fbpx

banner αεροδρομίου

«Απολαυστικοί Μελ Γκίμπσον και Βινς Βον, πληθωρική, ρυθμική η Νάταλι Πόρτμαν και «Εμείς» οι τρομακτικοί», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ψυχαγωγία! Κύριο ζητούμενο στην θέαση κινηματογραφικών ταινιών, κίνητρο ακατάρριπτο που, ως γνωστόν, εκπορεύεται πάντα από το προϊόν της Τέχνης του σινεμά. Όταν όμως αυτό το προϊόν είναι θλιβερό και ανελέητα υποδεέστερο των βασικών προδιαγραφών του, τότε ο θεατής εύλογα θα αμυνθεί και θα στρέψει τα μούτρα του σε άλλες οδούς και λιβάδια για να ανακαλύψει την ψυχική του τέρψη. Και ο επαγγελματικός χώρος αυτής της ψυχαγωγίας αρχίζει την κλάψα για την μείωση των εισιτηρίων.

Το σημείο εκκίνησης για την απίστευτη σε μέγεθος προβολή κακών ταινιών ξεκινάει από την «θεία κονόμα», όπως εύστοχα αποκαλούν οι αφανείς «ψαγμένοι» την οδυνηρή εικόνα που φιγουράρει ένδοξα στο κάδρο της εποχής και μάλιστα στον χώρο των Τεχνών. Πλείστες σε αριθμό κινηματογραφικές παραγωγές κάτω του μετρίου, άνευ ενδιαφέροντος ανατρέπονται εν είδει χωματερής στο σινεφίλ πεδίο των επιλογών.

Μια, δυο, τρεις φορές ο ανυποψίαστος θεατής θα ακολουθήσει την φόλα, τέταρτη όμως όχι, καθότι εκτός του ενστίκτου υπάρχει και η εμπειρία, διάολε, ως οπλικό σύστημα στο ανθρώπινο είδος, ακόμα κι αν δεν είναι επαγγελματίας κριτικός κινηματογράφου.

Οι αιθουσάρχες από την άλλη δακρύζουν, βλέποντας τους χώρους τους άδειους, όταν αποφασίζουν να τρέξουν τα γραφεία διανομής 8, 9 και 10 ταινίες εβδομαδιαίως, που ζήτημα είναι εάν αξίζει η μια από δαύτες. Υπάρχουν όμως οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, υπάρχει η «ευλογημένη μονέδα», που ακολουθεί την εντελώς αδιάφορη και συνήθως κακή ταινία.

Χρήμα που διανέμεται αφειδώς από ευρωπαϊκά κονδύλια σε προωθητικές κατευθύνσεις για την κινηματογραφική παραγωγή ή «βοηθήματα» για το καλό της Τέχνης, κατά το ηπιότερον, ώστε να υπάρχει το κατάλληλο «καύσιμο» για να σηκωθεί η ταινία στο άσπρο πανί, διότι από μόνη της και «ασιδέρωτη» μηδέ οι γονείς του σκηνοθέτη  θα έκοβαν εισιτήριο.

Προβάλλεται το προϊόν, τακτοποιούνται οι λογαριασμοί και οι όποιοι θεατές του αδιάφορου και φτηνού θεάματος, που εναπόθεσαν τον οβολό τους στο ταμείο, αυτοκρίνονται ως τα εξιλαστήρια θύματα της υπόθεσης ή ως πέπονες κατά το αρχαιότερον. Τέχνη σου λέει, ο καλοπροαίρετος και διψασμένος για ψυχαγωγία θεατής, ευρωπαϊκό, φιλμικό προϊόν, ξανασκέφτεται έντιμα, το τολμάει και τσουπ, μάπα το σταφύλι. Εν τω μεταξύ η κριτική είναι απούσα.

Και φτάσαμε στο δεύτερο σημαντικό και φλέγον ζήτημα, που ανάγεται σε πρώτο. Κριτική ταινιών!

Τι σημαίνει για έναν άνθρωπο που παρακολουθεί σινεμά η ανάγνωση της κριτικής μιας ταινίας;

Γνώση, ενημέρωση, τροφή για σκέψη, πιθανώς παρακίνηση για έξοδο, ταύτιση απόψεων, ακόμα και γόνιμη διαφωνία του σινεφίλ αναγνώστη με τον γράφοντα. Περισσότερο όμως είναι η επαφή, η ξενάγηση από έγκυρες πένες σε αυτόν τον υπέροχο κόσμο που ονομάζεται σινεμά, όπου οι επαγγελματίες του συγκεκριμένου δημοσιογραφικού χώρου παρακολουθούν ταινίες και με την γνώση, την κατάρτιση και την εμπειρία που διακρίνει τον κάθε ένα ξεχωριστά καταγράφουν και συνάμα αναλύουν το ειδικό βάρος του κάθε δημιουργήματος.  

Ε, αυτό το αλισβερίσι πάνε να το καταργήσουν όταν αναγκάζουν τον όποιο συνάδελφο κριτικό να παρακολουθεί σαν είλωτας τρεις ταινίες ημερησίως, συνολικής διάρκειας 375 λεπτών (6,5 ώρες!!!), όπου μερικές από αυτές την ίδια ώρα, γιατί στις 12:00 προβάλλουν ταινία με τον Μελ Γκίμπσον και τον Βινς Βον στο κέντρο της Αθήνας και στις 12:30 σε καλούν να «αναρριχηθείς» στους Αμπελοκήπους για να παρακολουθήσεις, παράλληλα, οσκαροβραβευμένο ντοκιμαντέρ. Γίνεται; Εκτός του καζανοκέφαλου που θα αποκτήσεις με τόσες ώρες, συνεχόμενης προβολής, φυσικά και δεν γίνεται, παρά μόνον, ω του γενετικού, βιολογικού επιτεύγματος, εάν και εφόσον διαθέτεις ανθεκτικό κλώνο.

Ο θεατής που δεν θα διαβάσει την κριτική μιας ταινίας (συμφωνεί ή διαφωνεί με αυτήν) θα παραμείνει στο αθέατο (κάτι που ίσως το θέλουν), δεν θα ενημερωθεί γιατί ο επαγγελματίας κριτικός εξοντώθηκε στις συμπληγάδες πέτρες του κακού προγραμματισμού από τις εταιρείες διανομής.

Απομακρύνουν εμάς από εσάς. Αργά και μεθοδικά καταργούν τον γόνιμο διάλογο μας, τις αντιρρήσεις σας και τις διαφωνίες σας, το ύψιστο δικαίωμα να διαβάζετε για μια ταινία και εσείς να επιλέγετε εάν επιθυμείτε ή όχι να την παρακολουθήσετε.

Ο έγκριτος συνάδελφος και φίλος Ηλίας Φραγκούλης έγραψε στο άρθρο του στο freecinema (εδώ), αλλά όπως συνήθως γίνεται σε αυτές τις υπόγειες και κατασκότεινες διαδρομές, φωνή βοώντος εν τη ερήμω.. μα πολύ έρημος, άνευ οάσεων!              

 

  • Είδος: Αστυνομικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Σ. Κρέιγκ Ζάλερ
  • Με τους: Μελ Γκίμπσον, Βινς Βον, Ντον Τζόνσον, Λόρι Χόλντεν, Τζένιφερ Κάρπεντερ
  • Διάρκεια: 159’
  • Διανομή: Odeon

Ο Αμερικανός Στίβεν Κρέιγκ Ζάλερ είναι από τους νέους σκηνοθέτες που πραγματικά έχει μαγνητίσει το ενδιαφέρον μου. Σκληρός, λεπτομερειακός, άψογος αφηγητής, αρκετές φορές τρομακτικός και πάντα επί της ουσίας ξεδιπλώνει το νήμα των κινηματογραφικών ιστοριών του δίχως να χάνει τον προσανατολισμό του.

Η ανθρώπινη, στυγνή βία, είτε αυτή εκπορεύεται από την στρεβλή θέαση των πραγμάτων, είτε από το ζωώδες, ένστικτο της επιβίωσης, για τον Ζάλερ είναι το καθαρό καύσιμο των πολλών οκτανίων, χωρίς να είναι ο αυτοσκοπός . Το πορτρέτο της παράνοιας στις ταινίες του χαρακτηρίζεται από την ιανική φιλοσοφία που οι καλοί και οι κακοί τρέφονται από την ίδια ενέργεια, είτε τα κίνητρα τους είναι παρανοϊκά και ερεβώδη, είτε είναι αγαθά και αναγκαία.

Κι εδώ ο Ζάλερ λύνει άνετα την κινηματογραφική εξίσωση του απάνθρωπου, της φρίκης και της λογικής, όπως συνέβη και στο ντεμπούτο του με το εμπνευσμένο, εκτός της γνωστής φόρμας, των γουέστερν «Τσεκούρι από Κόκκαλο» του 2015, αλλά και στην συνέχεια του με το «Καυγάς στο Μπλοκ 99» του 2017, όπου η αβυσσαλέα ερμηνεία του Βινς Βον μας κέρδισε ολοκληρωτικά.

Ο Αμερικανό-Ιουδαίος, συγγραφέας, σκηνοθέτης, σεναριογράφος και μουσικός (με το όνομα Czar γράφει, ερμηνεύει τραγούδια και παίζει ντραμς στην χέβι μέταλ μπάντα «Realmbuilder») στις ταινίες του είναι ακραία ωμός και εξαιρετικά καλός σε αυτό που διαχειρίζεται. Θα σκεφτόταν κάποιος, πως ο άνθρωπος και το κτήνος είναι οι σταθερές που αντλούν όλη την αφοσίωση του Ζάλερ. Με τον απίθανο Μελ Γκίμπσον σε πρώτο πλάνο και τον επίσης άριστο, χειμαρρώδη Βινς Βον δίπλα του, η ταινία δεν σου αφήνει πολλά περιθώρια να πάρεις ανάσα.

Καθηλωτικό police story στην νέο noir φόρμα κινηματογράφησης. Μια ληστεία στη μέση με πολλούς αποδέκτες, όπου οι έντιμοι, σκληροί μπάτσοι υποκύπτουν στην εύκολη ανεύρεση χρήματος. Για να σώσουν τις οικογένειες τους περνούν στην αντιπέρα όχθη της παρανομίας, ενώ οι ψυχασθενείς κακοποιοί και η σύγχρονη, ελώδης κοινωνία της πλέμπας και των μικροαστών  εναρμονίζονται με το κοινωνικό σχόλιο, το βιτριολικό χιούμορ, την αγωνία της περιπέτειας σε ρυθμό της δράσης που θυμίζει το «ζεστό» χνώτο του Μάικλ Μαν.

Σενάριο καλογραμμένο από τον ίδιο τον Στίβεν Κρέιγκ Ζάλερ στο μοτίβο του male buddy, να λειτουργεί σε πάνω από δυο επίπεδα ιστοριών με χαρακτήρες, αλλά και την ευκίνητη, περιφερειακή γυναικεία παρουσία, τα αγχωτικά, περίτεχνα κλειστά φωτογραφικά του Αμερικανό-Ινδού Μπέντζι Μπακσί (στενός συνεργάτης του Ζάλερ στις ταινίες του) και το μοναδικό,  ηλεκτρισμένο μουσικό ένδυμα του Τζεφ Χέριοτ, των σοουλάδων O’ Jays, αλλά και του ίδιου του Ζάλερ, λειτουργούν διακριτικά, συγκεντρώνοντας την χρονική αίσθηση της αφήγησης, την τεντώνουν δίχως να την διαλύουν.

Ένας σκληρός, παλαιάς κοπής αστυνομικός, ο Μπρετ Ρίντζμαν (Μελ Γκίμπσον – πολύ καλός) και ο ευέξαπτος, κατά 20 χρόνια, νεότερος συνεργάτης του, ο Άντονι Λουρασέτι (Βινς Βον – πολύ καλός), τίθενται σε διαθεσιμότητα όταν ένα βίντεο που δείχνει τις σκληρές μεθόδους καταστολής που ακολουθούν, διαρρέει στο διαδίκτυο.

Η σύζυγος του Μπρετ, η Μέλανι (Λόρι Χόλντεν , καλή), πρώην αστυνομικός κι αυτή, πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας και χρειάζεται συνεχώς θεραπεία με ακριβά φάρμακα, ενώ η έφηβη κόρη του τραμπουκίζεται ενίοτε από τους έγχρωμους συνομηλίκους στην υποβαθμισμένη, προβληματική γειτονία που διαμένουν. Ο Άντονι, από την άλλη, είναι ερωτευμένος με μια όμορφη, έξυπνη γιάπισα, που επιθυμεί μεν να την νυμφευθεί, αλλά ο πενιχρός μισθός του και το επάγγελμα του αστυνομικού θεωρεί πως δεν είναι αρκετά για να της χαρίσει την ευτυχία.

Με τα ελάχιστα χρήματα και χωρίς καμία επιλογή, οι απογοητευμένοι αστυνομικοί λαμβάνουν την πληροφορία για έναν κακοποιό που έχει μπόλικο, βρώμικο χρήμα και τον παρακολουθούν στενά για να του ξαφρίσουν το μαύρο παραδάκι.

Ξαφνικά συνειδητοποιούν, πως αυτός και μερικοί ακόμα ετοιμάζουν μια μεγάλη ληστεία. Ενώ βρίσκονται σε διαθεσιμότητα για να αποκτήσουν τα αναγκαία χρήματα βουτάνε στην δίνη των γεγονότων, όπου το σκηνικό είναι βίαιο, σκληρό και θανατηφόρο.

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τζόρνταν Πιλ
  • Με τους: Ελίζαμπεθ Μος, Λουπίτα Νιόνγκο, Γουίνστον Ντιουκ, Τιμ Χάιντεκερ, Γιάγια Αμπντούλ-Ματίν II, Άνα Ντιόπ
  • Διάρκεια: 120’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Κατόπιν του βραβείου Όσκαρ Καλύτερου Σεναρίου για το κοινωνικό έργο τρόμου «Τρέξε» (Get Out) στον σκηνοθέτη Τζόρνταν Πιλ, ο 40χρονος Νεοϋρκέζος αφροαμερικανός κατέφθασε με την δεύτερη ταινία του παραμένοντας στο ίδιο μοτίβο θεματολογίας: Τρόμος και αίμα με κοινωνιολογική υπόσταση.

Το «Τρέξε» δεν είναι από τις ταινίες που αξίζουν Όσκαρ σεναρίου και δεν μας συνεπήρε, μηδέ γοητευτήκαμε, άλλωστε η περσινή χρονιά των βραβείων θα μείνει αξέχαστη στην ιστορία ως η τελετή των εκπλήξεων και των λαθών. Τέλος πάντων, ο Πιλ είναι καλός κινηματογραφιστής και η απλότητα της πρώτης ταινίας του μετασχηματίζεται εδώ σε κάτι πιο περίπλοκο, που δυστυχώς, ξεφεύγει του ελέγχου.

Η αλήθεια είναι εμφανής, πως θέλει πολλά να πει ο άνθρωπος για τους μαύρους, τους λευκούς, την αλλοτρίωση στον έγχρωμο πληθυσμό της Αμερικής, τον πρόεδρο Ντόναλντ, μόνο που απουσιάζει η ευταξία, ο καθαρός αέρας για να ανασάνει η φούρια του με αποτέλεσμα η όποια σταθερή σεναριακή πορεία, για να καταστεί το σοφόν σαφές, εξανεμίζεται σαν ταχυδακτυλουργικό τρικ. Ο θεατής δεν καταφέρνει να διατηρήσει το σκεπτικό του στο προφανές για να έχει την δυνατότητα να κατανοήσει το δεύτερο και το τρίτο επίπεδο της ιδέας του Πιλ, οπότε η κούραση βροντοκτυπά το κατώφλι σου και αφήνεις την υπόθεση στην τύχη της.

Ενώ ξεκινάει τζάμι το θέμα δίνοντας του έξυπνα το κοινωνικο-πολιτικό και ψυχολογικό στίγμα του «Εμείς», που είναι οι σκιώδεις, καταπιεσμένοι και νοσηροί εαυτοί μας να ζητούν εκδίκηση από τις πολιτικά ορθές και γεμάτες εγωισμούς και ανταγωνισμούς οντότητές μας, αίφνης και προς το τελευταίο μέρος της ταινίας ξεφουρνίζει το φαντασιακό και ακραία μεταφυσικό, σκοτεινό παραμύθι, ως νέο δεδομένο να πηγάζει από κάπου αλλού ξέμπαρκα, δοσμένο με εντελώς άτσαλο τρόπο που το φιλμικό οικοδόμημα καταρρέει σαν πύργος φτιαγμένος από τραπουλόχαρτα. Λες και ο Πιλ χάθηκε κάπου στην μετάφραση, λες και αποφάσισε στην πορεία να δημιουργήσει με το «Εμείς» το δικό του κινηματογραφικό franchise τρόμου, καθώς το φινάλε του παίρνει την στράτα από εκεί που πέρασαν τα ζόμπι. 

Κρίμα, γιατί οι εικόνες του είναι μεστές και ατυχώς πνίγονται σε μια ακατάσχετη φλυαρία, αποδυναμώνοντας κάθε λαμπρή πτυχή της ευφυούς σύλληψης. Θέλει δουλειά ακόμα ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος στο είδος που επέλεξε να υπηρετήσει, κι εμείς θα αναμένουμε υπομονετικά το αριστούργημά του.     

Η βραβευμένη με Όσκαρ για το «12 Χρόνια Σκλάβος», η όμορφη Λουπίντα Νιόνγκο είναι καλή και τραβάει επάνω της όλη την ταινία.

Οι μάσκες, το αίμα, τα ψαλίδια, το δερμάτινο γάντι, οι φόνοι και οι κόκκινες, ολόσωμες φόρμες δημιουργούν το τρομακτικό, φετιχιστικό περιβάλλον του Πιλ σε μια ταινία που πάσχει από δέκατα και κομμάρες.    

Ένα απροσδιόριστο και σκοτεινό τραύμα στοιχειώνει την Αντελέιτ (Λουπίντα Νιόνγκο  – καλή), το οποίο μέσα στα χρόνια βρίσκει τρόπους να επανέρχεται και να διαταράσσει τη γαλήνια οικογενειακή ζωή. Είχε βρεθεί ως παιδί το 1986, σε ένα απομακρυσμένο παιχνίδι τρόμου, σε ένα μικρό λούνα παρκ κοντά στην παραλία. Το μακάβριο θα άλλαζε τη ζωή της για πάντα.

Εκείνο το ανεξήγητο συμβάν θα έρθει να στοιχειώσει τη σημερινή οικογένειά της και το «άγνωστο» θα έρθει να τη βρει, σχεδόν καρμικά, με «δολοφονικές» ορέξεις, απειλώντας έτσι το σύγχρονο Αμερικάνικο όνειρο στο οποίο ζει εφησυχασμένη.

Τα πάντα θα πάρουν μια ακατανόητη και εφιαλτική τροπή, όταν στο κατώφλι του εξοχικού σπιτιού της οικογένειας, θα εμφανιστεί μια «άλλη» τετραμελής οικογένεια που έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με την δική της και που μοιάζει να είναι το είδωλο του σκοτεινού καθρέφτη τους.

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μπρέιντι Κορμπέτ
  • Με τους: Νάταλι Πόρτμαν, Τζουντ Λο, Ράφεϊ Κάσιντι, Στέισι Μάρτιν
  • Διάρκεια: 120’
  • Διανομή: Seven Films

Στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, ο 31χρονος Αμερικανός ηθοποιός και σκηνοθέτης  Μπρέιντι Κορμπέτ βρίσκεται ακόμα συμπιεσμένος από το κέφυλος που δεν έχει σπάσει για να βρει την προσωπική του ταυτότητα και το δικό του, αυθεντικό σκηνοθετικό βήμα.

Το 2015 τον γνωρίσαμε στο ντεπούντο του στην μεγάλη οθόνη με την ταινία «Η Γέννηση ενός Ηγέτη», που προσπάθησε να αναπτυχθεί σκηνοθετικά και θεματολογικά ως  Μίχαελ Χάνεκε στην «Λευκή Κορδέλα». Στο «Vox Lux» «μεταμφιέζεται» σε Λαρς φον Τρίερ, σε πιο μπαρόκ απόδοση,  κι απέναντι από τον φακό του στήνει την δύναμη που ονομάζεται Νάταλι Πόρτμαν.

Να αναφέρουμε, ότι ο Κορμπέτ, με την ιδιότητα του ηθοποιού, έχει πρωταγωνιστήσει σε ταινία του σπουδαίου Γερμανού σκηνοθέτη Μίχαελ Χάνεκε (Funny Games), όπως και σε ταινία του «αιρετικού» Δανού σκηνοθέτη Λαρς φον Τρίερ (Melancholia). Αν και είναι γεννημένος στην ηπειρωτική Αριζόνα της Βόρειας Αμερικής, το δημιουργικό του βλέμμα είναι στραμμένο, σχεδόν καθηλωμένο θα λέγαμε, στους Ευρωπαίους κινηματογραφιστές.

Η ταινία του είναι υπερφίαλη και μοιάζει με γλυκό όνειρο που ξυπνάς γρήγορα γιατί βαρέθηκες να βλέπεις μια επαναλαμβανόμενη πράξη με διαφορετικούς τρόπους ειπωμένη. Μεγάλη η διάρκεια της, οπότε φλυαρεί ακατάσχετα. Χρησιμοποιεί τον Γουίλεμ Νταφόε σε ρόλο αφηγητή (φιοριτούρα άνευ λόγου που δεν είναι αναγκαία και δεν προσδίδει απολύτως τίποτα στην ιστορία), διέπεται από ναρκισσισμό στα πλάνα του και καταλαμβάνεται από βασανιστική αγωνία για το πως θα κλείσει την πόρτα κατάμουτρα στο θέμα που άνοιξε. Από ένα σημείο κι έπειτα κάνει κύκλους διψασμένος γύρω από την πηγή και δεν φρενάρει για να χρησιμοποιήσει το μαγγανοπήγαδο και να πιεί δροσερό νερό.

Η Νάταλι Πόρτμαν σε ένα ρόλο που τον βγάζει με το γνωστό, άψογο ταμπεραμέντο της  και ως σπουδαία, ποπ σταρ τραγουδάει  Sia, χορεύει, παίζει καταπληκτικά σε μια ακόμα ταινία που τελικά δεν την δικαιώνει. Επιβάλλεται, σύντομα μάλιστα, να βρει την σωστή βάρκα και να διανύσει το ερμηνευτικό ποτάμι σε ασφαλή όχθη και όχι να αναλώνει το ταλέντο της σε άνευρες και βαρετές ταινίες. Από το 2015, απ΄ όταν, δηλαδή, «Η Τζέιν Πήρε το Όπλο της» έχουμε να την απολαύσουμε σε παραγωγή της προκοπής. Οι πειραματικές επιλογές της του στιλ «Jackie», «Πλανητάριο» και ο «Αφανισμός» του νετφλιξιακού σύμπαντος, τώρα το ακατέργαστο «Vox Lux», κούρασαν τους θεατές της και σίγουρα την ίδια. 

Το 1999, η έφηβη Σελέστ (Ράφεϊ Κάσιντι – καλή) επιβιώνει μετά από μια βίαιη τραγωδία. Ένας οπλισμένος συμμαθητής και φίλος της εισβάλει και αδειάζει τις σφαίρες τού οπλοπολυβόλου του πάνω στους ανυποψίαστους έφηβους μαθητές δολοφονώντας ένα σημαντικό αριθμό παιδιών, πληγώνοντας και την ίδια την Σελέστ.

Όταν θα εντυπωσιάσει τραγουδώντας σε μια επιμνημόσυνη δέηση, η Σελέστ, θα αρχίσει να μεταμορφώνεται σε μία ανερχόμενη ποπ σταρ με τη βοήθεια της τραγουδοποιού αδερφής της (Στέισι Μάρτιν – καλή) και ενός μάνατζερ (Τζουντ Λο – μικρή η παρουσία του αλλά πάντα γοητευτική). Η απότομη πορεία της προς τη δόξα και η παράλληλη απώλεια της αθωότητας της  θα συνδεθεί με μια καταστροφική τρομοκρατική επίθεση στο έθνος, ανυψώνοντας την σε ένα άλλο επίπεδο διασημότητας: είδωλο της Αμερικής και παγκόσμια σούπερ σταρ.  

Το 2017 η, ενήλικη πια, Σελέστ (Νάταλι Πόρτμαν – πολύ καλή) ετοιμάζει την μεγάλη καλλιτεχνική επιστροφή της μετά από ένα σκάνδαλο που είχε εκτροχιάζει την καριέρα της. Προετοιμάζοντας μια περιοδεία για να προωθήσει το έκτο άλμπουμ της, μια συλλογή sci-fi τραγουδιών με τίτλο «Vox Lux», η αδάμαστη, αθυρόστομη  σταρ, πρέπει να δώσει τις προσωπικές και οικογενειακές της μάχες για να τα βγάλει πέρα με την μητρότητα, την τρέλα και την δόξα στην εποχή του τρόμου.

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Ελλάδα, Γαλλία, Λετονία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Άγγελος Φραντζής
  • Σενάριο: Κάτια Γκουλιώνη, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Ιντρα Μπούρκοφσκα, Γιούρις Μπαρτκεβίτς
  • Διάρκεια: 113΄
  • Διανομή: Danaos Films

Η νέα μεγάλου μήκους ταινία του Άγγελου Φραντζή («Πολαρόιτ», «Το Όνειρο του Σκύλου», «Μέσα στο Δάσος»), με πρωταγωνίστρια την Κάτια Γκουλιώνη και τον Ανδρέα Κωνσταντίνου σε σενάριο του ίδιου του σκηνοθέτη και συν-σεναριογράφο τον Σπύρο Κρίμπαλη. Η παραγωγή είναι διεθνής και η ταινία, τo «Ακίνητο Ποτάμι», γυρίστηκε εξολοκλήρου στην χιονισμένη Ρωσία και στην επίσης ασπροντυμένη Λετονία. Εξαιρετική η φωτογραφία του Γάλλου Σιμόν Μποφίς (Μαχαίρι στην Καρδιά), καθότι είναι και ο μοναδικός ενδιαφέρον πόλος όλης της παραγωγής.

 Η Άννα και ο Πέτρος, ένα ζευγάρι από την Ελλάδα που πρόσφατα μετακόμισε σε μία βιομηχανική πόλη της Σιβηρίας λόγω των επαγγελματικών υποχρεώσεων του Πέτρου, ανακαλύπτει με έκπληξη ότι η Άννα είναι έγκυος, χωρίς να έχουν ολοκληρωμένες σχέσεις το τελευταίο διάστημα.

Τον απάτησε; Μήπως έχουν πέσει θύματα συνομωσίας; Ή μήπως ευλογήθηκαν με ένα θαύμα; Αναζητώντας μια λογική εξήγηση, ο Πέτρος αμφισβητεί την Άννα, η οποία στρέφεται προς τη θρησκεία.

Ο μέχρι πρότινος ακλόνητος δεσμός τους βρίσκεται σε κρίση, καθώς η σχέση τους μετατρέπεται σε πεδίο μάχης ανάμεσα στο ορθολογικό και το πνευματικό.

Όταν η οντολογία σε φιλοσοφικό επίπεδο επιχειρεί την σύγκρουση με το βαθύ θρησκευτικό πριγκιπάτο του ιερατικού δόγματος και η λογική επιδίδεται παραδίπλα σε ακατέργαστες τούμπες εντυπωσιασμού, ψάχνεις εναγωνίως, διάολε, να ανακαλύψεις τι στο καλό ήπιε ο σεναριογράφος και φυσικά τον κρυπτοχριστιανό, Greek orthodox σκηνοθέτη.

Δεν θα είναι λίγοι οι θεατές που ευλόγως θα αναρωτηθούν με ψιθυριστή απορία, ειδικά στο φινάλε, εάν πίσω από την παραγωγή ο βασικός, ανώνυμος χορηγός είναι η Μονή Πετράκη ή σύσσωμο το αθωνίτικο, Περιβόλι της Παναγιάς.     

Εκτός της γενικότερης αφασίας και του σεναριακού αλαλούμ, που αυτοκρατορικά εξουσιάζουν την πλοκή της ιστορίας του Φραντζή, η ταινία, με την παρρησία εφηβικού θράσους, πλασάρεται ως φόρος τιμής στον Ταρκόφσκι. Τούτο να το εκλάβουμε έντρομοι ως αφορισμό προς τον μέγα Ρώσο σκηνοθέτη ή απλά ως απειλή;

Εδώ σταματώ το γράψιμο για την συγκεκριμένη ταινία, που μηδέ ειρμού, μηδέ πρωτοτυπίας, μηδέ φαντασίας κατασκευάστηκε και φυσικά καμία σχέση με τον Ταρκόφσκι έχει. Πάμε λοιπόν από την αρχή, εάν και εφόσον υπάρχει κάποιο σοβαρό και πρωτίστως ορατό σημείο εκκίνησης για το σύγχρονο, ελληνικό σινεμά.    

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Σλοβακία, Τσεχία, Αυστρία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μάρτιν Σούλικ
  • Με τους: Γίρι Μένζελ, Πίτερ Σιμόνιτσεκ
  • Διάρκεια: 113’
  • Διανομή: Ama Films

Ο 80χρονος Άλι ανακαλύπτει πως πρώην αξιωματικός των SS περιγράφει στα απομνημονεύματά του την εκτέλεση των γονιών του.

Αποφασισμένος να εκδικηθεί καταφθάνει στη Βιέννη, όπου θα γνωρίσει τον 70χρονο Γκέοργκ, γιο του αξιωματικού. Η επίσκεψη θα γίνει αφορμή για ένα ταξίδι των δυο αντρών στη Σλοβακία και στα μυστικά του παρελθόντος.

Ο βραβευμένος Πίτερ Σιμόνισεκ του «Τόνι Έρντμαν» συναντά σε χρέη ηθοποιού τον θρυλικό Τσέχο σκηνοθέτη Γίρι Μένζελ (Όσκαρ Ξενόγλωσσης ταινίας για το «Ο Άνθρωπος που Έβλεπε τα Τρένα να Περνούν»), σε μία πανέμορφη ταινία δρόμου που έχει αφετηρία το ιστορικό δράμα και προορισμό την κωμωδία περί της ανθρώπινης κατάστασης.

Ο Σούλικ, ζυγίζει ευγενικά τις συγκρούσεις του παρελθόντος, με την αρωγή δύο εξεχόντων ηθοποιών και της εξαίσιας χημείας τους.

Προβάλλονται επίσης:

  • Το βραβευμένο με Όσκαρ ντοκιμαντέρ «Free Solo» των: Ελίζαμπεθ Τσάι Βασαρχέλι και Τζίμι Τσιν (Neo Films)
  • Το πολιτικό θρίλερ «Επίθεση στη Βομβάη» του Ελληνο-Αυστραλού Άντονι Μάρας (Spentzos Film)
  • Η γαλλική ταινία «Σε Πόλεμο» του Στεφάν Μπριζέ (Seven Films)
  • Η σπονδυλωτή ταινία «Βερολίνο Σ’ Αγαπώ» 11 σκηνοθετών (Tanweer)