σέντεργκρεν καταφέρνει να βγάλει μια καλή πρώτη μεγάλου μήκους ταινία με όλα τα θρίλερ συστατικά που κρατούν το ενδιαφέρον του θεατή αμείωτο.

Ο αστυνομικός Άσγκερ Χολμ (Γιάκομπ Σέντεργκρεν – πολύ καλός) έχει υποπέσει σε δυσμένεια, περιμένοντας να περάσει από ανάκριση για αστυνομικό ατόπημα. Μέχρι να ξεκαθαρίσει το θέμα του και να κριθεί αθώος ή ένοχος από το πειθαρχικό του Σώματος είναι τοποθετημένος στο τηλεφωνικό κέντρο της αστυνομίας για να διεκπεραιώνει τις κλήσεις.

Την παραμονή της κατάθεσης του και λίγο πριν τελειώσει η βάρδια του στο κέντρο δέχεται ένα ανώνυμο τηλεφώνημα από μια γυναίκα που βρίσκεται μέσα σε ένα αυτοκίνητο εν κινήσει και έχει πέσει θύμα απαγωγής.

Παραμένει στο πόστο του και μετά την λήξη της βάρδιας μέχρι να βρει την άκρη, ενώ αναγκάζεται να πείσει άλλους να γίνουν τα μάτια και τα αυτιά του, καθώς αποκαλύπτεται σταδιακά το μέγεθος ενός απίστευτου εγκλήματος, αλλά και οι άγνωστες πτυχές του χαρακτήρα του.

«Το Ξέρουν Όλοι»

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία 2018
  • Σκηνοθεσία: Ασγκάρ Φαραντί
  • Με τους: Πενέλοπε Κρουζ, Χαβιέρ Μπαρδέμ, Ρικάρντο Νταρίν, Ίμα Γκουέστα, Εντουάρντ Φερναντέζ, Κάρλα Κάμπρα, Ιβάν Σαβέρο
  • Διάρκεια: 132’
  • Διανομή: Seven Films

Με την ψυχή και το βλέμμα του εστιασμένα στο νευρικό σύστημα της ιρανικής κουλτούρας, ο Ασγκάρ Φαραντί, ένας από τους πιο πολυλογάδες story tellers του παγκόσμιου σινεμά («Τι Απέγινε η Έλι;», «Ένας Χωρισμός», «Το Παρελθόν» και ο «Εμποράκος»), αποφάσισε να δοκιμάσει τα κότσια του και εκτός περσικής επικράτειας. Είναι ο σκηνοθέτης που κατά ένα παράξενο λόγο σαρώνει τα ευρωπαϊκά βραβεία, καταγράφοντας ηθογραφίες της χώρας του, με προσωπικά σχόλια (καλά κάνει), τα οποία όμως ένεκα της σεναριακής και σκηνοθετικής του φλυαρίας σε εξαντλεί σε σημείο τέτοιο ώστε να εγκαταλείπεις το όποιο ενδιαφέρον σου. Ο Φαραντί  άφησε το Ισφαχάν και πέρασε στην Δύση για να ράψει το πρώτο του ευρωπαϊκό κοστούμι με Ευρωπαίους ηθοποιούς και μεσογειακό, νότιο οξυγόνο εμπλουτισμένο στην μεσογειακή αύρα. Ωίμε!!!

Και εδώ, όπως οι περισσότεροι άλλωστε ομότεχνοι του, άλλων πολιτισμικών σφαιρών που επιθυμούν δια καώς τον ευρωπαϊκό άνεμο να ραπίζει τους φακούς τους, μαζί με τον εαυτό του στην Ευρώπη, μετέφερε, εκτός των άλλων και τα ελαττώματα του, αμελώντας το βασικό, δηλαδή να μετασχηματίσει νοοτροπία και συναίσθημα, μπας και δούμε άσπρη μέρα. Η Μεσόγειος, βέβαια, δεν είναι Ιράν, οι χειμαρρώδεις Ισπανοί έχουν εκ διαμέτρου αντίθετα αντανακλαστικά από τους Ιρανούς και φυσικά οι θερμόαιμες, τσαούσες Ισπανίδες γυναίκες, μάνες και ερωμένες δεν σκεπάζουν την κεφαλή τους με μαντήλα, δεν είναι άλαλες και δεν ρίχνουν το βλέμμα τους χαμέ. Τους είπες, τους έκανες κάτι σε πήρε ο διάολος και σε σήκωσε, καημένε…

Κοινώς, ο Φαραντί κινηματογραφεί το μεσογειακό ταπεραμέντο με την ίδια ιρανική καρδιά, όπως στις τελευταίες του ταινίες και αυτή είναι αποτυχία του στην εν λόγω ταινία. Ισπανικό, αυστηρό χωριό επέλεξε ο αθεόφοβος για να στήσει την ιστορία του, ούτε καν ζύγισε τις δυνάμεις του σε κάποιο αστικό, πολύβουο, ευρωπαϊκό σημείο, μπας και ισοφαρίσει κάπως την χασούρα στον πολυφυλετικό, ορυμαγδό μιας πόλης. Φλύαρος τα μάλα, ως είθισται, έως αδέξιος στην σεναριακή γραφή, αρκετά κενά στην πλοκή και το σούπερ καστ – ζεύγος με την Πενέλοπε Κρουζ και τον Χαβιέρ Μπαρδέμ, αλλά και τον συμπαθή Αργεντινό Ρικάρντο Νταρίν, μόνο θλίψη μπορεί να προκαλέσει.

Στο δραματικό διάκοσμο που είναι ενταγμένη η ταινία, ραντισμένη, μάλιστα με δόσεις θριλερικών γεύσεων σαν την κανέλα πάνω σε σερραϊκή μπουγάτσα, δεν καταφέρνει τίποτα το αξιόλογο όσο κι αν οι άμοιροι οι ηθοποιοί προσπαθούν να δώσουν παλμό και ένταση. Τα μυστικά που ξέρουν όλοι, αλλά κανείς δεν ανοίγει το στόμα του, ο ρόλος της αστυνομίας στις κλειστές κοινωνίες, οι παλιοί, αξέχαστες έρωτες και οι διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα σε ανθρώπους αυτών των κοινωνιών είναι τόσο παρωχημένα και χιλιοειδομένα, τουλάχιστον στο κινηματογραφικό, ευρωπαϊκό γήπεδο, που νισάφι πια. Όλη η ταινία πάσχει από βαρύ, αθεράπευτο αλληθωρισμό, απουσία νεύρου, καθηλώνοντας, πρωτίστως, τον Ιρανό σκηνοθέτη για μια φορά ακόμα στην αδιέξοδη μανιέρα του και τον θεατή σε απέλπιδη βαρεμάρα.         

Η Λάουρα (Πενέλοπε Κρουζ) επιστρέφει στη γενέτειρά της, μια μικρή πόλη έξω από τη Μαδρίτη, μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια απουσίας στην Αργεντινή, προκειμένου να παραβρεθεί στο γάμο της μικρότερης αδελφής της, της Άννα (Ίμα Κουέστα). Μαζί της είναι η 16χρονη, πανέμορφη κόρη της, η Ιρένε (Κάρλα Κάμπρα) και ο πιτσιρικάς γιος της, ο Ντιέγκο (Ιβάν Σαβέρο). Ο σύζυγός της Αλεχάντρο (Ρικάρντο Νταρίν) αναβάλλει την παρουσία του στο γάμο την τελευταία στιγμή, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων.

Η Λάουρα έχει και μία μεγαλύτερη αδελφή, τη Μαριάνα (Ελβίρα Μινγκέζ), που είναι η ιδιοκτήτρια ενός μικρού ξενοδοχείου στην πόλη, το οποίο διαχειρίζεται μαζί με τον σύζυγό της, Φερνάντο (Εντουάρντ Φερναντέζ). Η κόρη τους, η Ρόσιο (Σάρα Σαλάμο), ζει μαζί τους κι έχει μαζί της τη μικρή της κόρη, ενώ με τον σύζυγό της είναι χωρισμένη. Η Λάουρα είναι πραγματικά χαρούμενη που βλέπει όλους του αγαπημένους συγγενείς της αλλά και τον φίλο της από τα παλιά, τον Πάκο (Χαβιέ Μπαρδέμ).

Με το Πάκο υπήρξαν εραστές στο παρελθόν. Πλέον, ο Πάκο είναι παντρεμένος με μια άλλη γυναίκα, την Μπέα (Μπάρμπαρα Λένι), με την οποία είναι τρελά ερωτευμένος και είναι ιδιοκτήτης ενός αμπελώνα, που δίνει δουλειά σε πολλούς ανθρώπους στην περιοχή. Η Ιρένε, που πάσχει από άσθμα, δείχνει ιδιαίτερη συμπάθεια στον ανιψιό του Πάκο, τον Φελίπε Σέρτζιο Καστελάνος) και περνούν πολλές ώρες μαζί.

Και μετά, έρχεται η τελετή του γάμου. Όλα πηγαίνουν μια χαρά και στο καθιερωμένο γλέντι που ακολουθεί το κέφι εκτινάσσεται στα ύψη. Ακόμα και η διακοπή ρεύματος που συμβαίνει αναπάντεχα, δεν φαίνεται να επηρεάζει κανέναν. Η ξαφνική απαγωγή της Ιρένε από το γλέντι και η απαίτηση λύτρων, όμως, συγκλονίζει τη Λάουρα. Με αφορμή το γεγονός της απαγωγής και της αναζήτησης του χρηματικού ποσού για την απελευθέρωση της Ιρένε θα αποκαλυφθούν μυστικά και ψέματα από το παρελθόν.

«Vice: Ο Δεύτερος στην Ιεραρχία»

(Vice)

 

  • Είδος: Πολιτική μονογραφία, σάτιρα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία : Άνταμ ΜακΚέι
  • Με τους: Κρίστιαν Μπέιλ, Εϊμι Ανταμς, Στιβ Καρέλ, Σαμ Ρόκγουελ, Τάιλερ Πέρι
  • Διάρκεια: 132’
  • Διανομή: Odeon & Audio Visual

Έπειτα από τον περσινό, Αγγλοσάξωνα Γουίστον Τσόρτσιλ στο πεδίο των πετυχημένων μεταμορφώσεων πολιτικών μορφών σειρά έχουν οι Αμερικάνοι. Το παρεάκι του «Μεγάλου Σορταρίσματος» (The Big Short – 2015), που πρόσφερε το Όσκαρ σεναρίου στον Άνταμ ΜακΚέι, μαζεύτηκε ξανά και υπό την πένα και την σκηνοθετική μπαγκέτα του ΜακΚέι στήνουν στο κινηματογραφικό κάδρο την μορφή του Ρεπουμπλικάνου Αντιπροέδρου Ντικ Τσέινι, επί θητείας Τζόρτζ Μπους Jr στην περίοδο 2001-2009.

Όσο πολύπλοκο και παράλληλα κατανοητό είναι το «Big Short» – πραγματικός άθλος για τον σεναριογράφο και σκηνοθέτη να καταστήσει το σοφόν σαφές για το απλό κινηματογραφόφιλο κοινό με την υψίστου μεγέθους κομπίνα που έστησαν τα τραπεζικά μεγαθήρια επί σειρά δεκαετιών – τόσο ανάλαφρο, επιδερμικό και κατά τα κοινώς λεγόμενα «ευκολάκι», είναι η μονογραφία του νούμερου δυο πολιτικού του Λευκού Οίκου επί προεδρίας Μπους Jr. Εδώ χάθηκε η μπάλα όχι γιατί αυτά που αναδεικνύει η ταινία είναι αναληθή, αλλά όλα είναι γνωστά σε όποιον διαβάσει χαλαρά την απλή, πρόσφατη, πολιτική ιστορία.

Το «παρεάκι», που αποτελείται από την τριανδρία Άνταμ ΜακΚέι, Κρίστιαν Μπέιλ και Στιβ Καρέλ (αγαπητός φίλος του ΜακΚέι), προφανώς ετεροκινούμενοι από την πτέρυγα των Δημοκρατικών, με βατήρα το πρόσωπο του Ρεπουμπλικάνου Τσέινι, στήνουν αδέξια ένα ψυχολογικό δοκίμιο περί φιλαυτίας, εγωισμού, αλαζονείας, χρήσης εξουσίας, δηλαδή ένα ντεμέκ μακιαβελικό πόνημα για να καταλήξουν με βιτριολικό χιούμορ στους θερμοκέφαλους, Αμερικανούς οπαδούς του υπάρχοντος πλανητάρχη Ντόναλντ Τραμπ, που είναι κενοί, ρηχοί και άθλιοι αμόρφωτοι τύποι και η «δημοκρατία» (γελάμε εδώ) στηρίζεται σε μια μάζα που δεν σκέφτεται αλλά αισθάνεται.

Σε επιδέξιους σκηνοθετικούς ελιγμούς με εμβόλιμες σατυρικές τσόντες ο Άνταμ ΜακΚέι σκιτσάρει την αμερικανική μπλέμπα που εμπιστεύτηκε έναν Πρόεδρο σαν τον Ντραμπ. Δεν το δίνει ξεκάθαρα, αλλά έμμεσα, ρίχνει στο δισκάκι της ζυγαριάς των Ρεπουμπλικάνων παραπάνω βάρος από όσο τους αναλογεί, αφήνοντας άθικτο αυτό των Δημοκρατικών.

Δεν θα αναφερθούμε για το ποιος ήταν ο Ντικ Τσέινι, ούτε από ποια κέντρα εξουσίας «φυτεύτηκε» δίπλα στον Ντόναλντ Ράμσφελτ και εν συνεχεία ενδύθηκε Αντιπρόεδρος. Άλλωστε αυτά τα παρακάμπτει ο ΜακΚέι σκοπίμως, αφηγούμενος την απλότητα της ιστορίας του Τσέινι σαν να είναι ο αρσενικός Σταχτοπούτος του Γέιλ (ξανά γελάμε εδώ), που από το πουθενά (φτωχαδάκι και μέθυσος περνούσε τηλεφωνικά καλώδια στις κολώνες) βρέθηκε ως παρατρεχάμενος στο γραφείο του Ράμσφελτ, κι από εκεί βέλος στην καρέκλα του Αντιπροέδρου των ΗΠΑ για να διαχειριστεί την μεγαλύτερη κρίση του 21ου αιώνα, αυτή της παγκόσμιας τρομοκρατίας, που άλλαξε ριζικά τις ζωές των ανθρώπων του πλανήτη (όχι πες μου, γελάς ή δεν γελάς με τις αμερικάνικες μαλακίες).

Εμείς πάραυτα, παρακάμπτουμε τις αφελείς αμερικανιές, που δεν ξέρουν ούτε τον εαυτό τους να αυτοσαρκάσουν σωστά και απολαμβάνουμε τον υπέροχο Κρίστιαν Μπέιλ που φορτώθηκε 21 έξτρα κιλά, τον μακιγιάρανε, του πρόσθεσαν προγούλια και παχιά αυτιά για να υποδυθεί το μέγιστο ρεπουμπλικανικό χέλι που ονομάζεται Ντικ Τσέινι.

Επιτυχημένος, επίσης και ο Σαμ Ρόκγουελ στον ρόλο του Τζόρτζ Μπους Jr, ανεπανάληπτος ο Στιβ Καρέλ ως Ντόναλντ Ράμσφελτ και η Έιμι Άνταμς ως δυναμική καισαρίνα, κυρία Λιν Τσέινι. Και οι τέσσερις τους αφοπλιστικά απίθανοι. Μέχρι εκεί και ούτε βήμα παραπέρα, παρακαλώ!            

 

Η ταινία σκιαγραφεί κωμικά και γλαφυρά πώς ένας τυχάρπαστος και φιλόδοξος γραφειοκράτης από την Ουάσιγκτον ανελίχθηκε αθόρυβα σε έναν από τους πιο ισχυρούς ανθρώπους στον κόσμο, σε μια περίοδο που στιγματίστηκε από την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ σε Ιράκ και Αφγανιστάν.

Ο Τσένεϊ αναδιαμόρφωσε την Αμερική και τον κόσμο με τρόπους που εξακολουθούν να επηρεάζουν τις εξελίξεις μέχρι και σήμερα.

   Προβάλλονται επίσης:

Άνθρωποι και muppets «The Happytime Murders» του Μπράιαν Χένσον (Odeon)

Το animation με το αυτοκίνητο αγώνων «Γουίλι» του Γιουσρί Αμπντούλ Χαλίμ (Tanweer)