fbpx

banner αεροδρομίου

«Αριμάσπεια Έπη» του Αριστέα του Προκονήσιου (Μέρος 4ον: «Οι Αρμένιοι»), γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

Η πολυετής και ενδελεχής μελέτη-έρευνα στην χαμένη, ελληνική μυθιστορία και την προϊστορία αποκλειστικά στο InTownPost. Λαοί, χώρες και τόποι, εντέχνως, τοποθετημένοι στην σφαίρα του μύθου αποκαλύπτονται, αποδεικνύοντας την πραγματική τους υπόσταση, την προέλευσή τους αλλά και την άρρηκτη σχέση τους με τον πολιτισμό της Αιγηίδας φυλής, μέσα από τα αρχαία κείμενα και τις αναφορές προ-ομηρικών εποχών, καλά κρυμμένα για τους γνωστούς, ευνόητους λόγους, στα άβατα των μεγάλων βιβλιοθηκών του δυτικού κόσμου.

«Αρμένιοι – Αριμασποί»

Οι μύθοι είναι αρχικά ιερές αφηγήσεις που συνθέτουν τη μυθική παράδοση κάθε λαού. Με την επικοινωνία των λαών σε τοπικά και χρονικά πλαίσια, τις πνευματικές ανταλλαγές και τις αλληλεπιδράσεις, ακόμη και την υπό όρους συμβίωσή τους, είναι ευνόητο ότι το παραπάνω μυθολογικό υλικό πολλαπλασιάζεται.

Η αρμενική μυθολογία είναι πολύ πλούσια σε ηρωικά πρόσωπα, ιστορίες, γεγονότα, που πλέκονται σε ένα πυκνό υφάδι και αποτελούν στέρεα αρχή και αφετηρία της τρισχιλιόχρονης ιστορίας του λαού. Οι μύθοι ήταν από τα πρώτα πνευματικά δημιουργήματα του ανθρώπου. Τους πρώτους μύθους τους εμπνεύστηκε από τα πράγματα και από τα φαινόμενα των οποίων δεν κατόρθωνε να συλλάβει το νόημα και για τα οποία ζητούσε να βρει μια ερμηνεία προκειμένου να καθησυχάζει τους φόβους του. Αυτοί χαρακτηρίζονταν από μια ευπιστία και μια απλοϊκότητα. Μοιάζουν με την ανεξάντλητη παιδική φαντασία που ερμηνεύει με το δικό της τρόπο όσα δεν εντάσσονται στo πλαίσιο της λογικής και της πραγματικότητας. Παρόλα αυτά κανείς δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει ότι κρύβουν μέσα τους σοφίες και αλήθειες που άλλοτε τέμνονται με τη φαντασία και άλλοτε με την ιστορική πραγματικότητα ενός τόπου, συντελώντας στη δημιουργία αυτού που αποκαλούμε «πολιτισμό ενός λαού».

Οι Αρμένιοι ασφαλώς δεν αποτελούν εξαίρεση. Η αρμενική ιστορία είναι γεμάτη από μύθους και ιστορικές αλήθειες και είναι πολλές φορές δύσκολο να διαχωριστούν αυτά τα δύο μεταξύ τους. Η Αρμενία είναι μια χώρα με μακραίωνη ιστορία, συνυφασμένη με μεγάλα ιστορικά και θρυλικά γεγονότα που μεταφέρονταν αρχικά με τη προφορική διήγηση από γενεά σε γενεά μέχρι να καταγραφούν από ποιητές και ιστορικούς συγγραφείς (ξεκινώντας από τον 9ο αιώνα π.Χ. έως σήμερα) για να μην λησμονηθούν ή αλλοιωθούν με το πέρασμα των αιώνων. Το έργο «Ιστορία των Αρμενίων» του ιστορικού Μοβσές Χορενατσί είναι η κλασική πηγή της αρμενικής μυθολογίας και των επικών ποιημάτων.

Μοβσές Χορενατσί
Το όρος Αραράτ

Οι Αρμένιοι πρωτοεμφανίζονται στην ιστορία κατά τον 8ο π.Χ. αιώνα. Έκτοτε, οι ορεινές περιοχές γύρω από την λίμνη Βαν αποτελούν τον μητροπολιτικό τους χώρο. Το ενδωνύμιο των Αρμενίων (Hay = Αρμένιος, Haykʿ = Αρμένιοι) προέκυψε από την περιοχή Hayasa στην οποία κατέληξαν να ζουν. Το τοπωνύμιο Ḫayaša απαντά ήδη στις Χεττιτικές επιγραφές (16ος-14ος π.Χ. αι.) και μία ενδιαφέρουσα πρόταση θεωρεί τον όρο ανατολιακό παράγωγο της ρίζας hwevos = «μέταλλο, χαλκός». Η πρόταση είναι ενδιαφέρουσα επειδή οι αρχαίοι Έλληνες στην ίδια περιοχή τοποθετούσαν τους ημιμυθικούς Χάλυβες τους οποίους και πίστωναν με την ανακάλυψη της Σιδηρουργίας. Το όνομα «Αρμενία» πρωτοεμφανίζεται στις επιγραφές της Αχαιμενιδικής Περσίας (η Arminiya- αναφέρεται ως μια από τις υποτελείς στον Μεγάλο Δαρείο περιοχές).

Καθότι συγκλίνω, λοιπόν, υπέρ της απόψεως ότι οι Αριμασποί ήταν γένος, με πολλές φυλές, μήπως κάποιοι εξ αυτών ήταν και οι πρόγονοι των Αρμενίων; Άριμα (Αρμάν) ή Αραμένιοι ή Αρμένιοι; Υπάρχουν στοιχεία που να συνδέουν τους Αριμασπούς με τους Αρμενίους ή και τους Έλληνες;

Η Αρμένικη Μυθολογία, ζωντανή ακόμη στις μνήμες του λαού αυτού, χάνεται στην αχλή του χρόνου και η προέλευσή της είναι άγνω­στη, όπως δέχεται επισήμως η επιστημονική κοινότητα.

Ο Άρ (που σημαίνει ήλιος) ήταν ο πρώτος και υπέρτατος Θεός των Αρμενίων. Και το γνωστό από την Βίβλο όρος Αραράτ, όπου προσάραξε η κιβωτός του Νώε, μετα­φράζεται ως «Άρ-αρ» (Θεός / Θεοί) + «άτ» > τμήμα, μέρος ή κομμάτι. Άρα, Αραράτ είναι ο «τόπος των Θεών» και ενδείξεις για το «αρμενικό» Αραράτ υπάρχουν ήδη από τό 6.000 π.Χ., πολύ πριν την «βιβλική χρονολόγη­ση» του κατακλυσμού, δηλαδή.

Στην οροσειρά Γκεγαμά της Αρμε­νίας, έχουν βρεθεί σπηλαιογραφίες, με σύμ­βολα πιθανόν σχετιζόμενα με αστερισμούς. Άλλωστε, οι Αρμένιοι θεωρούσαν Θεούς τον Ήλιο, τη Σελήνη, τον Γαλαξία και τους αστέρες, που επικοινωνούν με τους θνητούς μέσα από τα μετεωρικά φαινόμενα, όπως οι εκλείψεις ή η διέλευση κομητών.

Γύρω στην 6η χιλιετία, οι Αρμένιοι είχαν τοποθετήσει στα ορεινά μια σειρά από πέτρινους δράκοντες, μαζί με μορφές άλλων θηρίων (ορισμένα θυμίζουν Γρύπες), μαίαν­δρους, σταυρούς και άλλα σύμβολα. Παράλληλα, από πολύ νωρίς, όπως αναφέρει η Ντορέτα Πέππα οι Αρμένιοι επέδειξαν φοβερή ιππευτική ικα­νότητα. Η απεικόνιση ενός Αρμένιου ιππό­τη θυμίζει έντονα τους Γερμανούς ιππό­τες, αλλά και άλλους μεσαιωνικούς σιδερό­φρακτους καβαλάρηδες της Δυτικής Ιστο­ρίας, και όμως, η απεικόνιση αυτή είναι πολύ αρχαιότερη των Μεσαιωνικών χρόνων (τουλάχιστον κατά 7 αιώνες).

Γύρω στην 5η χιλιετία π.Χ. μια σειρά πέτρινοι δράκοντες τοποθετήθηκαν στις βουνοπλαγιές της Αρμενίας κοντά σε νεροπηγές (επειδή οι δράκοι κατά τους Αρμενίους έμοιαζαν με γιγάντια ψαριά που συνδύαζαν τη μορφή της φάλαινας και του καλαμαριού). Λίγο αργότερα πάνω στους μονόλιθους αυτούς άρχισαν να χαράσσονται μορφές φιδιών, θηρίων, μαίανδροι και σταυροί. Οι θεοί των Αρμενίων είχαν ως το 3.000 π.Χ. επίκεντρο τη λατρεία του ηλίου ενώ την εποχή των Ουραρτού οι θεότητές τους άρχισαν να αντικαθιστώνται με τις μορφές των θεοτήτων της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου οι οποίες ήταν συνδυασμοί μορφικών στοιχείων ζώων και ανθρώπων.

Συνεπώς μετά τό 3.000 π.Χ., οι Αρμένιοι υιοθέτησαν εν μέρει τη ζωομορφική απεικόνιση των Θεών της Με­σοποταμίας και της Αιγύπτου, ενώ κατά την Ελληνιστική περίοδο, επικράτησε ο άνθρωπομορφισμός στις απεικονίσεις των Θεών τους.

Πατέρας όλων των Θεών, δημιουρ­γός ουρανού και γης για τους Αρμε­νίους, εκτός του υπέρτατου Άρ, και ο Αραμαζάντ, που εόρταζε στις 21 Μαίου. Άρα- μαζάντ > Άχούρα Μάζδα, Ωρομάζης, ο Θεός του Καλού. Οι Ζωροαστριστές μετέτρε­ψαν τα των Αρμενίων σε δύο από «έναν» που ήταν.

Η Θεά Νουνέ (Θεά της λογικής και της μητρότητας) είναι η κουροτρόφος Αθηνά των Αρμενίων, που θυμίζει και την Ινάννα των Σουμερίων, κατά μία έννοια, αν και η Ινάννα διατηρεί την πολεμική δεινό­τητα της Αθηνάς περισσότερο. Πάντως, τα ονόματα είναι κοντά, όπως και το όνομα της Θεάς Νήιθ (Αθηνά) στην Αίγυπτο. Η Αθηνά, όπως και ο Απόλλων, ο Ζεύς, η Αφροδίτη ήταν πα­γκόσμιοι Θεοί του ανθρώπου.

Οι Αρμένιοι, σύμφωνα με τον Στρά­βωνα, συνδέονται με δεσμούς αίματος με τους Έλληνες, αφού οφείλουν την κατα­γωγή τους στον Αρμένο, τον σύντροφο του Ιάσονα στην Αργοναυτική Εκστρατεία, που προερχόταν από την πόλη Αρμένιον, κοντά στη λίμνη Βοιηίδα, μεταξύ Φερών και Λά­ρισας. Ήταν, δηλαδή, Θεσσαλός. Και υπάρχουν μάλιστα σύγχρονες γενετικές έρευ­νες, που δείχνουν αυτήν τη συγγένεια Θεσ­σαλών – Αρμενίων.

Κατά τη Ντορέτα Πέππα, το εξώνυμο (ξενική προφορά ονό­ματος) Αρμενία απαντάται, για πρώτη φορά, το 515 π.Χ., στην επιγραφή του Μπεχιστούν και αποδίδεται κατά το αρχαίο περσικό ιδίωμα ως Αρμίνα. Στά ελληνικά, το Αρμενία απαντάται καθαρά ως ενδώνυμο (ίδιον ιδίω­μα) περίπου την ίδια εποχή, με πιθανή προέ­λευση ένα απόσπασμα που αποδίδεται στον Εκαταίο τον Μιλήσιο από το 476 π.Χ. Βλέ­πουμε ότι οι ίδιοι οι Αρμένιοι κρατούσαν με καθαρότητα το όνομα του Αρμένου και άρα, δε μιλάμε για ιρανική ή άλλη της ελληνικής προέλευσης, ότι και αν ισχυρίζονται κά­ποιοι γλωσσολόγοι ή εθνολόγοι.

H επιγραφή του Μπεχιστούν
Άγαλμα του Ηρακλή στο Μπεχιστούν

Ο Ηρόδοτος όμως είχε διαφορετική άποψη από τον Στράβωνα και στα 440 π.Χ. έγραψε: «Αρμένι­οι δε κατά περ Φρύγες έσεσάχατο, έόντες Φρυγών άποικοι» δηλαδή «οι Αρμένιοι ήταν εξοπλισμένοι σαν τους Φρύγες, αφού ηταν άποικοι των Φρυγών». Και οι Φρύγες – Βρύγες (όταν ακόμα κατοικούσαν στην Βαλκα­νική και συγκεκριμένα στη Μακεδονία καί τη Θράκη), όμως, έχουν ελληνικό – πελα­σγικό αίμα μέσα τους. Δεν μπορεί να ήταν διαφορετικά, αφού ο Οδυσσέας, ακόμη και ο Ορφέας, φορούσαν το λεγόμενο «φρυγικό σκούφο». Ούτε θα χρησιμοποιούσαν τη «φρυγική αρμονία» στη μουσική τους, αν δεν την ένιωθαν δική τους οι Έλληνες. Την φρυγική καταγωγή των Αρμενίων υποστηρί­ζει και ο Εύδοξος ο Κνίδιος, όπως αναφέρει ο Στέφανος Βυζάντιος.

Και μπορεί, μερικές δεκαετίες αργό­τερα, ο Ξενοφών, στη περιγραφή της εκστρατείας του κατά των Περσών («Κύρου παιδεία»), ενώ περιγράφει με αρκετή λεπτομέρεια τη ζωή των Αρμενίων χωρικών (που τους θεωρούσε Φρύγες, κατ’ ουσία) και τη φιλοξενία τους (ελληνικό έθος, κα­θαρά αυτό), να αναφέρει ότι μιλούσαν μία γλώσσα που στά δικά του αυτιά έμοιαζε με τη γλώσσα των Περσών, αλλά αυτό συνέβαινε επειδή η προφορά τους είχε «μηδίσει» λόγω της γειτνίασης. Το αποδεικνύουν τα φωνήματα που συγκροτούσαν το κώδικα της γλώσσας και που ήταν αρχαιότατα ελλη­νικά.

Παράδειγμα φρυγικής πρότασης, που υποδεικνύει κοινή καταγωγή με την ελληνική, είναι η έπιγραφή από τον τάφο του Μίδα, όπου ο βασιλιάς αναφέρεται ως lawagetas λαφαγέτης > ηγέτης του λαού) καί wanax (άναξ, λέξεις πού είναι σαφώς Ελληνικές και μ’ αυτόν ακριβώς τον προαναφερόμενο εδώ φωνητικό τύπο απαντώνται στα μυκηναϊκά κείμενα (Γραμμική Β).

Επίσης, πρωτεύουσα του φρυγικού βασιλείου ήταν το Γόρδιο, στη δεξιά όχθη του Σαγγάριου. Εκεί και ο περίφημος «γόρ­διος δεσμός», που έκοψε με το σπαθί του ο Αλέξανδρος. Και δεν πήγε τυχαία εκεί, δεν του έτυχε στον δρόμο απλά, το έκα­νε ακριβώς επειδή γνώριζε, ως Έλλην Μα­κεδών (και όχι ως σλάβος), τις πανάρχαιες παραδόσεις που αποδείκνυαν την καταγωγή τόσο των Μακεδό­νων, όσο και των Αρμενίων από την αρχική τους κοιτίδα, την Θεσσαλία, (πράγμα που ασφαλώς δεν γνωρίζουν οι σλάβοι).

Ο Μακηδών / Μακεδών, σύμφωνα με τον Ησίοδο, ήταν γιός του Διός και της Θυίας, της κόρης του Δευκαλίωνα (βασιλιά της Θεσσαλίας) και αδελφός του Μάγνητος (Μαγνησία, Βόλος). Άλλωστε, οι Αρμένιοι φορούσαν την περίφημη και διακριτή «θεσσαλική χλαμύδα», σύμφωνα με πολλές αρχαίες μαρτυρίες. Επί πλέον, ο ποταμός Αράξης της Αρμενίας έφε­ρε τη πρώτη ονομασία του ποταμού Πηνει­ού, ο όποιος ονομαζόταν Άράξης (σχίστης) σε αρχαιότατους χρόνους, όπως αναφέρει ο Στράβων, επειδή διαχώρισε έσχισε (άπάραξεν) την Όσσα από τον Όλυμπο και σχηματίστηκε έτσι η κοιλάδα των Τεμπών.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που η Βί­βλος συνέδεσε τη διάσωση της Κιβωτού του Νώε από τον Κατακλυσμό με το όρος Αραράτ όπως αναφέρει η Ντορέτα Πέππα και, άρα, με τους εκ Θεσσαλίας και Δευκαλίωνος κατοικούντες εκεί Αρμενίους. Σήμερα, επισή­μως, οι πανεπιστημιακοί μας λένε άλλα, βέ­βαια. ότι οι Αρμένιοι κατάγονται από τους αρχαίους Χουρρίτες, oι οποίοι από την 3η χιλιετία π.Χ. δημιούργησαν αξιόλογους πολιτισμούς στα υψίπεδα που περιβάλλουν το Αραράτ. Εκείνο που δεν μας λένε, όμως, είναι ότι η πύλη των λεόντων στην μαρτυ­ρική πλέον, λόγω φανατικού Ισλάμ, αρχαία Χαττούσα, την πρωτεύουσα των Χουρριτών (που δεν ήταν Σημίτες), είναι της ίδιας εικα­στικής αντίληψης με την Πύλη των Λεόντων στις Μυκήνες.

Ο ποταμός Αράξης (Αράζ) στην Αρμενία
Η πύλη των Λεόντων στην Χαττούσα

Τέλος, οι γλωσσολόγοι: Ελένη Καραντζόλα, Βαγγέλης Ιντζίδης, Βενετσιάνα Αστάρα, Ντε Γρόοτ, Τζέιμς Τζόυς, Κάρολος Φωριέλ, η Μαριάννα Μακ Ντόναλντ,  Χάμφρεϋ Κίττο παρατηρούν εκπληκτικές ομοιότητες μεταξύ Ελληνικής και Αρμενικής γλώσσας που δεν δικαιολογούνται απλώς και μόνο λόγω της, ψευδώς λεγόμενης, κοινής ινδοευρωπαϊκής προέλευσης, αλλά προϋποθέτουν κοινή συμβίωση Ελλήνων και Αρμενίων. Το «αίνιγμα» αυτό λύνουν τα αρχαία Ελληνικά κείμενα που μιλούν για μετανάστευση του Άρμενου από τη Θεσσαλία μαζί με τον Ιάσονα και άλλους Αργοναύτες στην περιοχή της σημερινής Αρμενίας.

Επίσης τα αρχαία κείμενα μιλούν για μετανάστευση Φρυγών, ενός ελληνοπελασγικού φύλου στην Αρμενία. Αυτό σημαίνει ότι γενάρχης των Αρμενίων ήταν ένας Έλληνας Αχαιός, ο Άρμενος, που μαζί με άλλους Αχαιούς-Μυκηναίους εποίκησε την περιοχή της Αρμενίας. Μετά από αυτόν, την περιοχή αυτή εποίκησαν και άλλοι Ελληνοπελασγοί, οι Φρύγες.

Η βάση της Αρμενικής γλώσσας λοιπόν ήταν η μυκηναϊκή γλώσσα των Ελλήνων, και στη συνέχεια δέχθηκε και φρυγικά στοιχεία και, όπως θα δείξουμε σε αυτό το άρθρο, η Φρυγική ήταν ένα πανάρχαιο ελληνικό ιδίωμα. Στη συνέχεια η Αρμενική δέχθηκε επιρροές από την Ιρανική γλώσσα. Επομένως Έλληνες και Αρμένιοι έχουν πανάρχαια γλωσσική (και ως ένα μικρό βαθμό φυλετική) συγγένεια και κοινές ιστορικές ρίζες.

Η φωτογραφία στο εξώφυλλο του άρθρου είναι έργο του Αρμένιου εικαστικού Meruzhan Khachatryan

Διαβάστε εδώ το 1ο Μέρος

«Ο Άριστέας ο Προκοννήσιος»

Διαβάστε εδώ το 3ο Μέρος

«Οι Αριμασποί»

Διαβάστε εδώ το 2ο Μέρος

«Τα Αριμάσπεια Έπη»

Στο επόμενο 5ον Μέρος: «Σκύθες»

Πηγές:

  • Ηρ. 4.13.
  • Ηρ. 4.27.
  • Ηρ. 3.116.
  • Διόδ. Σ. 2.43.5.
  • Σχόλ. στον Πίνδ., Ολ. 3.24.137.
  • Ευστ., Σχόλ. στο Διον. Περ. 31.
  • Αισχ., Πρ. 802-806· Παυσ. 1.24.5· Πλίν., ΦΙ. 7.2.10· Solin. 15.20-22.
  • Ντορέτα Πέππα : Αριμάσπεια έπη – Αριστλεας ο Προκονήσιος
  • Δοκίμιο του Alberto Bernabé, «Un extraño viajero: Aristeas de Proconeso», στο βιβλίο, Viajes en el Mediterráneo, Madrid, Editorial Universitaria, Ramón Areces
    Ηρόδοτος, Μελπομένη 
  • Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος
  • Ερευνα -συλλογή πληροφοριών Γιώβη Βασιλική
  • West, S., “Herodotus on Aristeas
  • Δημήτριος Σαραντάκος : Οι πρώτες Αρχαίες Ελληνικές Εξερευνήσεις
  • Phillips, E.D., “The Legend of Aristeas
  • Huxley, G., “Aristeas and the Cyzicene
  • J.D.P. Bolton [Aristeas of Proconnesus (Oxford 1962)],    
  • Σ. Δωρικου & Κ. Χατζηγιαννάκη. Ελληνοππελασγικά γλωσσικά στοιχεία στις Υπερβόρειες Ευρωπαικές Γλώσσες
  • Τσαβέλλα-Evjen, Χ., Τα πτερωτά όντα της προϊστορικής εποχής του Αιγαίου (Αθήνα 1970),
  • Αισχ., Πρ. 802-806· Παυσ. 1.24.5· Πλίν., ΦΙ. 7.2.10· Solin. 15.20-22.
  • Παναγιώτης Λέντζος. Η κυριαρχία των Κιμμερίων στον Β Εύξινο πόντο και η υπο των Σκυθών διώξεις τους.
  • Richard Μπρεζίνσκι, Mariusz Mielczarek, Gerry Embleton, Οι Σαρμάτες 600 π.Χ.-450 μ.Χ. (με σειρά Men-at-Arms 373), Oxford: Osprey Publishing , 2002. ISBN 9781841764856 .
  • Davis-Kimball, Jeannine. 2002. «Πολεμιστές Γυναίκες: Αναζήτηση ενός αρχαιολόγου για κρυφές Ηρωίδες της Ιστορίας . Warner Books, Νέα Υόρκη. πρώτη έκδοση, 2003. ISBN 0-446-67983-6 (PBK).
  • Tadeusz Sulimirski , «Οι Σαρμάτες» (vol. 73 στην σειρά «Αρχαίοι λαοί και τόποι») London: Thames & Hudson / Νέα Υόρκη: Praeger, 1970.
  • Αλέξανδρος Guagnini (1538-1614), «Sarmatiae Europeae
  • Ηρόδοτος «Ιστορίαι»  4. 110-116 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914
  • Πολύβιος «Ιστορία»  20.4-6 38.1 Τύμφη. Evelyn S. Shuckburgh London: Macmillan, 1889
  • Πλίνιος «Φυσική Ιστορία» 4.80 J. M. Dent & Sons, Ltd., London, 1905
  • Βαλέριος Φλάκος Αργοναυτικά 6 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914
  • Ηροδότου Ιστοριών πρώτη επιγραφομένη Κλειώ Ι, 215-216
  • Emmy Patsi-Garin: Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας, εκδ. οίκος «Χάρη Πάτση», Αθήνα 1969
  • Παυσανίας, Ἀττικά 24.6.5. Εκδώσεις Κάκτος
  • Διονύσιος ο Περιηγητής. Οἰκουμένης Περιήγησις,. Εκδώσεις Κάκτος
  • Ηρoδώτου Ιστορια  3.116 Εκδώσεις Κάκτος
  • Wells. Academik Greek Dictionaries and Encyclopedias
  • Νόννος, Διονυσιακά 48. 395 ff, 48. 449 ff
  • Ηρόδοτος, Ιστοριών 3. 116. 1, 4. 13. 1, 4. 27. 1, 4. 79. 1, 4. 152. 4 
    Invisible Lucans team. Περιοδικό Μυστήρια
  • Στράβων, Γεωγραφικά 8. 3. 12 
    Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις 1. 24. 6, 8. 2. 7, 1. 31. 2 
    Φιλόστρατος, «Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον» 3. 48, 6. 1 
  • Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρωματείς, 6.12.7.
  • Αριστοφάνου Ερήνης στ.1270
  • Ηροδότου Ιστορια 4,6
  • Στράβων , Γεωγραφία , 11.8.1
  • Γεωργιάδης, Θανάσης (2002). Περίπλους Ευξείνου, Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα
  • Τ. Sulimirski. Οι Σμαρτιανοί στη σειρά Αρχαίοι λαοί και μέρη (Θάμς & Hudson, 1970).
  • ED Phillips, «Ο μύθος του Αριστέα: Γεγονός και φαντασία στις πρώιμες ελληνικές έννοιες της Ανατολικής Ρωσίας, της Σιβηρίας και της εσωτερικής Ασίας» Artibus Asiae 18,2 (1955), σελ. 161-177
  • Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και Περι-ελλαδικών φύλων, Δημητρίου Δ. Ευαγγελίδη