fbpx

banner αεροδρομίου

 

«Αριμάσπεια Έπη» του Αριστέα του Προκονήσιου (Μέρος 5ον: «Οι Σκύθες»), γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

Η πολυετής και ενδελεχής μελέτη-έρευνα στην χαμένη, ελληνική μυθιστορία και την προϊστορία αποκλειστικά στο InTownPost. Λαοί, χώρες και τόποι, εντέχνως, τοποθετημένοι στην σφαίρα του μύθου αποκαλύπτονται, αποδεικνύοντας την πραγματική τους υπόσταση, την προέλευσή τους αλλά και την άρρηκτη σχέση τους με τον πολιτισμό της Αιγηίδας φυλής, μέσα από τα αρχαία κείμενα και τις αναφορές προ-ομηρικών εποχών, καλά κρυμμένα για τους γνωστούς, ευνόητους λόγους, στα άβατα των μεγάλων βιβλιοθηκών του δυτικού κόσμου.

 «Σκύθες»

Με το όνομα Σκύθες αναφέρονται από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς ένα σύνολο νομαδικών φυλών που έρχονταν σε επαφή μαζί τους και ζούσαν στην Κεντρική Ασία και στα βόρεια παράλια της Μαύρης Θάλασσας, Τους Σκύθες οι αρχαίοι συγγραφείς τους κατέτασσαν στους Υπερβόριους λαούς έχοντας ως ένα βαθμό ελληνικές ρίζες.

Από τον Ξενοφώντα έχουμε και τις πρώτες ιστορικές μαρτυρίες για τον πλούτο, την ευημερία και την ελληνικότητα («πόλις Ελληνίς») των αποικιών της μαύρης Θάλασσας το 1200 π. Χ.. Εκεί ιδρύθηκε και το ελληνιστικό βασίλειο του Πόντου από τούς Μιθριδάτες Βασιλείς του Πόντου (Μιθριδάτης Κτίστης, 501 π. Χ.), με σπουδαιότερο βασιλιά τον Μιθριδάτη τον Ευπάτορα. Το 65 π. Χ. οι Ρωμαίοι κατέκτησαν το κράτος του Πόντου και το χώρισαν στα δυο.

 Όταν ο Ηρόδοτος έγραψε την “Ιστορία” του κατά τον 5ο αιώνα π.Χ., οι Έλληνες διέκριναν την “Μεγάλη Σκυθία” η οποία εκτείνονταν σε απόσταση 20 ημερών ιππεύοντας από τον ποταμό Δούναβη, προς τα δυτικά, κατά μήκος των στεπών της σημερινής Ουκρανίας έως το κατώτερο μέρος της λεκάνης του ποταμού Τανάιδος, από την “Μικρή Σκυθία”. Ο Τάναις (σημ. Don) χρησίμευε ως κύρια εμπορική αρτηρία. Προφανώς οι Σκύθες απέκτησαν τον πλούτο τους από τον έλεγχο του εμπορίου, από τον βορρά στην Ελλάδα, μέσω των λιμένων των Ελληνικών αποικιών της Μαύρης Θάλασσας.

Στην ελληνική μυθολογία με το όνομα  Σκύθης  είναι γνωστός ένας γιος του Ηρακλή και της Εχίδνης, η οποία καταγόταν από τη Σκυθία. Ομοθαλή αδέλφια του Σκύθη ήταν ο Αγλαθυρσος και ο Γελωνός (1) .

Φεύγοντας από τη Σκυθία, ο Ηρακλής άφησε εντολή να γίνει βασιλιάς στη χώρα εκείνος που θα μπορούσε να τεντώσει το τόξο του. Τον άθλο αυτό, να τεντώσει δηλαδή το τόξο του Ηρακλή, κατόρθωσε μόνο ο Σκύθης, ο οποίος και έγινε γενάρχης βασιλιάς και επώνυμος ήρωας της Σκυθίας, έδωσε δηλαδή το όνομά του στη χώρα.

Ο Ηρόδοτος διασώζει την παράδοση, ότι «από τον Σκύθη, τον γιο του Ηρακλή, λένε ότι κατάγονται πάντα αυτοί που γίνονται βασιλείς των Σκυθών» (IV, 10). Κατά τον ίδιο ιστορικό οι Σκύθες «γιορτάζουν προς τιμή του Διονύσου γιορτές κάθε τρία χρόνια που παραδίδονται σε βακχικές τελετές. Οι Γελωνοί κατάγονται από προγόνους Έλληνες, η γλώσσα που μεταχειρίζονται είναι εν μέρει σκυθική, εν μέρει δε ελληνική» (Μελπομένη 108).

Παραπομπή:

(1). Γιός του Ηρακλή και της Έχιδνας, αδελφός του Σκύθη και του Γέλωνα. Ο Γέλωνας και ο Αγάθυρσος δεν άντεξαν σε δοκιμασία που υπέβαλε στα παιδιά της η Εχιδνα και εκδιώχτηκαν από τον τόπο, στον οποίο παρέμεινε ο Σκύθης, γενάρχης των βασιλιάδων και επώνυμος της Σκυθίας (Ηρόδ. 4,10). Ο Αγάθυρσος έγινε γενάρχης της Θράκικης φυλής των Αγαθύρσων, που κατοικούσαν στον ποταμό Μάρις (Μάρος), παραπόταμο του Ιστρου (Δούναβη).

Ηρακλής
Έχιδνα

Παρατίθεται κατωτέρω αποσπάσματα του 4ου βιβλίου του Ηροδότου “Μελπομένη”, που περιλαμβάνει δύο διαφορετικές απόψεις περι της καταγωγής των Σκυθών:

«Ως λέγουσιν οι Σκύθες, το νεώτατον όλων των εθνών είναι το ιδικόν των και εγένετο ούτω πως· ο πρώτος άνθρωπος της χώρας ταύτης, ερήμου έως τότε, ωνομάζετο Γαργίταος· γονείς δε του Γαργιτάου τούτου λέγουσιν ότι είναι ο Ζευς και μία θυγάτηρ του ποταμού Βορυσθένους, όπερ εις εμέ μεν δεν φαίνεται πιστευτόν, το λέγουσιν όμως. Και η μεν καταγωγή του Γαργιτάου τοιαύτη ήτο· εξ αυτού δε εγεννήθησαν τρεις παίδες, ο Λιπόξαϊς, ο Αρπόξαϊς και ο νεώτατος Κολάξαϊς. Επί της βασιλείας αυτών, εκ του ουρανού φερόμενα χρυσά έργα, άροτρον, ζυγός, πέλεκυς, ποτήριον, έπεσαν εις την Σκυθικήν. Πρώτος ο πρεσβύτατος τα είδε και επλησίασε διά να τα λάβη· αλλ’ εις την προσέγγισιν του ο χρυσός εξέβαλε φλόγας. Μακρυνθέντος αυτού, επλησίασεν ο δεύτερος αλλά συνέβησαν τα αυτά. Ο δε καίων χρυσός, αφού απώθησε τους δύο τούτους, εσβέσθη όταν επλησίασεν ο τρίτος ο νεώτατος όστις τον έλαβε και τον έφερε εις την κατοικίαν του. Οι πρεσβύτεροι λοιπόν αδελφοί, εννοήσαντες τι εσήμαινε το θαύμα εκείνο, παρέδωκαν όλην την βασιλείαν εις τον νεώτατον.

  1. Από μεν του Λιποξάιος κατάγονται οι Σκύθαι των οποίων το γένος καλείται Αυχάται· από δε του δευτέρου Αρποξάιος οι λεγόμενοι Κατίαροι και Κράσπιες, από δε του νεωτάτου αυτών οι βασιλικοί Σκύθαι οι καλούμενοι Παραλάται. Όλοι δε κοινώς καλούνται Σκόλοτοι, από του ονόματος του βασιλέως των· Σκύθας δε τους ωνόμασαν οι Έλληνες.
  2. Τοιαύτη, ως λέγουσιν οι Σκύθαι, είναι η καταγωγή των, προσθέτουσι δε ότι παρήλθον χίλια έτη, όχι περισσότερα, αλλ’ ακριβώς τόσα, από του βασιλέως Γαργιτάου μέχρι της επιδρομής του Δαρείου. Τον ιερόν δε τούτον χρυσόν φυλάττουσιν οι βασιλικοί Σκύθαι επιμελώς και κατ’ έτος τω αποτείνουσι δεήσεις και ζητούσι να τον καταστήσωσιν ευμενή διά μεγάλων θυσιών. Όστις δε κρατών τον χρυσόν διαρκούσης της εορτής αποκοιμηθή εν υπαίθρω, αυτός, λέγουσιν οι Σκύθαι, δεν ζη εκείνον τον χρόνον, και διά τούτο δίδεται εις αυτόν τόση γη όσην δύναται να διατρέξη έφιππος εις μίαν ημέραν. Επειδή δε η χώρα είναι μεγάλη, ο Κολάξαϊς την διένειμε διά τους υιούς του εις τρία βασίλεια, και εξ αυτών έν έκαμε μέγιστον, εκείνο όπου φυλάττεται ο χρυσός. Τα απώτερα μέρη τα προς άρκτον των κατοικουμένων χωρών, λέγουσιν οι Σκύθαι ότι ούτε να τα ίδη τις δύναται ούτε να τα πλησιάση ένεκα των πτερών τα οποία είναι κεχυμένα εις τον αέρα και εις το έδαφος· είναι δε τόσα πολλά, ώστε εμποδίζουσι την όρασιν.
  3. Ταύτα λέγουσιν οι Σκύθαι περί εαυτών και περί της χώρας των· αλλ’ οι Έλληνες οι κατοικούντες τας όχθας του Ευξείνου πόντου άλλως διηγούνται τα πράγματα. Ο Ηρακλής, λέγουσιν, ελαύνων τας βους του Γηρυόνου, έφθασεν εις την έρημον γην την οποίαν νέμονται σήμερον οι Σκύθαι. O Γηρυόνης κατώκει μακράν του Πόντου, εις την νήσον την οποίαν οι Έλληνες καλούσιν Ερύθειαν, κειμένην πλησίον των Γαδείρων, εν τω Ωκεανώ, πέραν των Ηρακλείων στηλών. Ο δε Ωκεανός ούτος λέγουσι μεν ότι αρχίζει από το μέρος όπου ανατέλλει ο ήλιος και τρέχει περί όλην την γην, αλλά δεν φέρουσιν ουδεμίαν απόδειξιν τούτου. Εντεύθεν ο Ηρακλής έφθασεν εις την σήμερον καλουμένην Σκυθικήν χώραν, όπου ο χειμών και το ψύχος τον κατέλαβον· εκαλύφθη λοιπόν με την λεοντήν και εκοιμήθη. Αλλ’ οι ίπποι του οχήματος, βόσκουσαι εις αυτό το διάστημα, εγένοντο άφαντοι κατά υπερφυσικήν τινα αιτίαν.
  4. Ότε ηγέρθη ο Ηρακλής τας εζήτει, και διατρέξας όλην την χώραν έφθασε τέλος εις την καλουμένην Υλαίαν. Εκεί εύρεν εντός άντρου μιξοπάρθενόν τινα έχιδναν, της οποίας τα μεν άνω των γλουτών ήσαν γυναικός, τα δε κάτω όφεως. Ιδών αυτήν και θαυμάσας ο Ηρακλής, την ηρώτησεν εάν είδε που ίππους πλανωμένας· εκείνη δε είπεν ότι τας έχει, αλλά δεν τας αποδίδει εις αυτόν πριν ή μιχθή μετ’ αυτής. Επί τω όρω τούτω εμίγη μετ’ αυτής ο Ηρακλής, αλλ’ η έχιδνα ανέβαλλε την απόδοσιν των ίππων, επιθυμούσα να ζη μετ’ αυτού οίον το δυνατόν πλειότερον χρόνον. Εκείνος όμως ήθελε να τας λάβη και να αναχωρήση. Τέλος πάντων τας απέδωκε λέγουσα προς αυτόν. ««Τας μεν ίππους ταύτας εδώ σοι έσωσα εγώ, συ δε μοι επλήρωσες τα σώστρα, διότι συνέλαβον εκ σου τρεις παίδας· τούτους αφού γίνωσιν άνδρες, τι πρέπει να τους κάμω; να τους αποκαταστήσω εις την χώραν ταύτην της οποίας είμαι κυρία, ή να τους πέμψω προς σε;» Εκείνη μεν ταύτα ηρώτησεν· ο δε Ηρακλής, ως λέγουσιν οι Έλληνες, απεκρίθη· «Όταν ίδης τους παίδας να γίνωσιν άνδρες, δεν θα σφάλης πράττουσα αυτό το οποίον θα σοι είπω. Αποκατάστησον εις την χώραν εκείνον εκ των τριών τον οποίον θα ίδης τείνοντα τοιουτοτρόπως το τόξον τούτο και ζωννύμενον κατ’ αυτόν τον τρόπον τον ζωστήρα τούτον· εκείνους δε τους οποίους ιδής ότι δεν είναι ικανοί να πράξωσιν αυτά τα οποία σοι παραγγέλλω, δίωξον από την χώραν. Εάν πράξης ούτω, και συ θα ευχαριστηθής καί τας διαταγάς μου θα εκπληρώσης.»
  5. Ταύτα ειπών ο Ηρακλής έλαβεν έν των τόξων του (διότι έως τότε είχε δύο) και λύσας τον ζωστήρα όστις εις το άκρον της συμβολής είχε φιάλην χρυσήν, παρέδοσε το τόξον και τον ζωστήρα, και ανεχώρησεν. Όταν δε τα εξ αυτής γεννηθέντα παιδία ηνδρώθησαν, η Έχιδνα κατ’ αρχάς τοις έδωκεν ονόματα, και τον μεν ωνόμασεν Αγάθυρσον, τον δε δεύτερον Γελωνόν και τον νεώτατον Σκύθην. Έπειτα ενθυμήθη όσα τη παρήγγειλεν ο Ηρακλής. Δύο των υιών της, ο Αγάθυρσος και ο Γελωνός, δεν ηδυνήθησαν να εκτελέσωσι τον προσβληθέντα αγώνα και έφυγον εκ της χώρας διωχθέντες υπό της μητρός των, ο δε νεώτατος αυτών Σκύθης εκτελέσας τα απαιτούμενα έμεινεν εν τη χώρα. Εκ του Σκύθου τούτου, υιού του Ηρακλέους κατάγονται όλοι οι βασιλείς των Σκυθών, ένεκα δε της φιάλης, οι Σκύθαι φέρουσιν ακόμη φιάλας εις την ζώνην των. Τούτο μόνον εμηχανεύθη η μήτηρ προς χάριν του Σκύθου. Ταύτα διηγούνται οι Έλληνες οι κατοικούντες τον Εύξεινον Πόντον».

Συνεχίζοντας ο Διόδωρος ο Σικελιώτης διασώζει μια διαφορετική παράδοση: «Οι Σκύθες μυθολογούν ότι γεννήθηκε σε αυτούς παρθένος από τη γη. Με αυτήν συνευρεθείς ο Δίας γέννησε γιο, που το όνομά του ήταν Σκύθης. Από το όνομά του τους λαούς ονόμασαν Σκύθες» (II, 43, 2). Γι’ αυτό και ο βασιλιάς των Σκυθών Ινδάθυρσος απαντώντας στον κήρυκα του Δαρείου είπε: «Ως κυρίαρχούς μου εγώ θεωρώ μόνο τον Δία πρόγονό μου και τη βασίλισσα των Σκυθών Εστία» (Ηρόδοτος, Δ 127).

Έπειτα από 2.000 χρόνια και με την δυνατότητα της τεχνολογίας αποκαλύφθηκε το πρόσωπο μιας μούμιας ενός Σκύθη πολεμιστή, που ήταν καλυμμένο από πηλό και σκοτώθηκε σε μάχη.(Αγγλικό Μουσείο).

Οι παραδόσεις των Σκυθών (Αγάθυρσοι και Ηρακλής, Ανάχαρσις, Ταργίταος γενάρχης τους γιός του Διός) η λατρεία της Εστίας, του Διός, της Γης του Απόλλωνος, της Αφροδίτης, του Ηρακλέους και του Άρεως, δείχνουν τη σχέση των Σκυθών με τους Έλληνες.

Οι Σκύθες, που κυβερνώνταν από ολιγάριθμες ελίτ οι οποίες συνδέονταν με στενές συμμαχίες, ήταν διάσημοι για τους τοξότες τους και πολλοί έβρισκαν εργασία ως μισθοφόροι. Οι σκυθικές ελίτ είχαν τάφους τύπου “κουργκάν”: ψηλοί λόφοι υψωμένοι πάνω από τάφους-δωμάτια από ξύλο πεύκου, ένα φυλλοβόλο κωνοφόρο, το οποίο πιθανόν να είχε ιδιαίτερη σημασία ως το δέντρο της ανανέωσης της ζωής, επειδή μένει γυμνό το χειμώνα.

Χώροι ταφής στο Πάζυρυκ στα όρη Αλτάι περιλαμβάνουν ορισμένους εντυπωσιακά διατηρημένους Σκύθες του πολιτισμού Πάζυρυκ συμπεριλαμβανομένης της “Παγωμένης Παρθένας” του 5ου αιώνα π.Χ. Οι γυναίκες των Σκυθών ντύνονταν με τον ίδιο τρόπο με τους άντρες και πολεμούσαν στο πλευρό τους στη μάχη. Ένας τάφος Πάζυρυκ που βρέθηκε στη δεκαετία του 1990 το επιβεβαιώνει αυτό. Περιλάμβανε τους σκελετούς από έναν άντρα και μια γυναίκα, καθέναν από αυτούς με όπλα, μύτες από βέλη και ένα τσεκούρι. “Η γυναίκα ήταν ντυμένη ακριβώς όπως ο άντρας. Αυτό δείχνει, ότι ορισμένες γυναίκες, κυρίως νέες και ανύπαντρες, μπορούσαν να είναι πολεμίστριες, στην κυριολεξία Αμαζόνες. Αυτό δεν αποτελούσε προσβολή στις αρχές της νομαδικής κοινωνίας.

Οι Σκύθες ήταν εξαιρετικοί ιππείς και συγκαταλέγονταν ανάμεσα στους πρώτους που χρησιμοποίησαν σέλα και αναβολείς., θεωρούνται δε ο λαός καταγωγής των θρυλικών Αμαζόνων. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο οι Σκύθες ονόμαζαν τους εαυτούς του Σκολότες.

Το Ελληνικό όνομα Σκύθες προφανώς αντικατοπτρίζει μια παλαιότερη αντήχηση του ιδίου ονόματος Skuδa- (όπου ο Ηρόδοτος μεταγράφει το (δ) σε λάμδα ενώ το -τοι αντιπροσωπεύει την κατάληξη πληθυντικού -τα της γλώσσας του Νότιου Ιράν. Η λέξη αρχικά σήμαινε τοξευτής, τοξότης και προήλθε αρχικά από την Δωρική ρίζα -σκουδω- εκτοξεύω, πετώ. Το όνομα που είχαν οι Σογδιανοί για τον εαυτό τους, Swγδ, προφανώς αντιπροσωπεύει το ίδιο όνομα (Skuδa > Suγuδa με ανάπτυξη φωνήεντος).

Το όνομα υπάρχει επίσης και στα Ασσυριακά με τη μορφή Aškuzai ή Iškuzai, Σκύθης. Η Ασσυριακή ονομασία αποτέλεσε την πηγή του βιβλικού, εβραϊκού Ashkenaz (αρχικά’škuz με παράφραση ’šknz), που αποτέλεσε αργότερα το εβραϊκό όνομα για τις Γερμανικές περιοχές της Κεντρικής Ευρώπης και τελικώς αυτοπεριγραφικό όρο για τους Εβραίους της Κεντρικής Ευρώπης που διαβίωναν μεταξύ των Ashkenazim (Γερμανών).

Στα παραδοσιακά Πολωνικά και Ουκρανικά τραγούδια οι άνθρωποι της στέπας ονομάζονται Σόκολοι το οποίο πιθανών να προέρχεται από το Σκολότοι. Οι παλαιοί Πέρσες χρησιμοποιούσαν ένα άλλο όνομα για τους Σκύθες και συγκεκριμένα το Saka, το οποίο πιθανόν να προέρχεται από την Ιρανική ρηματική ρίζα sak- πηγαίνω, περιπλανώμαι, δηλ. περιπλανώμενος, νομάδας.

Ο Όμηρος αποκαλούσε τους Σκύθες «αρμεχτές φοράδων”» και τους περιέγραψε με λεπτομέρειες: η στολή τους αποτελούνταν από παραγεμισμένα κεντημένα δερμάτινα παντελόνια, σουρωμένα μέσα σε μπότες, και ανοιχτούς χιτώνες. Ίππευαν με αναβολείς ή σαμάρια, μόνο σαμαροσκούτια.

Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Σκύθες χρησιμοποιούσαν κάνναβη τόσο για να υφαίνουν τα ρούχα τους, όσο και για να καθαρίζονται στον καπνό της. Η χρήση της κάνναβης σε ταφικές τελετές έχει επιβεβαιωθεί από την αρχαιολογία. Ο Σκύθης φιλόσοφος Ανάχαρσις επισκέφθηκε την Αθήνα τον 6ο αιώνα π. Χ. και έγινε διάσημος σοφός.

Οι Σκύθες είναι επίσης γνωστοί για τη χρήση αγκυλωτών και δηλητηριωδών βελών πολλών τύπων, τη νομαδική ζωή που επικεντρώνονταν γύρω από τα άλογα – τρέφονταν από το αίμα των αλόγων σύμφωνα με τον Ηρόδοτο- και την ικανότητά τους στον ανταρτοπόλεμο. Οι Σκύθες από μερικούς θεωρούνται ότι πιθανά είναι οι πρώτοι που εξημέρωσαν το άλογο και το χρησιμοποίησαν στη μάχη αν και ιστορικά αυτό δεν συνάδει.

Η φωτογραφία στο εξώφυλλο του άρθρου είναι σύνθεση του Ρώσου καλλιτέχνη Γευγίνι Κράι (Евгений Край)

Διαβάστε εδώ το 1ο Μέρος

“Ο Άριστέας ο Προκοννήσιος”

Διαβάστε εδώ το 3ο Μέρος

“Οι Αριμασποί”

Διαβάστε εδώ το 2ο Μέρος

«Τα Αριμάσπεια Έπη»

Διαβάστε εδώ το 4ο Μέρος

“Οι Αρμένιοι”

Στο επόμενο 6ον Μέρος: «Οι Ισσηδόνες»

Πηγές:

  • Ηρ. 4.13.
  • Ηρ. 4.27.
  • Ηρ. 3.116.
  • Διόδ. Σ. 2.43.5.
  • Σχόλ. στον Πίνδ., Ολ. 3.24.137.
  • Ευστ., Σχόλ. στο Διον. Περ. 31.
  • Αισχ., Πρ. 802-806· Παυσ. 1.24.5· Πλίν., ΦΙ. 7.2.10· Solin. 15.20-22.
  • Ντορέτα Πέππα : Αριμάσπεια έπη – Αριστλεας ο Προκονήσιος
  • Δοκίμιο του Alberto Bernabé, “Un extraño viajero: Aristeas de Proconeso”, στο βιβλίο, Viajes en el Mediterráneo, Madrid, Editorial Universitaria, Ramón Areces
    Ηρόδοτος, Μελπομένη 
  • Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος
  • Ερευνα -συλλογή πληροφοριών Γιώβη Βασιλική
  • West, S., “Herodotus on Aristeas
  • Δημήτριος Σαραντάκος : Οι πρώτες Αρχαίες Ελληνικές Εξερευνήσεις
  • Phillips, E.D., “The Legend of Aristeas
  • Huxley, G., “Aristeas and the Cyzicene
  • J.D.P. Bolton [Aristeas of Proconnesus (Oxford 1962)],    
  • Σ. Δωρικου & Κ. Χατζηγιαννάκη. Ελληνοππελασγικά γλωσσικά στοιχεία στις Υπερβόρειες Ευρωπαικές Γλώσσες
  • Τσαβέλλα-Evjen, Χ., Τα πτερωτά όντα της προϊστορικής εποχής του Αιγαίου (Αθήνα 1970),
  • Αισχ., Πρ. 802-806· Παυσ. 1.24.5· Πλίν., ΦΙ. 7.2.10· Solin. 15.20-22.
  • Παναγιώτης Λέντζος. Η κυριαρχία των Κιμμερίων στον Β Εύξινο πόντο και η υπο των Σκυθών διώξεις τους.
  • Richard Μπρεζίνσκι, Mariusz Mielczarek, Gerry Embleton, Οι Σαρμάτες 600 π.Χ.-450 μ.Χ. (με σειρά Men-at-Arms 373), Oxford: Osprey Publishing , 2002. ISBN 9781841764856 .
  • Davis-Kimball, Jeannine. 2002. “Πολεμιστές Γυναίκες: Αναζήτηση ενός αρχαιολόγου για κρυφές Ηρωίδες της Ιστορίας . Warner Books, Νέα Υόρκη. πρώτη έκδοση, 2003. ISBN 0-446-67983-6 (PBK).
  • Tadeusz Sulimirski , “Οι Σαρμάτες” (vol. 73 στην σειρά “Αρχαίοι λαοί και τόποι») London: Thames & Hudson / Νέα Υόρκη: Praeger, 1970.
  • Αλέξανδρος Guagnini (1538-1614), “Sarmatiae Europeae
  • Ηρόδοτος «Ιστορίαι»  4. 110-116 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914
  • Πολύβιος «Ιστορία»  20.4-6 38.1 Τύμφη. Evelyn S. Shuckburgh London: Macmillan, 1889
  • Πλίνιος «Φυσική Ιστορία» 4.80 J. M. Dent & Sons, Ltd., London, 1905
  • Βαλέριος Φλάκος Αργοναυτικά 6 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914
  • Ηροδότου Ιστοριών πρώτη επιγραφομένη Κλειώ Ι, 215-216
  • Emmy Patsi-Garin: Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας, εκδ. οίκος «Χάρη Πάτση», Αθήνα 1969
  • Παυσανίας, Ἀττικά 24.6.5. Εκδώσεις Κάκτος
  • Διονύσιος ο Περιηγητής. Οἰκουμένης Περιήγησις,. Εκδώσεις Κάκτος
  • Ηρoδώτου Ιστορια  3.116 Εκδώσεις Κάκτος
  • Wells. Academik Greek Dictionaries and Encyclopedias
  • Νόννος, Διονυσιακά 48. 395 ff, 48. 449 ff
  • Ηρόδοτος, Ιστοριών 3. 116. 1, 4. 13. 1, 4. 27. 1, 4. 79. 1, 4. 152. 4 
    Invisible Lucans team. Περιοδικό Μυστήρια
  • Στράβων, Γεωγραφικά 8. 3. 12 
    Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις 1. 24. 6, 8. 2. 7, 1. 31. 2 
    Φιλόστρατος, «Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον» 3. 48, 6. 1 
  • Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρωματείς, 6.12.7.
  • Αριστοφάνου Ερήνης στ.1270
  • Ηροδότου Ιστορια 4,6
  • Στράβων , Γεωγραφία , 11.8.1
  • Γεωργιάδης, Θανάσης (2002). Περίπλους Ευξείνου, Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα
  • Τ. Sulimirski. Οι Σμαρτιανοί στη σειρά Αρχαίοι λαοί και μέρη (Θάμς & Hudson, 1970).
  • ED Phillips, “Ο μύθος του Αριστέα: Γεγονός και φαντασία στις πρώιμες ελληνικές έννοιες της Ανατολικής Ρωσίας, της Σιβηρίας και της εσωτερικής Ασίας” Artibus Asiae 18,2 (1955), σελ. 161-177
  • Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και Περι-ελλαδικών φύλων, Δημητρίου Δ. Ευαγγελίδη