fbpx

banner αεροδρομίου

«Αριμάσπεια Έπη» του Αριστέα του Προκονήσιου (Μέρος 3ον), γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

Η πολυετής και ενδελεχής μελέτη-έρευνα στην χαμένη, ελληνική μυθιστορία και την προϊστορία αποκλειστικά στο InTownPost. Λαοί, χώρες και τόποι, εντέχνως, τοποθετημένοι στην σφαίρα του μύθου αποκαλύπτονται, αποδεικνύοντας την πραγματική τους υπόσταση, την προέλευσή τους αλλά και την άρρηκτη σχέση τους με τον πολιτισμό της Αιγηίδας φυλής, μέσα από τα αρχαία κείμενα και τις αναφορές προ-ομηρικών εποχών, καλά κρυμμένα για τους γνωστούς, ευνόητους λόγους, στα άβατα των μεγάλων βιβλιοθηκών του δυτικού κόσμου.

Οι Άριμασποί

Οι μύθοι αρχικά επινοήθηκαν προκειμένου να δώσουν απαντήσεις στα ανεξήγητα φαινόμενα. Έτσι, πολύ σύντομα η ανθρώπινη σκέψη συνέδεσε τους μύθους με τη λατρεία θεών και ηρώων και με τον τρόπο αυτό τέθηκαν οι βάσεις του προσδιορισμού, της ταυτότητας και της λειτουργίας των πρώτων ανθρώπινων ομάδων, διαμορφώνοντας τον κοινωνικό χάρτη των πρώτων ανθρωπίνων κοινωνιών.  Ακόμα οι μύθοι διασώζουν αφηγήσεις που προέρχονται από τη προφορική παράδοση ενός λαού και σχετίζονται με γεγονότα (π.χ. φυσικές καταστροφές, μετακινήσεις πληθυσμών, εκστρατείες),  που συνδέονται με τη ζωή των ανθρώπων.

Ένας τέτοιος γνωστός μύθος του αρχαίου κόσμου συνδέεται με έναν λαό που το όνομά του ήταν Αριμασποί, μυθικό έθνος Υπερβορείων Σκυθικής προελεύσεως, όπως αναφέρουν οι: Διονύσιος ο Περιηγητής, Ηρόδοτος, Διόδωρος ο Σικελιώτης, κατονομάζοντάς τους ως πλούσιους και κατόχους κοιτασμάτων χρυσού, που κατοικούσαν στην περιοχή της αρχαίας Σκυθίας.

Στον Πίνδαρο αναφέρεται και το όνομα του βασιλιά-γενάρχη τους, του πελασγού Αριμασπού, ο δε  Παυσανίας αναφέρεται στους Αριμασπούς στα «Ἀττικά» του, ότι οι Αριμασποί ήταν πολεμοχαρείς αλλά και μονόφθαλμοι (δεν εξηγεί όμως τι εννοεί με αυτό αν πρόκειται για γεννητική ανωμαλία και μοιάζουν ως Κύκλωπες ή κλείνανε το μάτι τους με ένα κομμάτι ύφασμα όπως κάνανε οι πειρατές για να διαβάζουν καλύτερα τον αστρικό χάρτη το βράδυ στον ουρανό. Ήταν επίσης ξανθοί και είχαν τα μαλλιά τους δεμένα με χρυσό.

Ο Διονύσιος ο Περιηγητής κατονομάζει τους Αριμασπούς ως πλούσιους και κατόχους κοιτασμάτων χρυσού. Οι Γρύπες μάλιστα αναφέρει τρέφονταν με αυτό το χρυσό. Οπότε ή πράγματι ήταν κάποια περίεργα όντα ή κατά τον Ευστάθιο Θεσσαλονίκης, το όνομά τους, είναι σκυθικό και σημαίνει μονόφθαλμος.

Ο Παυσανίας αναφέρεται στους Αριμασπούς στα «Αττικά» του. Σε μία από τις αναφορές του λέει ότι σε αυτούς περνάνε πρώτα τα θεία δώρα των Υπερβορείων που τα μεταφέρουν στους Ισσηδόνες μετά στους Σκύθες και από αυτούς στους Έλληνες.

Ο ποιητής Αντίμαχος ο Τήιος (900 π. Χ. αι.) στο έπος «Επίγονοι», επίσης αναφέρει ότι και οι Αριμασποί ήταν Συθικό φύλο κατατάσσοντας τους ως Υπερβόρειους, Ο δε Στέφανος Βυζάντιος και ο σχολιαστής του Καλλιμάχου ονομάζουν τους Αριμασπούς επίσης λαό των Υπερβορείων. Οι Αριμασποί μάλιστα ονομάζονται και  «Ευεργέτες», διότι διέσωσαν το σκάφος των Αργοναυτών από χειμερινή τρικυμία (Στέφανος Βυζάντιος). Κατά μία άλλη εκδοχή, έσωσαν το στρατό του Κύρου από σίγουρο θάνατο λόγω έλλειψης τροφίμων.

Σύμφωνα λοιπόν με το μύθο, οι Αριμασποί βρίσκονται σε συνεχή πάλη με τους Γρύπες για το χρυσό. Η χώρα στην οποία ο Αριστέας και ο Ηρόδοτος τοποθετούν τους Αριμασπούς αναφέρεται αόριστα ως βορράς της Ευρώπης, στην άκρη της Οικουμένης, ενώ η μεταγενέστερη γραμματεία τούς τοποθετεί πέραν των Ριπαίων ορέων, στην Ασία.

Η ερμηνεία του μύθου της πάλης των Αριμασπών με τους Γρύπες είναι εξαιρετικά δύσκολη ως ακατόρθωτη βάση λογικής. Στην Ελλάδα πρωτοεμφανίζεται ως λογοτεχνικό θέμα, όπου οι ήρωες τοποθετούνται σε άγνωστα μέρη της γης και χάρη της μυθοπλαστικής φαντασίας αποκτούν φανταστικά χαρακτηριστικά. Όπως συμβαίνει πάντα, και αυτός ο μύθος βασίζεται σε κάποια πραγματικά στοιχεία. Έτσι, μερικοί ερευνητές τον ερμηνεύουν κυριολεκτικά και πιστεύουν, ότι πίσω από τις φανταστικές λεπτομέρειες κρύβεται ένας πραγματικός αρχαίος λαός, οι Αριμασποί, ο οποίος θα αναλυθεί κατωτέρω.

Yπάρχει και η άποψη ότι και οι αναφερόμενοι από τον Αριστέα και τον Ηρόδοτο  Γρύπες ήταν όχι φανταστικά όντα αλλά η ονομασία ενός αρχαίου λαού, που, λόγω της ομοιότητας του μύθου για τους γρύπες του βορρά και της Ινδίας, μετατράπηκε στη λογοτεχνική παράδοση σε φανταστικά τέρατα. Οι άκρως αόριστες πληροφορίες για τον τόπο κατοικίας των Αριμασπών επιτρέπουν στους ερευνητές να τους τοποθετούν σε διάφορες περιοχές, ανάμεσα στα Ουράλια όρη και τα Αλτάι όρη στη Σιβηρία, δηλαδή στην περιοχή όπου κατοικούσαν σιβηροσκυθικές φυλές. Γι΄ αυτό τον λόγο και η ονομασία Αριμασποί ερμηνεύεται ως προερχόμενη από το αρχαιοίρανικό «άσπα», που σημαίνει ίππος.

Άλλη άποψη υπογραμμίζει πρωτίστως το μυθικό στοιχείο του μοτίβου και βλέπει εδώ τη μεταφορά στην αρχαία ελληνική παράδοση ενός στοιχείου της σκυθικής ή, μέσω αυτής, μιας αρχαιότερης μυθολογικής παράδοσης. Οι Γρύπες, με βάση την ανάλυσή τους στα έργα της σκυθικής τέχνης, ερμηνεύονται ως η προσωποποίηση του επέκεινα κόσμου. Η δε πάλη των Αριμασπών με τους γρύπες σε αυτή την περίπτωση αποκτά έννοια συμβολική, εκφράζοντας την ιδέα των εμποδίων που συναντάει η ψυχή στο δρόμο προς το βασίλειο των νεκρών ή την πάλη του Άνω και του Κάτω Κόσμου για την κατοχή της θεϊκής ύλης, η οποία αντιπροσωπεύεται από το χρυσό.

Οι Αριμασποί νοούνται ως οι φύλακες των συνόρων της χώρας της ευδαιμονίας. Να θυμηθούμε ότι οι Αριμασποί του Αριστέα και του Ηροδότου ήταν γείτονες των Υπερβορείων, ενός εξιδανικευμένου λαού, συνδεδεμένου στην ελληνική μυθολογική παράδοση, μέσω του Απόλλωνα, με τη λατρεία του Ηλίου. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Απόλλωνας κάνει το ταξίδι του στη χώρα τους πετώντας πάνω σε γρύπα, ένα δαμασμένο τέρας του κόσμου των νεκρών. Μην ξεχνάμε ότι ο κόσμος των νεκρών ήταν η κάτω γη υπαρκτό μέρος για τους αρχαίους Έλληνες, η Μέση γη ήταν αυτή που είμαστε εμείς τώρα και η πάνω γη. Αυτό είναι ένα άλλο δύσκολο και δυσνόητο θέμα.

Όποια ερμηνεία του θέματος και αν επιλέξουμε, την κυριολεκτική ή την καθαρά μυθολογική και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ένα στοιχείο που τις ενώνει. Ο μύθος για την πάλη των Αριμασπών με τους Γρύπες αντανακλά τις μυθολογικές αντιλήψεις των αρχαίων ιρανόφωνων φυλών της Ασίας και του βορείου Ευξείνου, οι οποίες εισήχθησαν στην ελληνική κοσμολογία και την εικαστική παράδοση μετά τη γνωριμία των Ελλήνων με το σκυθικό κόσμο.

Η Ντορέτα Πέππα  στο άρθρο της (Αριστέας, ο Επικός ποιητής) αναφέρει ότι: «Ο Αριστέας, γράφο­ντας το επικό του ποίημα, είπε πως έφτα­σε στην χώρα των Ισσηδόνων σε κατάστα­ση απολλώνειας έκστασης και ότι πιο πέρα από τους Ισσηδόνες κατοικούν άνθρω­ποι μονόφθαλμοι, οι Αριμασποί, και πέρα απ’ αυτούς, οι Γρύπες οι χρυσοφύλακες, και πιο βόρεια απ’ αυτούς οι Υπερβόρειοι, που φτά­νουν ως την θάλασσα». Λοιπόν, (διηγήθηκε) πως όλοι αυτοί, με εξαίρεση τους Υπερβό­ρειους, πρώτα οι Αριμασποί και ύστερα όλοι οι άλλοι, πατούσαν τη γη των γειτόνων τους, και έτσι οι Αριμασποί, έδιωξαν με τη βία τους Ισσηδόνες από τη χώρα τους, οι Ισσηδό­νες τους Σκύθες, και οι Κιμμέριοι, που κατοι­κούσαν στις ακτές της νότιας θάλασσας, εκδιώχθηκαν από τους Σκύθες  εγκαταλείποντας την χώρα τους.

Αυτά γράφει ο Ηρόδοτος περί Κιμ­μερίων, Ισσηδόνων, Σαρματών, Αριμασπών, Γρυπών και Υπερβόρειων, τους οποίους είχε επισκε­φθεί ο Αριστέας σέ κατάσταση «Άπολλώνειας  έκστασης» -αφού μέσω του μάντη Απόλ­λωνος – Ήλιου είναι δυνατή μια τέτοια εσωτεριστική εμπειρία. Όλοι αυτοί οι λαοί, πλην των Υπερβορείων, πολεμούσαν συνεχώς μεταξύ τους, όπως είδαμε στο απόσπασμα του Ηρόδοτου. Και πολεμούν ακόμα πολλοί με πολλούς εκεί πέρα, στην Ασία.

Σε σχέση με τους Αριμασπούς, ο Ηρόδοτος αναφέρει επίσης πως ήσαν μονόφθαλμοι εκ γενετής. Στα σκυθικά, κατά τον Ηρό­δοτο πάλι, το όνομα «Αριμασποί» μεταφρά­ζεται ως έξης: (άριμα > ένα, σπου > μάτι (Αρι­μασποί > οι μονόφθαλμοι). Και τίθεται το ερώτημα, γιατί οι Ζωροαστριστές (γειτνιάζοντες με τα Σκυθικά φύλα) κατέστησαν τον Αριμάν (τον ένα) ως τον Θεό του Κακού στο ντουαλιστικό θρησκευτικό τους σύστημα, δηλαδή τη πίστη στην ανώτερη κυριαρχία δύο δυ­νάμεων: τόσο του Καλού, όσο και του Κα­κού;

«Άριμα» είναι, λοιπόν, το «εν», και μά­λιστα το αγγλικό λεξικό Richardson θεω­ρεί τη λέξη αυτή αραβική (άρίμ), που επίσης σημαίνει «ένα». Το δεύτερο συνθετικό προ­σιδιάζει επίσης στη γερμανική λέξη spau / spa, τα γνωστά μας σπα > η πηγή. Όμως, στα περσικά, τα αραβικά και τα εβραϊκά η ιδία λέξη σημαίνει και «πηγή» και «μάτι». Οπότε, υπάρχει και η περίπτωση να είναι βουστροφηδόν γραμμένη η ελληνική λέξη πρόσω­πο (το εμπεριέχον τα μάτια) Ώψ (ώπς / όπς ηχητικά) σε ξένη, μη ελληνική γραφή, οπό­τε διαβάζεται ανάποδα: στο (σπά…). Και αυτό, γιατί οι Ασιάτες γράφουν ανάποδα.

Πού πραγματικά έμεναν οι Αριμασποί δεν το γνωρίζουμε. Οι γνώμες διίστανται όπως αναφέρει η Ντορέτα Πέππα. Οι περισσότεροι μελετητές τούς τοποθετούν ανάμεσα στα Ουράλια Όρη (τα Ριπαία Όρη των Αρχαίων Ελλήνων) και τα Αλτάια ή Αλταία Όρη της Σιβηρίας – Μογγολίας (άρα, στα σύνορα της θεωρούμενης ως επικρατέστερης περιοχής των Γρυπών), στα σύνορα Σιβηρί­ας – Μογγολίας, σε μια εκτεταμένη περιοχή, δηλαδή, στην οποία κατοικούσαν Σκυθικές και Μογγολικές κυρίως φυλές, αλλά και Ιρα­νικές. Ορισμένοι, μάλιστα, ερμηνεύουν το δεύτερο συνθετικό του ονόματός τους από την αρχαία ιρανική λέξη «άσπα», που σημαί­νει Ίππος.

Οι ίδιοι μελετητές, διαφωνώντας τόσο με τον Ηρόδοτο, όσο και με άλλους συναδέλφους τους, αποδίδουν το πρώτο συνθετικό του ονόματος «Αριμασποί», στην αρχαία ιρανική λέξη «άριμα» (αγάπη). Έτσι, οι Άριμασποί είναι «αυτοί που αγαπούν τα άλο­γα», οι «φιλίπποι» δηλαδή, και πράγματι, οι κά­τοικοι της στέπας (γιατί στίς στέπες κατοι­κούσαν οι Άριμασποί) υπήρξαν δεινοί ιππείς από αρχαιοτάτων χρόνων.

Ο Αισχύλος έχει μια εντελώς δια­φορετική άποψη βέβαια, και είναι πιθανόν να είχε διαβάσει τα «Αριμάσπεια έπη» ή να τα είχε υπ’ όψιν του έστω. Μιλά αφενός για τους Γρύπες, αλλά στη συζήτηση που κάνει ο Προμηθέας, δεσμώτης ών, με την Ιώ και της δίνει τις κατευθυντήριες για τη δια­δρομή που θα έπρεπε να άκολουθήσει κατά τις περιπλανήσεις της, συμπεριλαμβάνει και τους Αριμασπούς, τους οποίους και τοποθε­τεί ανάμεσα στις Γοργόνες και τους Αιθίο­πες (Αφρικανούς), οπότε φαίνεται πως θεω­ρούσε πως ζούσαν είτε νότια (στην Αφρική), είτε δυτικά, προς τον Ατλαντικό, είτε ακόμη και ανατολικά, πάντως όχι βόρεια – βορειοανατολικά, αν υποθέσουμε πως οι δικές του «Γοργόνες» ζούσαν σε νησί του Περσι­κού Κόλπου ή και του Ειρηνικού Ωκεανού και όχι του Ατλαντικού.

Είναι λοιπόν δυνατό να υφίσταται τέ­τοια διαφοροποίηση απόψεων; Μιλάμε για άλλες Ηπείρους. Εκτός και αν υπήρχαν πολλοί Αριμασποί. Και τι μπορεί να ήταν αυτοί οι περίεργοι «μονόφθαλμοι»; Ένα άλλο, ένα πα­λαιότερο γένος; Με πολλές φυλές διαφορε­τικές, όπως θα δούμε, οι οποίες από συγ­γραφέα σε συγγραφέα περιγράφονται με εντελώς διάφορα χαρακτηριστικά, πέρα από τη περιοχή στην όποια τοποθετείται ή δια­μονή τους εκάστοτε; Γιά τον γράφοντα όλα είναι πιθα­νά, αφού τίποτε δέν έχει αποδειχθεί εξάλ­λου.

Οι Αριμασποί, όπως αναφέρει η Ντορέτα Πέππα στο ομώνυμο άρθρο της, από ορισμένους, θε­ωρούνται ως οι «συνοριοφύλακες» προς τη χώρα της ευδαιμονίας, δηλαδή πρός την Ύπερβόρεια, η Αγκάρθα ή Σαμπάλα, η Σαν- γκρί-λά, δηλαδή πρός τη μαγική περιοχή (υπόγεια ή υπέργεια, πάντως αλλοδιαστατική), που οι πύλες εισόδου της θεωρείται πως βρίσκονται κάπου στα Ιμαλάια. Όμως, όσοι λένε πως οι Αριμασποί είναι οι φύλακες του υπέροχου αυτού και άγνωστου κόσμου, λανθάνουν, αφού φύ­λακες της Ύπερβόρειας δεν μπορεί παρά να είναι μόνο οι Γρύπες -ηλιακά ζώα, γάρ, όπως θα αποδείξω και όπως αναφέρουν και πλείστοι όσοι συγγραφείς, αλλά και παραδό­σεις.Κάτι που ταυτίζει τους Γρύπες με τα λεγόμενα Γκορός, που είναι τα πνεύματα φύ­λακες της Ινδουιστικής και Βουδιστικής πα­ράδοσης, τα όποια φρουρούν τα περάσμα­τα (πύλες) πρός τη μυστική Αγκάρθα, την έδρα του «βασιλιά του κόσμου», στα Ιμαλά­ια. Άλλωστε, οι Αριμασποί του Αριστέα είναι γείτονες με τους Γρύπες, που αυτοί μόνο συ­νορεύουν με τους Υπερβόρειους, που ίσως είναι και οι πραγματικοί κάτοικοι της θρυ­λικής Αγκάρθα, τελικά.

Ο Ηρόδοτος βέβαια αναφέρει πως οι Υπερβόρειοι είχαν μεγάλη χώρα και πως η επικράτειά τους έφτανε σε μια θάλασσα (κά­ποιοι πιθανολογούν πως πρόκειται για τη Θάλασσα του Μπάρεντς πάνω από τη Βό­ρεια Εύρώπη, στον Αρκτικό Ωκεανό. Ίσως, όμως, αυτό να ίσχυε για τους πανάρχαιους καιρούς και κάποιος ή κάτι να ανάγκασε, τε­λικά, τους μέχρι τότε ανίκητους Υπερβόρειους να περιοριστούν ή και να χαθούν από προσώπου γης στην κυριολεξία. Κάποιος, κάποιοι, κάτι. Ίσως με το χαμό των γρυπών, οι πύλες τους να έμειναν ακάλυπτες. Ίσως να αναγκάστηκαν τότε να καταφύγουν στις «πύλες» των Ιμαλαΐων. Οι σκέψεις πολλές, οι μύθοι πάντα γοητευτικοί, μα και αινιγματικοί και σιωπηλοί σε σχέση με τις αλήθειες που κρύβουν.

Σύμφωνα με τον μύθο, λοιπόν, οι Άριμασποί βρίσκονται σε συνεχή πάλη με τους Γρύπες για το χρυσό.

Για τον Ηρόδοτο, παρ’ όλο που εκφράζει την επιφύλαξή του ως πρός το αν ήταν μονόφθαλμα όντα οι Αριμασποι, δέν υπάρχει αμφιβολία ότι θεω­ρούσε πως επρόκειτο για πραγματική φυλή. Με παρόμοιο τρόπο τους αντιμετωπίζει και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, ενώ στα σχόλια στον Πίνδαρο βρίσκουμε και το όνομα του βασιλιά – γενάρχη τους, του Αριμασπού. Ο Εύστάθιος, για τον οποίο οι Αριμασποι είναι «έθνος σκυθικό», προσπαθεί με λογικό τρόπο να εξηγήσει τη μονοφθαλμία τους, συσχετίζοντάς τη με την εξάσκηση στην τοξοβολία, η οποία τους ανάγκαζε να κλείνουν το ένα τους μάτι για να στοχεύσουν, καλύπτοντάς το μάλιστα, όπως θα έκαναν πολύ αργότε­ρα και οι πειρατές. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Δι­ονύσιος ο Περιηγητής τους ονομάζει «αρειμανείς» ή «αρειμανίους». Αυτό τους συσχετί­ζει σαφέστερα ακόμα με τον κακό «Θεό» του Ζωροαστρισμού, τον Αριμάν η Αρειμάνιο, όπως αποκαλείται από τους Έλληνες συγ­γραφείς.

Ας δούμε και μία άλλη εκδοχή, που μπερδεύει τα Ριπαία Όρη με τις Άλπεις, Ενώ πρόκειται για τα Ουράλια, όπως είπαμε, είναι σαφές ότι μαζί με τις αυγές του Μεσαίωνα της Ιστορίας, είχε επέλθει και η γενική λήθη, αλλά και  σύγχυση. Από τα «Εθνικά» του Στέφανου Βυζάντιου (5ος αί. μ.Χ.) διαβά­ζουμε, λοιπόν (μετάφραση): «Οι Υπερβόρειοι είναι έθνος. Ο Πρώταρχος αποκαλεί μ’ αυτό  τον τρόπο τις Άλπεις: Ρίπαία όρη και όσους κατοικούν πάνω από τα Άλπεια όρη (Άλπεις) ονομάζει Υπερβόρειους».

Ο Καλλίμαχος λέει πως αυτοί είναι οι Αριμασποί. Ο Δαμάστης στο «Περί Εθνών», αναφέρει, ότι «πάνω από τους Σκύθες κατοικούν οι Ισσηδόνες και πάνω απ’ αυτούς οι Αριμα­σποί και πανω από τους Αριμασπούς είναι τα Ρίπαια όρη, απ’ όπου πνέει ο βόρειος άνεμος και ποτέ από κεί δέν λείπει το χιόνι. Καί πάνω από τα όρη αυτά, οι Υπερβόρειοι κατοικούν, στην άλλη θάλασσα». Ως άλλη θάλασσα να υπονοείται, άραγε, ο Ειρηνικός; Εκτός και αν ο Βυζαντινοί γνώριζαν -απίθανο φαίνεται- τον Βόρειο Παγωμένο Ωκεανό. Όσο για τον Δαμάστη ήταν από το Σίγειο της Αρχαί­ας Τρωάδας και υπήρξε σύγχρονος του Ηρο­δότου, ενώ ο Πρώταρχος ήταν Επικούρειος φιλόσοφος του 2ου αι. π.Χ.

Ξεκινώντας από τον 5ο αι. π.Χ., η εικαστική μορφή της πάλης του Γρύπα στην αρχαία ελληνική τέχνη συχνά συνδέεται με τους Αριμασπούς και κατά τον 4ο αι. π.Χ. η πάλη τους γίνεται σταθερό θέμα της αττικής αγγειογραφίας στα αγγεία της τεχνοτροπίας του Κερτς. Στους συγγραφείς συναντάμε μια παράλληλη εκδοχή του μύθου για τους Αριμασπούς και τους γρύπες. Πρόκειται για την ιστορία για τα μυρμήγκια, από τα οποία οι Ινδοί κλέβουν το χρυσό.

Στον Κτησία τα μυρμήγκια μετατρέπονται σε γρύπες και σε ολοκληρωμένη μορφή στο Σολινό. Ο μύθος αυτός θυμίζει πλέον έντονα την εκδοχή με τους Αριμασπούς. Οι ίδιοι οι αρχαίοι παρατηρούσαν αυτή την ομοιότητα. Η ερμηνεία του μύθου της πάλης των Αριμασπών με τους γρύπες είναι εξαιρετικά δύσκολη. Στην Ελλάδα πρωτοεμφανίζεται ως λογοτεχνικό θέμα, όπου οι ήρωες τοποθετούνται σε άγνωστα μέρη της γης και χάρη της μυθοπλαστικής φαντασίας αποκτούν φανταστικά χαρακτηριστικά.

Όπως συμβαίνει πολλές φορές, και αυτός ο μύθος μπορεί να βασίζεται σε κάποια πραγματικά στοιχεία. Έτσι, μερικοί ερευνητές τον ερμηνεύουν κυριολεκτικά και πιστεύουν ότι πίσω από τις φανταστικές λεπτομέρειες κρύβεται ένας πραγματικός αρχαίος λαός, οι Αριμασποί. Υπάρχει και η άποψη ότι και οι αναφερόμενοι από τον Αριστέα και τον Ηρόδοτο, Γρύπες ήταν όχι φανταστικά όντα, αλλά η ονομασία ενός αρχαίου λαού, που, λόγω της ομοιότητας του μύθου για τους γρύπες του βορρά και της Ινδίας, μετατράπηκε στη λογοτεχνική παράδοση σε φανταστικά τέρατα.

Έν κατακλείδι και για να δούμε και την ηθική πλευρά του ζητήματος που μας απασχολεί και επειδή ο Καλλίμαχος, όπως διαβάσαμε, ταύτιζε τους Αριμασπούς με τους Υπερβορείους: ήταν καλοί ή κακοί οι Άριμασποί; Ορισμένοι τους θεωρούν εξαιρε­τικά καλούς. Σύμφωνα με τον Στράβωνα, έφθασε με κακοκαιρία η Αργώ και σώθηκε από τους Αριμασπούς, και γι’ αυτό και αυτοί ονομάστηκαν Ευεργέ­ται».

Αν  αυτό συμβαίνει τότε η χώρα των Αριμασπών δεν βρίσκεται στους πρόποδες των Άλπε­ων, όπου τοποθετεί ο Βυζάντιος τους Αριμασπούς, ούτε και η έρημος Γκόμπι (ή άλλη και επικρατέστερη εκδοχή περί της τοποθε­σίας των Αριμασπών) έχουν θάλασσα για να βρεί αραξοβόλι η Αργώ, οπότε δύο τινά συμβαίνουν: ή η Άργώ ταξίδευε και στην στεριά, πράγμα πού αφήνεται να εννοηθεί μέσα στα «Αργοναυτικά», ή οι Αριμασποί ήταν, όπως υποστηρίζω, εξαπλωμένοι σε πολλά μέρη και κάποιοι από αυτούς έμεναν κοντά στην Θάλασσα -Ειρηνικό ή Ερυθρά Θάλασσα – Περσικό κόλπο, όπως υπονοεί ο Αισχύλος.

Διαβάστε εδώ το 1ο Μέρος

“Ο Άριστέας ο Προκοννήσιος”

Διαβάστε εδώ το 2ο Μέρος

«Τα Αριμάσπεια Έπη»

Στο επόμενο 4ον Μέρος: «Αρμένιοι – Άριμασποί»

Πηγές:

  • Ηρ. 4.13.
  • Ηρ. 4.27.
  • Ηρ. 3.116.
  • Διόδ. Σ. 2.43.5.
  • Σχόλ. στον Πίνδ., Ολ. 3.24.137.
  • Ευστ., Σχόλ. στο Διον. Περ. 31.
  • Αισχ., Πρ. 802-806· Παυσ. 1.24.5· Πλίν., ΦΙ. 7.2.10· Solin. 15.20-22.
  • Ντορέτα Πέππα : Αριμάσπεια έπη – Αριστλεας ο Προκονήσιος
  • Δοκίμιο του Alberto Bernabé, “Un extraño viajero: Aristeas de Proconeso”, στο βιβλίο, Viajes en el Mediterráneo, Madrid, Editorial Universitaria, Ramón Areces
    Ηρόδοτος, Μελπομένη 
  • Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος
  • Ερευνα -συλλογή πληροφοριών Γιώβη Βασιλική
  • West, S., “Herodotus on Aristeas
  • Δημήτριος Σαραντάκος : Οι πρώτες Αρχαίες Ελληνικές Εξερευνήσεις
  • Phillips, E.D., “The Legend of Aristeas
  • Huxley, G., “Aristeas and the Cyzicene
  • J.D.P. Bolton [Aristeas of Proconnesus (Oxford 1962)],    
  • Σ. Δωρικου & Κ. Χατζηγιαννάκη. Ελληνοππελασγικά γλωσσικά στοιχεία στις Υπερβόρειες Ευρωπαικές Γλώσσες
  • Τσαβέλλα-Evjen, Χ., Τα πτερωτά όντα της προϊστορικής εποχής του Αιγαίου (Αθήνα 1970),
  • Αισχ., Πρ. 802-806· Παυσ. 1.24.5· Πλίν., ΦΙ. 7.2.10· Solin. 15.20-22.
  • Παναγιώτης Λέντζος. Η κυριαρχία των Κιμμερίων στον Β Εύξινο πόντο και η υπο των Σκυθών διώξεις τους.
  • Richard Μπρεζίνσκι, Mariusz Mielczarek, Gerry Embleton, Οι Σαρμάτες 600 π.Χ.-450 μ.Χ. (με σειρά Men-at-Arms 373), Oxford: Osprey Publishing , 2002. ISBN 9781841764856 .
  • Davis-Kimball, Jeannine. 2002. “Πολεμιστές Γυναίκες: Αναζήτηση ενός αρχαιολόγου για κρυφές Ηρωίδες της Ιστορίας . Warner Books, Νέα Υόρκη. πρώτη έκδοση, 2003. ISBN 0-446-67983-6 (PBK).
  • Tadeusz Sulimirski , “Οι Σαρμάτες” (vol. 73 στην σειρά “Αρχαίοι λαοί και τόποι») London: Thames & Hudson / Νέα Υόρκη: Praeger, 1970.
  • Αλέξανδρος Guagnini (1538-1614), “Sarmatiae Europeae
  • Ηρόδοτος «Ιστορίαι»  4. 110-116 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914
  • Πολύβιος «Ιστορία»  20.4-6 38.1 Τύμφη. Evelyn S. Shuckburgh London: Macmillan, 1889
  • Πλίνιος «Φυσική Ιστορία» 4.80 J. M. Dent & Sons, Ltd., London, 1905
  • Βαλέριος Φλάκος Αργοναυτικά 6 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914
  • Ηροδότου Ιστοριών πρώτη επιγραφομένη Κλειώ Ι, 215-216
  • Emmy Patsi-Garin: Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας, εκδ. οίκος «Χάρη Πάτση», Αθήνα 1969
  • Παυσανίας, Ἀττικά 24.6.5. Εκδώσεις Κάκτος
  • Διονύσιος ο Περιηγητής. Οἰκουμένης Περιήγησις,. Εκδώσεις Κάκτος
  • Ηρoδώτου Ιστορια  3.116 Εκδώσεις Κάκτος
  • Wells. Academik Greek Dictionaries and Encyclopedias
  • Νόννος, Διονυσιακά 48. 395 ff, 48. 449 ff
  • Ηρόδοτος, Ιστοριών 3. 116. 1, 4. 13. 1, 4. 27. 1, 4. 79. 1, 4. 152. 4 
    Invisible Lucans team. Περιοδικό Μυστήρια
  • Στράβων, Γεωγραφικά 8. 3. 12 
    Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις 1. 24. 6, 8. 2. 7, 1. 31. 2 
    Φιλόστρατος, «Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον» 3. 48, 6. 1 
  • Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρωματείς, 6.12.7.
  • Αριστοφάνου Ερήνης στ.1270
  • Ηροδότου Ιστορια 4,6
  • Στράβων , Γεωγραφία , 11.8.1
  • Γεωργιάδης, Θανάσης (2002). Περίπλους Ευξείνου, Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα
  • Τ. Sulimirski. Οι Σμαρτιανοί στη σειρά Αρχαίοι λαοί και μέρη (Θάμς & Hudson, 1970).
  • ED Phillips, “Ο μύθος του Αριστέα: Γεγονός και φαντασία στις πρώιμες ελληνικές έννοιες της Ανατολικής Ρωσίας, της Σιβηρίας και της εσωτερικής Ασίας” Artibus Asiae 18,2 (1955), σελ. 161-177
  • Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και Περι-ελλαδικών φύλων, Δημητρίου Δ. Ευαγγελίδη